ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 194/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 194/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 194/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 194 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 194 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ", που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνικό Κτηματολόγιο & Χαρτογράφηση Α.Ε.". και διακριτικό τίτλο "Ε.Κ.Χ.Α. Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Ασημακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Γ. του Π. και 2. Ι. Κ. του Π. Εκπροσωπήθηκαν αμφότεροι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1872/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 23-10-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 23-10-2024, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1872/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από 31-3-2022 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικό Κτηματολόγιο", ως καθολικού διαδόχου, δυνάμει του άρθρου 1 παρ.4 του ν.4512/2018, της εταιρίας με την επωνυμία "Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση ΑΕ" (πρώην "Κτηματολόγιο ΑΕ"), κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 110/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 3-2-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, συνδεόμενων με την, δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου, ανώνυμη εταιρία, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, επιδικάζοντάς τους τα εκεί αναφερόμενα ποσά, λόγω παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, μετά από απόρριψη της ένστασης του αναιρεσιβλήτου περί ύπαρξης ειδικών, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγων που δικαιολογούσαν την διαφορετική μεταχείριση με τη χορήγηση της ένδικης οικειοθελούς μισθολογικής παροχής. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά ευρίσκει έρεισμα και στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλεται στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της ομοιότητας των συνθηκών απασχόλησής τους και των προσόντων, εκτός αν η εξαίρεση ή η απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο. Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δημόσιας τάξης, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, με αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει (ΑΠ 297/2025, ΑΠ 833/2024, ΑΠ 2117/2022, ΑΠ 569/2021). Ειδικοί δε, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγοι, που καθιστούν την διαφορετική μεταχείριση εύλογη και δίκαιη, συντρέχουν όταν η παροχή συνδέεται με ορισμένα προσδιοριζόμενα από τον εργοδότη προσόντα των εργαζομένων στους οποίους χορηγείται, όπως η αυξημένη απόδοση (ΑΠ 1221/2004), τα διαφορετικά καθήκοντα (ΑΠ 258/2005, ΑΠ 1379/2001) και η μεγαλύτερη αρχαιότητα και ως εκ τούτου μεγαλύτερη, κατά τεκμήριο, εμπειρία τους (ΑΠ 698/2013, ΑΠ 248/2008, ΑΠ 475/2007) και δεν δικαιούται να τη λάβει, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλος εργαζόμενος που δεν διαθέτει αυτά τα προσόντα, έστω και εάν προσφέρει κάτω από τις ίδιες συνθήκες την ίδια με εκείνους εργασία, γιατί δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία στην οποία ο εργοδότης προέβη στην εκούσια παροχή (Ολ.ΑΠ 1752/1984, ΑΠ 475/2007, ΑΠ 65/2002).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 3-2-2020 (αριθ.εκθ. κατ. 9724/267/2020) αγωγή τους ενώπιον του Moνομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κτηματολόγιο ΑΕ", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, στις 11-7-2007 η πρώτη και στις 15-4-2008 ο δεύτερος. Ότι η αρχική εργοδότριά τους με την ...-2008 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, προέβη σε οικειοθελή μισθολογική παροχή προς τις αναφερόμενους τρεις συναδέλφους τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν, με τις ίδιες συνθήκες, τις ίδιες υπηρεσίες, ως υπάλληλοι γραφείου με απολυτήριο Λυκείου, εντάσσοντάς τους, μετά από αναγνώριση των πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που διέθεταν, στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο με υπέρτερες αποδοχές, εξαιρώντας τους ίδιους, που επίσης διαθέτουν πτυχίο ΑΕΙ, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, με συνέπεια να δικαιούνται και οι ίδιοι τη χορηγηθείσα αυτή μισθολογική παροχή, ισόποση της προκύπτουσας διαφοράς, μεταξύ καταβαλλόμενων και καταβλητέων μηνιαίως αποδοχών τους, με την κατάταξή τους στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο, συνολικού ποσού 73.439,33 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα για το διάστημα από Ιανουάριο 2008 έως και Μάιο του 2012 και συνολικού ποσού 67.083,01 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα για το διάστημα από Μάιο του 2008 έως και Μάιο του 2012. Κατόπιν τούτων οι ενάγοντες ζήτησαν, όπως το αίτημά τους παραδεκτά περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει, κατατάσσοντάς τους στο μισθολογικό κλιμάκιο των υπαλλήλων Ανώτατης Εκπαίδευσης τις αναφερόμενες για τον καθένα τους ημερομηνίες, να καταβάλει α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 73. 439,33 ευρώ και β) στον δεύτερο ενάγοντα 67.083,01 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής καθένα επιμέρους, μηνιαίως οφειλόμενου, ποσού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, η με αριθμό 110/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τους προταθέντες παραδεκτά από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, ως ειδικούς, κατά αντικειμενική κρίση, λόγους, που δικαιολογούν την διαφορετική μεταχείριση των τριών αναφερόμενων εργαζομένων έναντι των εναγόντων, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους αυτούς της ανάθεσης πρόσθετων καθηκόντων και της ανταπόκρισής τους, με ικανότητα, σε δύσκολα καθήκοντα, ενώ δεν έλαβε υπόψη αυτόν της μεγαλύτερης αρχαιότητάς τους, με 10ετή προϋπηρεσία, κατά την οποία ανταποκρίθηκαν στα καθήκοντα που τους είχαν ήδη ανατεθεί. Μετά ταύτα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει, λόγω παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε σχέση με τις τρεις αναφερόμενες συναδέλφους τους, να καταβάλει στους ενάγοντες, εντάσσοντάς τους στο μισθολογικό κλιμάκιο των υπαλλήλων Ανώτατης Εκπαίδευσης από την 1-4-2008 την πρώτη τούτων και από την 1-5-2008 τον δεύτερο, τα ποσά των 73.439,33 ευρώ και 67.083,01 ευρώ, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα που ήταν καταβλητέο κάθε επιμέρους μηνιαίο ποσό. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε την από 31-3-2022 έφεσή του, με τον δεύτερο λόγο της οποίας επανέφερε ενώπιον του Εφετείου τους προαναφερόμενους προβληθέντες ισχυρισμούς του-ως ειδικούς, κατ'αντικειμενική κρίση, λόγους απόκλισης από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής των αντιδίκων του στο σύνολό της. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 1872/2024, απόφαση, με την οποία, το Εφετείο, αναφορικά με τους εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που ενδιαφέρουν τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι: Οι συνάδελφοι των αναιρεσιβλήτων, Α. Κ., Μ. Κ. και Σ. Κ., που είναι πτυχιούχοι ΑΕΙ, αλλά είχαν προσληφθεί από τη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ως υπάλληλοι με απολυτήριο Λυκείου, όπως και οι αναιρεσίβλητοι, με την, από τον Μάρτιο του 2008, απόφαση του ΔΣ της τότε εργοδότριάς τους, αναβαθμίστηκαν σε στελέχη με αναγνώριση του πτυχίου ΑΕΙ που κατείχαν και κατάταξή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο με υπέρτερες αποδοχές, λόγω της ανάθεσης σε αυτές πρόσθετων καθηκόντων (επιμέλειας και μετάφρασης αγγλικών κειμένων, καθηκόντων στελέχους Τμήματος Οργάνωσης και Εποπτείας των Κτηματολογικών Γραφείων, και καθηκόντων συντονισμού της υποστήριξης Συστήματος Πληροφορικής Εθνικού Κτηματολογίου-ΣΠΕΚ, αντίστοιχα), και της ανταπόκρισής τους, με ικανότητα, σε δύσκολα καθήκοντα. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη μόνο τους ανωτέρω λόγους χορήγησης της ένδικης οικειοθελούς παροχής στις αναφερόμενες τρεις υπαλλήλους, και όχι και την μεγαλύτερη αρχαιότητά τους, έναντι των αναιρεσιβλήτων, κατά την οποία ανταποκρίθηκαν στα καθήκοντα που τους είχαν ήδη ανατεθεί, που επίσης επικαλείτο το αναιρεσείον, έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι οι λόγοι αυτοί δεν συνιστούν ειδικούς, κατ'αντικειμενική κρίση, λόγους που δικαιολογούν τη διαφορετική τους μεταχείριση με τη μισθολογική τους αναβάθμιση έναντι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είναι επίσης πτυχιούχοι ΑΕΙ, που είχαν προσληφθεί από την ίδια εργοδότρια ως υπάλληλοι γραφείου με απολυτήριο Λυκείου, στις 11-7-2007 και στις 15-4-2008, αντίστοιχα, και παρείχαν έκτοτε και αυτοί την ίδια εργασία ανταποκρινόμενοι επίσης με επιτυχία στα καθήκοντά τους, αλλά δικαιολογούσαν μόνο την προαγωγή των τριών υπαλλήλων και επιπρόσθετα δεν ήταν αναγκαία η αναγνώριση των πτυχίων τους για την άσκηση των καθηκόντων τους. Μετά ταύτα (το Εφετείο) έκρινε ουσιαστικά αβάσιμους τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και λόγω της παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης με τη χορήγηση της ένδικης μισθολογικής παροχής, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει όμοια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και δη τον παραδεκτά προταθέντα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ ουσιώδη ισχυρισμό, της μεγαλύτερης αρχαιότητας (με 10ετή προϋπηρεσία) των αναφερόμενων τριών υπαλλήλων, ανταποκρινόμενων κατά τη διάρκειά της στα καθήκοντα που τους είχαν ήδη ανατεθεί, σε σχέση με αυτή των αναιρεσιβλήτων, που συνιστά ειδικό, κατ' αντικειμενική, κρίση λόγο, και δικαιολογεί, αυτοτελώς, την διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων κατά τη χορήγηση οικειοθελούς παροχής και την απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του Συντάγματος.

Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας ότι, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, της σύνδεσης της ένδικης οικειοθελούς μισθολογικής παροχής με τα προσδιοριζόμενα από την εργοδότρια προσόντα των τριών αναφερόμενων εργαζομένων της, στις οποίες τη χορήγησε, και δη της ανάθεσης σε αυτές πρόσθετων καθηκόντων και της ανταπόκρισής τους, με ικανότητα, σε δύσκολα καθήκοντα, δεν συνιστούν ειδικούς, κατ'αντικειμενική κρίση, λόγους που καθιστούν την διαφορετική μεταχείρισή τους εύλογη και δίκαιη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αξιώνοντας περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία για την εφαρμογή τους. Οι ανωτέρω ειδικοί, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγοι αρκούν και δικαιολογούν την απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης για τη χορήγηση της εν λόγω οικειοθελούς παροχής, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και δεν απαιτούνται προς τούτο να συντρέχουν και πρόσθετα στοιχεία, όπως να είναι η χορηγηθείσα παροχή αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων που ανέθεσε ο εργοδότης στους εργαζομένους τους και να τους τη χορηγεί μόνο όταν δεν έχει δυνατότητα προαγωγής τους σε ανώτερη θέση, όπως αξίωσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, επιπρόσθετα, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της ενεργούς σύμβασης εργασίας κατά το χρόνο χορήγησης της οικειοθελούς παροχής (Μάρτιος του 2008), καθόσον αυτός προσλήφθηκε μεταγενέστερα, στις 15-4-2008 (ΑΠ 806/2010). Επομένως, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον προαναφερόμενο προταθέντα ουσιώδη αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, και περαιτέρω, κρίνοντας, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ουσιαστικά αβάσιμους τους ανωτέρω λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς του, που είχαν επαναφερθεί ενώπιόν του με την έφεσή του, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, αληθώς από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ'ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου της αίτησης αναίρεσης που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, λόγω δε της αναιρετικής του εμβέλειας παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της, και συγκεκριμένα του δεύτερου λόγου, με επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (αναφορικά με το καθορισμό του ύψους των οφειλόμενων μισθολογικών διαφορών, κατά ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 1 παρ.5 του ν.3833/2010, 3 παρ.4 του ν.3845/2010, 2 παρ.17 και 18 του ν.3845/2010 και 31 του ν.4024/2011 για τις διαδοχικές μειώσεις τους) και του τρίτου λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για την τοκογονία των οφειλόμενων μισθολογικών διαφορών), που προϋποθέτουν την κατάφαση της παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Επειδή δε υπάρχει περαιτέρω στάδιο προς έρευνα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθ.179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 1872/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα συνολικά μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή