ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 371/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 371/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 371/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 371 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 371/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Η. , κατοίκου ... , 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" (πρώην "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ") και 3) Δ. Π. του Η. , κατοίκου ... , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης.
Εκδόθηκε η 299/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-2-2020 αίτησή του.

Με την υπ' αριθμό .../2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τις διατάξεις του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ 582/2016, ΑΠ 642/2016).

Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (04.04.2025), η από 19.2.2020 αίτηση του Τ.Π.Κ.Δ για αναίρεση της υπ' αριθ. 299/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, κατόπιν της από 15.11.2024 με αριθμό .../2024 Πράξης της Προέδρου του Δ Πολιτικού Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης της υπόθεσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, γιατί, μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 02.12.2022 ενώπιον του Δ Πολιτικού Τμήματος, δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης για τον αναφερόμενο στην ως άνω Πράξη λόγο (παραίτηση της εισηγήτριας). Κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης (την 02.12.2022) η υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, ενώ, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (04.04.2025) επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη Πάρεδρο του ΝΣΚ, οι δε αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω Πράξης της Προέδρου του Δ Πολιτικού Τμήματος με κλήση προς εμφάνιση για τη δικάσιμο που ορίσθηκε για επανασυζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους με την επιμέλεια της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα α] από 27-11-2024 αποδεικτικό επίδοσης στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων Δημοσθένη Μάλλιο από την επιμελήτρια του Πρωτοδικείου … Δ. Γ. και β] το από 4-12-20242 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Δ. Β. για την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, να θεωρηθούν ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενοι, γιατί η προκείμενη επαναλαμβανόμενη συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία αυτοί είχαν παραστεί.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Αρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ. διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (Ολ.ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 788/2021).

Κατά το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. , όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Μετά δε την ως άνω τροποποίηση του άρθρου αυτού, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης ορίστηκε σε δύο έτη. Από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου, άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4335/2015, που ορίζει ότι "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, σε συνδυασμό με την παρ.4 του ίδιου άρθρου στην οποία ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016", και με την διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. , που ορίζει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, προκύπτει ότι ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του Ν.4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (Ολ. ΑΠ 10/2018, 254/2022, ΑΠ 817/2020, ΑΠ 167/2019, ΑΠ 111/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 299/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας, των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η από 21-1-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2013) αίτηση του αιτούντος Μ. Π. του Η.

Κατά της απόφασης αυτής, που δημοσιεύθηκε στις 29.12.2015, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης όπως συνομολογείται από το αναιρεσείον, ως τις 30.12.2018, οπότε παρήλθε η τριετής, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, προθεσμία για την άσκησή της και η άνω απόφαση κατέστη έκτοτε τελεσίδικη. Στη συνέχεια, την 21.1.2020, επιδόθηκε η άνω απόφαση στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, το τελευταίο δε, άσκησε την από 19-2-2020 ένδικη αίτηση αναίρεσης, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, και ειδικότερα την 20.2.2020, (αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2020).

Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζουν με τις κατατεθείσες κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις 6.9.2022 προτάσεις τους οι πρώτος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 21-1-2013 αίτηση του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρουπόλεως στις 21-1-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσμοθετεί υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμών, η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 του ως άνω νόμου, για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (επί υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. , με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ. , η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν υφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005). Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 1174/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. , όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ. , όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (20.2.2020), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. , κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007). Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. , είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1173/ 2019, ΑΠ 156/ 2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 763/2016). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες ( ΑΠ 173/ 2022, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018 ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 299/2015 τελεσίδικη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. , επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: Ο αιτών, διάγει το 48° έτος της ηλικίας του, είναι έγγαμος και έχει δύο ανήλικα τέκνα, τον Η. ηλικίας 4 ετών και την Ε. - Λ. ηλικίας 2 ετών (βλ. το υπ' αριθμ. ...2015 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης). Εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και αποκερδαίνει σήμερα το ποσό των 1.226,54 ευρώ μηνιαίως συν 68,99 ευρώ που δίνει ως δόση για το δάνειο στο ΤΠΔ, ήτοι συνολικά 1.295,53 ευρώ συν 150 ευρώ από μίσθωση της κύριας κατοικίας του (βλ. το ατομικό εκκαθαριστικό εργαζομένου για τον Οκτώβριο του 2015 και το από 26-08-2010 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας), ήτοι συνολικά 1.445,53 ευρώ ενώ, παλαιότερα το ετήσιο του εισόδημα ήταν υψηλότερο (βλ. τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά προηγούμενων ετών). Η σύζυγός του εργάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών και αποκερδαίνει σήμερα το ποσό των 1.093,19 ευρώ (βλ. μηνιαίο εκκαθαριστικό Σεπτεμβρίου 2015) Ως εκ τούτου ο αιτών συμμετέχει στα έξοδα της οικογένειας κατά ποσοστό 57% [1.445,53 : (1.445,53 + 1.093,19 = 2.538,72)].

Επιπρόσθετα, ο αιτών έχει στην πλήρη κυριότητα του κατά ποσοστό 100% ένα διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου (Δ- 2), καθαρού εμβαδού 33,97 τ.μ. , μικτού 43,75 τ.μ. , με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του συνολικού οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής 79,12/1000, που βρίσκεται στην Αλεξανδρούπολη στην οδό ... και στο Ο.Τ. 113 και αποτελείται από καθιστικό-τραπεζαρία- κουζίνα, λουτρό και ένα ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 9,59 τ.μ. Περιήλθε δε στην κυριότητά του με βάση το υπ' αριθμ. ...2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Θ. Γ. Μ. Την εξαίρεση από την εκποίηση του ως άνω ακινήτου βάσει του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 προτείνει ο αιτών. Επιπλέον, έχει στην πλήρη κυριότητά του κατά ποσοστό 100% ένα αυτοκίνητο CITROEN C3, 1.100 κυβικών, με αριθμό κυκλοφορίας ... , έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2004. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο δεν κρίνεται πρόσφορο για εκποίηση καθώς η εμπορική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ. Ο αιτών έχει στην κυριότητά του κατά ποσοστό 100% τους παρακάτω αγρούς: α) έναν αγρό κείμενο στην κτηματική περιοχή Σιδηρού Σουφλίου, υπ' αριθμ. τεμαχίου 10, έκτασης 23.750 τ.μ. , β) έναν αγρό κείμενο στην κτηματική περιοχή Σιδηρού Σουφλίου υπ' αριθμ. τεμαχίου 11, έκτασης 5.375 τ.μ. , γ) έναν αγρό κείμενο στην κτηματική περιοχή Σιδηρού Σουφλίου υπ' αριθμ. τεμαχίου 12, έκτασης 36.625 τ.μ. , δ) έναν αγρό κείμενο στην κτηματική περιοχή Σιδηρού Σουφλίου, υπ' αριθμ. τεμαχίου 14, έκτασης 4.375 τ.μ. , ε) έναν αγρό κείμενο στην κτηματική περιοχή Λαγυνών του δήμου Σουφλίου με αριθμό τεμαχίου 189, στη θέση ΠΛΑΓΙΕΣ, έκτασης 4,767 τ.μ. , στ) έναν αγρό κείμενο στην κτηματική περιοχή Λαγυνών του δήμου Σουφλίου με αριθμό τεμαχίου 382, στη θέση ΠΛΑΓΙΕΣ, έκτασης 10.807 τ.μ. (βλ. υπ' αριθμ. ...2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Θ. Δ. , τα υπ' αριθμ. ...2003 και υπ' αριθμ. ...2003 συμβόλαια της συμβολαιογράφου … Ε. Κ.). Με βάση τα ανωτέρω, και εν όψει του γεγονότος ότι ο αιτών είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, τα οποία είναι μικρής ηλικίας, και συνεπώς εκτός από τις αναγκαίες για τον ίδιο δαπάνες διαβίωσης επιφορτίζεται και με τις ανάγκες των ανήλικων τέκνων του, ενώ καταβάλλει και ενοίκιο για την οικία στην οποία διαμένει, το μηνιαίο ποσό που είναι απαραίτητο για τη διαβίωση αυτού και της οικογένειάς του ανέρχεται στο ποσό των 2.010 ευρώ, στα οποία συμμετέχει όπως προαναφέρθηκε κατά ποσοστό 57%, δηλαδή συνδράμει περίπου το ποσό των 1.145 ευρώ. Ως εκ τούτου, απομένει το ποσό των 300 ευρώ για τις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες.

Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, γεγονός που δεν αμφισβήτησαν οι καθ' ων με ειδική άρνησή τους, συναγόμενης περί αυτού ομολογίας τους κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 216 ΚΠολΔ, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα δικαίου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (...), με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως εξασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10), ήτοι: 1. Με το πρώτο καθ' ου "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." καταρτίσθηκαν: α) η υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο 6.982,02 ευρώ, β) η υπ' αριθμ. .../2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα 71.150,31 ευρώ, γ) η υπ' αριθμ. .../2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 21.504,66 ευρώ. Η β και γ απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με υποθήκη α' και β' τάξης αντίστοιχα (βλ. το από 05-10-2012 προσαγόμενο αντίγραφο της κατάστασης οφειλών του ως άνω καθ' ου). 2. Με το δεύτερο καθ' ου "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" καταρτίσθηκαν : α) η υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο 25.731,04 ευρώ. Η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη γ' τάξης, β) η υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση δανείου μικροεπισκευών - μικροβελτιώσεων, ποσού κατά κεφάλαιο 1.900,77 ευρώ και γ) η υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση δανείου μικροεπισκευών μικροβελτιώσεων, ποσού κατά κεφάλαιο 3.144,61 ευρώ (βλ. τα από 05-10-2015 προσαγόμενα αντίγραφα της κατάστασης οφειλών του ως άνω καθ' ου). 3. Με την τρίτη καθ' ης Δ. Π. , καταρτίσθηκε δάνειο για το οποίο χορηγήθηκε συναλλαγματική ποσού κατά κεφάλαιο 48.000 ευρώ (βλ. το προσαγόμενο αντίγραφο της συναλλαγματικής). Το σύνολο λοιπόν της οφειλής του αιτούντα σε όλες τις πιστώτριες τράπεζες ανέρχεται κατά κεφάλαιο και τόκους στο συνολικό ποσό των 178.413,41 ευρώ. Τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο αϊτών, που άνωθεν περιγράφεται, τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τις καθ' ων, κατά δε την ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων τα εισοδήματα του ήταν υψηλότερα (βλ. προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα). Λόγω όμως της οικονομικής κρίσης που επακολούθησε και της εν γένει οικονομικής δυσπραγίας που ακολούθησε, των μειώσεων και περικοπών που συντελεστή καν στον δημόσιο τομέα (επιδόματα, δώρα κλπ), σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικων τέκνων, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Ειδικότερα, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που επακολούθησε και με τις δυσμενείς συνέπειες που είχαν στην ελληνική οικονομία κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών, δεδομένου ότι οι δαπάνες διαβίωσης και τα τρέχοντα έξοδα της μέσης ελληνικής οικογένειας έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Εξάλλου ο αιτών οδηγήθηκε στην ανωτέρω κατάσταση ελλείψει δόλου, καθόσον δε συντρέχει δολιότητα με την ανάληψη των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων των οποίων η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής. Θεωρούσε δε ο αιτών ότι μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτές του τις υποχρεώσεις με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματα του, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε, που τον οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.

Συνεπώς το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή του. Η κρίση αυτή συνάγεται από την σχέση της ρευστότητας του αιτούντος προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του (κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους.

Εξάλλου δεν αποδείχτηκε από την ακροαματική διαδικασία πως ο αιτών εξαπάτησε τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν... Δεν πρέπει τέλος να αγνοηθεί και η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία και σχεδόν επέβαλε στους καταναλωτές τη λήψη ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την προσβαλλομένη με αριθμ. 299/2015 απόφασή του, αφού, (μεταξύ άλλων) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την προβληθείσα με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων των μετεχουσών στην δίκη πιστωτών που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και στις κατατεθείσες προτάσεις τους, ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση υπερχρέωσης και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αίτηση του αιτούντος πρώτου- αναιρεσιβλήτου και ρύθμισε τα χρέη αυτού, καθορίζοντας, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του στα ειδικότερα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, διατάσσοντας, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την εκποίηση των ειδικότερα αναφερομένων ακινήτων του (αγρών στον Δήμο Σουφλίου), και εξαιρώντας, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, ως και το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητό του, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της κατοικίας το ποσοστό του 80% της αντικειμενικής αξίας της. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1, Κ.Πολ.Δ. , αιτιώμενο ότι το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010: α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αφενός μεν την ένσταση, περί δόλιας περιελεύσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, καθώς αξίωσε για την αποδοχή του προβληθέντος στο Ειρηνοδικείο ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, στοιχεία που απαιτούνται για την θεμελίωση του άμεσου δόλου, ενώ δεν εξέτασε την περίπτωση συνδρομής στο πρόσωπο αυτού ενδεχόμενου δόλου και β) αξίωσε την συνδρομή, για την συγκρότηση δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος - οφειλέτη, ως προς την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, την ύπαρξη πρόσθετων στοιχείων που δεν απαιτούνται, και συγκεκριμένα, ενώ ο δόλος του οφειλέτη στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής, περιορίζεται μόνο σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι μόνο στην πρόθεση αυτού, εν τούτοις η προσβαλλομένη αξίωσε την εκ μέρους αυτού εξαπάτηση των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, ή την προσκομιδή πλαστών ή αναληθών πληροφοριών στους πιστωτές του, σχετικά με τα εισοδήματα ή τις υποχρεώσεις του, και την παραδοχή επιθετικής συμπεριφοράς των τραπεζών, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ιδίως για την κάλυψη ήδη υφισταμένων οφειλών, αξιώνοντας, έτσι, για την συγκρότηση δόλου, την ανάγκη προσθήκης και των ανωτέρω αντικειμενικών στοιχείων. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω υπό στοιχείο α σκέλος του, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, απορριφθείσης, ως αβασίμου κατ' ουσία την ενστάσεως δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών, δεν αποδείχθηκε δόλος του οφειλέτη - πρώτου αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας την ένσταση δόλου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αποκλείοντας, ειδικότερα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του την συνδρομή τόσο άμεσου όσο και ενδεχόμενου δόλου. Συγκεκριμένα κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι " Θεωρούσε δε, ο αιτών ότι μπορούσε ν'ανταποκριθεί σε αυτές του τις υποχρεώσεις με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά του, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θ'ακολουθούσε, που τον οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του..."), καθιστώντας έτσι εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απαίτησε πρόσθετα στοιχεία για την απόρριψη της ένστασης του δόλου, και δη τ' αναφερόμενα στο υπό στοιχείο β σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, καθόσον η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι :

"Εξάλλου δεν αποδείχτηκε από την ακροαματική διαδικασία πως ο αιτών εξαπάτησε τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν... Δεν πρέπει τέλος να αγνοηθεί και η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία και σχεδόν επέβαλε στους καταναλωτές τη λήψη ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών...", είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε προς ενίσχυση του συλλογισμού περί απορρίψεως της προβληθείσης ενστάσεως δόλου της κύριας παραδοχής της, του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν προέβη δολίως σε δανεισμό δυσανάλογο των δυνατοτήτων του. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλομένη 299/2015 απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ. , καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία ως προς ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την περιέλευση του πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της άνω διάταξης που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία, ότι συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το ανωτέρω Δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία διαλαμβάνει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και δη: 1) την οικογενειακή κατάσταση του αναιρεσίβλητου, ήτοι ότι είναι έγγαμος και έχει δύο ανήλικα τέκνα, ηλικίας 4 και 2 ετών αντίστοιχα, 2) το επάγγελμά του, ήτοι ότι είναι δημόσιος υπάλληλος με μηνιαίο εισόδημα κατά το έτος 2015, ποσού 1.445,53 ευρώ το οποίο προσέτι, κατά τα προηγούμενα έτη ήταν υψηλότερο, την κινητή (αυτοκίνητο) και ακίνητη περιουσία του, το επάγγελμα της συζύγου του, η οποία εργάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών με μισθό ποσού 1.093,19 ευρώ, 3) τις δανειακές του υποχρεώσεις, που μνημονεύονται χωριστά ανά πιστωτή, ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 178.413, 41 ευρώ, 4) ότι η δανειακή του υποχρέωση προς το αναιρεσείον αφορά στεγαστικό δάνειο [ποσού 25.731,04], ως και μικροεπισκευές-μικροβελτιώσεις που αφορούν μικρότερα ποσά [αντιστοίχως 1.900,77 ευρώ και 3.144,61 ευρώ], ενώ η δανειακή του υποχρέωση προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη αφορά καταναλωτικό δάνειο 6.982,02 ευρώ, αλλά και δύο στεγαστικά δάνεια ποσού 71.150,31 και 21.504,66 ευρώ (κεφάλαιο με τόκους), 5) ότι οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης του πρώτου αναιρεσίβλητου και της οικογένειάς του ανέρχονται στο ποσό των 2.010 ευρώ, και μετ'αφαίρεση των υποχρεώσεών του (μίσθωμα για την οικία που τώρα διαμένει, συμμετοχή στις δαπάνες διαβίωσης), απομένει ποσό τριακοσίων (300) ευρώ για τις υποχρεώσεις του προς αποπληρωμή των δανείων του,6) ότι η κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών που έχει περιέλθει οφείλεται σε γεγονότα και περιστατικά ανεξάρτητα από τον ίδιο, ενώ παράλληλα ήταν απρόβλεπτα κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη του χρέους του στο οποίο θεωρούσε ότι μπορούσε ν' ανταποκριθεί με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά του, και, ειδικότερα, οφειλόταν στην εφαρμογή έκτακτων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας για την αντιμετώπιση των υπερβολικών ελλειμμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, που οδήγησαν σε μείωση και περικοπές που συντελέστηκαν και στο εισόδημά του, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με τις οικογενειακές του υποχρεώσεις δικαιολογεί την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οφειλές από τα δάνεια, 7) ότι με βάση αυτά, ο αιτών δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση των πιστωτών του, και πρέπει να γίνει ρύθμιση των μηνιαίων καταβολών προς τους πιστωτές τους από το μηνιαίο οικογενειακό του εισόδημα, και ότι, προς βελτίωση της θέσης των πιστωτών του είναι απαραίτητη η ρευστοποίηση των αναφερομένων έξι (6) αγρών, της πλήρους κυριότητάς του, ενόψει του αιτήματος αυτού και της εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του και 8) ότι συμπερασματικά, με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία το δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης περί της περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και την εντεύθεν υπαγωγή του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον κρινόμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο, ήτοι ότι δεν εκτίθενται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης: (α) τα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, (β) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων του με τους πιστωτές του, και (γ) το αρχικό ύψος των συνομολογηθέντων δανείων, πρέπει να αναφερθεί, ότι δεν στερείται νόμιμης βάσης η κρίση της προσβαλλομένης, και δεν υπάρχει ανεπάρκεια στην αιτιολογία της επειδή δεν αναφέρεται το ύψος των εισοδημάτων του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο συνομολόγησης των δανείων του, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης σαφώς συνάγεται η παραδοχή ότι αυτά επαρκούσαν τότε, κατά τον χρόνο συνομολόγησής τους, για την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων, στο ύψος που είχαν συμφωνηθεί, ως και ότι η αδυναμία του ήταν μεταγενέστερη, αναγόμενη στην κατά το ανωτέρω αναφερόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα σημαντική μείωση των οικονομικών του δυνατοτήτων (ΑΠ 416/2023). Επομένως, το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τις πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολόγησε πλήρως, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, το δε αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά την χωρίς δόλο υπερχρέωση και περιέλευση σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών του πρώτου αναιρεσίβλητου έχει νόμιμη βάση.

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 677/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ. Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις, καθώς και αυτές του άρθρου 1 του Ν.3869/2010, σαφώς προκύπτει, ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκειμένη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010. Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 416/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. , με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης με το δεχθεί ότι οι διατάξεις του ν. 3869/2010 κατήργησαν σιωπηρά κάθε άλλη προηγούμενη διάταξη, που ρυθμίζει τον τρόπο αποπληρωμής των δανείων που δεν εξυπηρετούνται κανονικά, και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 27 του ν. 3867/2010 και 62 του ν. 2214/1994, είναι αβάσιμος, καθόσον, ορθώς, με βάση τις παραδοχές αυτές ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, αφού η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, για εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκειμένη του ν. 3869/2010 (ΑΠ 883/2020), αφού από τις κείμενες διατάξεις δεν προκύπτει εξαίρεση των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δεδομένου ότι δεν υφίσταται και με βάση τις παραδοχές αυτές, ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 2 του ΑΚ, το οποίο διατείνεται το αναιρεσείον ότι έπρεπε να εφαρμοστεί, πέραν του ότι η εν λόγω αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι, προεχόντως, απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ποια επίδραση θα είχε η αιτιολογία αυτή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 974/ 2022, 257/2020).

Επομένως, και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει, ν' απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παράβολου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020). Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ. , καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.2.2020 (με αρ. κατ. .../2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 299/2015 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή