Απόφαση 368 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 368/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΚΡΕΚΟ ΟΜΙΚΡΟΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΕΥΡΥΚΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σίνο και η 2η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο και Φωτεινή - Μαρία Μαυρομάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Ανδρίτσο, Γεώργιο Διαμαντόπουλο και Δημήτριο Καστάνη.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Ανδρίτσο, Γεώργιο Διαμαντόπουλο και Δημήτριο Καστάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λ.Τ.Δ.", 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INTERGAMMA HOLDINGS LIMITED", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΥΚΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ήδη "ΓΚΡΕΚΟ ΟΜΙΚΡΟΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Γυμναστηρίου - Φυσικοθεραπευτηρίου - Αισθητικής Προσώπου και Σώματος και Κομμωτηρίου ΜΠΟΝΤΥΛΑΪΝ Στούντιο Υγείας", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο και Φωτεινή - Μαρία Μαυρομάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κοντοθανάση, που δεν κατέθεσε προτάσεις, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σίνο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 4η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2014 αγωγή των εταιρειών "ΕΥΡΥΚΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (νυν "ΓΚΡΕΚΟ ΟΜΙΚΡΟΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ") και "Ανώνυμος Εταιρεία Γυμναστηρίου - Φυσικοθεραπευτηρίου - Αισθητικής Προσώπου και Σώματος και Κομμωτηρίου ΜΠΟΝΤΥΛΑΪΝ Στούντιο Υγείας", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-2-2015 κύρια παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", με την ασκηθείσα, διά των προτάσεών της, ανταγωγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", καθώς και με την από 24-3-2015 κύρια παρέμβαση της εταιρείας "INTERGAMMA HOLDINGS LIMITED". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 996/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4818/2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσες με την από 4-6-2021 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 21-5-2021 αίτησή της και τον από 19-9-2024 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησής του αναίρεσης ο καθένας και οι πληρεξούσιοι των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αντίστοιχων αιτήσεων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγονται προς συζήτηση Α) η από 21-5-2021 (με αριθμ. καταθ. ...2021), Β) η από 4-6-2021 (με αριθμ. καταθ. ...2021) αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης με αριθμό 4818/27-07-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και Γ) οι από 19-9-2024 (με αριθμ. καταθ. ...2024) πρόσθετοι λόγοι της από 21-5-2021 (υπό στοιχ. Α) αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-9-2024 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την ίδια ημέρα (βλ. τις υπ` αριθμ. ..., ..., ..., .../2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου … Ε. Π. , τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα) και αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Με τα ως άνω δικόγραφα προσβάλλεται η με αριθμό 4818/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ), και πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ως άνω από 21-5-2021 (υπό στοιχ.Α) αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-11-2024). Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο η τέταρτη αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Παρέστη, όμως, νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα και οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες. Όπως, δε, προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου … Π. Π. , που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία και επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 21-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2021) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-11-2024), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, στην δικηγόρο Βασιλική Στέφα, που εκπροσώπησε την τέταρτη αναιρεσίβλητη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). 2. Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4818/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγουσες (και ήδη τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες στην υπό στοιχ. Α από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης, εκ των οποίων η τρίτη είναι και πρώτη αναιρεσείουσα στην υπό στοιχ. Β αίτηση αναίρεσης) με την από 4-12-2014 (με αριθμ. εκθ. καταθ. .../2014) αγωγή τους, την οποία απηύθυναν προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεταν ότι, με την ιδιότητά τους ως συγκυρίων, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, του περιγραφόμενου ακινήτου-καταστήματος, που βρίσκεται στην Αθήνα στην πλατεία Συντάγματος επί της οδού ... , εκμίσθωσαν το τελευταίο, δυνάμει του από 4-11-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, στην εναγόμενη τραπεζική εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα στην από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητη στην από 4-6-2021 αναίρεση) για χρονική διάρκεια δώδεκα ετών αντί μηνιαίου μισθώματος 47.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου. Ότι, δυνάμει του από 26-11-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της μίσθωσης, η μισθώτρια- εναγόμενη παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμά της να προβεί σε καταγγελία της ένδικης μίσθωσης για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την έναρξη της μίσθωσης, ήτοι μέχρι την 31-10-2014, εγγυώμενη και για την πλήρη αποπληρωμή των μισθωμάτων μέχρι την 31-10-2014, ενώ, ακολούθως, υπογράφηκε μεταξύ των συμβαλλομένων και το από 11-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αναπροσαρμογής μισθώματος, με το οποίο, επιπλέον, ρητά επιβεβαιώθηκε και συνομολογήθηκε εκ νέου η ισχύς των συμφωνηθέντων στην προαναφερθείσα από 26-11-2009 τροποποίηση. Ότι, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και καταστρατηγώντας τις διατάξεις των άρθρων 43, 45 ν.δ 34/1995, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 2,4 ν. 3852/2010, η εναγόμενη προέβη την 13-6-2013 σε άκυρη και μη επιφέρουσα έννομα αποτελέσματα καταγγελία της επίδικης μίσθωσης. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν Α) α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της μίσθωσης, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους, το συνολικό ποσό των 1.091.082,51 ευρώ για οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από μήνα Οκτώβριο 2013 έως και Δεκέμβριο 2014, όπως και για μισθώματα των επόμενων μηνών μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε μηνιαίο μίσθωμα κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και Β) επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της μίσθωσης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους, το ποσό των 725.582,91 ευρώ, που αντιστοιχεί α) στα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τη λήξη της πενταετούς διάρκειας της μίσθωσης, για την οποία η μισθώτρια εγγυήθηκε την καταβολή των μισθωμάτων, με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε μηνιαίο μίσθωμα κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) στην αποζημίωση του άρθρου 43 π.δ 34/1995, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η εναγόμενη με τις από 25-4-2017 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που κατατέθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου εκείνου, άσκησε ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι, η γενόμενη από αυτή καταγγελία στις 13-6-2013 είναι έγκυρη και νόμιμη, ήτοι επέφερε τη λήξη της μίσθωσης, καθώς και ότι αποδόθηκε από αυτή η χρήση του μισθίου ακινήτου στις 25-9- 2015 και ότι εξοφλήθηκε η νόμιμη από αυτή αποζημίωση των 50.150,88 ευρώ. Στα πλαίσια της κατά τα ανωτέρω δίκης των διαδίκων, ασκήθηκαν δύο (2) κύριες παρεμβάσεις και δη: Α) Η από 12-2-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. .../2015 κύρια παρέμβαση της Τράπεζας Πειραιώς (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα στην ως άνω υπό στοιχ. Β από 4-6-2021 αίτηση αναίρεσης και πρώτη αναιρεσίβλητη στην ως άνω υπό στοιχ. Α από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης) με την οποία, επικαλούμενη ότι η μισθώτρια κατέβαλε σ' αυτή τα μισθώματα, δυνάμει της από ...2007 σύμβασης εκχώρησης μισθωμάτων, με την οποία η πρώτη ενάγουσα- εκμισθώτρια είχε εκχωρήσει νόμιμα τα μισθώματα από την ένδικη μίσθωση στην εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ", η οποία ακολούθως εκποιήθηκε στην ίδια (κυρίως παρεμβαίνουσα Τράπεζα Πειραιώς), ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη μισθώτρια Τράπεζα να καταβάλει σ' αυτή τα ανωτέρω ποσά για οφειλόμενα μισθώματα, κατά το ποσοστό που αναλογεί στη συνιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας και Β) Η από 24-3-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. .../2015 κύρια παρέμβαση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INTERGAMMA HOLDINGS LIMITED) (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης στην ως άνω υπό στοιχ. Α από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης) με την οποία, επικαλούμενη ότι η δεύτερη ενάγουσα-εκμισθώτρια δυνάμει σύμβασης εκχώρησης εκχώρησε σ' αυτή τα μισθώματα από την ένδικη μίσθωση, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη Τράπεζα να καταβάλει σ' αυτή τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα κατά το ποσοστό που αναλογεί στη δεύτερη ενάγουσα-εκμισθώτρια. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 996/2017 απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή και την ανταγωγή και δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμες τις κύριες παρεμβάσεις και α) υποχρέωσε την εναγόμενη Τράπεζα να καταβάλει στην κυρίως παρεμβάσα "Τράπεζα Πειραιώς" το ποσό των 818.311,83 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κύριας παρέμβασης και β) αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην κυρίως παρεμβάσα εταιρεία "INTERGAMMA H.L" το ποσό των 272.770,68 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κύριας παρέμβασης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η από 27-6-2017 έφεση της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας στην από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητης στην από 4-6-2021 αναίρεση), το οποίο εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4818/2020 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και ακολούθως συνεκδικάζοντας την αγωγή, ανταγωγή και κύριες παρεμβάσεις απέρριψε την αγωγή και ανταγωγή και δέχθηκε τις κύριες παρεμβάσεις και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει α) στην κυρίως παρεμβάσα Τράπεζα Πειραιώς το ποσό των 506.574,02 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κύριας παρέμβασης και β) στην εταιρεία "INTERGAMMA H.L" το ποσό των 168.858,08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κύριας παρέμβασης. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 3853/2010, ορίζεται ότι στις συμβάσεις που ρυθμίζονται από αυτό "1. Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε αποτελέσματα της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίηση της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή, ως αποζημίωση, ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης. 2. Το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 (ΦΕΚ 30 Α), έχει ο μισθωτής, ακόμη κι αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995. Καταγγελία που έχει ήδη ασκηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ενώ ο μισθωτής είχε παραιτηθεί νόμιμα από αυτό το δικαίωμα, θεωρείται έγκυρη, τα δε αποτελέσματα της επέρχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, όχι όμως πριν τη δημοσίευση του νόμου. Ο μισθωτής υποχρεούται στην περίπτωση αυτή σε καταβολή αποζημίωσης ίση με το ποσόν ενός μισθώματος, όπως αυτό ανερχόταν τρεις μήνες πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας. 3. [...] 4. Οι παράγραφοι 2 και 3 ισχύουν για καταγγελίες, που θα γίνουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 και αφορούν μισθώσεις ακινήτων που έχουν συναφθεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου". Η προθεσμία της παρ. 4 του άρθρου 17 του Ν. 3853/10 (ΦΕΚ Α 90) παρατάθηκε μέχρι τη 31.12.2013, με το άρθρο 6 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π.,ΦΕΚ Α' 246/12.12.2012. Ειδικότερα, λόγω της διαφαινόμενης οικονομικής κρίσης, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και παγκοσμίως, ο νομοθέτης προχώρησε σε τροποποιήσεις των διατάξεων, μεταξύ άλλων και της εμπορικής νομοθεσίας και δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3853/2010 (ΦΕΚ Α' 90/17.6.2010) τροποποιήθηκε το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, που ρύθμιζε το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή, λόγω μεταμέλειας, από το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, η μισθώτρια είχε παραιτηθεί με ρητή συμφωνία. Με την τροποποίηση αυτή επήλθε σύντμηση, τόσο του χρόνου που πρέπει να έχει μεσολαβήσει από την έναρξη της μισθωτικής σχέσης, προκειμένου να γεννηθεί το δικαίωμα καταγγελίας (ένα έτος αντί για δύο), όσο και του χρόνου, που πρέπει να μεσολαβήσει για την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της (τρεις μήνες αντί για έξι). Επίσης, η οφειλόμενη στον εκμισθωτή αποζημίωση λόγω της καταγγελίας εκ μέρους του μισθωτή περιορίσθηκε στο ισόποσο ενός μηνιαίου μισθώματος, αντί του μέχρι τότε ισχύοντος των τεσσάρων. Ταυτόχρονα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε, ότι το, κατά τα ανωτέρω δικαίωμα καταγγελίας, αναγνωρίζεται υπέρ του μισθωτή, ακόμη και αν έχει παραιτηθεί από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, δηλαδή με δήλωση ή συμφωνία μεταγενέστερη της κατάρτισης της μίσθωσης (αφού παραίτηση ταυτόχρονη με την κατάρτιση της μίσθωσης είναι αυτοδικαίως άκυρη, της σχετικής διάταξης αναγνωριζόμενης ως αναγκαστικού δικαίου). Τέλος, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 17 προβλέφθηκε, ότι τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, δηλαδή, η καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή, ισχύει για όσες καταγγελίες γίνουν μέχρι την 31.12.2012 (και μετά την ανωτέρω τροποποίηση μέχρι 31.12.2013) και αφορούν μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από τη δημοσίευση του Ν. 3853/2010. Η επέμβαση αυτή του νομοθέτη σε γεγεννημένες έννομες σχέσεις αιτιολογήθηκε με την ανάγκη διευκόλυνσης της επαναδιαπραγμάτευσης των μισθώσεων στο πλαίσιο της νέας οικονομικής συγκυρίας, που έχει διαμορφωθεί (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 3853/2010).
Περαιτέρω, σε σχέση προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διάταξης αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γένεσης του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την τρίμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημίωσης μεγαλύτερο του ενός μηνιαίου μισθώματος ή άλλη ποινή ή οικονομική επιβάρυνση του μισθωτή, που ασκεί το δικαίωμα της καταγγελίας λόγω μεταμελείας (ΑΠ 641/2025, ΑΠ 836/2021, ΑΠ 1151/2019, ΑΠ 1013/2015). Σύμφωνα, επομένως, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 17 του Ν. 3853/2010, σε μισθώσεις που είχαν συναφθεί πριν από τη ισχύ του νόμου αυτού και η καταγγελία του άρθρου 43 του π.δ/τος λάβει χώρα μέχρι την 31.12.2013, συμφωνίες παραίτησης από το δικαίωμα της άνω καταγγελίας είναι άκυρες, ανεξάρτητα, αν συνάπτονται κατά την κατάρτιση της μίσθωσης ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 836/2021, ΑΠ 593/2017).
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη νέα ρύθμιση του άρθρου 43 π.δ. 34/1995 (που, ας σημειωθεί, δεν έχει εφαρμογή στις μισθώσεις, που καταρτίζονται μετά τις 28.02.2014, κατ' άρθρ. 13 παρ. 1 και 2α Ν. 4242/2014) ισχύει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ (άρθρ. 2 ΑΚ), άρα ισχύει από 17.06.2010 (ΑΠ 1094/2024, ΑΠ 1151/2019, ΑΠ 357/2017) και είναι αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 281/2020, ΑΠ 593/2017, ΑΠ 357/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019,ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. 4. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης της ως άνω υπό στοιχ. Α αναίρεσης και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 45, 43 Π.Δ 34/1995 όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 1,2 και 4 άρθρου 17 ν. 3853/2010 και άρθρου 6 της από 18-12-2012 Π.Ν.Π η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4128/2013. Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση: "....Δυνάμει του από 4-11-2009 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού οι ενάγουσες εταιρείες (και ήδη τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες στην υπό στοιχ. Α από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης εκ των οποίων η τρίτη είναι και πρώτη αναιρεσείουσα στην υπό στοιχ. Β αίτηση αναίρεσης), συνιδιοκτήτριες κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά 25% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη από αυτές ενός καταστήματος, που βρίσκεται στην Αθήνα ... και το οποίο αποτελείται από ισόγειο, επιφάνειας 337,96 τ.μ. , και υπόγειο επιφάνειας 406,47 τ.μ. , εκμίσθωσαν αυτό στην απορροφηθείσα από την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε 12ετής αρχομένη από 1-11-2009 και λήγουσα την 31-10-2021. Ως μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε το ποσό των 47.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου από 3,6% για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο από την 1-11-2011 και κάθε επόμενο μισθωτικό έτος κατά το ποσοστό του Δ.Κ.Τ. προσαυξημένο κατά μία (1) μονάδα. Το μίσθωμα δε ορίστηκε να καταβάλλεται ενός των τριών (3) εργάσιμων ημερών κάθε μήνα και δη σε κάθε μια των εκμισθωτριών κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους. Δυνάμει δε του από 26-11-2009 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού τροποποιητικού του αρχήθεν ως άνω μισθωτηρίου συμφωνητικού η εναγόμενη μισθώτρια Τράπεζα (ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ)" παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα του δικαιώματός της να προβεί σε καταγγελία της ενδίκου μισθώσεως δυνάμει του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την έναρξη ισχύος της μισθώσεως, ήτοι μέχρι 31-10-2014. Σε περίπτωση, εντούτοις, που αυτή προβεί σε καταγγελία της μίσθωσης πριν την παρέλευση της πενταετίας δεσμεύθηκε και εγγυήθηκε την πλήρη αποπληρωμή των μισθωμάτων των πέντε πρώτων ετών της μίσθωσης, όπως αυτά θα διαμορφώνονται κατά τη λήξη κάθε μισθωτικού έτους. Η ως άνω παραίτηση της μισθώτριας Τράπεζας από την καταγγελία (μεταμέλεια) της ενδίκου μισθώσεως είναι έγκυρη και ισχυρή και δεσμεύει αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθεισών εκμισθωτριών εταιρειών και αυτής κατά τα προεκτεθέντα, μετά την κατάρτιση της ενδίκου μισθώσεως στις 4-11-2009. Το μηνιαίο μίσθωμα από τον Οκτώβριο του 2013 διαμορφώθηκε στο ποσό των 50.150,88 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου από 3,6%, ήτοι σε 51.956,3 1 ευρώ, και διατηρήθηκε στο ποσό αυτό μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 2013. Η εναγόμενη Τράπεζα με την από 13-6-2013 εξώδικη καταγγελία-πρόσκληση εμπορικής μίσθωσης που νόμιμα επιδόθηκε στις ενάγουσες εκμισθώτριες στις 18-6-2013 (...) κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση, σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, ήτοι πριν την παρέλευση της πενταετίας από την έναρξη ισχύος της μισθώσεως. Η εν λόγω καταγγελία, επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, τυγχάνει άκυρη και ανίσχυρη για το μέχρι τη λήξη της πενταετίας χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι 31-10-2014, και δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της μέχρι του χρόνου αυτού, ήτοι τη λύση της ενδίκου μισθώσεως, και κατά συνέπειαν, η εναγομένη υποχρεούται στην καταβολή των μισθωμάτων μέχρι του χρόνου αυτού. Να σημειωθεί ότι οι ενάγουσες εκμισθώτριες αντέδρασαν και διαμαρτυρήθηκαν έντονα στην εναγομένη για την τοιαύτη καταγγελία της με τις από 29-7-2013 εξώδικες απαντήσεις τους, που νόμιμα κοινοποιήθηκαν στην εναγομένη στις 17-9-2013, και ζήτησαν την καταβολή των μισθωμάτων τους μέχρι και την 31-10-2014 κατά την αναλογίαν του ποσοστού συνιδιοκτησίας τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εναγομένη οφείλει μισθώματα μέχρι τη λήξη της πενταετίας από την έναρξη της μισθώσεως και δη από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι και 31-10-2014 συνολικού ποσού 675.432,03 (51.956,31 Ευρώ X 13 μήνες) ευρώ με το νόμιμο τόκο αφότου το κάθε μηνιαίο μίσθωμα του χρονικού αυτού διαστήματος κατέστη απαιτητό.
Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα εκμισθώτρια εταιρεία δυνάμει της από ...2007 σύμβασης εκχώρησης μισθωμάτων συνέστησε ενέχυρο υπέρ της "Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας" ΛΤΔ) προς εξασφάλιση αυτής από τη χορήγηση στην ίδια (πρώτη ενάγουσα) ομολογιακού δανείου και επί των μισθωμάτων που θα απέρρεαν από κάθε μελλοντική σύμβαση μισθώσεως του επιδίκου μισθίου ακινήτου, με αποτέλεσμα η από ...2007 σύμβαση εκχώρησης να εκτείνεται και επί της ενδίκου μισθώσεως, ενώ η πρώτη ενάγουσα, η οποία νόμιμα ανήγγειλε την εν λόγω εκχώρηση μισθωμάτων και στην απορροφηθείσα από την εναγομένη "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", έδωσε εντολή τα αναλογούντα στο ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτής κατά 75% από τα ως άνω μισθώματα να κατατίθενται σε λογαριασμό αυτής "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ο οποίος λόγω της εκποίησης αυτής με την κυρίως παρεμβαίνουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΡΑΙΩΣ ΑΕ" μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της τελευταίας "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" ως οιονεί καθολικής διαδόχου της πρώτης. Κατά συνέπειαν, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανταγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη μισθώτρια εταιρεία να καταβάλει στην κυρίως παρεμβαίνουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" το ποσό των 506.574,02 (675.432,03 X 75%) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κύριας παρέμβασης και μέχρι την πλήρη εξόφλησή τους.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία δυνάμει της από 12-5-2011 σύμβασης εγγυήσεως και εκχώρησης απαιτήσεων προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της έναντι της κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "INTERGAMMA HODLINGS LTD" εκχώρησε στην τελευταία τα αναλογούντα σ'αυτή μηνιαία μισθώματα κατά ποσοστό 25% του επίμαχου μισθίου ακινήτου, την οποίαν (εκχώρηση) νομότυπα ανήγγειλε σ' αυτή στις 31-5-2011. Κατά συνέπειαν, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην κυρίως παρεμβαίνουσα εταιρεία με την επωνυμία "INTERGRAMMA HOLDINGS LIMITED" το ποσό των 168.858,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κυρίας παρέμβασης και μέχρι τη πλήρη εξόφλησή τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην κυρίως παρεμβαίνουσα "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" το ποσό των 818.3483 ευρώ και αναγνώρισε ότι οφείλει στην κυρίως παρεμβαίνουσα εταιρεία με την επωνυμία "INTERGAMMA HOLDINGS LIMITED" το ποσό των 272.770,68 Ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση κυρίας παρέμβασης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της κρινόμενης έφεσης της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας....". Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο δέχθηκε ότι α) μετά την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης και συγκεκριμένα δυνάμει του από 26-11-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού η μισθώτρια Τράπεζα παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα από το δικαίωμά της καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την έναρξη ισχύος της μίσθωσης, ήτοι μέχρι 31-10-2014, β) ότι η κατά τα άνω παραίτηση είναι έγκυρη και ισχυρή, ως καταρτισθείσα μετά την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης, και, επομένως, η από 13-6-2013 εξώδικη καταγγελία της ένδικης εμπορικής μίσθωσης πριν την παρέλευση της πενταετίας από την έναρξη της μίσθωσης είναι άκυρη και ανίσχυρη, γ) συνακόλουθα, ότι η εναγόμενη οφείλει τα μισθώματα μέχρι τη λήξη της πενταετίας ήτοι από τον Οκτώβριο 2013 έως και 31-10-2014. Με το να δεχθεί το Εφετείο τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος καταβολής μισθωμάτων λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της μίσθωσης εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 45, 43 Π.Δ 34/1995 όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 1, 2 και 4 άρθρου 17 ν. 3853/2010 και άρθρου 6 της από 18-12-2012 Π.Ν.Π η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4128/2013. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, με βάση τις ανωτέρω υπό στοιχ. α παραδοχές της προσβαλλόμενης η μισθώτρια εταιρεία αφενός μεν, κατά την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 43 ΠΔ 34/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 ν. 3853/2010, δικαιούτο να προβεί σε καταγγελία της μίσθωσης, ακόμη και αν είχε παραιτηθεί από το σχετικό της δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, αφετέρου δε η καταγγελία της μίσθωσης στην οποία προέβη αυτή (η μισθώτρια εταιρεία) με την από 13-6-2013 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε την 18-6-2013 ήταν εντός της προθεσμίας που προβλέφθηκε με το άρθρο 17 § 4 του Ν. 3853/2010 και η οποία αρχική προθεσμία που ήταν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012, παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι τις 31-12-2013, με το άρθρο 6 της από 18-12-2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α` 246/18-12-2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4128/2013. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα της ως άνω υπό στοιχ. Α αίτησης αναίρεσης (με αριθμ. καταθ. ...2021) με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αυτής κρίνονται βάσιμα και οι λόγοι αυτοί πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό στοιχ. Α αίτηση αναίρεσης (με αριθμ. καταθ. ...2021) και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας της υπό στοιχ. Α αναίρεσης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ). 5. Μετά την παραδοχή της υπό στοιχ. Α αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου η συνεκδικαζόμενη από 4-6-2021 (με αριθμ. καταθ. ...2021) αίτηση αναίρεσης, γιατί οι πληττόμενες με την κρινόμενη αναίρεση διατάξεις της απόφασης έχουν ήδη αναιρεθεί και η υπόθεση θα κριθεί εκ νέου, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι ηττώμενες αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει 1) την από 21-5-2021 (με αριθμ. καταθ. ...2021) αίτηση αναίρεσης μετά των από 19-9-2024 (με αριθμ. καταθ. ...2024) πρόσθετων λόγων αυτής και 2) την από 4-6-2021 (με αριθμ. καταθ. ...2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4818/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4818/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα "ALPHA Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία" του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην από 21-5-2021 (με αριθμ. καταθ. ...2021) αίτηση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ως άνω αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 4-6-2021 (με αριθμ. καταθ. ...2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4818/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ