ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 193/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 193/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 193/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 193 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 193 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2023 είχε παρασταθεί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πάνο, ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 14-2-2023 και υπόμνημα στις 17-2-2023.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ -ΑΡΤΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ - ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ", που εδρεύει στην Ελευσίνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2023 είχε παρασταθεί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ζώγα, ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 17-2-2023.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4551/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-2-2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 51/2025 Πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα από τον αναφερόμενο σ' αυτήν ορισθέντα Εισηγητή Αρεοπαγίτη και την με αριθμό 103/2025 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου, ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης, καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια, είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022). Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη, συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 674/2023, ΑΠ 17/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της με αριθμό 51/2025 Πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται, με την υπ' αριθμ. 103/2025 Πράξη του Προέδρου του αρμοδίου Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της από 15-2-2022 αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις 14-2-2023, εκ μέρους του αναφερόμενου σ'αυτήν (Πράξη) ήδη συνταξιοδοτηθέντος Αρεοπαγίτη- Εισηγητή, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν.

Κατά την αρχική συζήτηση (στις 14-2-2023) ο αναιρεσείων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πάνου και η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ζώγα, οι οποίοι είχαν καταθέσει προτάσεις. Κατά την προκείμενη, επαναλαμβανόμενη, συζήτηση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσείων και η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκαν μετά πληρεξούσιου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι'αυτούς δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Από τα από 7-5-2025 και από 12-5-2025 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Σ. Β. , τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της με αριθμό 103/2025 Πράξης του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κλήση για να παραστούν κατά την προκείμενη δικάσιμο (14-10-2025), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους ανωτέρω αντικλήτους δικηγόρους των διαδίκων, αντίστοιχα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 143 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ.

Επομένως, οι απολειπόμενοι, κατά την προκείμενη επαναλαμβανόμενη συζήτηση, διάδικοι, έχοντας νομίμως εκπροσωπηθεί από τους προαναφερόμενους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχική δικάσιμο στις 14-2-2023, συνέχεια της οποίας αποτελεί η συζήτηση αυτή, δικάζονται αντιμωλία. Με την υπό κρίση, από 15-2-2022 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 1211/107/15-2-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4551/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 31-1-2018 έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης και των ασκηθέντων, με το από 4-10-2018 ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετων λόγων αυτής, κατά της, εκδοθείσας, ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 107/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κύρια βάση της, στο σύνολό της, την από 23-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του, επιδικάζοντας, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το αιτούμενο, με επίκληση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κυρίως από το σύμβαση εργασίας και επικουρικά από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, συνολικό ποσό των (18.154,39+70.340,72=) 88.495,11 ευρώ, νομιμοτόκως, ως διαφορές νόμιμων μηνιαίων αποδοχών, αποδοχών αδειών, επιδομάτων εορτών και αδείας, λόγω μη καταβολής του ελάχιστου νόμιμου μηνιαίου μισθού, και ως αμοιβές υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης με προσαυξήσεις, εργασίας ημέρας ανάπαυσης (Σάββατο), και αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια αναψυχής, με βάση υπολογισμού τον ελάχιστο νόμιμο μηνιαίο μισθό, των ετών 2008 έως και 2012. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, κατά ουσιαστική παραδοχή της, με επίκληση των άρθρων 361 και 871 ΑΚ, ένστασής της περί συμβιβασμού, απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΚΠολΔ ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 872 ΑΚ. Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία (έρις) μεν υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσης. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για διαφορετικού είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης (άρθρο 873 ΑΚ), η άφεση χρέους (άρθρο 454 ΑΚ) κλπ. Για τη σύναψη της σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από έναν των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βούλησης και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ (ΟλΑΠ 578/1980, ΑΠ 304/2024, ΑΠ 696/2023, ΑΠ 1075/2023).

Ειδικά, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στη περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 του Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ/τος 4020/1959, 2 και 5 του ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.

Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά διαφορετικού είδους σχέση, και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό (ΑΠ 320/2022, ΑΠ 1567/2021, ΑΠ 942/2020). Όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180 και 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920 και 8 παρ. 4 ν. 4020/1959 κάθε παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα λήψης των ελάχιστων νόμιμων, αποδοχών, επιδομάτων ή άλλων από την εργασία του παροχών, έστω και υπό την μορφή άφεσης χρέους, κατά το άρθρο 454 ΑΚ, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (ΑΠ 1493/2024, ΑΠ 945/2021, ΑΠ 1149/2017).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση, κατ'άρθρο 528 ΚΠολΔ, της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χαρακτηρίζοντας εσφαλμένως την, προβληθείσα κατ'ένσταση από την ήδη αναιρεσίβλητη εργοδότριά του, από 19-9-2012 συμφωνία τους, ως έγκυρη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, του άρθρου 871 ΑΚ, και κατά παραδοχή της απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του, ενώ επρόκειτο για άκυρη παραίτησή του από ελάχιστες νόμιμες μισθολογικές αξιώσεις του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 871 ΑΚ, ως και αυτές των άρθρων 174, 180, 679 του Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ/τος 4020/1959, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δύο πρώτων, που δεν ήταν εφαρμοστέες, και με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των λοιπών, που ήταν οι εφαρμοστέες, εάν δε το Εφετείο δεν παραβίαζε ευθέως τις διατάξεις αυτές θα απέρριπτε την ένσταση της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη και θα ερευνούσε την αγωγή του κατ'ουσίαν. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία στις 1.12.2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού Γ' κατηγορίας, με πενθήμερη εργασία και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως. Έκτοτε ο ενάγων εργαζόταν κανονικά στην εναγομένη, η οποία διατηρεί εργοστάσιο αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής στην οδό ... στη Μαγούλα Αττικής. Προς το τέλος του έτους 2012 οι σχέσεις των διαδίκων είχαν αρχίσει και οξύνονται και στις 10.8.2012 ο ενάγων προσέφυγε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ελευσίνας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, διεκδικώντας εργατικές αξιώσεις [(οφειλή από μη καταβολή επιδόματος αδείας 2012, δώρο Πάσχα 2012 και προσαύξηση λόγω εργασίας το Σάββατο την περίοδο 2007-2012 (...)]. Μάλιστα στις 21.8.2012 ο ενάγων κατέθεσε εκ νέου αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, στην οποία αναφέρεται ως αντικείμενο "διαφορά για μη καταβολή αποδοχών υπερωριακής απασχόλησης περιόδου από 4.11.2008 έως 21.6.2012". Κατόπιν αναβολών, η διαφορά συζητήθηκε στο ΣΕΠΕ στις 27.8.2012 και κατ'αρχήν συμφωνήθηκε από τα μέρη να καταβληθεί αυθημερόν το ποσό των 1.000 ευρώ "παλαιές οφειλές" (το οποίο ο ενάγων καταλογίζει με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στην άδεια αναψυχής του 2008), ενώ όσον αφορά το ποσό της άδειας και του επιδόματος αδείας, συμφωνήθηκε να καταβληθεί έως τις 1-9-2012. Στις 6-9-2012 τα μέρη επανήλθαν ενώπιον του ΣΕΠΕ και καταβλήθηκε από την εναγομένη στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ έναντι αδείας και επιδόματος αδείας, ενώ συμφωνήθηκε το υπόλοιπο (500 ευρώ) να καταβληθεί μέχρι τις 10.9.2012. Στις 10.9.2012 επανήλθαν τα μέρη στο ΣΕΠΕ και καταβλήθηκε το ποσό των 500 ευρώ ως υπόλοιπο αδείας 2012, ενώ ρητά αναφέρθηκε ότι "τα υπόλοιπα διεκδικούμενα θα ρυθμιστούν μέχρι τις 17.9.2012". Στις 18.9.2012 γνωστοποιήθηκε από το ΣΕΠΕ προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Π. Π. ότι "κατά τα τελευταία πέντε χρόνια δεν δινόταν ο νόμιμος μισθός, δηλαδή δεν εφαρμόζονταν οι οικείες κλαδικές συμβάσεις καθώς ο βασικός του μισθός υπολειπόταν του νομίμου και δεν καταβαλλόταν και τα επιδόματα α) χρόνου υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, β) διανομής μικροκιβωτίων, μικροδεμάτων κλπ, γ) διαχειριστικών λαθών και δ) πρόσθετης εργασίας οδηγών-πωλητών. Το ποσό που προκύπτει από τις διαφορές μισθών, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα, αδειών-επιδομάτων αδειών, αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης (311 ώρες) κλπ αγγίζει το ποσό των 27.269,29 ευρώ". Την επόμενη ημέρα (εννοεί στις 19-9-2012) τα μέρη επανήλθαν στο ΣΕΠΕ και συνετάγη η ακόλουθη συμφωνία: "Γίνεται από κοινού διακανονισμός ως προς τις απαιτήσεις των διαφορών αποδοχών, αδειών, επιδομάτων αδειών, δώρων εορτών, υπερωριακής αμοιβής και αμοιβής για απασχόληση ημέρα Σάββατο της τελευταίας πενταετίας που ανέρχονται στο ποσό των 18.500 ευρώ. Σήμερα καταβλήθηκαν 5.000 ευρώ και τα μέλη συμφώνησαν ως δίκαιη, συμφέρουσα και εύλογη ως προς το υπόλοιπο ποσό των 13.500 ευρώ την παρακάτω συμφωνία εξόφλησης: Την 19.10.2012 το ποσό των 4.500 ευρώ, την 19.11.2012 το ποσό των 4.500 ευρώ και την 19.12.2012 το ποσό των 4.500 ευρώ. Ο κ. Τ. Γ. δήλωσε ενώπιον της Αρχής ότι ουδεμία άλλη αξίωση έχει από την παρούσα εργασιακή σχέση με την εταιρεία ... ΑΕΒΕ". Τα ανωτέρω ποσά κατεβλήθησαν τελικά στο σύνολό τους σταδιακά ως τις 3.1.2013 με καταβολές ενώπιον του ΣΕΠΕ. [....] Επικουρικά η εναγομένη προβάλλει την ανατρεπτική ένσταση του συμβιβασμού, επικαλούμενη ότι κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων τα διάδικα μέρη συμφώνησαν να καταβληθούν τα ανωτέρω ποσά σε πλήρη εξόφληση των οφειλομένων, ενώ από την πλευρά του ο ενάγων υποστηρίζει ότι με την εν λόγω συμφωνία έλαβε χώρα από πλευράς του παραίτηση από τις νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη ως αντίθετη στο νόμο με συνέπεια να μην παράγει έννομες συνέπειες. [.....]. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι μολονότι η εν λόγω συμφωνία αναφέρεται ως "διακανονισμός" οφειλής, αυτή έχει τον χαρακτήρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς με αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών και ο ενάγων παραιτήθηκε των λοιπών εργασιακών του αξιώσεων. Η ανατρεπτική ένσταση περί συμβιβασμού προβάλλεται παραδεκτώς από την εναγομένη, καθώς γίνεται αναλυτικά μνεία της αβεβαιότητας της ύπαρξης των πραγματικών προϋποθέσεων των αξιώσεων του ενάγοντος καθώς και των αμοιβαίων υποχωρήσεων κατά την κατάρτιση του εν λόγω συμφωνητικού. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι πράγματι υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς την συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, καθώς α) ο ίδιος στις αιτήσεις του προς το ΣΕΠΕ ουδέποτε αναφέρθηκε σε διαφορές μισθών για το επίδικο χρονικό διάστημα αλλά το ίδιο το ΣΕΠΕ προέβη σε σχετική ενημέρωση προς τον εργοδότη και β) το ΣΕΠΕ προσδιόρισε τις αξιώσεις του ενάγοντος στο ποσό των 27.269, 29 ευρώ για όλη την πενταετία, δηλαδή σε πολύ μικρότερο ποσό από αυτό που διεκδικεί με την αγωγή του ο ενάγων, κάτι που καταδεικνύει την αβεβαιότητα της συνδρομής των πραγματικών προϋποθέσεων για την βασιμότητα των επιδίκων αξιώσεων, σε συνδυασμό δε μάλιστα και με το ποσό των 21.800 ευρώ που εν τέλει κατέβαλε συνολικά η εναγομένη στον ενάγοντα, προκύπτει ότι μόνο ένα έλασσον μέρος εκ του υπολογισθέντος από το ΣΕΠΕ οφειλόμενου ποσού αντιστοιχεί στις επίδικες αξιώσεις.

Κατ' ακολουθίαν η παραίτηση του ενάγοντος (ο οποίος σημειωτέον δεν κάνει λόγο για παραίτηση από έστω και μέρος των αξιώσεών του στην εν λόγω συμφωνία, αλλά δηλώνει ότι έχει εξοφληθεί πλήρως) είναι έγκυρη και συνακόλουθα έγκυρος και ο εν λόγω συμβιβασμός, αφού ο ενάγων παραιτήθηκε από αξιώσεις των οποίων η συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων ήταν αβέβαιη και αμφίβολη, και έλαβαν χώρα αμοιβαίες υποχωρήσεις από τα μέρη, μεγαλύτερες μάλιστα από την πλευρά της εργοδότριας, η οποία κατέβαλε το μείζον μέρος των υπολογισθέντων από το ΣΕΠΕ οφειλών.

Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η ανατρεπτική ένσταση του συμβιβασμού ως κατ'ουσίαν βάσιμη και να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθώς αποδεικνύεται από όλα τα ανωτέρω ότι ο ενάγων εγκύρως παραιτήθηκε στα πλαίσια του ανωτέρω συμβιβασμού από οποιεσδήποτε περαιτέρω νόμιμες αξιώσεις του, παρέλκουσας της έρευνας της βασιμότητας των λοιπών ισχυρισμών της εναγομένης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και τους από 4-10-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε, κατ'άρθρο 528 ΚΠολΔ, την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, δικάζοντας ερήμην της, είχε δεχθεί , ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κύρια βάση της, την από 23-12-2014 αγωγή του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος στο σύνολό της, επιδικάζοντας, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το αιτούμενο συνολικό ποσό των (18.154,39+70.340,72=) 88.495,11 ευρώ, νομιμοτόκως, ως οφειλόμενες διαφορές νόμιμων, μηνιαίων αποδοχών, αποδοχών αδείας, επιδομάτων εορτών και αδείας, και ως αμοιβή για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, με προσαυξήσεις, εργασία ημέρες ανάπαυσης (Σάββατο), και αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια αναψυχής, των ετών 2008 έως και 2012.

Ακολούθως, το Εφετείο, κατά ουσιαστική παραδοχή της, χαρακτηρισθείσας ως ανατρεπτική ένσταση εξωδίκου συμβιβασμού, των άρθρων 361 και 871 ΑΚ, ένστασης που πρότεινε, επικουρικά, ενώπίον του, η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη την από 19-9-2012 συμφωνία της με τον αναιρεσείοντα ενώπιον του ΣΕΠΕ, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από ένδικη, από 23-12-2014, αγωγή του τελευταίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 871 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, και εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 679 του Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ/τος 4020/1959, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, και έτσι παραβίασε ευθέως όλες τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενόψει του ότι στην απόφασή του δεν υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις που εφάρμοσε, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε ανωτέρω, καθόσον, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361 και 871 ΑΚ, με την προεκτεθείσα έννοια, και μετά ταύτα την, κατά ουσιαστική παραδοχή της προβληθείσας, με επίκληση των διατάξεων αυτών, ένστασης της αναιρεσίβλητης, απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, αλλ' αντίθετα πληρούν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, και δικαιολογούν την εφαρμογή τους και την απόρριψη της προβληθείσας ένστασης και την περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της αγωγής. Ειδικότερα, στις 19-9-2012, δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση που φέρει τα χαρακτηριστικά έγκυρου εξώδικου συμβιβασμού των άρθρων 361, 871 ΑΚ. Και τούτο διότι, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, στις οποίες αφορά η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, στις 19-9-2012, σύμβαση (διαφορές αποδοχών, αδειών, επιδομάτων αδείας και εορτών, αμοιβών υπερωριακής απασχόλησης και απασχόλησης ημέρα Σάββατο, λόγω μη καταβολής του ελάχιστου νόμιμου βασικού μηνιαίου μισθού του την τελευταία πενταετία), προβλήθηκαν το πρώτον κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής και προσδιορίστηκαν εξ αρχής στο ποσό των 18.500 ευρώ, το οποίο συνομολογήθηκε, από κοινού από τα μέρη, ως οφειλόμενο και καταβλητέο, χωρίς προηγούμενη αξίωση του αναιρεσείοντος για την ίδια αιτία και δη μεγαλύτερου ποσού και άρνηση ή αμφισβήτηση της νομικής ή της πραγματικής βασιμότητάς της από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά του. Το ιστορούμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση μεγαλύτερο ποσό, των 27.269,29 ευρώ, που δεν αποτέλεσε περιεχόμενο της ένδικης συμφωνίας των διαδίκων, κατά τις παραδοχές της, το είχε γνωστοποιήσει, μόνο, στην αναιρεσίβλητη την προηγούμενη της κατάρτισής της το ΣΕΠΕ, και όχι ο αναιρεσείων, και συνεπώς δεν συνιστά δική του πρόταση και αξίωση, ούτε υπήρξε, αντίστοιχα, άρνηση καταβολής του μεγαλύτερου αυτού ποσού από την αναιρεσίβλητη. Επιπρόσθετα, η τελευταία δεν είχε αμφισβητήσει ούτε τις προβληθείσες, προγενέστερα της ανωτέρω σύμβασης, με τις από 10-8-2012 και 21-8-2012 αιτήσεις του ενώπιον του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Ελευσίνας, απαιτήσεις του αναιρεσείοντος (για άδεια και επίδομα άδειας του 2012, επίδομα εορτής Πάσχα 2012, προσαυξήσεις για εργασία το Σάββατο των ετών 2007-2012, και αμοιβές υπερωριακής απασχόλησης του διαστήματος από 4-11-2008 έως 21-6-2012, χωρίς επίκληση, τότε, καταβολής βασικού μισθού, κατώτερου του νομίμου), αλλά αντίθετα, αφού κατέβαλε μέρος τους, υποσχέθηκε τη ρύθμιση των λοιπών μέχρι τις 17-9-2012.

Τέλος, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη, από 23-12-2014, αγωγή του, για τις επίδικες απαιτήσεις του αξιώνει το συνολικό ποσό των 88.495,11 ευρώ, περιλαμβάνοντας σ'αυτές, μεταξύ άλλων, και διαφορές νομίμων, μηνιαίων αποδοχών, αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας, είναι περιστατικό μεταγενέστερο της κατάρτισης της επίμαχης, από 19-9-2012, σύμβασης των διαδίκων, και ως τέτοιο δεν συνιστά προσδιοριστικό κριτήριο του χαρακτήρα της, και, για τον ίδιο λόγο, δεν καταδεικνύει, κατ' αντικειμενική κρίση, ύπαρξη σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητάς τους για τις επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος κατά τον προγενέστερο χρόνο της κατάρτισής της. Κατόπιν τούτων, με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, με την εν λόγω σύμβαση δεν λύθηκε υφιστάμενη, κατά την κατάρτισή της, αμφισβήτηση και αβεβαιότητα μεταξύ των συμβαλλόμενων σε αυτή διαδίκων και μάλιστα σοβαρή, ως προς τη συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων των επιδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους, προς αποφυγή δικαστικού αγώνα γι'αυτές με αβέβαιη διάρκεια και έκβαση για τον αναιρεσείοντα, αλλά τα μέρη συμφώνησαν εξ αρχής και από κοινού στην καταβολή συγκεκριμένου ποσού για τις αναφερόμενες συγκεκριμένες εργασιακές απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, που αποτελούν μέρος των επιδίκων, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε υποχώρηση της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του έναντί του, αλλά μόνο του αναιρεσείοντος, με την παραίτησή του από μισθολογικές του αξιώσεις που προβλέπονται από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις. Η παραίτηση αυτή του αναιρεσείοντος, έστω και υπό τη μορφή άφεσης χρέους (αρθ.454 ΑΚ), είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 679 του Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ/τος 4020/1959 και δεν επάγεται συνέπειες, κατά τα αναφερόμενα και στη νομική σχέση που προηγήθηκε. Επομένως, το Εφετείο χαρακτηρίζοντας την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων στις 19-9-2012 σύμβαση, ως έγκυρη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, που θεμελιώνει την ανατρεπτική ένσταση των άρθρων 361 και 871 ΑΚ, και, κατά παραδοχή της, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και ο αναιρεσείων με τον κρινόμενο πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, ο λόγος αυτός, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για μη πλήρωση της αναφερόμενης αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, τελούσε η ανωτέρω σύμβαση, ανεξαρτήτως του ότι δεν περιλαμβάνεται σχετική παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση για συμφωνημένη αναβλητική αίρεση επέλευσης των αποτελεσμάτων της, είναι πρωτίστως αλυσιτελείς λόγω της προαναφερόμενης ακυρότητας της σύμβασης αυτής.

Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, λόγω δε της αναιρετικής του εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της, με επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (μη λήψη υπόψη προσκομισθέντων νομίμως αποδεικτικών μέσων προς ανταπόδειξη του ιδίου αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης). Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται και άλλη διερεύνηση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλο δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του (αρθ.176, 183 και 192 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 4551/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή