ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 188/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 188/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 188/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 188 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 188 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 593/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 6009/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 2-11-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αριθμός 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές).

Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αφορά εργατική διαφορά, το αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει το με αριθμό ... ηλεκτρονικό παράβολο ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ και την από 18-4-2024 ηλεκτρονική πληρωμή του μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για την άσκηση αναίρεσης. Επειδή η ως άνω διαφορά, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσείον, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης. Με την από 2-11-2023 και με αριθμό κατάθεσης 9164/907/8-11-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 6009/25-11-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 8-11-2023 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 25-11-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με την 9/29-10-1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, συστήθηκε ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας, το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας" (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.), ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6-4-1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό. Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η από 23-2-1928 σύμβαση, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος "Περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τράπεζας ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 9-5-1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως ανωτέρω Τράπεζας μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της Τράπεζας της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος", ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του. Ακολούθως, με το ν.δ. 2626/1953, το Ταμείο αναδιοργανώθηκε, ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της παρ. 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι : "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ., με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση, που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων, περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο Ν.Π.Ι.Δ. χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης (....). Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία, με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου (.....). Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση....". Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης, εξεδόθη η Φ.80000/30226/1366/14.01.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα, το Δεκέμβριο του έτους 2003, αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.

Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εξεδόθη η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του Δ.Σ. του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., το άρθρο 7 του Καταστατικού του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3-1-2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται : α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3-1-2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου (16-12-2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον ν.π.ι.δ. ΤΑΠΕΤΕ), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική, όμως, αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (Κ.Υ.Α.) και όχι το προτείνον προς αυτούς Δ.Σ. του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και, συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση, είναι ανίσχυρη (ΑΠ 1479/2021).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (ΟλΣτΕ 1210/2010, ΣτΕ 1530/2018).

Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της παραγράφου 20 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικά το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και, επομένως, και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διάταξης, ως προς το μέρος της, με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικά το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται, ειδικότερα, ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3-1-2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου (16-12-2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα. Επομένως, είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων, που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω συνταξιοδοτήσεως από τις 3-1-2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της 23/16-12-2013 απόφασης του Δ.Σ. του " Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε." και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι έτσι εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση (ΑΠ 416/2022, ΑΠ 900/2022, ΑΠ 1479/2021). Ήδη, με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω Κ.Υ.Α. κρίθηκε μη νόμιμη, ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα (ΑΠ 1695/2022, ΑΠ 900/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.(ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15-9-2017 αγωγή της με αριθμό κατάθεσης 575892/2220/21-9-2017 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε εκθέσει ότι είναι συνταξιούχος υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", από την οποία προσλήφθηκε την 20-3-1985 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης την 6-11-2012, έχοντας συμπληρώσει 28 έτη υπηρεσίας και τις προϋποθέσεις για τη λήψη κύριας σύνταξης γήρατος. Ότι κατά το χρόνο συνταξιοδότησής της πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λήψη από το εναγόμενο της προβλεπόμενης εφάπαξ παροχής, στο οποίο ήταν ασφαλισμένη από την πρόσληψή της καταβάλλοντας τις αναλογούσες υπέρ αυτού εισφορές. Ότι το ποσό της εφάπαξ παροχής που δικαιούτο να λάβει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 7 του κανονισμού του εναγομένου, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συνταξιοδότησής της και κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, ανέρχεται σε 59.168,33 ευρώ, το οποίο όμως εφάπαξ ποσό δεν της κατέβαλε το εναγόμενο. Ότι ακολούθως μετά την παρέλευση τετραμήνου από την υποβολή της αίτησής της, την 19-12-2013 δημοσιεύθηκε η με αριθμό Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία, αφού τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του κανονισμού του εναγόμενου, ανακαθορίστηκε το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού της χορηγητέας εφάπαξ παροχής, ενώ προβλέφθηκε και η αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης σε όσους αποχώρησαν από την "ΕΤΕ ΑΕ" από 3-1-2012. Ότι η ανωτέρω ρύθμιση κατέλαβε και την ενάγουσα με αποτέλεσμα η εφάπαξ καταβλητέα παροχή που δικαιούται να αναπροσαρμοστεί στο ποσό των 37.478,36 ευρώ, το οποίο έχει εισπράξει. Ότι η ανωτέρω ΚΥΑ είναι παράνομη και αντισυνταγματική, αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στις εκ του Συντάγματος απορρέουσες αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας. Ότι το εναγόμενο υπολογίζοντας, βάσει της ως άνω ΚΥΑ, την καταβλητέα στην ενάγουσα εφάπαξ παροχή στο ποσό των 37.478,36 ευρώ, ενήργησε παράνομα και υπαίτια προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην ενάγουσα, την οποία οφείλει να αποκαταστήσει.

Περαιτέρω είχε ζητήσει η ενάγουσα, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματός της: α) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο παρανόμως προέβη στην εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού του, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει της αντισυνταγματικής και ανίσχυρης ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19-12-2013, ως προς την εφάπαξ παροχή που δικαιούται, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει 1.690,02 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 6-11-2012 ημερομηνία που αντιστοιχεί στο χρόνο εξόδου της από την ενεργό ασφάλιση άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 593/13-4-2020 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ότι η με αριθμό 23/16.12.2013 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου δεν επηρεάζεται από την ακύρωση της ως άνω ΚΥΑ, καθόσον δεν προσβλήθηκε μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 101 παρ. 3 του ΑΚ και ως απαράδεκτο εξαιτίας της μη προβολής του προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, τον ισχυρισμό του ότι δεν περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη ελλείψει υπαιτιότητάς του ως προς την καταβολή του ποσού που αξιώνει η ενάγουσα και σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του έχοντος συμβατική ισχύ Κανονισμού του, με το οποίο έχει αποκλεισθεί η υποχρέωσή του για την καταβολή τόκων υπερημερίας, ακολούθως, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστική αβάσιμη, κατ' αποδοχή ως νόμιμης και βάσιμης κατ' ουσία της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης από την ενάγουσα του αγωγικού της δικαιώματος, που είχε προβάλλει το εναγόμενο. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 8-3-2021 με αριθμό κατάθεσης 62540/4757/29-7-2021 έφεση, με την οποία είχε ζητήσει να εξαφανισθεί η με αριθμό 593/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της ως βάσιμη κατ' ουσία στο σύνολό της. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, δέχτηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία και α) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο προέβη παρανόμως στην εφαρμογή του άρθρου 7 του Καταστατικού όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει της με αριθμό Φ80000/35187/1180/19-12-2013 ΚΥΑ υπουργικής απόφασης και στη μείωση δυνάμει αυτής του ποσού της εφάπαξ παροχής της ενάγουσας, β) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και γ) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων εξακοσίων ενενήντα ευρώ και δυο λεπτών (1.690,02) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά λέξη τα εξής: " Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε την 20-3-1985 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος. Ακολούθως αφού συμπλήρωσε 28 έτη υπηρεσίας, την 6-11-2012 αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης και αφού είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη κύριας σύνταξης γήρατος. Καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην Εθνική Τράπεζα υπήχθη στην ασφάλιση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), καταβάλλοντας τις αναλογούσες σε αυτήν εισφορές, ώστε να λάβει την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή. Ακολούθως η ενάγουσα μετά την αποχώρησή της από την ενεργό υπηρεσία και αφού πληρούσε τις σχετικές από τον κανονισμό του εναγομένου προϋποθέσεις, από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του κανονισμού του εναγομένου, που ίσχυε κατά το χρόνο συνταξιοδότησης της ενάγουσας την 6-11-2012, ανερχόμενη στο ποσό των 59.168,38€, ποσό που δεν αμφισβητεί το εναγόμενο.

Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις με αριθμό 27-4-2015 και 10-2-2016 βεβαιώσεις του εναγομένου η καταβληθείσα στην ενάγουσα εφάπαξ παροχή ανέρχεται στο ποσό των 25.173,09 + 12.305,27 = 37.478,36€ ευρώ. Την 19.12.2013 δημοσιεύθηκε η με αριθμ. Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία, αφού τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του κανονισμού του εναγομένου, ανακαθορίστηκε το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού της χορηγητέας εφάπαξ παροχής, ενώ προβλέφθηκε και η αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης σε όσους αποχώρησαν από την "ΕΤΕ ΑΕ" από 3.1.2012. Με βάση την ανωτέρω ρύθμιση, η οποία κατέλαβε και την ενάγουσα, η εφάπαξ καταβλητέα παροχή που δικαιούται αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 37.478,36 ευρώ, το οποίο έχει ήδη εισπράξει.

Περαιτέρω με την με αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ έχει ακυρωθεί η ανωτέρω ΚΥΑ, ως προς τη ρήτρα αναδρομικότητας, λόγω μη νόμιμης έκδοσής της, αφού εκδόθηκε, κατά το συγκεκριμένο μέρος χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα, και η οποία (ανωτέρω απόφαση) ως προς το κριθέν διοικητικής φύσης αυτό ζήτημα παράγει δεδικασμένο δεσμευτικό για το δικαστήριο. Συνακόλουθα και οι τροποποιήσεις του κανονισμού του εναγομένου ως προς τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής δεν καταλαμβάνουν την ενάγουσα, η οποία αποχώρησε την 30.4.2012, ήτοι πριν την έκδοση της ανωτέρω ΚΥΑ, οι ρυθμίσεις της οποίας δεν έχουν αναδρομική ισχύ.

Περαιτέρω το εναγόμενο προέβαλε τον ισχυρισμό ότι εν προκειμένω ισχύει η με αριθμ.23/16.12.2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, η οποία επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ανωτέρω ΚΥΑ ως προς τον τρόπο υπολογισμό της εφάπαξ παροχής και η οποία δεν έχει προσβληθεί κατ' άρθρο 101 παρ. 3 ΑΚ, εντός της οριζόμενης εκ του νόμου προθεσμίας. Η ανωτέρω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου φέρει γνωμοδοτικό απλώς χαρακτήρα στερούμενη εκτελεστότητας, ήτοι πρόταση προς τροποποίηση του άρθρου 7 του κανονισμού του εναγομένου και η οποία (ανωτέρω τροποποίηση) συντελέστηκε με την έκδοση της προαναφερόμενης ΚΥΑ και όχι με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο ενεργεί ως γνωμοδοτικό όργανο, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. ....2014 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο οποίο αναφέρεται ότι το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση, απορριπτομένου του ως άνω ισχυρισμού του εναγομένου.

Εξάλλου το εναγόμενο προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, της ενάγουσας προς λήψη της εφάπαξ παροχής, αφού η ικανοποίηση των απαιτήσεών της θα θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του εναγομένου, ενόψει της επιδείνωσης της οικονομικής του κατάστασης και την συνακόλουθη πλήρη αδυναμία καταβολής των εφάπαξ παροχών του στο σύνολο των δικαιούχων αυτού. Τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά της ενάγουσας, δοθέντος ότι κατά το χρόνο αποχώρησης της ενάγουσας από την ενεργό υπηρεσία ( 6-11-2012) δεν είχαν συντελεστεί οι τροποποιήσεις του κανονισμού του εναγομένου, οι οποίες έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (19.12.2013), καθώς οι λόγοι οικονομικής διαχείρισης και διοίκησης του εναγομένου που επικαλείται αυτό δεν αφορούν παραλείψεις ή πράξεις της ενάγουσας που να οδηγούν σε αποδυνάμωση του επιδίκου δικαιώματος της (....). Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για αξιώσεις που συνιστούν κεκτημένο ασφαλιστικό δικαίωμα της ενάγουσας κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (...), το οποίο δεν αρνείται το εναγόμενο ότι έχει πράγματι αποκτήσει η ενάγουσα από τη σύμβαση της εξαρτημένης εργασίας της, δεκτού γενομένου συνακόλουθα ως βάσιμου του σχετικού μοναδικού λόγου εφέσεως στηριζόμενο στο άρθρο 281 ΑΚ.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου περί απορρίψεως του αιτήματος της επιδικάσεως τόκων υπερημερίας επικαλούμενο αφενός μη υπαιτιότητά του αφετέρου συμβατικό αποκλεισμό των τόκων υπερημερίας δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 5 του συμβατικής ισχύος κανονισμού του, όπως ίσχυε το έτος 2004, συνιστούν ενστάσεις, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς για το παραδεκτό των οποίων το εναγόμενο όφειλε να τους έχει προβάλει και προφορικά, ώστε να καταχωριστούν στα πρακτικά (άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 115 παρ.3 και 256 παρ. 1 περ. δ ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 4335/2015, καθόσον η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε πριν την έναρξη εφαρμογής του τελευταίου, οι δε διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ίδιου Ν. 4335/2015 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές).

Επομένως αφού προφορική πρόταση και καταχώριση των ανωτέρω ισχυρισμών στα πρακτικά της συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν έλαβε χώρα, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί για την τοκοφορία της ένδικης απαίτησης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το εναγόμενο για την ανωτέρω αιτία έχει καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 37.478,36€ και συνεπώς της οφείλει την προκύπτουσα διαφορά, ήτοι: 59.168,38€ ευρώ, που είναι η καταβλητέα εφάπαξ παροχή - καθόσον το εναγόμενο δεν προσδιορίζει με σαφήνεια πώς προκύπτει το επιπλέον ποσό των 178,00€ που κατά τον ισχυρισμό του λανθασμένα αιτείται η ενάγουσα -σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα μείον 37.478,36 ευρώ =21.690,02 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής καθόσον δεν προκύπτει όχληση του εναγομένου διά της αποχωρήσεως της ενάγουσας.

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την υπ' αριθμ. 593/2020 εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος έφεσης και η έφεση στο σύνολό της ως βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή, να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν...".

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, που παρέχει το αναιρεσείον "Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.", μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική, όμως, αρμοδιότητα, επί του ζητήματος τούτου, έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 εδ. τελ. του ν. 3029/2002, δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43).

Συνεπώς, εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου με την απόφαση 23/16-12-2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3-1-2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που ενέκρινε την ως άνω, υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, προταθείσα αναδρομική ρύθμιση είναι άκυρη, ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα, ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και δεν ισχύει έναντι εκείνων, που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι η αναιρεσίβλητη, η οποία εξακολουθεί να υπάγεται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του "Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.".

Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος (23/16-12-2013), έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική Κ.Υ.Α., είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του είναι έγκυρη, ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής 6μηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδ. 3 του Α.Κ. και, ως εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του. Ομοίως, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με την αναιρεσίβλητη και της βάσει αυτής τροποποίησης του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοικήσεως να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή, ούτως ώστε να πληροί τους όρους του Ν. 3029/2002, μέχρι δε τότε και δεδομένου του όλως προσφάτου της εκδόσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του ΣτΕ (1530/2018), η μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού, με νεότερη άλλη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει "ισορροπία", μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συνολικός αριθμός των αναλόγων με την αναιρεσίβλητη περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους στο ύψος των 16.000.000 ευρώ περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης. Και τούτο διότι το αναιρεσείον, διεπόμενο από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του, που αφορούν το ύψος των παρεχόμενων παροχών, τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επομένως, οι ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το άρθρο 346 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02-04-2012: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους, αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου, το δικαστήριο δύναται, κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση, με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει, ιδίως, για τις, κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου, επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, η οποία πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες, που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, να αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 1479/2021, ΑΠ 1207/2017).

Το αναιρεσείον, με τους ενιαία εξεταζόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, εκ του αριθ. 1 (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται, το μεν (πρώτος λόγος) ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία, εφάρμοσε το άρθρο 346 Α.Κ., ενώ έπρεπε, όπως παραδεκτά ζήτησε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 345 και 342 του Α.Κ., να μην επιδικάσει τόκους επιδικίας, διότι, ενόψει της ισχύος της επίμαχης Κ.Υ.Α., πριν την ακύρωσή της με την υπ' αριθμό 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ, δεν υπήρχε νομική δυνατότητα εξόφλησης, καθότι θα διέπραττε ποινικό αδίκημα, αποκλειομένης ούτω της επέλευσης υπερημερίας του, το δε (δεύτερος λόγος) ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ, διότι κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του, που έχει δικαιοπρακτική ισχύ, για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθ' όσον η πρωτόδικη απόφαση προέβη στην επιδίκαση, όχι τόκων υπερημερίας, αλλά τόκων επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει, διάταξη η οποία είναι αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η επίδοση της αγωγής ανεξαρτήτως υπερημερίας, το αναιρεσείον δε, δεν επικαλείται κάποια από τις εξαιρέσεις που υπάρχουν στη διάταξη αυτή, ενώ το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος δεν αναφέρεται σε τόκους επιδικίας.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν, πλην άλλων, η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990, AΠ 563/2003). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 385/2010, 381/2009). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις ως λ.χ. και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 375/2023, ΑΠ 535/2015, ΑΠ 1742/2004). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη και άνευ επαρκούς αιτιολογίας την υποβληθείσα από το ίδιο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) ως δήθεν θεμελιούμενης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων που προσδοκούν την λήψη αξιοπρεπούς εφ' άπαξ παροχής, αφού το εκκαλούν Ταμείο είναι ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε, θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται το σύνολο των ασφαλισμένων του.

Περαιτέρω δε ότι, το δικαίωμα της ενάγουσας-αναιρεσείβλητης ασκείται όλως καταχρηστικώς, αφού η απαίτησή της για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της θα οδηγήσει στην απώλεια από το ενεργητικό του ταμείου ιδιαίτερα μεγάλου ποσού και μάλιστα κατά παρέκκλιση της αρχής της αλληλεγγύης των γενεών και σε βάρος των νεότερων συναδέλφων εν ενεργεία που στήριξαν την είσπραξη από αυτούς ποσών που ήδη έχουν λάβει βάσει του νέου κανονισμού, είναι προφανές ότι παρίσταται ως αμιγώς καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ερευνώντας τον μοναδικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της ένδικης αγωγής της από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αβάσιμης κατ' ουσία, κατ' αποδοχή ως ουσία βάσιμης της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της, που είχε παραδεκτώς προβάλλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το εναγόμενο-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον, αφού διέλαβε στη μείζονα αυτού σκέψη την ερμηνεία του άρθρου 281 του ΑΚ, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση κατάχρησης δικαιώματος της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ακολούθως ως βάσιμο κατ' ουσία τον ως άνω μοναδικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, με το ακόλουθο σκεπτικό:

"Εξάλλου το εναγόμενο προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, της ενάγουσας προς λήψη της εφάπαξ παροχής, αφού η ικανοποίηση των απαιτήσεών της θα θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του εναγομένου, ενόψει της επιδείνωσης της οικονομικής του κατάστασης και την συνακόλουθη πλήρη αδυναμία καταβολής των εφάπαξ παροχών του στο σύνολο των δικαιούχων αυτού. Τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά της ενάγουσας, δοθέντος ότι κατά το χρόνο αποχώρησης της ενάγουσας από την ενεργό υπηρεσία (6-11-2012) δεν είχαν συντελεστεί οι τροποποιήσεις του κανονισμού του εναγομένου, οι οποίες έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (19.12.2013), καθώς οι λόγοι οικονομικής διαχείρισης και διοίκησης του εναγομένου που επικαλείται αυτό δεν αφορούν παραλείψεις ή πράξεις της ενάγουσας που να οδηγούν σε αποδυνάμωση του επιδίκου δικαιώματος της (....). Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για αξιώσεις που συνιστούν κεκτημένο ασφαλιστικό δικαίωμα της ενάγουσας κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (...), το οποίο δεν αρνείται το εναγόμενο ότι έχει πράγματι αποκτήσει η ενάγουσα από τη σύμβαση της εξαρτημένης εργασίας της, δεκτού γενομένου συνακόλουθα ως βάσιμου του σχετικού μοναδικού λόγου εφέσεως στηριζόμενο στο άρθρο 281 ΑΚ.". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, ορθά ερμήνευσε και δεν υπέπεσε, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του πέμπτου λόγου της αίτησης, καθόσον παραλείπεται η αναφορά του αριθμού του αναιρετικού λόγου, στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Τούτο δε διότι το εναγόμενο-αναιρεσείον προς θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν επικαλείται στοιχεία συμπεριφοράς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από τα οποία να προκύπτει ότι αυτή του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, ούτε όμως επικαλείται περιστατικά συμπεριφοράς αυτής, που δύναται να εκτιμηθούν ως προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματός της. Αντίθετα, από τους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου-αναιρεσείοντος και δη από το γεγονός ότι αυτό αναφέρεται μόνο στις δυσμενείς γι' αυτό συνέπειες, χωρίς ουδεμία συγκεκριμένη αιτίαση για τη συμπεριφορά της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, καθίσταται σαφές ότι η τελευταία με την αγωγή της απλώς αποφάσισε να διεκδικήσει τη νόμιμη εφάπαξ παροχή που δικαιούνταν κατά το χρόνο αποχώρησής της από την ενεργό υπηρεσία, οπότε δεν είχαν συντελεστεί οι τροποποιήσεις του κανονισμού του, στο ύψος που αυτή προβλεπόταν από το καταστατικό του ταμείου πριν τη συνταξιοδότησής της, γεγονός όμως, που αποτελούσε δικαίωμά της, συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτή μόνο μπορούσε να αποφασίσει, χωρίς να δύναται να αποτελέσει η ενέργειά της αυτή και μόνο κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ακόμα και αν αυτό επέφερε βλάβη έστω και μεγάλη στο αναιρεσίον ταμείο, όπως αυτό εκθέτει με την σχετική ένστασή του.

Επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος με αριθμό ... παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο αναιρεσείον.

Απορρίπτει την από 2-11-2023 και με αριθμό κατάθεσης 9164/907/8-11-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 6009/25-11-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαϊου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτου αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή