ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 232/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 232/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 232/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 232 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 232 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 08 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Η. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) Ο. Τ. , συζύγου του πρώτου, κατοίκου ομοίως, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-01-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1101/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6514/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών το οποίο δίκασε ερήμην της ήδη αναιρεσείουσας. Κατά αυτής της απόφασης ασκήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα η από 16-06-2023 ανακοπή ερημοδικίας. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 2015/2024 απόφαση επί της παραπάνω ανακοπής. Την αναίρεση των αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (6514/2019 και 2015/2024) ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-09-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθ. ... και ...-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Θ. Ρ. , που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του το άρθ. 553 § 1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, κατά δε το άρθρο 554 ΚΠολΔ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή και η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία αρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 44/2022, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 464/2018).

Εν προκειμένω, υπόκειται προς κρίση η από 20-9-2024 αίτηση για την αναίρεση της κατά την ειδική διαδικασία του άρθ. 614 § 7 ΚΠολΔ εκδοθείσας υπ' αριθ. 2015/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 16-6-2023 ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσας υπ' αριθ. 6514/2019 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 24-5-2018 έφεση των εναγόντων/εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1101/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , εξαφάνισε αυτήν, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 19-1-2017 αγωγή τους ως προς την βάση της που αφορούσε την προσβολή της προσωπικότητός τους και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και υποχρέωσε την εναγομένη στα στο διατακτικό της αναφερόμενα. Η αίτηση αναίρεσης που στρέφεται και κατά της ως άνω υπ' αριθ. 6514/2019 ερήμην της εφεσίβλητης ήδη αναιρεσείουσας) απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και ως προς τις δύο ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον η υπ'αριθ. 2015/2024 απόφαση επιδόθηκε στις 23-7-2024 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 20-9-2024 με το νόμιμο παράβολο (άρθρα 147 § 2 ,495, 552, 556, 558, 564 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 11/1998).

Επομένως είναι αμφότερες παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων, αρχής γενομένης από την υπ' αριθ. 2015/2024 τελεσίδικη απόφαση που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον αν γίνει δεκτός ως βάσιμος κάποιος λόγος αναίρεσης κατ'αυτής, θα απορριφθεί η αναίρεση κατά της ερήμην αποφάσεως, αφού τότε καθίσταται εκκρεμής η ανακοπή ερημοδικίας και συνεπώς η ερήμην απόφαση δεν είναι πλέον τελεσίδικη (ΑΠ 1420/2008). Αν, αντίθετα, απορριφθεί η αναίρεση κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, θα ερευνηθεί η αναίρεση κατά της ερήμην απόφασης.

Α) Επί των λόγων αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 2015/2024 αποφάσεως. Κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης, που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα προς τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 503 παρ.1 και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εάν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, εάν η ανακοπή δεν ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή εάν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 ΚΠολΔ). Είναι σαφές ότι ο νόμος αρκείται στην πιθανολόγηση για την απόδειξη των λόγων της ανακοπής και δεν επιβάλει πλήρη απόδειξή τους. Ως ανωτέρα βία που δικαιολογεί την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσης, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 905/2024). Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι πλην άλλων και η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, εφόσον συνέβαλε στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 1064/2025, ΑΠ 1699/2024, ΑΠ 194/2023). Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες. Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη. Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του πληρεξουσίου του δικηγόρου του διαδίκου να ανταποκριθεί σε κάποιο δικονομικό βάρος του, παρά την εκ μέρους του καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, μ' αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη του να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη. Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 1064/2025, ΑΠ 905/2024, ΑΠ 54/2024, ΑΠ 194/2023).

Συνεπώς με τους λόγους αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που λαμβάνονται συνδυαστικά, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη αρχικά ανώτερης βίας και ακολούθως ως προς την κήρυξη ή μη κήρυξη, εξαιτίας αυτής, ακυρότητας ή απαραδέκτου. Έτσι η απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παραδοχή της που τάσσεται από το άρθρα 501 ΚΠολΔ, συνιστά μεν σφάλμα υπό την έννοια της παράλειψης του δικαστηρίου να κρίνει άκυρη την προηγηθείσα ερημοδικία του διαδίκου και συνεπώς θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ωστόσο η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη λόγου ανώτερης βίας, εφόσον σ' αυτή στηρίζεται η ανακοπή ερημοδικίας, ελέγχεται προηγούμενα αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ή ενδεχομένως, από τον αριθ. 19 αυτού (ΑΠ 741/2016).

Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 2015/2024 αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1101/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία δια του τύπου, απορρίφθηκε η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2017 αγωγή των αντιδίκων της, ήδη καθ' ων η ανακοπή ερημοδικίας, ως προς τη βάση της που αφορούσε αξιώσεις από το δυσφημιστικό δημοσίευμα της 9.1.2017 και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τη βάση της που αφορούσε την προσβολή της προσωπικότητας και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των καθ' ων η ανακοπή, υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στον πρώτο καθ' ου η ανακοπή 7.000 ευρώ και στη δεύτερη καθ' ης 5.870 ευρώ, ενώ υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να άρει την προσβολή της προσωπικότητας των καθ' ων και να παραλείπει αυτή στο μέλλον.

Κατά της ανωτέρω απόφασης οι καθ' ων η ανακοπή άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 50685/3405/2018 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 16.5.2019. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης οι εκκαλούντες παραστάθηκαν νόμιμα δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ η εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε. Το Εφετείο, με την υπ' αριθμ. 6514/2019 απόφασή του, δίκασε την έφεση ερήμην της εφεσίβλητης, έκανε αυτή τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την με αριθμό 1101/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την από 19.1.2017 αγωγή των καθ' ων η ανακοπή ως προς την βάση της που αφορούσε την προσβολή της προσωπικότητάς τους και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτών, υποχρέωσε την ανακόπτουσα να καταβάλει στον πρώτο των καθ' ων 15.000 ευρώ και στη δεύτερη εξ αυτών 7.000 ευρώ, ενώ υποχρέωσε την ανακόπτουσα να άρει την προσβολή της προσωπικότητας των καθ' ων και να παραλείπει στο μέλλον να προσβάλει την προσωπικότητά τους. Η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω έφεσης επιδόθηκε στον σύνοικο πατέρα της Δ. Η. , ο οποίος ουδέποτε την ενημέρωσε για την γενόμενη επίδοση ούτε της παρέδωσε το επιδοθέν αντίγραφο, λόγω διαγνωσμένων προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και τα οποία του δημιουργούν προβλήματα μνήμης και απώλειας συνείδησης. Ωστόσο, τα ανωτέρω προβλήματα υγείας του πατέρα της ανακόπτουσας, δεν πιθανολογείται ότι υπήρχαν κατά το χρόνο επίδοσης της επίδικης έφεσης (18.6.2018). Οι ιατρικές εξετάσεις που προσκομίζονται είναι πολύ μεταγενέστερες του επίδικου χρόνου της επίδοσης, ήτοι από 14.10.2021 έως 12.6.2023, ενώ το μοναδικό ιατρικό πιστοποιητικό που προσκομίζεται φέρει ημερομηνία 9.11.2021 και κάνει λόγο για διαταραχές μνήμης του ασθενή από έτους, ήτοι από τα τέλη του έτους 2020. Η μοναδική, δε, ιατρική εξέταση, από την οποία προέκυψαν ευρήματα συμβατά με νευροεκφυλιστική νόσο τύπου Alzheimer έχει ημερομηνία 12.6.2023. Η ένορκη κατάθεση της αδελφής της ανακόπτουσας, η οποία αναφέρει ότι το 2017 άρχισαν να παρατηρούν ότι ο πατέρας τους ξεχνούσε πρόσφατα περιστατικά, δεν κρίνεται πειστική αφού δεν ενισχύεται από κάποιο σχετικό ιατρικό έγγραφο, ενώ αναιρείται από το γεγονός ότι η επίδοση της επίδικης υπ' αριθμ. .../2017 αγωγής έγινε επίσης στο σύνοικο πατέρα της ανακόπτουσας στις 2.2.2017 και η τελευταία παραστάθηκε κανονικά στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν πιθανολογήθηκε ότι ο πατέρας της ανακόπτουσας δεν την ενημέρωσε για την γενόμενη επίδοση ούτε της παρέδωσε το επιδοθέν αντίγραφο λόγω των προβλημάτων υγείας που τον καιρό εκείνο αντιμετώπιζε και τα οποία του δημιουργούσαν κενά μνήμης και απώλεια συνείδησης και επομένως, ενόψει όσων εκτέθηκαν, δεν πιθανολογείται η συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας στο πρόσωπο της ανακόπτουσας με την έννοια του άρθρου 501 ΚΠολΔ σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ήτοι ανυπαίτιου γεγονότος εντελώς εξαιρετικής φύσης, το οποίο δεν αναμενόταν ούτε ήταν δυνατό να προληφθεί με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου, ως ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη παράστασή της στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεως στις 16.5.2019. Μετά ταύτα η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α)τα αναφερόμενα προβλήματα υγείας του πατέρα της ανακόπτουσας, δεν πιθανολογήθηκε ότι υπήρχαν κατά το χρόνο επίδοσης της επίδικης έφεσης (18.6.2018), β) οι ιατρικές εξετάσεις που προσκομίστηκαν είναι πολύ μεταγενέστερες του επίδικου χρόνου της επίδοσης, ήτοι από 14.10.2021 έως 12.6.2023, ενώ το μοναδικό ιατρικό πιστοποιητικό που προσκομίζεται φέρει ημερομηνία 9.11.2021 και κάνει λόγο για διαταραχές μνήμης του ασθενή από έτους, ήτοι από τα τέλη του έτους 2020, γ)η μοναδική ιατρική εξέταση, από την οποία προέκυψαν ευρήματα συμβατά με νευροεκφυλιστική νόσο τύπου Alzheimer έχει ημερομηνία 12.6.2023 και ότι η ένορκη κατάθεση της αδελφής της ανακόπτουσας, η οποία αναφέρει ότι το 2017 άρχισαν να παρατηρούν ότι ο πατέρας τους ξεχνούσε πρόσφατα περιστατικά, δεν κρίνεται πειστική αφού δεν ενισχύεται από κάποιο σχετικό ιατρικό έγγραφο, ενώ αναιρείται από το γεγονός ότι η επίδοση της επίδικης υπ' αριθμ. .../2017 αγωγής έγινε επίσης στο σύνοικο πατέρα της ανακόπτουσας στις 2.2.2017 και η τελευταία παραστάθηκε κανονικά στο πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της έννοιας της ανωτέρας βίας, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, δικαιολογούν δε την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα πιθανολογηθέντα ως άνω γεγονότα δεν συνιστούν ανώτερη βία στο πλαίσιο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή και συνεπώς ορθά το Εφετείο έκρινε έγκυρη την ερημοδικία της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας απορρίπτοντας την ανακοπή ερημοδικίας. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1, 14 (κατά την προσήκουσα αυτών εκτίμηση) και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι ο λόγος από τον αριθ. 10 (και όχι 12 και 13 ) του άρθ. 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε πιθανολόγηση σχετικά με την γενομένη επίδοση στις 18-6-2018 και όχι σε πλήρη απόδειξη, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, ο νόμος για την απόδειξη των λόγων της ανακοπής αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν επιβάλει πλήρη απόδειξή τους και ,τέλος, ομοίως απαράδεκτος είναι ο λόγος από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ,καθόσον η μη λήψη υπόψη της επικαλούμενης ποινικής απόφασης δε αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ. 8 ήτοι αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος στηρίζοντος το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 902/2019), αλλά απλό αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 536/2011, ΑΠ 2208/2014). Μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή καθ' ό μέρος πλήττεται η υπ'αριθ. 2015/2024 απόφαση.

Β) Επί των λόγων αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 6514/2019 αποφάσεως. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, ο οποίος συνιστά κύρωση της παραβιάσεως της από τον ΚΠολΔ (άρθ. 111 § 2 281 επ. 359) και του Συντάγματος (άρθρ. 21) κατοχυρωμένης αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη. Μη νόμιμη δε είναι η ερημοδικία α) εάν ο μη παραστάς ή θεωρηθείς δικονομικώς απών διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου, β) όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε νομίμως, που συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν τηρήθηκε η υπό του νόμου προπαρασκευαστική προθεσμία εμφανίσεώς του στο Δικαστήριο προς συζήτηση της υποθέσεως. Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία (ΑΠ 693/2014). Αν κατά της ερήμην αποφάσεως του εφετείου ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας, η οποία δικάστηκε αντιμωλία και απορρίφθηκε, κατά δε της ερήμην εκδοθείσης αποφάσεως του εφετείου ασκήθηκε αναίρεση, οι προβαλλόμενοι κατ'αυτής λόγοι ότι εσφαλμένα κρίθηκε ως έγκυρη η ερημοδικία, πρέπει να είχαν προταθεί ως λόγοι ανακοπής και να γίνεται μνεία περί αυτού στο αναιρετήριο αλλιώς είναι απαράδεκτοι (άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 6514/2019 ερήμην της αναιρεσείοουσας εκδοθείσας απόφασης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβαίνοντας τις διατάξεις των άρθ. 20 § 1 του Σ, 111 § 2 ΚΠολΔ, 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 14 Ι του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, την δίκασε ερήμην. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 6 είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι επικαλέστηκε τους προβαλλόμενους με το αναιρετήριο λόγους ακυρότητος της προς αυτήν επιδόσεως της κλήσεως για να παραστεί κατά τη συζήτηση της εφέσεως, στην ανακοπή ερημοδικίας, η οποία συμπροσβλήθηκε με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και κρίθηκε παραπάνω ότι ορθά απορρίφθηκε με την υπ'αριθ. 2015/2024 αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα απόφαση.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 124, 126, 128 και 129 ΚΠολΔ., οι οποίες, όπως εκτιμάται, φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου, είναι δικονομικές, με αποτέλεσμα, να μην ιδρύεται ο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 λόγος αναιρέσεως, καθόσον με τον λόγο αυτό ελέγχονται μόνον οι παραβάσεις ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (AΠ 14/2014).

Κατά την παρ. 1 του άρθρου μόνου ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994 και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995 "Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας...", προκειμένου για προσβολές της προσωπικότητας κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 ΑΚ υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών. Η ευθύνη δηλαδή του ιδιοκτήτη του εντύπου είναι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γνήσια αντικειμενική, η οποία έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη αντίστοιχης υποκειμενικής ευθύνης του συντάκτη ή αναλόγως του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου, με τους οποίους συνευθύνεται κατά το άρθρο 926 ΑΚ εις ολόκληρον. Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής σύνταξης ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ (ΑΠ 387/2005). Οι διατάξεις του ν. 1178/1981, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (internet) μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων (περιοδικών), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, ενόψει του ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο, η δε πληροφόρηση μέσω του διαδικτύου είναι η εξέλιξη της ηλεκτρονικής πληροφόρησης μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προβολές της προσωπικότητας μέσω του εντύπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η ραγδαίως αναπτυσσομένη διαδικτυακή πληροφόρηση, που προσφέρεται από το internet σε πολυμεσική μορφή (multimedia), καθιστά την χρήση αυτού (internet) εκτός από "ομιλητή" και "αποδέκτη" και κάνει το διαδίκτυο να προσομοιάζει με μια νέας μορφής τηλεόραση. Η αναλογική εφαρμογή του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου δεν είναι δυνατό να εμποδιστεί από το γεγονός ότι στο διαδίκτυο δεν υπάρχει η συνήθης ιεραρχική δομή οργάνωσης που απαντάται στα παραδοσιακά έντυπα, δηλαδή δεν υπάρχει ιδιοκτήτης, εκδότης, διευθυντής, συντάκτης, ούτε απαντώνται τα αντίστοιχα πρόσωπα που προβλέπει ο ν. 1178/1991 για τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, διότι για να προσδοθεί σε ένα υλικό μέσο ο χαρακτηρισμός του μέσου ενημέρωσης δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη όλων των ανωτέρω προσώπων.

Στην περίπτωση των ιστοσελίδων υπάρχει ο κάτοχος-διαχειριστής, ο οποίος μπορεί να ταυτίζεται ή όχι με το συντάκτη ορισμένου δημοσιεύματος, δεδομένου ότι σε αυτές, ανακοινώσεις συντάσσουν και οι αναγνώστες τους. Ο διαχειριστής μιας ιστοσελίδας έχει την αρμοδιότητα και τη δυνατότητα ελέγχου των καταχωρήσεων που αναρτώνται σε αυτήν, με την έννοια ότι λαμβάνοντας ένα σχόλιο, κλπ από ένα χρήστη, μπορεί να μην επιτρέψει την ανάρτησή του στην ιστοσελίδα, ώστε αυτό να μην μπορεί να καταστεί προσιτό σε κάθε επισκέπτη της ιστοσελίδας αυτής. Ειδικότερα τα σχόλια, κείμενα, καταχωρήσεις κλπ., που εισέρχονται στην ιστοσελίδα από κάποιο συνδεδεμένο με αυτήν χρήστη, τίθενται σε γνώση του διαχειριστή της ιστοσελίδας, ο οποίος στη συνέχεια προβαίνει στην ανάρτηση του κειμένου με τρόπο, ώστε το κείμενο να είναι πλέον προσβάσιμο στον καθένα. Αυτή η τεχνική δυνατότητα, παρέχει στο διαχειριστή την ευχέρεια προληπτικής επέμβασης πριν τη δημοσιοποίηση των σχολίων που κάνουν οι χρήστες και συμμετέχοντες στις ασύγχρονες συζητήσεις, ώστε να προλαμβάνονται και να "μπλοκάρονται" ανεπιθύμητες καταχωρήσεις. Μάλιστα, η καταχώρηση σε μία ιστοσελίδα παρουσιάζει την ιδιομορφία, ότι, ενώ η δημοσίευση σε συγκεκριμένο φύλλο εφημερίδας ή περιοδικού ή η αναφορά σε συγκεκριμένη ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή προσβλητικής είδησης κλπ γίνεται άπαξ και δεν έχει διάρκεια, αντίθετα η αντίστοιχη καταχώρηση σε μια ιστοσελίδα, μπορεί να παραμείνει εκεί για απροσδιόριστο χρόνο, έχοντας διάρκεια, το μέγεθος της οποίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την επιδίκαση του ποσού προς αποκατάσταση της προκληθείσης ηθικής βλάβης (ΑΠ 1017/2022). Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνάγεται ότι αγωγή με την οποία ο ενάγων ζητεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από ανάρτηση στη πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης facebook δεν εισάγει διαφορά από δυσφήμιση ή συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου ούτε συντρέχει περίπτωση αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του Ν.1178/1981 περί αστικής ευθύνης του τύπου, καθόσον το facebook ως ένας τόπος εν δυνάμει απεριόριστων ιδιωτικών διαδράσεων σε κοινή θέα ή σε εν μέρει κοινή θέα, ανάλογα με την επιλεχθείσα ρύθμιση ιδιωτικότητας που πραγματοποιεί ο κάθε χρήστης, λιγότερο κατατείνει στη διάδοση πληροφοριών ή ειδήσεων σε αόριστο αριθμό ατόμων, που είναι η κατεξοχήν λειτουργία του τύπου, και περισσότερο στην αμφίδρομη και ισότιμη επικοινωνία μεταξύ των χρηστών με τους όρους και το βαθμό δημοσιότητας που αυτοί επιλέγουν. Ως εκ τούτου δεν απαιτείται να έχει συντελεστεί ως όρος του παραδεκτού της άσκησης της αγωγής η προηγούμενη εξώδικη πρόσκληση του χρήστη που προέβη στη δυσφημιστική ανάρτηση σε επανόρθωση, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.1178/1981, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του Ν.4336/2015 , ενώ τυχόν επανορθωτική της προσβολής μεταγενέστερη ανάρτηση του χρήστη λαμβάνεται υπόψιν μαζί με τις λοιπές περιστάσεις της προσβολής, στην επιμέτρηση της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή. Για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης τόσο από τον αριθ. 8 όσο και από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1705/2008). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο , αυτεπαγγέλτως ενεργώντας, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από 19-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων λόγω μη τήρησης του υπό της παραγράφου 5 του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 προβλεπόμενου τύπου για το σύνολο των αναρτήσεων της εναγομένης στο διαδίκτυο και όχι μόνον για την ανάρτηση της 9-1-2017. Από την παραδεκτή (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της από 19-1-2017 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι η εναγόμενη είναι διαχειρίστρια του φιλοζωικού ιστοτόπου με ηλεκτρονική διεύθυνση "..." και της αντίστοιχης ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης "facebook" με όνομα προφίλ χρήστη "...", στην οποία αναδημοσιεύει όλες τις δημοσιεύσεις της πρώτης ιστοσελίδας. Ότι στις ...- 2015, ...-2015, ...-2016, ...-2016 και ...-2017 η εναγόμενη προέβη χωρίς τη συγκατάθεσή τους σε δημοσίευση στις ανωτέρω ιστοσελίδες άρθρων που έφεραν τους ενάγοντες ως υπόπτους κακοποίησης ζώου συντροφιάς με φωτογραφική απεικόνιση της δεύτερης και φωτογραφική και κινηματογραφική απεικόνιση του πρώτου από αυτούς, στις οποίες απεικονίζονταν ενώπιον του φαρμακείου του τελευταίου να επιχειρούν να απομακρύνουν αδέσποτο σκύλο με τη ρίψη ύδατος, με παράλληλη αναφορά της ιδιότητας και της διεύθυνσης εργασίας του πρώτου ενάγοντας. Επιπλέον, ότι στις 9-1-2017 η εναγομένη συνόδευε τη φωτογραφία του πρώτου από αυτούς με κείμενο στο οποίο ψευδώς ισχυριζόταν ότι το υγρό το οποίο εικονιζόταν ότι έριπτε περιείχε χλωρίνη. Επικαλούμενοι δε την προσβολή της προσωπικότητάς τους μέσω της χωρίς τη συγκατάθεσή τους ανάρτησης των φωτογραφιών τους (εικόνας τους) στο διαδίκτυο, όπου κατέστησαν ορατές από απεριόριστο αριθμό ατόμων, διατήρησης των φωτογραφιών και της κινηματογραφικής απεικόνισης του πρώτου στις εν λόγω ιστοσελίδες έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, και επιπρόσθετα ως προς τον πρώτο εναγόμενο προσβολής της τιμής και της υπόληψής του μέσω του δυσφημιστικού δημοσιεύματος της 9-1-2017, ζήτησαν τα εις αυτήν αναφερόμενα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού παρέθεσε τη μείζονα πρόταση σχετικά με την αναλογική εφαρμογή του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 και επι προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται μέσω διαδικτύου, ηλεκτρονικών σελίδων και άλλων ισοτόπων (blogs) που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, απέρριψε τον πρώτο λόγο εφέσεως των εναγόντων, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους ως απαράδεκτη ελλείψει της έγγραφης προδικασίας της παραγράφου 5 του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 κατά το μέρος που αφορούσε αξιώσεις από το φερόμενο ως δυσφημιστικό δημοσίευμα της 9ης-1-2017 αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα/εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, χωρίς να περιλάβει σκέψη για τις υπόλοιπες διαδικτυακές αναρτήσεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης (άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) είναι παραδεκτός μεν, καθόσον το επικαλούμενο σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθ. 562 § 2 β ΚΠολΔ) πλην όμως είναι νομικά αβάσιμος, καθόσον η προβλεπόμενη στην παρ. 5 του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 αποκατάσταση της προσβολής κωλύει την άσκηση αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μόνο στην περίπτωση προσβολής από ανακριβές, συκοφαντικό ή εξυβριστικό δημοσίευμα και όχι στην περίπτωση δημοσιεύματος, με το οποίο παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα του θιγόμενου.

Επομένως, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, αφορά μόνον το πραγματικό περιστατικό της 9-1-2017 που αναφέρεται στην προσβολή της τιμής και της υπόληψής του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου μέσω του αναφερομένου δυσφημιστικού δημοσιεύματος και δεν έχει καμία έννομη συνέπεια στις έτερες περιπτώσεις που οι ενάγοντες ζήτησαν την χρηματική αποκατάσταση της ηθικής βλάβης τους συνεπεία παραβίασης των προσωπικών δεδομένων τους, το δε Εφετείο το οποίο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας της παρ. 5 του άρθρου μόνου του ν.1178/1991 μόνο για το περιστατικό της 9-1-2017 και όχι για τα αναφερόμενα στις υπόλοιπες ημεροχρονολογίες πραγματικά περιστατικά, δεν υπέπεσε στην παράβαση του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης και συνεπώς ιδρύεται και όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης, αφού και τότε δεν μπορεί να ελεγχθεί εάν κατ' ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου κατέληξε στο διατακτικό της απόφασής του το δικαστήριο (ΑΠ 502/2007).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε επι της ουσίας κρίση στο σκεπτικό και περιέλαβε στο διατακτικό διάταξη σχετικά με την φερόμενη παράβαση της 9ης-1-2017 ενώ προηγουμένως είχε κρίνει απαράδεκτη την αγωγή για το περιστατικό της συγκεκριμένης ημερομηνίας ελλείψει της προδικασίας του παρ.5 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981. Όπως προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απέρριψε, τον πρώτο λόγο εφέσεως των εναγόντων, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως της έγγραφης προδικασίας της παραγράφου 5 του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 κατά το μέρος που αφορούσε αξιώσεις από το φερόμενο ως δυσφημιστικό δημοσίευμα της 9ης-1-2017 αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα/εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα εξής: "Ο πρώτος ενάγων είναι φαρμακοποιός και διατηρεί ιδιόκτητο φαρμακείο στην πλατεία Μετεώρων στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης από το έτος 1980, ενώ η δεύτερη ενάγουσα είναι σύζυγός του, συνταξιούχος του EOT και βοηθάει κατά την τελευταία δεκαετία τον σύζυγό της την επιχείρηση του φαρμακείου του. Η εναγόμενη τυγχάνει διαχειρίστρια του ζωοφιλικού ιστολογίου (blog) με ηλεκτρονική διεύθυνση "..." και της ιστοσελίδας με το όνομα προφίλ "..." στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης "...", στην οποία αναδημοσιεύει όλα τα δημοσιεύματα της πρώτης ιστοσελίδας της. Στις 4/6/2015 αναρτήθηκε από την εναγομένη στο ιστολόγιο με ηλεκτρονική διεύθυνση "..." στην κατηγορία με τίτλο "ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ", δημοσίευμα με τον τίτλο "Ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης κατακρίνει τον άντρα που έριξε βρωμόνερα για να διώξει σκύλο στην Πολίχνη", στο οποίο περιλαμβανόταν άρθρο με το εξής κείμενο: "Με ανακοίνωσή του στην επίσημη σελίδα του στο facebook, ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης κατακρίνει τον φαρμακοποιό που για να διώξει έναν αδέσποτο σκύλο ο οποίος κοιμάται στο πεζοδρόμιο στην πλατεία Μετεώρων στην Πολίχνη επί της οδού ... και μάλιστα σε απόσταση από την είσοδο του καταστήματος του, ρίχνει στο ζώο έναν κουβά γεμάτο με βρωμόνερα. Ο άνδρας που τράβηξε τα δύο βίντεο, στο ένα εκ των οποίων φαίνεται ένας άνδρας να μπουγελώνει στην κυριολεξία το ζώο ενώ στο δεύτερο φαίνεται μια γυναίκα να διώχνει το ίδιο σκυλί ρίχνοντάς του νερό μ' ένα ποτήρι, μίλησε στο "..." και μας εξήγησε ότι θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του και ότι δεν σκοπεύει επώνυμα να καταθέσει καταγγελία σε βάρος τους καθώς έχει κατάστημα στην περιοχή...Φυσικά αν και όλοι μιλάνε για χρήση χλωρίνης κανείς δεν μπορεί να αποδείξει τι περιείχε το βρώμικο νερό στον κουβά της σφουγγαρίστρας που ο άνδρας πετάει πάνω στον σκύλο έξω "από το φαρμακείο", ενώ το κείμενο του άρθρου συνοδευόταν από κινηματογραφική απεικόνιση του πρώτου ενάγοντα έξω από το φαρμακείο που διατηρεί στην πλατεία Μετεώρων στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης, κατά την διάρκεια ρίψης μεγάλης ποσότητας απροσδιόριστης φύσεως υγρού σε αδέσποτο σκύλο, που βρισκόταν λίγα μέτρα από την είσοδο της επιχείρησής του. Στις 6/6/2015 αναρτήθηκε από την εναγομένη στο ίδιο ιστολόγιο δημοσίευμα με τον τίτλο "Απειλούν τον άντρα που δημοσίευσε τα βίντεο με το μπουγέλωμα του σκύλου από φαρμακοποιό στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης", με κείμενο στο οποίο μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι "Απειλές κατά της ζωής του δηλώνει μέσω facebook ότι δέχεται ο Α. Τ. ο άνδρας που τράβηξε τα δύο βίντεο που αποδεικνύουν ότι ένας άνδρας και μία γυναίκα βγαίνουν από ένα φαρμακείο και διώχνουν ένα αδέσποτο σκυλί ρίχνοντάς του βρωμόνερα στην οδό ... στην πλατεία Μετεώρων στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης", όπου απεικονιζόταν ο πρώτος ενάγων την στιγμή επίρριψης του ύδατος στον σκύλο, ενώ γινόταν νέα ανάρτηση της προαναφερόμενης κινηματογραφικής απεικόνισης του ιδίου, όπως αυτή είχε ήδη δημοσιευθεί από τον χρήστη της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης "facebook" με όνομα προφίλ "...". Επιπροσθέτως, στο εν λόγω δημοσίευμα περιελαμβανόταν και φωτογραφική απεικόνιση της δεύτερης ενάγουσας ευρισκομένης στην είσοδο του φαρμακείου, με τον υπότιτλο "Μία γυναίκα που βγαίνει από το φαρμακείο ρίχνει νερό μ' ένα ποτήρι στο ζώο για να το διώξει από την είσοδο του καταστήματος", όπως αυτή είχε ήδη δημοσιευθεί από τον χρήστη της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης "facebook" με όνομα προφίλ "..." με τον τίτλο "η γυναίκα του φαρμακοποιού επί τω έργω". Στις 15/1/2016, στις 22/12/2016 και στις 9/1/2017 η εναγομένη ανήρτησε στο ίδιο ιστολόγιο που διαχειριζόταν δημοσιεύματα υπό τους τίτλους "Θεσσαλονίκη: ''Δρόσιζε" το σκυλί δηλώνει ο φαρμακοποιός που πετούσε νερό με τον κουβά στο αδέσποτο για να το διώξει", "Στις 9/1/2017 η δίκη του φαρμακοποιού που άδειασε ένα κουβά νερό πάνω σε αδέσποτο σκύλο για να τον διώξει (βίντεο)" και "Θεσσαλονίκη: Αθωώθηκε ο φαρμακοποιός που άδειασε κουβά με βρωμόνερα και χλωρίνη πάνω σε αδέσποτο σκύλο (βίντεο)", αντίστοιχα, στα οποία γινόταν αναδημοσίευση της προαναφερόμενης κινηματογραφικής απεικόνισης του πρώτου ενάγοντας, ενώ στις δημοσιεύσεις της 15/1/2016 και 9/1/2017 γινόταν αναδημοσίευση και της προαναφερόμενης φωτογραφικής απεικόνισης της δεύτερης ενάγουσας. Τα ανωτέρω δημοσιεύματα, τα οποία περιείχαν προσωπικά δεδομένα των εναγόντων και δη φωτογραφική για αμφότερους τους ενάγοντες και για τον πρώτο ενάγοντα και κινηματογραφική απεικόνιση, των προσώπων τους, την ιδιότητα αυτών και διεύθυνση του τόπου εργασίας του πρώτου ενάγοντας, διατηρήθηκαν καταχωρημένα με τρόπο, ώστε να μπορεί να αναγνωσθεί από τον οποιονδήποτε προέβαινε σε σχετική αναζήτηση στο ιστολόγιο "..." με ενδεικτικά κριτήρια αναζήτησης των λέξεων "χλωρίνη", "φαρμακοποιός", "βρωμόνερα", έως τον χρόνο τουλάχιστον συζητήσεως της ένδικης εφέσεως, ενώ οι ίδιες αναρτήσεις αναδημοσιεύθηκαν κατά τις ίδιες ως άνω ημεροχρονολογίες από την εναγομένη και στην ιστοσελίδα του χρήστη με το όνομα προφίλ "..." στον διαδικτυακό τόπο "...", η πρόσβαση στην οποία είναι "δημόσια", δηλαδή ελεύθερη προς κάθε χρήστη του διαδικτυακού τόπου "facebook". Με την δημοσίευση των ανωτέρω φωτογραφιών των εναγόντων και της κινηματογραφικής απεικόνισης του πρώτου ενάγοντας, σε συνδυασμό με την γνωστοποίηση της επαγγελματικής ιδιότητας και της έδρας της επιχείρησης του πρώτου ενάγοντος, η εναγόμενη παραβίασε τις διατάξεις του Ν.2472/1997, για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, προσβάλλοντας το απόλυτο δικαίωμα στην προσωπικότητά τους και ειδικότερα το δικαίωμα στην αυτοδιάθεσή τους, τον ατομικό και επαγγελματικό τους βίο. Ειδικότερα, η εναγομένη με τις αναρτήσεις στις ανωτέρω ιστοσελίδες διαχείρισής της, προέβη σε επεξεργασία των ανωτέρω δεδομένων, υπό την έννοια της δημοσίευσης διάδοσης και αναδημοσίευσης στο διαδίκτυο, κατά τρόπο εν μέρει αυτοματοποιημένο, ενώ όλα τα δημοσιευμένα στις ιστοσελίδες άρθρα αποτελούν αρχείο αυτής, και δη αρχείο διαρθρωμένο, με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, αφού περιλαμβάνει όλα τα δημοσιευμένα άρθρα της εναγομένης και τρίτων προσώπων που αυτή επιλέγει να αναδημοσιεύσει ως διαχειρίστρια, όπου βρίσκονται καταχωρημένα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, τα οποία έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί στο ιστολόγιο ενώ, επιπλέον η πρόσβαση σε αυτό το αρχείο καθίσταται ευχερής, με μηχανή αναζήτησης, όπου χρησιμοποιούνται λέξεις κλειδιά, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι λέξεις "χλωρίνη", "φαρμακοποιός", "βρωμόνερα" κλπ.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η επεξεργασία των ως άνω απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούσαν στα πρόσωπα των εναγόντων, ήταν ανεπίτρεπτη, αφού έλαβε χώρα χωρίς την συγκατάθεσή τους (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 2472/1997) και την ενημέρωση αυτών (άρθρο 11 παρ. 1 και 3 Ν. 2472/1997), ενώ ουδόλως συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 περ. ε' του ως άνω Νόμου, που επιτρέπει την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, άνευ της απαιτούμενης συγκαταθέσεώς τους. Τούτο δε, διότι η συγκεκριμένη επεξεργασία δεν υπαγορευόταν από οποιαδήποτε αδήριτη ανάγκη προς πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού, η οποία (πληροφόρηση), σε κάθε περίπτωση μπορούσε ευχερώς να επιτευχθεί με ηπιότερο μέσο, απρόσφορο να πλήξει τον πυρήνα του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής των εναγόντων και της εικόνας τους. Ειδικότερα, μπορούσε να ικανοποιηθεί με την απλή καταγραφή των γεγονότων, όπως αυτά παρουσιάζονταν στο επίμαχο άρθρο, χωρίς την ταυτόχρονη δημοσίευση της φωτογραφικής και κινηματογραφικής απεικόνισής τους, των στοιχείων της επαγγελματικής ιδιότητας και της έδρας της επιχείρησης του πρώτου ενάγοντας.

Συνεπώς, η εναγομένη όφειλε να διασφαλίσει την τήρηση της ανωνυμίας των εναγόντων, αντί να επιτρέψει την παράθεση των στοιχείων της ατομικότητάς τους, και να αποφύγει την ταυτόχρονη προβολή των εικόνων τους, στοιχεία που τους συνέδεαν αναμφίβολα με τα ως άνω αρνητικώς φορτισμένα περιστατικά, ήτοι εκείνα της κακοποίησης ζώου συντροφιάς. Λαμβάνοντας υπόψη τα συγκρουόμενα στην συγκεκριμένη περίπτωση έννομα αγαθά, η δημοσίευση των ανωτέρω απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εναγόντων δεν ήταν αναγκαία, για την ικανοποίηση του δικαιώματος πληροφόρησης της κοινής γνώμης στο πλαίσιο του δικαιώματος της ελευθερίας της γνώμης και της ελευθερίας του Τύπου. Η δημοσίευση των εν λόγω απλών προσωπικών δεδομένων δεν έγινε για την βελτίωση ή ολοκλήρωση της γνώμης των πολιτών, αλλά για την ανεπίτρεπτη ικανοποίηση της αδηφάγου περιέργειας του κοινού, σε συνδυασμό και με την αύξηση της επισκεψιμότητας της ιστοσελίδας της εναγομένης και την σχετική επίτευξη οικονομικών ωφελημάτων. Υπό αυτά τα δεδομένα, η ως άνω ενέργεια της εναγομένης αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, που διατρέχει την όλη δικαστική διαδικασία και αποτελεί θεμελιώδη κανόνα επιλύσεως της συγκρούσεως και άρσεως των αξιολογικών αντινομιών που προκύπτουν από την ταυτόχρονη κατοχύρωση "ανταγωνιστικών" ατομικών δικαιωμάτων. Η ανωτέρω προσβολή οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία ως έμπειρη δημοσιογράφος και διαχειρίστρια της προαναφερόμενης ζωοφιλικής ιστοσελίδας, γνωρίζοντας ότι προβαίνει σε παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων, χωρίς να λάβει προηγουμένως την συγκατάθεσή τους, ή να τους ενημερώσει σχετικώς για την επιγενόμενη τότε δημοσίευση, τους εξέθεσε στο αναγνωστικό κοινό, στον οικογενειακό και κοινωνικό τους περίγυρο αρχικά ως υπόπτους, στην συνέχεια δε ως δράστες κακοποίησης ζώου συντροφιάς. Ειδικότερα στις 4/6/2015 η κα Π. Μ., ως πρόεδρος της πανελλήνιας ομάδας κατά της κακοποίησης των ζώων και η φιλόζωος κα Κ. Μ. απέστειλαν προς τη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος αναφορά σε βάρος των εναγόντων για κακοποίηση ζώου, η οποία με την σειρά της διαβίβασε τις σχετικές αναφορές προς το AT Πολίχνης - Ευκαρπίας με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2015 έγγραφό της, με συνέπεια να σχηματιστεί δικογραφία σε βάρος των εναγόντων για παραβίαση του Ν.4039/2012, η οποία υποβλήθηκε ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. ...-2015 έγγραφο του ως άνω Αστυνομικού Τμήματος. Ακολούθως, μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, επιδόθηκε από τη Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης το υπ' αριθμ. .../2016 κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κατηγορούντο οι ενάγοντες για κακοποίηση ζώου συντροφιάς (άρ. 16 παρ. α και 20 παρ. 2 Ν.4039/2012). Για τον λόγο αυτό κλήθηκαν να παρουσιαστούν οι ενάγοντες ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης στις 9/1/2017 όπου και κηρύχθηκαν αθώοι για την προαναφερόμενη άδικη πράξη με την υπ' αριθμ. 54/2017 απόφαση του άνω ποινικού Δικαστηρίου. Στην συνέχεια κατά της ανωτέρω αθωωτικής απόφασης υπεβλήθη αίτηση για την άσκηση εφέσεως προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης από την "Φιλοζωική και Περιβαλλοντική Δράση Εθελοντών Δίου - Ολύμπου "ο Περίτας"", το "Καταφύγιο Ζώων - Animal Refuge Θεσσαλονίκης", το φιλοζωικό σωματείο "Η ΑΓΑΠΗ" και τον αρχικώς καταγγέλλοντα Α. Τ., πλην όμως απορρίφθηκε, λόγω μη συνδρομής λόγου εφέσεως όπως επισημειώνεται επί του σώματος της εν λόγω αίτησης. Επιπλέον, κατά το διάστημα μεταξύ της 4/6/2015 οπότε παρανόμως δημοσιοποιήθηκε το επίδικο περιστατικό με τον σκύλο στο διαδίκτυο, έως και την 8/6/2015 οπότε οι ενάγοντες ενεργοποίησαν την υπηρεσία φραγής απόρρητων κλήσεων του τηλεφωνικού τους παρόχου, τούτοι έλαβαν 230 απόρρητες κλήσεις στις οποίες οι καλούντες τους εξύβριζαν με χυδαίους χαρακτηρισμούς είτε στον χώρο εργασίας τους είτε και στην οικεία τους. Επίσης οι ενάγοντες έλαβαν δύο επιστολές, η πρώτη τούτων με ημεροχρονολογία 8/6/2015 με αποστολέα "Φιλοζωικές Οργανώσεις Θεσσαλονίκης" και παραλήπτη τον πρώτο ενάγοντα, η δε δεύτερη επιστολή είχε ως αναγραφόμενο αποστολέα "Australia-Perth" και παραλήπτη τον πρώτο ενάγοντα υπό την υβριστική παραποίηση του επωνύμου του επί του ταχυδρομικού φακέλου από "..." σε "..." περιέχουσα φωτογραφίες με επισήμανση την τοποθεσία του φαρμακείου του. Αμφότερες δε οι επιστολές βρίθουν από υβριστικές και απειλητικές αναφορές σε βάρος του πρώτου ενάγοντος καθώς και ορθογραφικών λαθών δεικνύουσες το πνευματικό και το μορφωτικό επίπεδο των αποστολέων τους. Ενόψει δε της δημοσιότητας που είχε λάβει το επίδικο περιστατικό, η από 9/1/2017 ανάρτηση της εναγομένης επαναδημοσιεύθηκε ιδιαιτέρως εκτεταμένα από χρήστες του διαδικτύου και ειδικά στις ιστοσελίδες "...", "...", "...", "...", "...", "...","...","...", "... ... ..." κλπ. Ο δε μάρτυρας των εναγόντων Γ. - Ε. Π. ως γιος τους εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζοντας ενόρκως καταθέτει σαφώς ότι στην περιοχή Μετέωρα Πολίχνης η κοινωνία είναι πολύ κλειστή και ότι κατόπιν των επίδικων δημοσιεύσεων της εναγομένης στο διαδίκτυο, η πελατεία του πατέρα του και πρώτου ενάγοντος έχει μειωθεί στο 1/5, γεγονός το οποίο δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι από τις προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες ενέργειες της εναγομένης, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σε αυτούς χρηματική ικανοποίηση. Συνεκτιμωμένων δε της χρονικής διάρκειας της προσβολής της εικόνας των εναγόντων, την προσβασιμότητα και επισκεψιμότητα των ιστοσελίδων όπου αναρτήθηκαν οι εικόνες, τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής την έκταση της δημοσιότητας που έλαβαν οι επίδικες αναρτήσεις από τον βαθμό επισκεψιμότητάς τους, την ένταση του δόλου της εναγομένης, την έκταση της ζημίας σε ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο που υπέστησαν οι ενάγοντες, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πρέπει να επιδικαστεί στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 7.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τούτων, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Επιπλέον, λόγω της διατήρησης των επίμαχων δημοσιευμάτων με την εικόνα των εναγόντων έως τον χρόνο συζήτησης της ένδικης έφεσης στο ιστολόγιο "..." και στην ιστοσελίδα με όνομα χρήση "...", στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης facebook, που διαχειρίζεται η εναγόμενη, πρέπει να υποχρεωθεί αυτή να άρει την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων με καθαίρεση της φωτογραφικής απεικόνισής τους και της κινηματογραφικής απεικόνισης του πρώτου ενάγοντος, καθώς και διαγραφή της ιδιότητας και της διεύθυνσης εργασίας του πρώτου ενάγοντος από τα ανωτέρω δημοσιεύματα με απειλή σε βάρος της εναγομένης χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για την περίπτωση της μη συμμόρφωσης εκ μέρους της με την αμέσως ανωτέρω διάταξη της απόφασης κατ' άρθρο 946 ΚΠολΔ. Ενόψει δε της επαναλαμβανόμενης προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων, που έλαβε χώρα δια της επανειλημμένης αναδημοσίευσης της εικόνας τους, προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής των εναγόντων και πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον κάθε όμοια προσβολή της προσωπικότητάς τους με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε μελλοντική εκ μέρους της παραβίασης της απόφασης, κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ. Ενόψει δε των συνθηκών τέλεσης της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων και της έκτασης της δημοσιότητας που έλαβε τούτη, κρίνεται ότι, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους πρέπει να γίνει δεκτό το κατ' άρθρο 59 ΑΚ τελευταίο εδάφιο, αίτημα και να διαταχθεί η καταχώρηση περίληψης της παρούσας απόφασης στην ιστοσελίδα "..." και στην διαδικτυακή εφαρμογή - υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης "...", στην υποενότητα αυτής υπό το ψευδώνυμο ... που η εναγομένη διαχειρίζεται με έξοδα της ίδιας, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση στην εναγομένη της παρούσας απόφασης και με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ύψους 1.500 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 700 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα, δηλαδή το 1/10 των πιο πάνω ποσών που επιδικάζονται (άρθρο μόνο παρ. 6 Ν. 1178/1981, ως η παρ. 6 αντικ. με το άρθρο 32 παρ. 1 Ν. 1941/1991), για κάθε ημέρα καθυστέρησης της σχετικής δημοσίευσης. Συνακόλουθα η ένδικη αγωγή, κατά την σωρευόμενη βάση της που αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων αναφορικά με την προσβολή της προσωπικότητάς τους και την παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τις διατάξεις του Νόμου 2472/1997, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τα προαναφερόμενα. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο που επεδίκασε μικρότερα ποσά στους ενάγοντες ως χρηματική τους ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν και απέρριψε σιωπηρώς το αγωγικό αίτημα περί καταχώρησης περιλήψεως της απόφασης στις ιστοσελίδες που διαχειρίζεται η εναγόμενη εταιρία έσφαλλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...", στο δε διατακτικό υποχρεώνει την εναγομένη να άρει την προσβολή της προσωπικότητος των εναγόντων με διαγραφή των αναρτηθέντων στο ιστολόγιο και την ιστοσελίδα του χρήση με το προφίλ "..." τις φωτογραφικές απεικονίσεις των εναγόντων και τη φωτογραφική απεικόνιση του πρώτου ενάγοντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου) κλπ., όπως περιέχονται στα δημοσιεύματα της ...-2015, ...-2015, ...-2016, ...-2016 και ...-2017 και , μεταξύ άλλων, να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ και στην δεύτερη εναγομένη το ποσό των 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητάς τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο έκρινε και το περιστατικό της 9-1-2017, όπως και τα υπόλοιπα, μόνον καθό μέρος δι' αυτού προσβλήθηκε η προσωπικότητά των εναγόντων με την παράνομη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 και όχι για το δυσφημιστικό για τον πρώτο ενάγοντα δια του τύπου τελεσθέν δημοσίευμα ως προς το οποίο ορθά είχε κρίνει απορριπτέα, όπως και πρωτοδίκως, την αγωγή ως απαράδεκτη.

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 14 του Συντάγματος, "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, "ο τύπος είναι ελεύθερος και η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίστανται στην πληροφόρηση και στη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί, όμως, αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται χωρίς άλλο τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι` αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τήρησης των νόμων του Κράτους, οι οποίοι αποτελούν και το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος. Επομένως, με νόμο μπορεί να περιορισθεί η ελευθερία διάδοσης των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφόρησης, αρκεί αυτοί οι περιορισμοί να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Άλλωστε, από το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρο 25 παρ. 3 Συντάγματος και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι, το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας υπόκειται σε περιορισμούς και ασκείται εντός των ορίων που χαράσσουν οι νόμοι του κράτους, οι οποίοι επιδιώκουν όχι τη, με οποιονδήποτε τρόπο, παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά την προστασία των πολιτών και του κοινωνικού συνόλου από την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της, με τον τύπο, ελεύθερης έκφρασης γνώμης ή διάδοσης πληροφοριών ή άσκησης κριτικής. Τα δυσδιάκριτα όρια του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας από την εφαρμογή των προμνησθεισών διατάξεων προσδιορίζονται στο ημεδαπό δίκαιο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ. Επίσης, το άρθρο 10 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο (ν.δ. 53/1974), καθιερώνει με την παρ. 1 αυτού, την ελευθερία της γνώμης και της μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, όμως, με την παρ. 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (ΑΠ 520/2018, ΑΠ 697/2017, ΑΠ 1565/2012). Από το πλέγμα των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται ότι, από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας, που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, και γι' αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παράνομου της προσβολής, κατ` άρθρο 367 ΠΚ (ΑΠ 574/2019, ΑΠ 632/2015).

Περαιτέρω, το άρθρο 9 Α του Συντάγματος, το οποίο προστέθηκε με το από 6 - 17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Α'. 84), ορίζει τα εξής: "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Κατά το άρθρο 1 του ν.2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ίσχυε κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα (2016-2017), αντικατασταθείς αργότερα από το ν. 4624/2019, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης.10.1995, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι για τους σκοπούς του νόμου τούτου νοούνται ως: α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα" που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. Ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή για τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 3, ήτοι για εγκλήματα που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο και ιδίως εγκλημάτων κατά της ζωής, κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας κατά της ιδιοκτησίας, κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, επιβουλής της δημόσιας τάξης ως και τελούμενων σε βάρος ανήλικων θυμάτων, με διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών ή του εισαγγελέα εφετών, εάν η υπόθεση εκκρεμεί στο εφετείο. Η δημοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων (όπως η παρ. β' ίσχυε με την αντικατάστασή της από την παρ. 3 άρθρο 8 του ν. 3625/2007), γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί..., γ).., δ) "επεξεργασία" κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή", ε) (όπως ήδη αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο") κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ)..., ζ) "υπεύθυνος επεξεργασίας" οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η) ..., θ) ..., ι) "αποδέκτης" το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν είναι τρίτος ή όχι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο. Στο άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου ν.2472/1997 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά τέτοια δεδομένα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα. Στην παρ. 1 του άρθρου 23 αυτού με τίτλο "αστική ευθύνη" ορίζεται, ότι "φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, αν δε προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον". Με τη διάταξη του άρθρου 5 §§ 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ` της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.2915/2001 , ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του (παρ.1). Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2)" (ΑΠ 1148/2025). Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία, που ζητούνται, είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (ΑΠ 1162/2024).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Κρίνοντας, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο ότι : α)με την δημοσίευση των φωτογραφιών των εναγόντων και της κινηματογραφικής απεικόνισης του πρώτου ενάγοντας, σε συνδυασμό με την γνωστοποίηση της επαγγελματικής ιδιότητας και της έδρας της επιχείρησης του πρώτου ενάγοντος/εκκαλούντος, η εναγόμενη παραβίασε τις διατάξεις του Ν.2472/1997, για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, προσβάλλοντας το απόλυτο δικαίωμα στην προσωπικότητά τους και ειδικότερα το δικαίωμα στην αυτοδιάθεσή τους, τον ατομικό και επαγγελματικό τους βίο, β) η εναγομένη με τις στην απόφαση αναφερόμενες αναρτήσεις στις ιστοσελίδες διαχείρισής της, προέβη σε επεξεργασία των ανωτέρω δεδομένων, υπό την έννοια της δημοσίευσης διάδοσης και αναδημοσίευσης στο διαδίκτυο, κατά τρόπο εν μέρει αυτοματοποιημένο, ενώ όλα τα δημοσιευμένα στις ιστοσελίδες άρθρα αποτελούν αρχείο αυτής, και δη αρχείο διαρθρωμένο, με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, αφού περιλαμβάνει όλα τα δημοσιευμένα άρθρα της εναγομένης και τρίτων προσώπων που αυτή επιλέγει να αναδημοσιεύσει ως διαχειρίστρια, όπου βρίσκονται καταχωρημένα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, τα οποία έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί στο ιστολόγιο ενώ, επιπλέον η πρόσβαση σε αυτό το αρχείο καθίσταται ευχερής, με μηχανή αναζήτησης, όπου χρησιμοποιούνται λέξεις κλειδιά, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι λέξεις "χλωρίνη", "φαρμακοποιός", "βρωμόνερα" κλπ, γ) η επεξεργασία των ως άνω απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούσαν στα πρόσωπα των εναγόντων/εκκαλούντων, ήταν ανεπίτρεπτη, αφού έλαβε χώρα χωρίς την συγκατάθεσή τους (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 2472/1997) και την ενημέρωσή τους (άρθρο 11 παρ. 1 και 3 Ν. 2472/1997), δ) δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 περ. ε' του ως άνω Νόμου, που επιτρέπει την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, άνευ της απαιτούμενης συγκαταθέσεώς τους, διότι η συγκεκριμένη επεξεργασία δεν υπαγορευόταν από οποιαδήποτε αδήριτη ανάγκη προς πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού, η οποία (πληροφόρηση), σε κάθε περίπτωση μπορούσε ευχερώς να επιτευχθεί με ηπιότερο μέσο, απρόσφορο να πλήξει τον πυρήνα του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής των εναγόντων/εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και της εικόνας τους, όπως με την απλή καταγραφή των γεγονότων, όπως αυτά παρουσιάζονταν στο επίμαχο άρθρο, χωρίς την ταυτόχρονη δημοσίευση της φωτογραφικής και κινηματογραφικής απεικόνισής τους, των στοιχείων της επαγγελματικής ιδιότητας και της έδρας της επιχείρησης του πρώτου ενάγοντας.
Συνεπώς, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα όφειλε να διασφαλίσει την τήρηση της ανωνυμίας των εναγόντων, αντί να επιτρέψει την παράθεση των στοιχείων της ατομικότητάς τους, και να αποφύγει την ταυτόχρονη προβολή των εικόνων τους, στοιχεία που τους συνέδεαν αναμφίβολα με τα ως άνω αρνητικώς φορτισμένα περιστατικά, ήτοι εκείνα της κακοποίησης ζώου συντροφιάς, ε)η ως άνω επεξεργασία δεν ήταν αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδίωκε η αναιρεσείουσα που έκανε την επεξεργασία, καθώς και ότι το έννομο συμφέρον αυτής για την ενημέρωση του κοινού, δεν υπερείχε προφανώς των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των αναιρεσιβλήτων, των οποίων θίχτηκαν θεμελιώδεις ελευθερίες και δεχόμενο, επίσης (το Εφετείο), ότι έτσι ενεργώντας η αναιρεσείουσα ενήργησε υπαιτίως, προκειμένου να βλάψει τους αναιρεσίβλητους, κατέληξε στο ορθό αποδεικτικό πόρισμα ότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές, οι αναιρεσίβλητοι από την παράνομη και υπαίτια προσβολή των προαναφερόμενων δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, υπέστησαν ηθική βλάβη, και ότι, εφόσον υφίστατο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας ηθικής βλάβης, εδικαιούντο, έκαστος εξ αυτών την επιδικασθείσα εις αυτούς εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την μομφή ότι υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 Συντ. 1,2,5 παρ.1,2,22 παρ.4, 23 Ν.2472/1997, σε συνδ. με κοινοτ. Οδηγία 95/46/ ΕΚ, και άρθρ. 57,59,299,914,932 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Επίσης, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως ο τέταρτος , κατά το αντίστοιχο δεύτερο σκέλος του, λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα λόγου αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 6514/2019 απόφασης πρέπει να απορριφθεί αυτή και εν συνόλω ως προς αμφότερες τις πληττόμενες αποφάσεις, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης ελλείψει σχετικού περί αυτής αιτήματος από τους μη παρασταθέντες αναιρεσιβλήτους (άρθ. 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-9-2024 αίτηση της Ε. Η. για την αναίρεση των υπ' αριθ. 2015/2024 και 6514/2019 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή