ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 189/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 189/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 189/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 189 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 189 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέως Γ. Φ. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Α. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δοβλέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στο Δήμο Αγίου Δημητρίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λουκέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 655/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 1-2-2024 και με αριθμό κατάθεσης 1384/124/6-2-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 655/8-2-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης, α) της από 15-2-2021 και με αριθμό κατάθεσης 12030/797/26-2-2021 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και β) της από 25-5-2021 με αριθμό κατάθεσης 37126/3093/25-5-2021 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με αριθμό 40/21-1-2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσία η ανωτέρω έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, η από 1-11-2019 και με αριθμό κατάθεσης 98268/2591/11-11-2019 αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης την 8-2-2022, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου την 6-2-2024 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση της απόφασης αυτής (άρθρα 499, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 1-11-2019 και με αριθμό κατάθεσης 98268/2591/11-11-2019 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε εκθέσει ότι δυνάμει της από 4-4-1996 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία δραστηριοποιείται στην έκδοση και εμπορία περιοδικών στην Αθήνα, προσλήφθηκε ως συντάκτρια, αλλά και ως μεταφράστρια κειμένων από την αγγλική και ιταλική γλώσσα και απόδοση στην ελληνική. Ότι κατά την ανωτέρω σύμβαση θα απασχολείτο από Δευτέρα έως Παρασκευή και κατά τις ώρες 08.00 π.μ. έως 16.00'. Ότι το έτος 2002 κατόπιν προφορικής συμφωνίας προέκυψε μορφή ευέλικτης απασχόλησης της ενάγουσας ως προς τον χρόνο προσέλευσης και αποχώρησής της από τον τόπο προσφοράς των υπηρεσιών της, για οικογενειακούς λόγους, χωρίς μείωση του χρόνου ή της ποσότητας της εργασίας της, η οποία παρέμεινε με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ενώ επακολούθησε και μετακίνησή της (ενάγουσας) στα γραφεία της εναγόμενης στον Άγιο Δημήτριο Αττικής. Ότι από το έτος 2017 η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της και μάλιστα κατά διακριτική μεταχείριση της σε σχέση με τους υπόλοιπους συναδέλφους της, με αποτέλεσμα την 22-7-2019 να προσφύγει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι επακολούθησε σειρά εξωδίκων από την εναγόμενη δυνάμει των οποίων αυτή ισχυρίσθηκε ότι εκείνη (ενάγουσα) είχε οικειοθελώς αποχωρήσει από την εργασία της, λόγω των συχνών απουσιών της, γεγονός που παράνομα ανήγγειλε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι κατά την 9-9-2019, όταν αυτή προσήλθε στην εργασία της και δεν μπόρεσε να εισέλθει στον σχετικό χώρο, λόγω απενεργοποίησης της κάρτας εισόδου της, η εναγομένη της γνωστοποίησε δήλωσή της περί την αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της από την εργασία. Ότι η αναγγελία αυτή αποτελεί στην ουσία άτακτη καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας της διότι δεν είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της και είναι άκυρη, καθόσον αφενός μεν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και αφετέρου δεν είχε καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ότι επιπλέον η ως άνω αναγγελία έπασχε διότι δεν δηλώθηκε εμπροθέσμως στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ". Ότι λόγω της ακυρότητας αυτής της οφειλόταν σχετική αποζημίωση ποσού ύψους 21.745,08 ευρώ, δεδομένου ότι ο τελευταίος μισθός της πριν την ως άνω καταγγελία ανερχόταν σε 1.553,22 ευρώ. Ότι επιπροσθέτως η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2018 έως 31-8-2019 δεν της κατέβαλε το σύνολο των δεδουλευμένων της αποδοχών, αλλά προέβη σε μερική καταβολή, το δε συνολικό υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των 11.592,87 ευρώ, όπως λεπτομερώς εκτίθεται σε αυτήν. Ότι οι ανωτέρω ενέργειες της εναγομένης προσέβαλαν την προσωπικότητά της, αφού αφενός μεν οι διαφορές των αποδοχών, που δεν της είχαν καταβληθεί έλαβαν χώρα κατά προφανή διακριτική μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους συναδέλφους της και αφετέρου η απαγόρευση εισόδου της ενάγουσας στον χώρο εργασίας της, και οι ψευδείς ισχυρισμοί της εναγομένης περί οικειοθελούς αποχώρησής της προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψή της. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, και μετά από νομότυπο περιορισμό μέρους των αγωγικών κονδυλίων από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, και ειδικότερα α) ως προς το κονδύλια των 11.592,87 ευρώ, που αφορά τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών της και β) ως προς το κονδύλιο των 5.000,00 €, που αφορά την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης ζήτησε: 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 21.745,08 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. 2) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 11.592,87 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο υπόλοιπο των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών, νομιμοτόκως από τότε που κάθε μια εκ των απαιτήσεών της κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και 3) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άδικη, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 40/2021 απόφασή του, δέχτηκε την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία και α) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 21.745,08 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης με το νόμιμο τόκο από 12-9-2019 και β) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.913,07 ευρώ ως διαφορές αποδοχών και για τη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί των ασκηθεισών εκατέρωθεν αντίθετων εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Η εδρεύουσα στον Άγιο Δημήτριο Αττικής εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) αποτελεί ανώνυμη εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "Εκδόσεις ... ΑΕΒΕ". Δραστηριοποιείται στην επιμέλεια, έκδοση και εμπορία περιοδικών και γενικότερα εντύπων ποικίλης ύλης και θεματολογίας σε όλη την Ελλάδα και για την ευδοκίμηση των οικονομικών της στόχων απασχολεί εργατικό προσωπικό στις εγκαταστάσεις σύνταξης (ατελιέ) επί της οδού ... στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, παραγωγής του εντύπου υλικού επί της οδού ... στο Κορωπί Αττικής και σε εκείνες διανομής αυτού επί της οδού ... στην Αθήνα. Μεταξύ των άλλων εκδίδει και τα γνωστά στο πανελλήνιο περιοδικά "ΤΟ ΤΕΣΤ", "ΜΙΚΡΟ ΤΕΣΤ", "ΤΟ ΚΕΦΙ", "ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ", "ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ", "ΕΚΕΙΝΗ" και τόμους των άνω περιοδικών κλπ. Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι πτυχιούχος του τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθ. πρωτ. ...-1991 πιστοποιητικό ΑΠΘ) και διαθέτει επαρκή εμπειρία στη διδασκαλία της Ιταλικής και Αγγλικής γλώσσας, αλλά και στη μετάφραση [υπ' αριθ. πρωτ. ...-92 άδεια διδασκαλίας σε φροντιστήρια της ειδικότητάς της, της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, και πρώτη πιστοποίηση στην Αγγλική γλώσσα (First Certificate in English of University of Cambridge)]. Έχοντας τα ως άνω προσόντα η 29χρονη τότε ενάγουσα (γεν. το έτος 1967), προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία την .../1996 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί στα γραφεία της. επί πενθήμερο, με ωράριο πλήρους απασχόλησης 08.00' π.μ. έως 16.00 ως συντάκτρια του ως άνω περιοδικού "ΕΚΕΙΝΗ". Προσέφερε όμως επικουρικά, ανάλογα με τις εκάστοτε ανακύπτουσες ανάγκες, όμοιες υπηρεσίες και στη σύνταξη του περιοδικού "ΤΟ ΤΕΣΤ". Ειδικότερα τα καθήκοντα της περιλάμβαναν την μετάφραση των κειμένων υγείας, ομορφιάς, κουζίνας, των οποίων το πρωτότυπο ήταν στην Ιταλική ή στην Αγγλική γλώσσα υπό τη Διευθύνουσα Σύμβουλο και Πρόεδρο της εναγομένης Χ. Τ. Επιπλέον της είχε ανατεθεί η εκπροσώπηση της εναγομένης στους προμηθευτές του εξωτερικού, η διαμεσολάβηση για την αγορά υλικού (φωτογραφίες και λευκά είδη), αλλά και η διερμηνεία στις επαγγελματικές συναντήσεις της εταιρίας. Η εργασιακή σχέση της ενάγουσας αρχικά λειτούργησε ομαλά παρέχοντας τις υπηρεσίες της υπό την ως άνω ειδικότητα και υπό τους συμφωνηθέντες όρους. Κατά το έτος όμως 2002. κατά το οποίο η έγγαμη ενάγουσα απέκτησε δεύτερο τέκνο, λόγω των αυξηθέντων οικογενειακών της υποχρεώσεων, ζήτησε προφορικά από την ως άνω νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης Χ. Τ. , να προσφέρει μεγάλο μέρος της εργασίας της από την οικία της, μέχρι να παρέλθει η παιδική ηλικία των τέκνων της. Λόγω των πολύ καλών μέχρι τότε σχέσεων των μερών, το αίτημά της έγινε δεκτό. Έτσι χορηγήθηκε προφορικά σε αυτήν ευελιξία ως προς τον χρόνο προσέλευσης και αποχώρησης από τα γραφεία της εταιρίας, αλλά και τον τόπο εργασίας, με παράλληλη υποχρέωσή της για παροχή εργασίας και εξ αποστάσεως, δηλαδή από την κατοικία της με όρο την διατήρηση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης και την απρόσκοπτη ροή της ύλης του περιοδικού "ΕΚΕΙΝΗ", ενώ για την διεκπεραίωση άλλων εργασιών (γραμματειακή υποστήριξη και διερμηνείες), που απαιτούσαν πράγματι την φυσική της παρουσία συμφωνήθηκε η ενάγουσα να είναι παρούσα. Υπό το νέο αυτό ευέλικτο σχήμα η σύμβαση εργασίας λειτούργησε ομαλά επί πολλά έτη, χωρίς καμία επιρροή επί των μισθολογικών αποδοχών της ενάγουσας.

XI. Κατά το έτος όμως 2012, τα διάδικα μέρη τροποποίησαν την ως άνω σύμβασή τους με το από 02/01/12 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ως προς το ύψος μόνο των αποδοχών της ενάγουσας και από 1917,55 ευρώ που είχε ανέλθει ο μισθός της, μειώθηκε σε 1725,80 ευρώ (μικτός). Επίσης το επόμενο έτος με το από 25/01/13 όμοιο συμφωνητικό, τα μέρη προήλθαν σε νέα μείωση και πάλι μόνο των αποδοχών της , που από 1725,80 ευρώ κατήλθαν σε 1553,22 ευρώ (μικτές), αφήνοντας άθικτο το ευέλικτο σχήμα εργασίας της ενάγουσας. Κατά το έτος όμως 2014, τα μέρη με την από .../14 σύμβασή τους, που ναι μεν χαρακτήρισαν ως (νέα) έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλην όμως επρόκειτο περί νέας τροποποίησης, καθώς η έως τότε σύμβαση δεν λύθηκε με συμφωνία των μερών (άρθ. 361 ΑΚ) ή με κάποιον άλλο νόμιμο τρόπο, προσδιόρισαν με εισαγωγή σχετικού όρου (07) , ότι πλέον η εργαζομένη "όφειλε να εκτελεί τα καθήκοντά της αυτοπροσώπως στα γραφεία της εταιρείας ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο προσδιορίσει η εταιρεία". Παρά την έγγραφη όμως διατύπωση του παραπάνω όρου, δεν επακολούθησε άμεση εφαρμογή του και έτσι η ενάγουσα παρέμεινε στο ίδιο σύστημα ευέλικτης εργασίας.

XII. Κατά το έτος 2017 η εναγομένη δέχθηκε σοβαρό οικονομικό πλήγμα από την εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "Η Ευρώπη", με την οποία συνεργαζόταν για την διανομή του εντύπου υλικού της ανά την Ελλάδα, με άμεση επέλευση ζημίας άνω των 250.000 ευρώ και αποτέλεσμα την αδυναμία ακριβόχρονης καταβολής των τρεχουσών οφειλών της προς προμηθευτές, εργαζόμενους, τράπεζες και Δημόσιο. Ωστόσο μέχρι το έτος 2018 δεν προέβη σε απολύσεις μέρους του εργατικού της προσωπικού, ούτε και σε μονομερή επιβολή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εν συνεχεία, όμως, λόγω μη ανάκαμψής της, η εναγομένη πιεζόμενη από το οξύτατο πρόβλημα ρευστότητας και της έντονης οικονομικής δυστοκίας που δημιουργήθηκε στις συναλλαγές της, άρχισε να εξοφλεί τμηματικά τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των εργαζομένων, μεταξύ δε αυτών και της ενάγουσας. Οι εργαζόμενοι, που είχαν ενημερωθεί από την εναγομένη για την οικονομική της κατάσταση, και το τι θα επακολουθούσε, δεν διαμαρτυρήθηκαν και δείχνοντας κατανόηση συναίνεσαν στην αργοπορημένη εξόφληση των δεδουλευμένων τους. Τούτο συνάγεται από την έλλειψη εξωδίκων διαμαρτυριών και άσκησης σχετικών αγωγών από αυτούς για την ως άνω αιτία, αλλά και από τις καταθέσεις των εργαζομένων ενώπιον του Συνηγόρου του Πολίτη (ΣτΠ), ως κατωτέρω εκτίθεται. Ομοίως όμως έπραξε και η ενάγουσα. έχουσα ένα ακόμη λόγο παραπάνω, ως ιδιαιτέρως ευνοούμενη από την ειδική μεταχείριση που επιφύλασσε η εναγομένη προς αυτήν, η οποία ήταν σκανδαλιστική προς τους λοιπούς εργαζομένους, δεδομένου ότι ήταν η μοναδική υπάλληλος που έχαιρε του ως άνω "προνομίου" από τους περίπου 28 στον αριθμό που απασχολούνταν, και κατά το έτος 2017 το δεύτερο τέκνο της πλησίαζε προς ενηλικίωση (είχε φθάσει σε ηλικία 15 ετών). Έτσι εχόντων των πραγμάτων, με την εναγομένη να αναζητά λύσεις στην δεινή οικονομική της κατάσταση, κατά το θέρος του έτους 2018, αυτή (εναγομένη) προέβη δια των αρμοδίων προστηθέντων οργάνων της, σε επαναξιολόγηση των προσφερομένων υπηρεσιών εκάστου εργαζομένου. Επειδή δε διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα, προσέφερε λιγότερες υπηρεσίες, έως καθόλου, με την ευέλικτη μορφή εργασίας, αποφασίσθηκε η άμεση ενεργοποίηση του όρου 7 της από .../2014 τροποποιητικής σύμβασης εργασίας, ήτοι η επί 8ωρο προσφορά εργασίας της ενάγουσας με φυσική της παρουσία στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης και ο πλήρης αποκλεισμός της εξ οικίας εργασίας της. Έτσι την 3/9/2018 η πρόεδρος και εκπρόσωπος της εναγόμενης. Χ. Τ. , κάλεσε προφορικά την ενάγουσα στο γραφείο της και της ανακοίνωσε την ως άνω απόφασή της. Η ενάγουσα αν και συμφώνησε, εν συνεχεία δεν μετέβαλε τον τρόπο παροχής της εργασίας της και συνέχισε να προσέρχεται στην εργασία της και να απέρχεται από αυτήν κατά το δοκούν (σχ. προσκ. ωρολόγιο παρουσίας της). Έτσι η εναγομένη προέβαινε σε πληρωμές της ενάγουσας μόνο για το χρονικό διάστημα της φυσικής της παρουσίας στις εγκαταστάσεις της. Κατά τον Ιανουάριο του επόμενου έτους, η εναγομένη δια της προστηθείσης στο λογιστήριο αυτής Χ. Θ. Π. πρότεινε στην ενάγουσα, μερική απασχόληση 4 ωρών ημερησίως, όμως εκείνη αρνήθηκε. Παράλληλα, η ενάγουσα αρνούνταν να υπογράψει τα εκκαθαριστικά της μισθοδοσίας με βάση τον χρόνο της παρουσίας της στις εγκαταστάσεις της εναγομένης ζητώντας ολόκληρο τον μηνιαίο μισθό της, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα στην εξόφλησή της. Η διαφωνία αυτή της ενάγουσας με την εναγομένη ώθησε την πρώτη στην Επιθεώρηση Εργασίας Γλυφάδας-Δάφνης καταθέτοντας την υπ' αριθ. πρωτ. ...-19 αίτησή της και ισχυριζόμενη με αυτήν ότι είχε απαιτήσεις δεδουλευμένων αποδοχών από τα μέσα του Ιουλίου του προηγούμενου έτους, καθώς και ότι έχει υποστεί προσβλητική και απαξιωτική μεταχείριση λεκτικά και έμπρακτα (..), διότι ήταν η μόνη εργαζόμενη που δεν έλαβε τις αμοιβές της για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

XIII. Εκκρεμούσης της ως άνω διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 30/07/19 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση και κλήση. Με αυτήν αφού της υπενθύμισε ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 η προσφορά εργασίας της γινόταν αντισυμβατικά. διότι παρά την ενεργοποίηση του όρου 7 της συμβάσεως, αντί των οχτώ (8) ωρών εμφανιζόταν στην εργασία της μόνο 4 ώρες, και ότι προσέφυγε προς αντιπερισπασμό στην Επιθεώρηση Εργασίας, την κάλεσε από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2019 που θα επέστρεφε από την θερινή της άδεια, να συμμορφωθεί απόλυτα με το νόμιμο ωράριο εργασίας, διαφορετικά η αντίθετη συμπεριφορά της θα είχε ως συνέπεια, μετά την παρέλευση τριών (3) εργασίμων ημερών από την επιστροφή στην εργασία της. την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και την απόλυση με τις διατάξεις περί οικειοθελούς αποχώρησης. Η ενάγουσα απάντησε με την από 05/08/19 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία όχλησή της με την οποία ισχυρίσθηκε ότι τον Ιούλιο του 2019 ζήτησε από το λογιστήριο της εναγομένης να ορίσει χρονοδιάγραμμα για την εξόφληση των αποδοχών της και αντί να αναλάβει απάντηση στο αίτημά της αυτό, δέχθηκε για πρώτη φορά σχόλια από υπάλληλο του λογιστηρίου αναφορικά με το ωράριο εργασίας και υπαινιγμούς σχετικά με απομείωση των δεδουλευμένων της παρά το ότι της επισήμανε το συμφωνηθέν ειδικό εργασιακό καθεστώς της. Επίσης δήλωσε ότι ουδέποτε της παραδόθηκε προς υπογραφή κάποιο εκκαθαριστικό σημείωμα μειωμένης αμοιβής, και ουδέποτε συμφώνησε στην εξόφλησή της με βάση τον αυθαίρετο τρόπο με τον οποίο εκείνη είχε υπολογίσει τις οφειλές της, ήτοι με βάση την καταγραφή της παρουσίας της στο χώρο εργασίας, ότι θεωρεί τη συμπεριφορά της εναγομένης ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, την οποία και αποκρούει και ότι εμμένει στους όρους της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως έχει τροποποιηθεί, ήτοι με το ευέλικτο ωράριο και την υποχρέωση της μετάφρασης-συγγραφής της πλήρους ύλης του περιοδικού "ΕΚΕΙΝΗ", και με μισθό συνολικού ύψους 1553,22 €. Την κάλεσε δε εντός 5 ημερών από την επίδοση της απαντήσεώς της να προβεί σε ορθό υπολογισμό των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών της, ήτοι με βάση τις συμ- φωνημένες αποδοχές των 1553,22 €.

XIV. Με την από 28/08/19 εξώδικη απάντηση της εναγομένης προς την ενάγουσα, η πρώτη υπεραμύνθηκε των θέσεών της ότι το ευέλικτο σχήμα παραχωρήθηκε και εφαρμόσθηκε προς διευκόλυνση ανατροφής των τέκνων της, η οποία πλέον εξέλιπε λόγω της εφηβικής πλέον ηλικίας τους, και επιπλέον ότι ποτέ δεν συμφωνήθηκε να προσέρχεται στον τόπο εργασίας κατά το δοκούν και μάλιστα με μειωμένο χρόνο εργασίας και ίδιες αποδοχές, διότι αυτό δεν είναι ευέλικτο ωράριο, αλλά μειωμένη εργασία (...). Κάλεσε δε και πάλι την ενάγουσα να προβεί στα αιτούμενα με την από 30/07/19 ως άνω εξώδικη δήλωσή της. Ακολούθησαν τα από 03/09/19, 04/09/19 και 05/09/19 εξώδικα της εναγομένης προς την ενάγουσα, με τα οποία διαμαρτυρόταν για τις κατά το δοκούν προσελεύσεις και αποχωρήσεις από το χώρο εργασίας της ενάγουσας τις ημερομηνίες αυτές, καλώντας ταυτόχρονα αυτήν στα από της πρώτης ως άνω εξώδικης δήλωσης. Επειδή η ενάγουσα παρέμεινε ανένδοτη στην ως άνω κατ' εξακολούθηση αντισυμβατική εργασιακή συμπεριφορά της, η εναγομένη απέστειλε την από 09/09/19 νέα εξώδικη δήλωσή της. η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα την ίδια ημερομηνία (σχ. από ιδίας ημερομηνίας επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Μ. επί αντιγράφου της εξώδικης δήλωσης). Με αυτήν την ενημέρωσε ότι την 06/09/2019 έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή της. την οποία αρνήθηκε να υπογράψει, και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ", εντός των νομίμων προθεσμιών. Εν συνεχεία η εναγομένη ανήγγειλε την 11/09/19 την οικειοθελή αποχώρηση της ενάγουσας στο παραπάνω σύστημα με αριθ. πρωτ. ...-19. Η ως άνω όμως δήλωση είναι εκπρόθεσμη, διότι εφόσον η ενάγουσα διαφωνούσε ως προς την αποχώρησή της και έλαβε χώρα εξώδικη δήλωση της εναγομένης προς αυτήν, έπρεπε να είχε δηλωθεί στο ως άνω πληροφοριακό σύστημα την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι την 10/09/19 όπως καθ' υποφορά διαλαμβάνει στην αγωγή της η ενάγουσα. Ως εκ τούτου, η παραπάνω δήλωση της εναγομένης περί οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας από την εργασία της. σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στον οικείο τόπο της ανωτέρω μείζονος προτάσεως, θεωρείται ως άτακτη καταγγελία από την εναγομένη (άρθ. 38 Ν. 4488/2017). Και τούτο διότι η ως άνω διάταξη θέτει ειδική προθεσμία όταν έχει λάβει χώρα εξώδικη δήλωση προς τον αρνούμενο την οικειοθελή αποχώρηση εργαζόμενο, ήτοι την υποβολή της δήλωσης στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ" την επόμενη εργάσιμη ημέρα, η οποία εν προκειμένω δεν ήταν αργία [άρθ. 1 παρ. 11 Ν. 1157/1981 (ΔΕΝ 2014.1115)], προκειμένου να χωρήσει μετάθεση της προθεσμίας στην μεθεπόμενη ημέρα. Ο ισχυρισμός δε της εναγομένης ότι εφόσον έγινε δεκτή η σχετική δήλωση περί οικειοθελούς αποχωρήσεως της ενάγουσας από το ανωτέρω σύστημα, επάγεται και εμπρόθεσμο αυτής, διότι αυτό δεν αποδέχεται εκπρόθεσμες δηλώσεις, είναι αβάσιμος. διότι στο σχετικό έντυπο της παραπάνω δήλωσης, το προστηθέν από αυτήν όργανο στην υποβολή αυτής, δήλωσε αναληθώς ότι δεν έχει λάβει χώρα εξώδικο προς την εργαζομένη. Εάν δε είχε δηλωθεί το αληθές, συμπληρώνοντας καταφατικά το σχετικό εικονίδιο της δήλωσης, αυτή θα απορριπτόταν από το πληροφοριακό σύστημα. Είναι αβάσιμος επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το δικαίωμα της ενάγουσας περί ευέλικτου σχήματος εργασίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ως εκ τούτων τυγχάνει απορριπτέος ο σχετικός λόγος εφέσεώς της.

XV. Συνεπώς προς τα ανωτέρω, εφόσον η ως άνω καταγγελία εξομοιούται με άτακτη καταγγελία της εργοδότη - εναγομένης, η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση απόλυσης. Οι τακτικές καταβαλόμενες αποδοχές της κατά τον τελευταίο μήνα απασχόλησής της ως κατωτέρω εκτίθεται λεπτομερώς με βάση τις υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγομένη. ανέρχονταν στο ποσό των 698.25 € (μικτές) και κατά τον χρόνο της απόλυσης αυτή (ενάγουσα) είχε συμπληρώσει 23 έτη προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη 1996-2019). Επομένως η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα την αποζημίωση απόλυσης που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθ. 1. 3 παρ. 2 Ν. 2112/1920 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, το ύψος της οποίας υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, και εν σχέσει με τον χρόνο προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη (16 έτη συμπλ. και άνω) ανέρχεται στο ποσό των 9775,50 € [(698,25 € χ 12 μισθ.) + [1/6 χ (698,25 € χ 12 μισθ.) η αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας] και με δεδομένο ότι η σχετική της αξίωση ασκήθηκε εντός της εξάμηνης προθεσμίας (άρθ. 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955) από την καταγγελία. Το ποσό αυτό οφείλεται νομιμοτόκως από την επομένη της 06/09/19 (λύση της σχέσης εργασίας...).

ΧVI. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μετά την ως άνω κατά αυτήν οικειοθελή αποχώρηση της ενάγουσας από την εργασία, η οποία κρίθηκε κατά τα ως άνω ως εκπροθέσμως αναγγελθείσα, απενεργοποίησε την κάρτα εισόδου της ενάγουσας, εφόσον δεν αποτελούσε κατά την πεποίθησή της εργαζόμενή της. Έτσι, όταν, την 09/09/19, αυτή προσήλθε στις εγκαταστάσεις όπου μέχρι τότε προσέφερε την εργασία της δεν μπόρεσε να εισέλθει σε αυτές. Η ενάγουσα ειδοποίησε σχετικά την Άμεση Δράση, της οποίας το προσωπικό όταν έφθασε στις εγκαταστάσεις κατέγραψε το ως άνω περιστατικό (υπ' αριθ. πρωτ. ...-19 έγγραφο της Άμεσης Δράσης Αττικής). Εξαιτίας δε αυτού του επεισοδίου η ενάγουσα προσέφυγε αυθημερόν και πάλι στην ως άνω Επιθεώρηση Εργασίας (υπ' αριθ. πρωτ. ...-19 αίτηση), αναφέροντας το περιστατικό αυτό καθώς και την απόλυσή της. Τέλος η ενάγουσα την 25/09/19 προσέφυγε και πάλι στην ως άνω Επιθεώρηση Εργασίας, υποστηρίζοντας στην από ιδίας ημερομηνίας αίτηση ότι έχει υποστεί διάκριση και άνιση μεταχείριση, κοινωνική, αλλά και φύλου (...) και ζήτησε κατά την συζήτηση της διαφοράς να παρίσταται και εκπρόσωπος του ΣτΠ. Κατά την 09/10/19, οπότε συζητήθηκε η διαφορά, τα μέρη ενέμειναν στις απόψεις τους, χωρίς να καταλήξουν σε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. (σχ. Δελτίο Εργατικής Διαφοράς ...-19). Όμως ο ΣτΠ συνέχισε την εξέταση της υπόθεσης και διενήργησε ιδία έρευνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 25 παρ. 10 του Ν. 3896/2010. Κατέληξε δε στο υπ' αριθ. πρωτ. : ...-2020 αποδεικτικό πόρισμα ότι η ενάγουσα υπέστη διακριτική μεταχείριση λόγω του φύλου και της οικογενειακής και κοινωνικής της κατάστασης, στο σκέλος που αφορά την καταβολή των δεδουλευμένων της και ότι επήλθε βλαπτική μεταβολή στην εργασιακή κατάσταση της προσφεύγουσας ως αντίδραση της εργοδότριας εταιρείας στην καταγγελία της εργαζόμενης ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Κατόπιν αυτού ο ΣτΠ εισηγήθηκε την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων σε βάρος της εναγομένης για παραβίαση των άρθ. 3. 12 και 14 Ν. 3896/2010 και του άρθ. 2 Ν. 4443/2016 και το ΣΕΠΕ Γλυφάδας - Δάφνης με τις υπ' αριθ. πρωτ. ...-20 και ...-20 Πράξεις του επέβαλε ΠΕΠ ύψους 2000.00 € εκάστη αντιστοίχως. Κατά των ως άνω ΠΕΠ ασκήθηκε η από 05/12/20 και πρωτ. κατ. ...-20 στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προσφυγή η οποία εκκρεμεί. Όπως όμως ανωτέρω εκτέθηκε, η ενάγουσα είχε συγκατατεθεί η αποπληρωμή των δεδουλευμένων της να έπεται των άλλων συναδέλφων της, λόγω του ευνοϊκού εργασιακού καθεστώτος που απολάμβανε μόνο εκείνη. Ευελπιστούσε δε έτσι, ότι αυτή η ειδική μεταχείριση θα συνεχιζόταν και δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει προσκόμματα προς αυτή την κατεύθυνση. Το ότι συνέτρεξε στο πρόσωπό της να μην αντιμετωπίζει οικονομικό πρόβλημα, λόγω των υψηλών εισοδημάτων του συζύγου της, δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε βάρος της εναγομένης, και από μόνο του δεν επάγεται οπωσδήποτε διάκριση σε βάρος της ενάγουσας. Εάν αυτή δεν είχε συναινέσει, τότε θα διεκδικούσε άμεσα τις αποδοχές της, διαμαρτυρόμενη για αυτές και θα προσέφευγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως έπραξε τις προηγούμενες άλλες τρεις φορές, και όχι. μετά από έτος.

Συνεπώς ουδεμία διάκριση έλαβε χώρα σε βάρος της ενάγουσας, της προσωπικότητάς της στο μέτρο που η εναγομένη θεωρούσε την ενάγουσα μη εργαζομένη πλέον και έπρεπε να διαφυλάξει τα δικαιώματα. της από τρίτους. Δεν καταλογίζεται δε άλλη συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης σε βάρος της, πλην της ανωτέρω. Η δημοσιότητα δε που έλαβε το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επιρριφθεί στην εναγομένη, διότι η ίδια η ενάγουσα κάλεσε να επιληφθούν τα όργανα της Άμεσης Δράσης. Τέλος, το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα της παραπάνω Ανεξάρτητης Αρχής, που αποκλίνει από του Δικαστηρίου, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

XVII. Έτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 08/2018 έως 08/2019 δεν παρείχε οποιαδήποτε υπηρεσία εκ της οικίας της, πλην μόνο κατά το διάστημα που βρισκόταν στη θέση εργασίας της ως προκύπτει εκ του ωραρίου προσελεύσεώς της και εκ των από 27/02/20 καταθέσεων των Ι. Λ. Π. και Σ. Α. Σ. ενώπιον του ΣτΠ. Η κατά μέσο όρο εργασία της ενάγουσας με φυσική της παρουσία στο χώρο εργασίας ανερχόταν, δεδομένης της κατά το δοκούν προσέλευσης και αποχώρησής της. σε τρεις (03) ώρες. Μάλιστα η υπάλληλος της εναγομένης που ανέλαβε τα καθήκοντα της ενάγουσας μετά από αυτή, βεβαιώνει ότι ο χρόνος εργασίας με τον οποίο επιβαρύνθηκε μετά την αποχώρησή της είναι το ανώτατο δύο ώρες ημερησίως. Ωστόσο από το ωρολόγιο πρόγραμμα της ενάγουσας δεν προκύπτει παραμονή της ενάγουσας στο χώρο εργασίας μόνο δυο (02) ωρών.

Συνεπώς, με βάση τις παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας και τον ημερήσιο χρόνο απασχόλησής της, οι οποίες αποτελούν την παροχή της από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η αντιπαροχή της εναγομένης. σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στον οικείο τόπο της ως άνω μείζονος προτάσεως (υπό IX) , που αποτελεί τις μηνιαίες αποδοχές της (μικτές) διαμορφώθηκαν σε 698,25 € (1553,22 € χ 1/25 = 62,12 €. Ωρομ. = 62,12 € χ 6/40 = 9,31 € χ 3 ω. χ 25 ημ.). Όμως η εναγομένη προς εξόφληση της ενάγουσας, όπως η τελευταία συνομολογεί στον οικείο τόπο της αγωγής της προέβη στις παρακάτω επιμερισθείσες καταβολές, μετά την αφαίρεση των οποίων από τον οφειλόμενο μισθό (698,25 €) απομένει υπόλοιπο: α) για τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2018 κατέβαλε ποσό 596,44 €, και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 101,81 € (698,25 € - 596,44 €) , β) για τον μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 708,27 €, ήτοι περισσότερο του οφειλομένου, και επομένως ουδέν της οφείλει , γ) για τον μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 652,35 €, και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 45,90 € (698,25 € - 652,35 €) , δ) για τον μήνα Δεκέμβριο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 475,29 €, και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 222,96 € (698,25 € - 475,29 €) , ε) για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2019 κατέβαλε ποσό 615,08 €, και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 83,17 € (698,25 € - 615,08 €) , στ) για τον μήνα Φεβρουάριο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 568,48 €, και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 129,77 € (698,25 € - 568,48 €) , ζ) για τον μήνα Μάρτιο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 568,48 €. και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 129,77 € (698,25 € - 568,48 €) , η) για τον μήνα Απρίλιο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 475,29 €, και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 222.96 € (698.25 € - 475,29 €) , θ) για τον μήνα Μάιο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 670.99 €. και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 27.26 € (698.25 € - 670.99 €) , ι) για τον μήνα Ιούνιο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 521.88 €, και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 176.37 € (698,25 € - 521.88 €) , ια) για τον μήνα Ιούλιο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 484,60 ευρώ και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ανέρχεται σε 213,65 ευρώ (698,25 ευρώ - 484,60 ευρώ). Και ιβ) Για τον μήνα Αύγουστο του ιδίου έτους κατέβαλε ποσό 708,27 ευρώ, ήτοι περισσότερο του οφειλομένου, και επομένως ουδέν της οφείλει. Ήτοι η εναγομένη για την ως άνω ένδικη χρονική περίοδο οφείλει συνολικά ποσό ύψους 1353,62 ευρώ (101,81 ευρώ + 45,90 ευρώ + 222,96 ευρώ + 83,17 ευρώ + 129,77 ευρώ + 129,77 ευρώ +222,96 ευρώ + 27,26 ευρώ + 176,37 ευρώ + 213,65 ευρώ), νομιμοτόκως έκαστο επιμέρους ποσό που συναπαρτίζει αυτό από τα χρονικά σημεία που ο νόμος προβλέπει ως δήλη ημέρα καταβολής τους (άρθρο 341 ΑΚ) και έκτοτε ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος (άρθρο 340 ΑΚ) οφείλοντας τόκους υπερημερίας (άρθρο 345 εδάφ. α ΑΚ) και δη από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθ. 655 ΑΚ......).

Πρέπει επομένως να γίνει εν μέρει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός της εναγομένης περί μη υπάρξεως οφειλής της ενάγουσας για δεδουλευμένες αποδοχές του ως άνω ενδίκου διαστήματος.".

Υπό τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας-αναιρεσείουσας και δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης-αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής δέχτηκε αυτήν ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 9.775,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 6-9-2019 και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα για δεδουλευμένες αποδοχές το συνολικό ποσό των 1.353,62 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Από τη διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. προκύπτει ότι η κύρια υποχρέωση του εργαζομένου που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας είναι η υποχρέωσή του να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο τη συμφωνημένη εργασία. Την υποχρέωση του αυτή, με την οποία συναρτάται το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, ο εργαζόμενος μπορεί να την παραβιάσει με την μη παροχή εργασίας, όπως στην περίπτωση που εμφανίζεται στη θέση εργασίας αλλά δεν αναλαμβάνει εργασία, ή με την πλημμελή παροχή της.

Στην περίπτωση δε που αυτός υπαιτίως δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία περιέρχεται σε υπερημερία, οπότε ο εργοδότης δικαιούται, διαζευκτικά ή αθροιστικά, να του περικόψει το μισθό, ανάλογα με το διάστημα της υπερημερίας του (άρθρα 655 παρ. 1 εδ. α, 382 σε συνδυασμό με 380 Α.Κ.), να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας από τη μη εκπλήρωση της παροχής (382 Α.Κ.) και κυρίως να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, τηρώντας όμως τις νόμιμες διατυπώσεις.(ΑΠ 1594/2017, ΑΠ 1319/2013). Ακόμη από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/ 1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στον μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως του λόγου που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στον νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία). Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. (ΑΠ 1691/2012, ΑΠ 341/2011, ΑΠ 182/2008, ΑΠ 405/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, η καταβαλλόμενη στο μισθωτό αποζημίωση απόλυσης υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυόμενου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΟλΑΠ 1144/1983). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου από τον εργοδότη, καθορίζεται με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό ή νόμιμο μισθό (ή ημερομίσθιο) και οποιαδήποτε άλλη τακτικά καταβαλλόμενη ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας χορηγούμενη παροχή του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.(ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 950/2014).

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών πλήρης απασχόληση είναι εκείνη με την οποία κατ` ελάχιστο όριο εξαντλείται το συμβατικό ή νόμιμο ωράριο εργασίας του απολυθέντος, έστω και αν κατά τον κρίσιμο μήνα απασχολήθηκε επί χρόνο μικρότερο του ωραρίου αυτού (ΑΠ 106/1988).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, καθότι κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης που η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη όφειλε να της καταβάλει, λόγω της άτακτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, έθεσε ως βάση υπολογισμού όχι τον συμβατικό μισθό, αλλά τα μειωμένα ποσά που της κατέβαλε κατά το τελευταίο έτος, επειδή εργαζόταν, δήθεν εν τοις πράγμασι, λιγότερες από τις συμφωνηθείσες ώρες. Δηλαδή η προσβαλλόμενη έθεσε ως βάση υπολογισμού τη διακύμανση (προς τα κάτω) των αποδοχών της λόγω μερικής αποχής της από την εργασία. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα του υπολογισμού του ποσού που η εναγομένη-αναιρεσίβλητη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα ως αποζημίωση απόλυσης, δέχτηκε: α) ότι η ενάγουσα εργάστηκε στην επιχείρηση της εναγομένης με βάση την από 4-4-1996 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχοντας τις υπηρεσίες της στα γραφεία της εναγομένης επί πενθήμερο με ημερήσιο ωράριο πλήρους απασχόλησης, από ώρα 8:00 π.μ έως 16:00, β) ότι κατά το έτος 2002 συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων και η ενάγουσα παρείχε την εργασία της από την οικία της, προσερχόμενη όμως στα γραφεία της εναγομένης σε περίπτωση που η φυσική της παρουσία ήταν απαραίτητη, γ) ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας υπό το ευέλικτο αυτό σχήμα λειτούργησε απρόσκοπτα, δ) ότι δυνάμει του από 25-1-2013 τροποποιητικού της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ιδιωτικού συμφωνητικού οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας καθορίστηκαν στο ποσό των 1.553,22 ευρώ, ε) ότι με την από 2-1-2014 νέα τροποποιητική σύμβαση οι διάδικοι συμφώνησαν, πλην άλλων, με τον έβδομο όρο αυτού ότι η ενάγουσα "όφειλε να εκτελεί τα καθήκοντά της αυτοπροσώπως στα γραφεία της εταιρείας ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο προσδιορίσει η εταιρεία", στ) ότι η εναγομένη, δια της νομίμου εκπροσώπου της, την 3-9-2018, ανακοίνωσε προφορικά στην ενάγουσα την ενεργοποίηση του προαναφερθέντος όρου της τελευταίας τροποποιητκής σύμβασης, ζ) ότι η ενάγουσα αν και συμφώνησε δεν μετέβαλε τον τρόπο παροχής της εργασίας της και παρείχε έκτοτε αντισυμβατικά τις υπηρεσίες της με φυσική παρουσία στα γραφεία της εναγομένης μόνο επί τρείς ώρες ημερησίως, χωρίς επί πλέον, μέχρι την συμπλήρωση του συμφωνηθέντος ημερησίου οκταώρου, παροχή εργασίας από την οικία της, για τις οποίες και μόνο η εναγομένη της κατέβαλε τον αντίστοιχο μειωμένο μισθό, η) ότι η εναγομένη με την από 9-9-2019 εξώδικη δήλωση της προς την ενάγουσα, που της επιδόθηκε αυθημερόν, την ενημέρωσε ότι από 6-9-2019 έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρηση αυτής, την οποία, λόγω διαφωνίας της, ανήγγειλε την 11-9-2019 στο πληροφοριακό σύστημα "EΡΓANH" και θ) ότι η ως άνω αναγγελία ήταν εκπρόθεσμη και συνεπώς θεωρείται άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο ότι η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, για τον υπολογισμό αυτής, προσδιόρισε τις τακτικές αποδοχές της ενάγουσας κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της (Αύγουστος 2019) στο ποσό των 698,25 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις τρείς ώρες απασχόλησής της με φυσική παρουσία στα γραφεία της εναγομένης.

Στη συνέχεια δε ενόψει ότι η ενάγουσα είχε συμπληρώσει 23 έτη προϋπηρεσίας στην εναγομένη, υπολόγισε το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης στο ποσό των 9.775,50 ευρώ [(698,25 ευρώ χ 12 μισθούς) + [1/6 χ (698,25 ευρώ χ 12 μισθούς) η αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας]. Υπό τις παραδοχές αυτές, προσδιορίζοντας το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης της ενάγουσας, τις τακτικές αποδοχές της, κατά τον τελευταίο μήνα πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας (Αύγουστος 2019) υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, στο ποσό των 698,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο χρόνο παροχής της εργασίας της ενάγουσας με φυσική παρουσία στα γραφεία της εναγομένης και το οποίο η τελευταία της κατέβαλε μηνιαία (όπως είχε άλλωστε νόμιμο δικαίωμα) καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο 2018 μέχρι το μήνα Αύγουστο 2019, ενώ όφειλε να προσδιορίσει αυτές στο ποσό των 1.553,22 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο μηνιαίο συμβατικό μισθό της ενάγουσας, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Τούτο δε διότι, αν και, όπως δέχεται το Εφετείο, η ενάγουσα παρείχε αντισυμβατικά εργασία μειωμένης χρονικής διάρκειας, χωρίς να υφίσταται συμφωνία μερικής απασχόλησης, και η εναγομένη, ασκώντας νόμιμο δικαίωμα, της κατέβαλλε μειωμένες αποδοχές, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τον μήνα Αύγουστο 2018 έως τον μήνα Αύγουστο 2019, αντίστοιχες του χρόνου παροχής της εργασίας της με φυσική παρουσία στα γραφεία της εναγομένης, η τελευταία, ως εργοδότης, όφειλε την 6-9-2019 που κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και άσχετα από το λόγο που προκάλεσε στην προκειμένη περίπτωση την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, να της καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955, υπολογιζόμενη με βάση τις τακτικές της αποδοχές του τελευταίου πριν από την καταγγελία μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ανερχόμενες στο ποσό των 1.553,22 ευρώ και όχι στο ποσό των 698,25 ευρώ, επί του οποίου θα υπολογιζόταν η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της ενάγουσας σε περίπτωση συμφωνηθείσας έγκυρης έγγραφης σύμβασης μερικής απασχόλησης [(άρθρο 38 παρ.1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 50 του ν, 4611/2019 (ΦΕΚ Α 73)], περίπτωση όμως που εδώ δεν συντρέχει. Επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα δικαιώματα που ανάγονται στη λειτουργία και οργάνωση της επιχείρησής του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία (ΑΠ 1279/2020).

Στην περίπτωση που ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας του, ο τελευταίος έχει σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικά δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 164/2018) οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 ΑΚ), εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ, δηλαδή η καταβολή μισθών υπερημερίας (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 771/2017). Αν ο εργαζόμενος επιλέξει να διατηρήσει την ως άνω τρίτη δυνατότητα, μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση και να προσφύγει στο δικαστήριο προκειμένου να κριθεί ο νόμιμος ή παράνομος χαρακτήρας της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησής του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 958/2020, ΑΠ 697/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1304/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν (ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 355/2020). Ειδικότερα, το άρθρο 173 του ΑΚ αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες, ενώ το άρθρο 200 του ΑΚ αναφέρεται μόνο στις συμβάσεις (ΑΠ 1887/2022, ΑΠ 1902/2022, ΑΠ 1768/2022)

Συνεπώς, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη μονομερή δήλωση βουλήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του δηλούντος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, εφόσον δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 200 του ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 1887/2022, ΑΠ 1166/2021, ΑΠ 105/2013). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 2107/2022, ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 355/2020).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 355/2020). Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της δικαιοπραξίας, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της δικαιοπραξίας ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 755/2023, ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 1271/2017, ΑΠ 2043/2014). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπληρώσεως της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσεως και υπόκειται στον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 KΠολΔ (ΑΠ 206/2022, ΑΠ 16/2021). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε (ΑΠ 439/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 453/2014) και ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 1583/2022, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1210/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε ( ΟλΑΠ 2/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 99/2024, ΑΠ 1082/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα: της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης α) των άρθρων 158, 192, 320, 381, 648 ΑΚ, 3 και 7 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και β) των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ., ως προς το ζήτημα του ότι, αν η από 3-9-2018 δήλωση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης δια της νομίμου εκπροσώπου της ότι πλέον η ίδια (αναιρεσείουσα) θα έπρεπε να προσφέρει την εργασία της με επί 8ωρο φυσική παρουσία στις εγκαταστάσεις της και ότι εφεξής αποκλειόταν η εκ της οικίας της εργασία, συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, και όχι απλά "άμεση ενεργοποίηση του όρου 7 της από 2-1-2014 τροποποιητικής συμβάσεως εργασίας". Ειδικότερα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου 1) τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση αν και δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια σε σχέση με τον όρο 7 της από 2-1-2014 τροποποιητικής σύμβασης της επίδικης σύμβασης εργασίας, ιδίως ως προς το ζήτημα της σχέσης αυτής (τροποποίησης) με την από έτους 2002 προφορική συμφωνία της ιδίας και της εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί ευέλικτης παροχής εργασίας, αλλά απλώς υπέλαβε (σιωπηρώς) ότι ο όρος αυτός καταργούσε την από το έτος 2002 συμφωνία, αν και η μεταγενέστερη συμπεριφορά των μερών επί 4 έτη καταδείκνυε ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή ο όρος 7 της από 2-1-2014 τροποποίησης της επίδικης σύμβασης δεν αποσκοπούσε στην κατάργηση της από έτους 2002 συμφωνίας, αντίθετα, αν προσέφευγε ως όφειλε, σε ερμηνεία του όρου 7 της από 2-1-2014 τροποποίησης της επίδικης σύμβασης σύμφωνα με την αληθινή βούληση των μερών (173 ΑΚ), ως αυτή φανερώθηκε περίτρανα από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά τους επί 4,5 έτη και σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (200 ΑΚ), θα κατέληγε στο ορθό ερμηνευτικό πόρισμα ότι ο όρος 7 της από 2-1-2014 τροποποίησης της επίδικης σύμβασης εργασίας δεν αποσκοπούσε στην τροποποίηση της προγενέστερης, από έτους 2002 συμφωνίας αυτής και της αναιρεσίβλητης σχετικά με τον τρόπο και τόπο παροχής της εργασίας και δεν καταργούσε το συμφωνηθέν σύστημα ευέλικτης εργασίας της, αλλά κατά το αληθές νόημά της την επιβεβαίωνε. 2) τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 158, 192, 320, 381, 648 ΑΚ, 3 και 7 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η από 3-9-2018 δήλωση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, ότι πλέον πρέπει να προσφέρει την εργασία της με επί 8ωρο φυσική παρουσία στις εγκαταστάσεις της και ότι εφεξής αποκλειόταν η εκ της οικίας της εργασία, δεν συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, αλλά απλά "άμεση ενεργοποίηση του όρου 7 της από 2-1-2014 τροποποιητικής σύμβασης εργασίας, ερειδόμενη επί της εσφαλμένης κρίσης σχετικά με το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης εργασίας αναφορικά με τον τρόπο και τον τόπο παροχής εργασίας της ιδίας και εκκινώντας από τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των σχετικών δηλώσεων και συμφωνιών τους. Επικουρικά δε αν θεωρούνταν ότι ο όρος 7 της από 2-1-2014 τροποποίησης της επίδικης σύμβασης εργασίας, κατά την αληθή βούληση των μερών ή έστω δια αντικειμενικής - κανονιστικής ερμηνείας, κατέτεινε σε κατάργηση της από έτους 2002 συμφωνίας των μερών περί συστήματος ευέλικτης παροχής εργασίας τότε και πάλι η αναιρεσιβαλλόμενη θα έπρεπε να είχε κρίνει ότι η επί 4,5 έτη λειτουργίας της επίδικης σχέσης εργασίας με το σύστημα ευέλικτης εργασίας συνιστούσε σιωπηρή κατάργηση του όρου 7 της από 2-1-2014 τροποποίησης της επίδικης σύμβασης εργασίας και (επανα-) συμφωνία σχετικά με το σύστημα ευέλικτης παροχής εργασίας. Αν δε ήθελε κριθεί ότι η επί 4,5 έτη αδιαμαρτύρητη ανοχή της αναιρεσίβλητης στο "σύστημα ευέλικτης εργασίας" συνιστούσε παροχή της εναγομένης-αναιρεσίβλητης εξ ελευθεριότητας (οικειοθελή παροχή), τότε αυτή λόγω της μακράς και συνεχούς παροχής είχε καταλήξει σε σχετική σιωπηρή συμφωνία και δεν θα μπορούσε να διακοπεί μονομερώς, ελευθέρως από την αναιρεσίβλητη και σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη δεν εξήγαγε αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με το αν εν προκειμένω συνέτρεχε γνήσια ετοιμότητα της ιδίας να παράσχει τις υπηρεσίες της από την οικία της ή όχι, αλλά αρκέστηκε στο γεγονός ότι αυτή δεν προσέρχονταν στα γραφεία της αναιρεσίβλητης επί 8ωρο. Με την κρίση της δε αυτή, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης προαναφερόμενο ζήτημα, η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως μερικώς αβάσιμα τα αιτήματα αποζημίωσης απόλυσης και δεδουλευμένων αποδοχών. Ο λόγος αυτός, η έρευνα του οποίου ως προς τις επικαλούμενες αιτιάσεις για απόρριψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ως εν μέρει αβάσιμου κατ' ουσία του αιτήματος της ενάγουσας-αναιρεσείουσας για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, είναι περιττή, ενόψει του ότι έγινε δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος που αφορά την απόρριψη του αιτήματος της ενάγουσας-αναιρεσείουσας περί καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της του αναφερομένου χρονικού διαστήματος ως εν μέρει αβάσιμου κατ' ουσία, 1) κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθεται σ' αυτόν, όπως θα έπρεπε, ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων κατά την κατάρτιση της από 2-1-2014 τροποποιητικής σύμβασης σε σχέση με την έννοια και το περιεχόμενο του όρου 7 αυτής, 2) κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των λοιπών προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα: Με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, το οποίο, κατ' αποδοχή της ανωτέρω έφεσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ως βάσιμης κατ' ουσία, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δίκασε την ένδικη αγωγή και δεχόμενη αυτή εν μέρει αναγνώρισε ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) για δεδουλευμένες αποδοχές του αναφερομένου χρονικού διαστήματος το ποσό των 1.353,62 ευρώ, το οποίο υπολόγισε με βάση τις μηνιαίες αποδοχές αυτής ποσού 698,25 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις ώρες παροχής της εργασίας της με φυσική παρουσία στα γραφεία της αναιρεσίβλητης και κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης εξόφλησης που είχε προβάλλει η τελευταία, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Και τούτο διότι τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, α) ότι η ενάγουσα εργάστηκε στην επιχείρηση της εναγομένης με βάση την από 4-4-1996 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχοντας τις υπηρεσίες της στα γραφεία της εναγομένης επί πενθήμερο με ημερήσιο ωράριο πλήρους απασχόλησης, από ώρα 8:00 π.μ έως 16:00, β) ότι κατά το έτος 2002 συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων και η ενάγουσα παρείχε την εργασία της από την οικία της, προσερχόμενη όμως στα γραφεία της εναγομένης σε περίπτωση που η φυσική της παρουσία ήταν απαραίτητη, γ) ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας υπό το ευέλικτο αυτό σχήμα λειτούργησε απρόσκοπτα, δ) ότι δυνάμει του από 25-1-2013 τροποποιητικού της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ιδιωτικού συμφωνητικού οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας καθορίστηκαν στο ποσό των 1.553,22 ευρώ, ε) ότι με την από 2-1-2014 νέα τροποποιητική σύμβαση οι διάδικοι συμφώνησαν, πλην άλλων, με τον έβδομο (7) όρο αυτού ότι η ενάγουσα "όφειλε να εκτελεί τα καθήκοντά της αυτοπροσώπως στα γραφεία της εταιρείας ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο προσδιορίσει η εταιρεία", στ) ότι η εναγομένη, δια της νομίμου εκπροσώπου της, την 3-9-2018, ανακοίνωσε προφορικά στην ενάγουσα την ενεργοποίηση του προαναφερθέντος όρου της τελευταίας τροποποιητικής σύμβασης, ζ) ότι η ενάγουσα αν και συμφώνησε δεν μετέβαλε τον τρόπο παροχής της εργασίας της και παρείχε έκτοτε αντισυμβατικά τις υπηρεσίες της με φυσική παρουσία στα γραφεία της εναγομένης μόνο επί τρείς ώρες ημερησίως, χωρίς επί πλέον, μέχρι την συμπλήρωση του συμφωνηθέντος ημερησίου οκταώρου, παροχή εργασίας από την οικία της, για τις οποίες και μόνο η εναγομένη της κατέβαλε τον αντίστοιχο μειωμένο μισθό, ανταποκρίνονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, ότι η από 3-9-2018 δήλωση της εναγομένης συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, δηλαδή μονομερή κατάργηση του συστήματος ευέλικτης εργασίας της και όχι "άμεση ενεργοποίηση του όρου 7 της από 2-1-2014 τροποποίησης της σύμβασης εργασίας". Οι επί πλέον, επικουρικά προβαλλόμενες αιτιάσεις και συγκεκριμένα: α) ότι ακόμη και αν θεωρούνταν ότι ο όρος 7 της από 2-1-2014 τροποποίησης της επίδικης σύμβασης εργασίας, κατά την αληθή βούληση των μερών ή έστω δια αντικειμενικής-κανονιστικής ερμηνείας, κατέτεινε σε κατάργηση της από του έτους 2002 συμφωνίας, τότε και πάλι η αναιρεσιβαλλόμενη θα έπρεπε να είχε κρίνει ότι επί 4,5 έτη λειτουργία της επίδικης σχέσης εργασίας με το σύστημα ευέλικτης εργασίας συνιστούσε σιωπηρή κατάργηση του όρου 7 της από 2-1-2014 τροποποίησης της επίδικης σύμβασης εργασίας και (επανα-) συμφωνία σχετικά με το σύστημα ευέλικτης παροχής εργασίας και επομένως την 3-9-2018 δεν υφίστατο δεσμευτικός όρος στην επίδικη σύμβαση εργασίας περί παροχής εργασίας αποκλειστικά από τα γραφεία της αντιδίκου, την εφαρμογή της οποίας θα μπορούσε να ζητήσει μονομερώς και άμεσα η αντίδικος, β) ότι στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα καταλήγει και η θεμελίωση των ανωτέρω δια της εννοίας της οικειοθελούς παροχής του εργοδότη και συγκεκριμένα αν ήθελε κριθεί ότι η επί 4,5 έτη αδιαμαρτύρητη ανοχή της αντιδίκου "στο σύστημα ευέλικτης εργασίας" συνιστούσε παροχή εξ ελευθεριότητας (οικειοθελή παροχή) της αντιδίκου, τότε αυτή λόγω της μακράς και συνεχούς παροχής είχε καταλήξει σε σχετική σιωπηρή συμφωνία και επομένως και στην περίπτωση αυτή η παροχή (σύστημα ευέλικτης εργασίας) δεν θα μπορούσε να διακοπεί μονομερώς, ελευθέρως από την αντίδικο, εκτός αν αυτή από την αρχή της χορήγησής της ή και αργότερα, πριν δημιουργηθούν συνθήκες δεσμευτικότητάς της, είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξη της να την διακόψει στο μέλλον (ρήτρα επιφύλαξης), και γ) ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εξήγαγε οιοδήποτε αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με το αν εν προκειμένω συνέτρεχε γνήσια ετοιμότητα αυτής να παράσχει υπηρεσίες στην αντίδικο εκ της οικίας της ή όχι αλλά αρκέστηκε στο γεγονός ότι η ίδια δεν προσερχόταν στα γραφεία της αντιδίκου επί 8ωρο, παραβιάζοντας ευθέως τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και τις λοιπές αναφερόμενες ως άνω διατάξεις, είναι αβάσιμες, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε στο αιτιολογικό της σχετικές παραδοχές και σε κάθε περίπτωση απαραδέκτως προβάλλονται δοθέντος ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα με την ένδικη προαναφερόμενη αγωγή της δεν επικαλέστηκε με αναφορά των σχετικών πραγματικών περιστατικών τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς για τη θεμελίωση του αιτήματός της για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό της επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, όσον αφορά το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα και εντεύθεν, ως προς την αξίωση δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας-αναιρεσείουσας για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο 2018 έως το μήνα Αύγουστο 2019, υπολογίζοντας αυτές στο ύψος που αντιστοιχούσε στην παροχή εργασίας απ' αυτήν με φυσική παρουσία στα γραφεία της εναγομένης-αναιρεσίβλητης επί τρείς (3) ώρες ημερησίως και συγκεκριμένα στο ποσό των 698,25 ευρώ των αποδοχών της ενάγουσας μηνιαίως. Οι επικαλούμενες δε από την αναιρεσείουσα ως μη επαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται κατά τα λοιπά με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παράβασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 655/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τον γενόμενο δεκτό πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 655/8-2-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα για τη δικαστική της δαπάνη το ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαϊου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτου αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή