Απόφαση 372 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 372/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπόριο και Υπηρεσίες Βορείου Ελλάδος Ι.Κ.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "NORTH TRADE SERVICES IKE>> που εδρεύει στην Περαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χατζηϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "WATΤ AND VOLT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "WATT AND VOLT AE", η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Π. του Κ. υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου Δ.Σ. , Διευθύνοντος Συμβούλου και μοναδικού εκπροσώπου της α' αναιρεσίβλητης, κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ψαράκη, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία συγχωνεύτηκε διά απορροφήσεως από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Metlen Energy & Metals A.E." και τον διακριτικό τίτλο "Metlen" (με την πρώην επωνυμία "... Α.Ε. και τον διακριτικό τίτλο "..."), που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3827/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1996/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 09-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 1996/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), ήδη δε, παραδεκτώς στρέφεται κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "METLEN ENERGY & ΜΕΤΑLS AE" (πρώην επωνυμία "... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "...") που προέκυψε, από την νομότυπα δημοσιευθείσα και καταχωρηθείσα στο ΓΕΜΗ (Κ.Α.Κ. ...) συγχώνευση με απορρόφηση της αρχικής αναιρεσίβλητης, δυνάμει της με αριθμό ...2023 σύμβασης συγχώνευσης της συμ/φου Αθηνών Μαρίνας Σταυριανού. Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ. 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334. Η απαρίθμηση όμως αυτή δεν είναι περιοριστική αφού ο νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί το στερητικό μόριο "μόνον" και συνεπώς, στην αναιρετική δίκη εφαρμόζονται και άλλες διατάξεις που δεν καλύπτονται από τις ειδικές ρυθμίσεις του περί αναιρέσεως ειδικού κεφαλαίου του ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια αυτές δεν προσήκουν μόνο στη διαδικασία των δικαστηρίων της ουσίας.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγόμενου ή του διαδίκου, εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή τον διάδικο που άσκησε την κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγομένου (του καθ` ου η κύρια παρέμβαση ή του καθ' ου ασκήθηκε το ένδικο μέσο) για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας στο οικείο δικαστήριο, και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αφού δεν γίνεται σ' αυτή διάκριση μεταξύ τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων, δεν προσήκει δε, μόνον στην διαγνωστική δίκη, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 171 και 172 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι : α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του, είναι ανάγκη να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση με ποινή απαραδέκτου (άρθρ. 263 περ. γ' ΚΠολΔ), β) κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσης της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος δεν έχει εμφανή περιουσία, έχει άγνωστη διαμονή, είναι αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του αιτούντος και, εν γένει, αφερέγγυος, γ) για να διαταχθεί η εγγυοδοσία, πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη, προαποδεικτικά , από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για την αδυναμία εκτέλεσης της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου στην καταβολή της εγγυοδοσίας διαδίκου, δ) το δικαστήριο, που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση της δίκης για εγγυοδοσία, ορίζει όχι μόνο το ποσό της, αλλά και την προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει. Αν αυτή παρέλθει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγυοδοσία, "αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή, η κυρία παρέμβαση ή το ένδικο μέσο", πράγμα που είναι υποχρεωτικό για το δικαστήριο και δεν απόκειται στην διακριτική του ευχέρεια. Η ανάκληση δε, θεωρείται, ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρέμβασης ή του ενδίκου μέσου, ε) ότι το βάρος της απόδειξης των προϋποθέσεων της ανωτέρω δικονομικής αναβλητικής ένστασης, η οποία εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα, φέρει ο εναγόμενος, ο καθ' ου η κυρία παρέμβαση ή εκείνος, κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ η ένσταση είναι βάσιμη, αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1269/2019, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 1875/2014, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 308/2009, ΑΠ 990/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, ζήτησε από το παρόν Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης που άσκησε κατ' αυτής η αναιρεσείουσα, να υποχρεωθεί η τελευταία σε εγγυοδοσία για την καταβολή της προσδιοριζομένης στο ποσό των 20.064,32 ευρώ, δικαστικής δαπάνης της παρούσας δίκης, σε περίπτωση ήττας της, καταβαλλομένης εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την νόμιμη κοινοποίηση σ' αυτήν της εκδοθησομένης απόφασης, και με κατάθεση αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, επικαλούμενη προφανή κίνδυνο αδυναμίας καταβολής της παραπάνω δικαστικής δαπάνης λόγω αφερεγγυότητας της αναιρεσείουσας εταιρείας και επιχειρηματικής της αδρανοποίησης. Η αίτηση αυτή, αποδεικνύεται αβάσιμη από ουσιαστική άποψη , καθόσον από το σύνολο των συναφών προς απόδειξή της στοιχείων, που τέθηκαν υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται επιχειρηματική αδράνεια, έκδηλη οικονομική αδυναμία και προφανής αφερεγγυότητα της αναιρεσείουσας, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της εκδοθησομένης απόφασης, ως προς την διάταξη της ενδεχόμενης καταδίκης της στα δικαστικά έξοδα. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν είναι επιχειρηματικά αδρανής, αλλά διατηρεί έδρα στο ... (οδός ...), διεύθυνση στην οποία μετέφερε την έδρα της από την οδό ... στην Θεσσαλονίκη, γεγονός γνωστό στην αναιρεσίβλητη, ως εκ της απεύθυνσης του υπομνήματός της κατ' αυτής, στην ανωτέρω νέα διεύθυνση, και εμφανίζει πρόσφατη κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα με σημαντικό κύκλο εργασιών (κύκλος εργασιών έτους 2023 ύψους 68.190,25 ευρώ και κέρδη 11.226,68 ευρώ). Τούτο δε, ανεξαρτήτως και πέραν του ότι η τυχόν υπέρ της αιτούσας-αναιρεσίβλητης επιδικασθησόμενη δικαστική δαπάνη της παρούσας δίκης, σε περίπτωση ήττας της αναιρεσείουσας, δεν θα ανέλθει στο παραπάνω ποσό που προσδιόρισε η αναιρεσίβλητη-αιτούσα (20.064,32 ευρώ), δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος, ως ακυρωτικό δικαστήριο δεν προβαίνει σε κατ' ουσίαν έλεγχο της διαφοράς και συνεπώς, δεν υπολογίζει την δικαστική δαπάνη επί τη βάσει της αποτίμησης του αντικειμένου της δίκης, αλλά επιβάλλει σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης αναίρεσης εις βάρος του ηττωμένου αναιρεσείοντος, "τυπική" δαπάνη ύψους δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση καταβολής εγγυοδοσίας. Β. Η καταγγελία αποτελεί συνήθη λόγο τερματισμού και λύσης των διαρκών συμβάσεων, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, είναι δε δυνατόν να προβλέπεται είτε ευθέως από το νόμο είτε από την ίδια τη σύμβαση. Η καταγγελία ασκείται με κατ' αρχήν άτυπη (άρθρο 158 ΑΚ), απευθυντέα προς τον έτερο συμβαλλόμενο (άρθρο 167 ΑΚ), δήλωση βούλησης (ΑΠ 964/2015, ΑΠ 1665/2014), είναι δε αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ). Ειδικότερα, στις διαρκείς ενοχικές συμβάσεις έκαστος συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε μονομερή λύση της σύμβασης είτε χωρίς τη συνδρομή συγκεκριμένου λόγου (οπότε γίνεται λόγος περί "τακτικής" ή "αναιτιολόγητης" καταγγελίας), είτε με τη συνδρομή συγκεκριμένου "σπουδαίου" λόγου (οπότε γίνεται λόγος περί "έκτακτης" καταγγελίας) με βάση την γενικότερη ισχύουσα επί διαρκών συμβάσεων αρχή, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Το δικαίωμα (έκτακτης) καταγγελίας για σπουδαίο λόγο υφίσταται - βάσει της αρχής της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ) και κατ' αναλογία δικαίου από τις επιμέρους διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766 και 797 ΑΚ - σε κάθε διαρκή ενοχική σχέση, ρυθμιζόμενη ή μη από τον Αστικό Κώδικα (ΑΠ 1299/2023, ΑΠ 1814/2022). Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί σε κάθε περίπτωση την έκτακτη καταγγελία σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου, αποτελεί η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος, και όταν, από τις περιστάσεις που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης, καθίσταται, κατά την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, επαχθής και μη ανεκτή, είτε για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, η συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης από αυτή τη διαρκή ενοχική σχέση, κατά τους υπαγορευόμενους από τη σύμβαση όρους ( ΑΠ 1299/2023, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1501/2023, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1317/2018). Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν οφείλεται σε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής ( ΑΠ 483/2021, ΑΠ 639/2007, ΑΠ 441/2000), ή όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015). Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία, αφορούν, συνήθως, στον αποδέκτη αυτής. Δεν αποκλείεται, όμως, να ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος (όπως είναι η ουσιώδης απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, η διαφοροποίηση των αναγκών της επιχείρησης αυτού κλπ.). Η συνδρομή σπουδαίου λόγου καταφάσκεται , ιδίως , όταν ο δεσμευόμενος δεν ηδύνατο, κατά τον χρόνο που αναλάμβανε τη δέσμευση, να σταθμίσει όλους τους σχετικούς με τη δέσμευσή του μελλοντικούς παράγοντες ή όταν, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες συνθήκες, θεμελιώνεται αντικειμενική πρόγνωση ότι είναι αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σύμβασης στο μέλλον. Κρίσιμη κατά τούτο είναι η αναζήτηση του συμβατικού σκοπού, των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και ευρύτερα του κανονιστικού (συμβατικού και νομοθετικού) πλαισίου της σύμβασης. (ΑΠ 1299/2023).
Κατά την ανωτέρω έννοια, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δηλαδή δεν απαιτείται κατ' αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι ο ίδιος υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι, επίσης, γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα αυτά άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί να αντλήσει ωφελήματα από δική του παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά, που οφείλεται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 1836/2007). Γενικότερα, είναι αδιάφορη η προέλευση των περιστατικών που συγκροτούν το σπουδαίο λόγο καταγγελίας, τα οποία μπορεί, έτσι, να ανήκουν στη σφαίρα εξουσίας οποιουδήποτε των μερών, ενώ μπορεί να είναι ακόμη και μεμονωμένα ή τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία (ΑΠ 1299/2023, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 688/2007). Για την αξιολόγηση του λόγου καταγγελίας ως σπουδαίου, συνεκτιμώνται όλες οι κρίσιμες συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 29/2010). Στο πλαίσιο αυτό, σπουδαίο λόγο καταγγελίας ενδέχεται να αποτελεί και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (ΑΠ 139/2023, ΑΠ 840/2023, ΑΠ 359/2010) ή και η μερική μόνον εκπλήρωση από τον έναν των συμβαλλομένων της παροχής που τον βαρύνει, όταν το γεγονός αυτό δημιουργεί στον άλλο συμβαλλόμενο εύλογο φόβο ότι αυτό θα συνεχισθεί και για το υπόλοιπο μέρος της παροχής και θα προκληθεί έτσι σημαντική ζημία στα συμφέροντά του (ΑΠ 168/2007). Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι σπουδαίοι λόγοι που μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, μπορούν να αποδίδονται σε υπαιτιότητα ενός των συμβαλλόμενων, αλλά μπορούν να είναι και ανυπαίτιοι.
Στην τελευταία περίπτωση, παρέχεται δικαίωμα καταγγελίας, όταν, συνεπεία αυτών των ανυπαίτιων λόγων, η συνέχιση της σύμβασης αντίκειται προφανώς στα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντα του καταγγέλλοντος και καθίσταται μη ανεκτή. Έτσι, η μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων που διέπουν τη σύμβαση, και η διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων, σε βάρος κάποιου από αυτούς, χωρίς να ανάγονται υποχρεωτικά στη σφαίρα επιρροής του καθ' ου η καταγγελία, λαμβάνεται υπόψη κατά το μέτρο που οι όροι αυτοί δεν μπορούν να εκπληρωθούν ή να αξιωθεί η εκπλήρωσή τους, από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, βάσει των αρχών της καλής πίστης. Για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου, θα σταθμιστεί το συμφέρον του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της σύμβασης με το συμφέρον του αντισυμβαλλόμενου για διατήρηση αυτής μέχρι την κανονική λύση της ( ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1326/2013, ΑΠ 1639/2005). Γ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη και σε συμμόρφωση προς το άρθρο 17 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά στους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 1037/2024, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 1277/2013). Έτσι, βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής είναι: [1] ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, [2] η σταθερότητα της σχέσης, [3] η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, [4] η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου (οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη, μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων), και [5] η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε, ούτε σταθερά ούτε ασφαλή (ΑΠ 859/2014, ΑΠ 539/2012, ΑΠ 881/2010). Με βάση αυτό τον ορισμό η σύμβαση αντιπροσωπείας έχει χαρακτήρα σύμβασης πλαισίου, αφού καθορίζει τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και τους κανόνες της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία όμως πραγματώνεται με πλειάδα επί μέρους συμβάσεων διαμεσολάβησης. Ανάλογα δε, με την συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι δυνατόν να έχει ορισμένη ή αόριστη διάρκεια, οπότε ονομάζεται, αντίστοιχα, ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Στην σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου η διάρκεια του ενοχικού δεσμού είναι συμβατικώς καθορισμένη και τα μέρη έχουν ρητά ή σιωπηρά ορίσει το χρονικό σημείο λήξης της σύμβασης, συμφωνώντας ότι με την πάροδο του εν λόγω χρονικού σημείου λήξης η σύμβαση θα λυθεί αυτομάτως, ενώ στην σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου η διάρκεια του ενοχικού δεσμού δεν έχει συμβατικώς ορισθεί και ούτε προκύπτει από το είδος ή τον σκοπό της σύμβασης. Η ουσιωδέστερη πρακτική διαφορά των δύο αυτών μορφών συμβάσεων αφορά στον τρόπο λύσης τους διά καταγγελίας.
Κατά κανόνα, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου λύεται με την άσκηση τακτικής καταγγελίας, ενώ η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου με την άσκηση έκτακτης καταγγελίας. Έκτακτη είναι η καταγγελία που λύνει την σύμβαση μόλις η δήλωση του καταγγέλλοντος περιέλθει στον καταγγελλόμενο, εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την εν λόγω λύση. Στην σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας η δυνατότητα άσκησης έκτακτης καταγγελίας από τους συμβαλλομένους προβλέπεται ρητά από την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 8 του π.δ. 219/1991. Σύμφωνα με αυτήν, σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 1814/2022, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1317/2018, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 4/2015). Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να την επικαλεσθεί και να την αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση, ενώ τυχόν καταχρηστική καταγγελία, συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 773/2023, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 1766/2009) και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη (ΑΠ 773/2023, ΑΠ 1766/2009). Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τους λοιπούς εταίρους συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 773/2022, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 1933/2009). Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί ωστόσο για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 390/2004). Δ. Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1α του π.δ. 219/1991, καθίσταται σαφές, ότι προκειμένου για την επιδίκαση προμήθειας από εμπορική πράξη που πραγματοποιήθηκε με τη μεσολάβηση του ίδιου του αντιπροσώπου εντός της συμβατικής περιόδου για προϊόντα του αντιπροσωπευόμενου πρέπει, για το ορισμένο της αγωγής να εκθέτει ο εμπορικός αντιπρόσωπος στο δικόγραφο της αγωγής του τα στοιχεία της δραστηριότητάς του που οδήγησαν στην σύναψη της εμπορικής πράξης μεταξύ του αντιπροσωπευομένου και του τρίτου και να περιγράφει τα στοιχεία της εν λόγω πράξης (ΑΠ 1037/2024, ΑΠ 695/2020). Τα ίδια, ως άνω, ισχύουν και για την περίπτωση της παρ. 2α του ιδίου άρθρου (6 του π.δ. 219/1991), η οποία αναφέρεται σε προμήθεια για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί μετά τη λύση της σύμβασης της εμπορικής αντιπροσωπείας και εντός εύλογης προθεσμίας από αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη οφείλεται κυρίως στην δραστηριότητα που ανέπτυξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή για το ορισμένο του αιτήματος επιδίκασης τέτοιας προμήθειας απαιτείται να προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι εμπορικές πράξεις που καταρτίσθηκαν μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ του αντιπροσωπευόμενου και των πελατών που απέκτησε για λογαριασμό του ο αντιπρόσωπος και δεν αρκεί ο αόριστος υπολογισμός τέτοιων πωλήσεων και του ύψους τους με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα δεδομένα της κοινής πείρας, καθόσον και η αξίωση αυτή του αντιπροσώπου αποτελεί αμοιβή οφειλόμενη για πράγματι καταρτισθείσες μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικές πράξεις και όχι για διαφυγόντα κέρδη του (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 250/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος 219/1991, ορίζονται τα εξής: "α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...". Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγονται τα ακόλουθα: Η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας (ΑΠ 885/2020, ΑΠ 28/2020), οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή που αποτελεί στην ουσία μέσο ισοστάθμισης των ωφελειών του εντολέα και της ζημίας του εμπορικού αντιπροσώπου, και αποσκοπεί έχοντας έντονο κοινωνικό και προστατευτικό χαρακτήρα, στο να καλύψει το κενό προστασίας που υπάρχει για τον αντιπρόσωπο καθώς δικαιούται μια δίκαιη αμοιβή για την υπεραξία (goodwill) την οποία δημιούργησε στην επιχείρηση του εντολέα του, καθώς ο τελευταίος εκτός της υπεραξίας επωφελείται και από την εξοικονόμηση των προμηθειών από τις συναλλαγές που διενεργεί, δεδομένου ότι αν δεν είχε λήξει η σύμβαση θα είχε την υποχρέωση να τις καταβάλει στον αντιπρόσωπο, γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται, α) ως τυπική προϋπόθεση η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, χωρίς ως προϋπόθεση της γέννησης της αποζημίωσης η τέλεση παρανομίας εκ μέρους του εντολέα/αντιπροσωπευομένου, αλλά ούτε και η συνδρομή πταίσματος στο πρόσωπό του, β) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 1501/2023, ΑΠ 1853/2013, ΑΠ 704/2007, ΑΠ 139/2006). Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς, κρίσιμοι δε χρόνοι για τη σχετική σύγκριση και τη διαπίστωση ή μη της εισφοράς νέων πελατών και της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους παλαιούς πελάτες είναι η έναρξη και η λήξη της σύμβασης (ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1441/2015). Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού (ΑΠ 1307/2024, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 28/2020, ΑΠ 523/2017). Κριτήρια δε, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας, που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (ΟλΑΠ 15/2013, ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1307/2024, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 765/2019, ΑΠ 515/2016). Ο εμπορικός αντιπρόσωπος, επομένως, αιτούμενος την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, θα πρέπει με την αγωγή του να επικαλεσθεί και να αποδείξει για τη θεμελίωση της αξίωσής του, εκτός του ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας έχει λυθεί, ότι αυτός έχει εισφέρει νέους σταθερούς πελάτες στον εντολέα ή ότι έχει προαγάγει σημαντικά τις υποθέσεις του με τους υπάρχοντες πελάτες, ότι ο εντολέας του μετά τη λήξη της σύμβασης διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, τα οποία προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους ως άνω πελάτες και ότι η καταβολή της αποζημίωσης πελατείας κρίνεται δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, χωρίς να είναι αναγκαία για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, με την έννοια του ποσοτικώς ή ποιοτικώς ορισμένου αυτής, ο προσδιορισμός (ονομαστική αναφορά) των νέων πελατών, τους οποίους αυτός εισέφερε, ή και των παλαιών (πελατών), των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική αναβάθμιση με την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου, ούτε τέλος το ποσό που εισέπραξε και διατήρησε ως όφελος ο αντιπροσωπευόμενος από έκαστο παλαιό ή νέο πελάτη (ΟλΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 859/2014), αρκεί δε, για τον προσδιορισμό του οφειλομένου ποσού της αποζημιώσεως πελατείας η κατ' έτος αναφορά του κύκλου εργασιών (τζίρου) και του μικτού περιθωρίου κέρδους, το οποίο εισπράττεται από τους πελάτες, ώστε βάσει των μεγεθών αυτών να προσδιορισθεί εν συνεχεία το μέσο ετήσιο όριο αμοιβών κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας (ΑΠ 734/2011, ΑΠ 176/2010). Ο εντολέας αντίστοιχα, προκειμένου να αποκρούσει την αγωγή αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, έχει τη δυνατότητα, εκτός από την αιτιολογημένη άρνηση του χαρακτήρα της μεταξύ τους σύμβασης, να ισχυρισθεί και να ανταποδείξει, ότι οι πελατειακές σχέσεις δεν είχαν αποκτήσει, όταν λύθηκε η σύμβαση, σταθερό χαρακτήρα, ή τα οφέλη που διατηρεί μετά τη λύση από τη διατήρηση της πελατείας είναι μικρότερα κατά ποσόν από τις απολεσθείσες προμήθειες του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 704/2007, ΑΠ 139/06). Από τον συνδυασμό δε, της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 προς τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 -8 του ιδίου π.δ/τος, η αξίωση αυτή γεννιέται , κατά βάση , σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο (ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1867/2022). Με την ανωτέρω διάταξη δηλαδή, δεν καθιερώνεται ένα μέτρο κατ' αποκοπήν υπολογισμού της αποζημίωσης πελατείας του αντιπροσώπου ,αλλά απλώς θεσπίζεται ένα ανώτατο ποσοτικό όριο ευθύνης. Ακολούθως, το δικαστήριο, κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, προκειμένου να προσδιορίσει το οφειλόμενο ποσό της αποζημίωσης πελατείας, θα πρέπει : 1) να ξεκινήσει με τον ποσοτικό υπολογισμό στον οποίο ανέρχεται η απώλεια προμηθειών, προβλέποντας το χρονικό διάστημα κατά το οποίο, μετά τη λύση της σύμβασης ,θα μπορούσαν να παραμείνουν ενεργείς οι πελατειακές σχέσεις που οικοδόμησε ή εντατικοποίησε, με τη δράση του ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή αποκλειστικός διανομέας 2) στη συνέχεια, έχοντας υπολογίσει το μέγεθος της απώλειας των προμηθειών, κατά τον ανωτέρω τρόπο, μπορεί, προκειμένου η αποζημίωση να είναι "δίκαιη", να προβεί σε διορθωτικές "παρεμβάσεις", ήτοι αύξηση ή μείωση αυτού, κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη διάφορες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Μία από αυτές τις περιστάσεις , η ύπαρξη της οποίας οδηγεί σε προς τα πάνω διόρθωση της αποζημίωσης, είναι η ρητώς προβλεπόμενη ρήτρα μη ανταγωνισμού, ιδίως στην περίπτωση που πρόκειται για μετασυμβατική ρήτρα μη ανταγωνισμού και 3) εάν το ποσό που έχει προκύψει, μετά την ανωτέρω διαδικασία υπολογισμού του, είναι ανώτερο του μέσου ετήσιου όρου των αμοιβών, που ο αντιπρόσωπος εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε έτη ,τότε και μόνο επιδικάζεται το εν λόγω ποσό (ΔΕΕ αποφάσεις Semen,C-347/2007,QuenonK.SPRL C338/2014, ΑΠ 765/2019). Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 15/2013, ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 859/2014). Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διάταξης το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων γένεσης της αξιώσεως για αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 1501/2023, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 765/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1141/2015).
Συνεπώς, ως προς την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι αναφορικά με τον δίκαιο χαρακτήρα της αποζημίωσης, ελέγχεται, αν οι περιστάσεις που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο ότι συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν (καθιστούν δίκαιη) ή όχι την καταβολή αποζημίωσης πελατείας και όχι αν δικαιολογούν το ύψος αυτής, το οποίο, όπως και ο τρόπος υπολογισμού της επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1501/2023 και πρβλ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1190/2017), δεδομένου ότι ούτε το άρθρο 17 της Οδηγίας ούτε και το άρθρο 9 απρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 επιβάλλουν συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού της αποζημίωσης (ΑΠ 1501/2023).
Ε. Από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α` του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας, διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ` της ίδιας παραγράφου, αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος. Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου (ΟλΑΠ 16/2013). Η τελευταία βέβαια, προϋποθέτει την πρόκληση ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα-αντιπροσωπευόμενο (ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 765/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 165/2015). Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου έχει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.
Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991 (ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 823/2015, ΑΠ 165/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), ως και διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο, το οποίο προσδοκά κανείς μετά πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί. Η διάταξη αυτή είναι δικονομικού χαρακτήρος μόνο καθ' ο μέρος, προκειμένου περί διαφυγόντος κέρδους επιτρέπει στο δικαστήριο να αρκεσθεί μόνο στην πιθανολόγηση του κέρδους αυτού, κατά τα λοιπά όμως η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού περιεχομένου, λόγω του ότι καθορίζει τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος. Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία διώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα πρέπει, κατ' άρθρον 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή, δεν είναι όμως ανάγκη να αναγράφεται εις την αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας, ο οποίος γίνεται βάσει των αποδείξεων, μετά πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το εφετείο, εάν το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 823/2015, ΑΠ 107/2003, ΑΠ 1457/1995). Εν τούτοις τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, ως και οι ειδικές περιστάσεις, ως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ' απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, τα οποία καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, ως και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 823/2015, ΑΠ 1612/2002).
ΣΤ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 α' του π.δ/τος 219/1991, δεν οφείλεται η αποζημίωση πελατείας ή η αποκατάσταση της ζημίας, εφόσον ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση και μάλιστα κατά πάντα χρόνο, λόγω υπαιτιότητας του αντιπροσώπου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπόμενη, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση πελατείας ή αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ, ο εντολέας ή αντιστοίχως ο παραγωγός μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία). Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ, γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία (ΑΠ 1501/2023, ΑΠ 1814/2022, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 1317/2018). Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία καθώς και την υπαιτιότητα του αντιπροσώπου δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση και βαρύνεται με την υποχρέωση αποζημίωσης (ΑΠ 1651/2023). Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 1.12.2017 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, επικαλούμενη κατάρτιση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου με την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, και λύση αυτής με έκτακτη και επί πλέον καταχρηστική καταγγελία της τελευταίας, ζήτησε (α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, γενομένη με αποκλειστική υπαιτιότητα της καταγγείλασας αναιρεσίβλητης, (β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, να της καταβάλουν (β1) ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 231.086,74 ευρώ, (β2) ως διαφυγόντα κέρδη της για το χρονικό διάστημα μέχρι τη συμβατική λύση της σύμβασης, το ποσό των 199.499,41 ευρώ, άλλως, και επικουρικώς το ποσό των 195.141,30 ευρώ, οφειλόμενα εξ αιτίας της αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης εταιρείας, (βγ) το ποσό των 27.110,70 ευρώ που αντιστοιχεί σε θετική της ζημία από τη μη εξόφληση ισόποσου τιμολογίου αφορώντος αμοιβή της και τέλος (βδ) το ποσό των 250.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση εξ αιτίας της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, συνισταμένης ειδικότερα, στον σχεδιασμό εκτόπισης της αναιρεσείουσας από την αγορά και ιδιοποίησης της υποδομής, του μόχθου και της οργάνωσής της , και εντεύθεν δυσφήμησής της , στην αθέμιτη εκμετάλλευση του δικτύου των συνεργατών της με απόσπαση αυτών, στην αθέμιτη διαφήμιση, στις μεγάλης διάρκειας, πλην ατελέσφορες, διαπραγματεύσεις και στην άδικη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, εξ αιτίας της οποίας προσεβλήθη το κύρος, η επαγγελματική της φήμη και υπόληψη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 3827/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν την παραπάνω αγωγή. Μετά την άσκηση της από 11.11.2019 έφεσης εκ μέρους των ηττηθέντων εναγομένων, εκδόθηκε η με αριθμό 1996/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, δεχόμενη τα εξής: "... Η πρώτη των εναγομένων αποτελεί ανώνυμη εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής ολοκληρωμένων υπηρεσιών ηλεκτρικής ενέργειας και στα πλαίσια της δραστηριότητάς της, ανέπτυξε επαγγελματική συνεργασία με την ενάγουσα, η οποία μεταξύ άλλων έχει ως καταστατικό σκοπό την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας. Η ως άνω επαγγελματική συνεργασία ξεκίνησε στις 10.2.2014, οπότε και υπογράφηκε η πρώτη κατά σειρά σύμβαση "παροχής υπηρεσιών πωλητή" η οποία και ανανεώθηκε διαδοχικά στις 11.2.2015, με την από 11.2.2015 σύμβαση παροχής υπηρεσιών συνεργάτη, στις 1.5.2015 με την από 1.5.2015 σύμβαση παροχής υπηρεσιών συνεργάτη, στις 15.9.2015 με την από 15.9.2015 σύμβαση παροχής υπηρεσιών συνεργάτη, η οποία ήταν ορισμένου χρόνου με ημερομηνία λήξης την 31.12.2018. Σύμφωνα με την τελευταία από 15.9.2015 ένδικη σύμβαση, αντικείμενο αυτής ήταν η παροχή από την ενάγουσα προς την πρώτη των εναγομένων αντί αμοιβής υπηρεσιών που αφορούν στην εξεύρεση και προσέλκυση πελατών-καταναλωτών χαμηλής και μέσης τάσης και στη μεσολάβηση για τη συμπλήρωση της αίτησης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας με τους όρους της πρώτης των εναγομένων. Ειδικότερα η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει στην πρώτη των εναγομένων, τις ακόλουθες υποχρεώσεις : α) τη προσέγγιση και προσέλκυση υποψηφίων πελατών χαμηλής και μέσης τάσης και τη μεσολάβηση για τη συμπλήρωση αίτησης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, με τους όρους της πρώτης των εναγομένων β) την παροχή τεχνικής υποστήριξης των πελατών, σε περίπτωση που αυτό απαιτηθεί για τους λόγους της προώθησης των πωλήσεων της πρώτης των εναγομένων και γ) την άμεση αποστολή μετά την υπογραφή της αίτησης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στην πρώτη των εναγομένων όλων των απαραίτητων εγγράφων για την εκπροσώπηση του πελάτη από την πρώτη των εναγομένων.
Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η ως άνω σύμβαση διεπόταν από τις αρχές της εμπιστοσύνης, της εμπιστευτικότητας και της εχεμύθειας και ότι η ενάγουσα υπεχρεούτο στον εμπιστευτικό χειρισμό των εμπορικών μυστικών και στρατηγικών αγοράς που της παρέχονταν από την πρώτη των εναγομένων για την άσκηση των καθηκόντων της και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προβεί σε μεταβίβαση ή διάδοσή τους σε τρίτους. Η ως άνω υποχρέωση θα ίσχυε καθόλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης και για δύο (2) έτη μετά τη λήξη ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης, ενώ μετά τη λήξη αυτής η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στην πρώτη των εναγομένων όλο το ενημερωτικό υλικό που έλαβε από την τελευταία το οποίο παραμένει στην κυριότητα της πρώτης των εναγομένων και απλώς παραχωρήθηκε προς χρήση στην ενάγουσα. Αντίστοιχα, η πρώτη των εναγομένων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και υποστήριξη στην ενάγουσα, η οποία ενδεικτικά συμπεριελάμβανε έντυπο πληροφοριακό και εταιρικό υλικό για την επιτυχή ανάπτυξη της δραστηριότητάς του και να καταβάλλει στην ενάγουσα την αμοιβή που της αναλογεί.
Περαιτέρω, η πρώτη των εναγομένων είχε την υποχρέωση να εξυπηρετεί τους πελάτες κατά τη διάρκεια της σύμβασης, μέσω της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, της έκδοσης, αποστολής και κοινοποίησης λογαριασμών, της αξιολόγησης ικανοποίησης του πελάτη, της αντιμετώπισης παραπόνων και δυσλειτουργικών, να εκπροσωπεί τους πελάτες ενώπιον όλων των δημοσίων αρχών, να διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς σε τράπεζες προκειμένου οι πελάτες να εξοφλούν τους λογαριασμούς τους και να ενημερώνουν εγκαίρως τον πωλητή καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών μετά η λύση ή τη λήξη της, καθώς και ότι σε περίπτωση αθέμιτης απόσπασης πελατείας εκ μέρους της ενάγουσας πέραν του δικαιώματος της πρώτης των εναγομένων να καταγγείλει εξ αυτού του λόγου την ως άνω σύμβαση, η ενάγουσα θα καταβάλει στην πρώτη των εναγομένων, αφού προηγηθεί όχλησή της, ως ποινή το εύλογο και δίκαιο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.
Περαιτέρω η ενάγουσα είχε το δικαίωμα ανάθεσης σε τρίτους εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση των ως άνω υπηρεσιών και την εν γένει εκτέλεση των υποχρεώσεων της σύμβασης υπό την ιδιότητα υπεργολάβων, πωλητών ή υπό οιαδήποτε άλλη ιδιότητα με την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της πρώτης των εναγομένων. Η διάρκεια της σύμβασης είχε, κατά τα προεκτεθέντα, οριστεί ως ορισμένου χρόνου, με συμφωνημένο χρόνο λήξης την 31.12.2018, με δυνατότητα των συμβαλλομένων μερών για έγγραφη ανανέωση αυτής, λήγουσα στην περίπτωση αυτή, δηλαδή μετά την κατά τα ανωτέρω ανανέωση αυτής, μετά από έγγραφη καταγγελία για σπουδαίο λόγο και ειδοποίηση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλο προ ενός μηνός. Είναι δε σαφές από το περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης, ότι η τήρηση της μηνιαίας αυτής προθεσμίας αφορά την καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο μετά την ανανέωση της ανωτέρω σύμβασης. Ως σπουδαίο λόγο καταγγελίας συμφωνήθηκε ότι αποτελεί ενδεικτικά, η παράβαση οιουδήποτε όρου της σύμβασης, η παράβαση οποιασδήποτε υποχρέωσης της πρώτης των εναγομένων και της ενάγουσας και η σοβαρή διατάραξη των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, η μη επίτευξη του στόχου της ενάγουσας με δίμηνη έγγραφη προειδοποίηση από την πρώτη των εναγομένων. Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, είτε κατά την αρχική συμβατική διάρκεια, είτε κατά την ανανέωση αυτής, η ενάγουσα δεν αποκτά κανένα απολύτως δικαίωμα ή αξίωση αποζημίωσης οποιουδήποτε είδους ή καταβολής οποιουδήποτε χρηματικού ποσού είτε υπό μορφή αποζημίωσης για την τυχόν φήμη και πελατεία που δημιουργήθηκε από την ενάγουσα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, είτε για διαφυγόντα κέρδη, είτε για οποιαδήποτε έξοδα ή επενδύσεις που πραγματοποίησε η ενάγουσα ή για υποχρεώσεις της οποίες ανέλαβε, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των υποχρεώσεών της έναντι υπαλλήλων, άλλων πωλητών ή οποιωνδήποτε τρίτων.
Περαιτέρω με τον με αριθμό 5 όρο (εκ παραδρομής έχει αριθμηθεί ως πέμπτος όρος ενώ πρόκειται για τον έκτο στη σειρά) της ως άνω σύμβασης , ορίστηκε ότι η πρώτη εναγομένη αποβλέπει ιδιαίτερα στο πρόσωπο της ενάγουσας, όπως αυτό εμφανίζεται σήμερα (κατά τη κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης που απαρτιζόταν από τους τρεις κατωτέρω αναγραφόμενους εταίρους) και ότι για το λόγο αυτό, για οποιαδήποτε αλλαγή της νομικής μορφής της ενάγουσας, ήτοι τροποποίηση του καταστατικού, σύσταση ή μετατροπή ή συγχώνευση, μεταβίβαση εταιρικής μερίδος, είσοδο νέου συνεταίρου, θα πρέπει να υπάρχει απαραίτητα η προηγούμενη ενημέρωση της πρώτης των εναγομένων...Ανάλογα με την επίτευξη των καθοριζόμενων στόχων και την απόδοση της ενάγουσας ως προς την παροχή εταιρικών και οικιακών προγραμμάτων, ή αμοιβή της τελευταίας καθοριζόταν ως εξής: ...Περαιτέρω είχε συμφωνηθεί ότι η πρώτη των εναγομένων θα διαχειριζόταν ένα σύστημα διαχείρισης ενεργοποιήσεων το οποίο ήταν σχεδιασμένο για την υποστήριξη της επεξεργασίας των προς εγγραφή-καταχώρηση συμβάσεων και το οποίο ήταν προσβάσιμο από τους υπολογιστές της ενάγουσας, με κατάλληλα διαβαθμισμένη πρόσβαση, ούτως ώστε, να μπορεί να ενεργοποιεί τις αιτήσεις εγγραφής των πελατών της ορθά και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και διαδικασίες που είχε ορίσει η πρώτη των εναγομένων. Από το περιεχόμενο της άνω σύμβασης, όπως αυτό προεκτέθηκε, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα , ως ανεξάρτητη επιχείρηση, με την δική της εταιρική μορφή και επιχειρηματική οργάνωση και υποδομή, όταν υπεύθυνη έναντι τρίτων, ανέλαβε να μεσολαβεί σε μόνιμη βάση έναντι αμοιβής στη διαπραγμάτευση , στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης των εναγομένων, συμβάσεων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, προσελκύοντας πελάτες, υποβάλλοντας στους υποψηφίους πελάτες προσφορές, διαπραγματευόμενη αυτές...ως εμπορική αντιπρόσωπος της πρώτης των εναγομένων...
Στη προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε μακροχρόνια συνεργασία των διαδίκων, ενώ αυτοί (ως καταγράφεται κατωτέρω) βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για τη σύναψη νέας σύμβασης-ενόψει ακριβώς της επερχόμενης (στις 31.12.2018) λήξης της τελευταίας ανωτέρω σύμβασης, η οποία δεν θα γινόταν αυτομάτως και χωρίς ουσιώδεις αλλαγές, αλλά με διαπραγματεύσεις και εκατέρωθεν προτάσεις για αλλαγές (όπως φαίνεται στα σχέδια νέας σύμβασης που συναλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων) , οι οποίες και τελικώς δεν ευοδώθηκαν.
Συνεπώς, δεν επρόκειτο για μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ούτε συνιστά καταστρατήγηση των ανωτέρω διατάξεων η εκ μέρους της ενάγουσας απαίτηση για καταβολή διαφυγόντος κέρδους μέχρι τις 31.12.2018 που θα έληγε η ως άνω σύμβαση ορισμένου χρόνου, μετά την εκ μέρους της πρώτης εναγομένης καταγγελία (ανεξαρτήτως της ουσιαστικής βασιμότητας της ως άνω αξίωσης, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω) οπότε αβάσιμα επικαλούνται τα αντίθετα οι εναγόμενοι.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την σύναψη της τελευταίας ως άνω σύμβασης , η οποία αποτέλεσε την συνέχεια της ήδη υπάρχουσας επαγγελματικής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ήδη διαδίκων, η ενάγουσα εκτελούσε προσηκόντως τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ειδικότερα, προχώρησε στη πρόσληψη και εκπαίδευση 275 συνεργατών (υποαντιπροσώπων)... παρείχε ενεργό υποστήριξη και εξυπηρέτηση στους πελάτες της πρώτης των εναγομένων συνδράμοντας την τελευταία με την παροχή υπηρεσιών τηλεφωνικής και εν γένει υποστήριξης πελατών...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα με την ως άνω επιχειρηματική της δομή και με δεδομένο ότι αποτελούσε τον μοναδικό αντιπρόσωπο της πρώτης των εναγομένων στη περιοχή της Βόρειας Ελλάδος, κατόρθωσε στα πλαίσια της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας να αναπτύξει μια επιτυχημένη επιχειρηματική στρατηγική προσέλκυσης πελατών-χρηστών ηλεκτρικής ενέργειας τόσο σε επίπεδο οικιακών προγραμμάτων, όσο και σε επίπεδο προγραμμάτων υψηλής τάσης, που απευθύνονται σε χρήστες επαγγελματικής φύσης (εταιρείες, βιοτεχνίες, βιομηχανικές μονάδες κλπ), με αποτέλεσμα το πελατολόγιό της να ανέλθει στα 9.311 άτομα, εκ των οποίων μέχρι την κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα λήξη της σύμβασης, παρέμειναν ενεργοί οι 7.614...
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι λόγω της αύξησης του πελατολογίου και της σημαντικής θέσης της ενάγουσας στην οργανωτική δομή της πρώτης εναγομένης τροποποιήθηκε από τον Οκτώβριο του 2015 το ύψος της πρόσθετης αμοιβής της..
Περαιτέρω η τιμολόγηση των αμοιβών της ενάγουσας προϋπέθετε ότι η εναγομένη θα είχε διαβιβάσει περί τα τέλη εκάστου μηνός ένα αρχείο προγραμμάτων excel στο οποίο θα αναγράφονταν : (α) τα στοιχεία των νέων παροχών πελατών που είχε προσελκύσει η ενάγουσα..(β) τα στοιχεία όλων των παροχών πελατών που είχαν εξοφλήσει τον εκκαθαριστικό τους λογαριασμό στο συγκεκριμένο μήνα (γ) τα στοιχεία των παροχών των πελατών που είχαν εισφερθεί από την ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση μέχρι την νέα. Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη προέβαινε στο υπολογισμό της εφάπαξ αμοιβής, ενώ η ενάγουσα εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, με τις αμοιβές που είχαν προσδιοριστεί από την πρώτη των εναγομένων, τα οποία και διαβιβάζονταν στη τελευταία, ώστε να προβεί στην εξόφλησή τους. Ωστόσο, η αρμονική συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης άρχισε να διαταράσσεται με αφορμή την καταβολή των αμοιβών και την προσέλκυση των εταιρειών του Ομίλου ... , δεδομένου ότι η μεν ενάγουσα οχλούσε την πρώτη εναγομένη για την καταβολή στο συνολό της οφειλόμενης αμοιβής κατανάλωσης... η δε πρώτη εναγομένη αρνούνταν να καταβάλει αυτή...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το καλοκαίρι του 2016 η πρώτη των εναγομένων θέλοντας να ισχυροποιήσει την θέση της στην αγορά της Βορείου Ελλάδος, ξεκίνησε να επιδιώκει τη δημιουργία ενός παραλλήλου δικτύου συνεργατών στη πόλη της Θεσσαλονίκης, με το ίδιο σύστημα τιμολόγησης και αμοιβής, που ίσχυε και στη περίπτωση της ενάγουσας, αφού δεν υπήρχε αντίθετη ειδική συμβατική ρύθμιση, κατά τα προεκτεθέντα, οπότε η πρώτη των εναγομένων είχε το δικαίωμα είτε να προωθεί τις πωλήσεις των προϊόντων και των υπηρεσιών της απευθείας η ίδια, χωρίς να χρησιμοποιεί εμπορικό αντιπρόσωπο, είτε να ορίσει άλλον αντιπρόσωπο παράλληλα με την ενάγουσα. Για το λόγο αυτό η δυνατότητά της αυτή, να δημιουργήσει ένα δίκτυο προώθησης, πώλησης, αντιπροσωπείας και διανομής, ανταγωνιστικό έναντι της ενάγουσας, δεν αποτελεί από μόνη της μία ενέργεια αυθαίρετη, με την προϋπόθεση όμως, ότι το νέο δίκτυο δεν θα προέβαινε σε αθέμιτες πρακτικές σε βάρος της τελευταίας και δεν θα λειτουργούσε ως όχημα ώστε να οδηγήσει την ενάγουσα στον εκτοπισμό της, με δεδομένη την πλήρη οικονομική και λειτουργική της εξάρτηση από την πρώτη των εναγομένων (η ενάγουσα ασχολείτο εν τοις πράγμασι αποκλειστικά με τις υποθέσεις της πρώτης εναγομένης, βάσει των ανωτέρω συμβάσεων και δεν είχε αναπτύξει άλλη δραστηριότητα). Τον ως άνω κίνδυνο διέψευσαν τα στελέχη της πρώτης των εναγομένων, πλην όμως, η ενάγουσα προκειμένου να αποτρέψει διαρροή συνεργατών της προχώρησε προληπτικά στην αύξηση του μισθολογικού της κόστους, αφού άλλωστε και η ίδια είχε επιτύχει κατά τα ανωτέρω, αύξηση των αμοιβών της. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 2017 δημιουργήθηκε εκ νέου αναστάτωση στις συναλλακτικές σχέσεις μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων, δεδομένου ότι ο υποαντιπρόσωπος της ενάγουσας Δ. Μ. , ξεκίνησε να προσεγγίζει συνεργάτες του δικτύου της ενάγουσας, τόσο προφορικά όσο και εγγράφως παρακινώντας τους να προσεγγίζουν πελάτες, αλλά και να τους εντάσσουν κατευθείαν στο δίκτυο της πρώτης των εναγομένων, παρακάμπτοντας το δίκτυο της ενάγουσας καθώς και να προσχωρήσουν στο νέο δίκτυο που προετοίμαζε η πρώτη των εναγομένων, όπου θα έχουν καλύτερους όρους αμοιβών και ανέλιξης, στέλνοντάς τους και σχετικό σχέδιο σύμβασης. Η ενάγουσα όχλησε την πρώτη των εναγομένων, ώστε να παρέμβει για να μην υπάρχουν προβλήματα στο δίκτυο αντιπροσώπευσής της. Η πρώτη των εναγομένων πράγματι διαμεσολάβησε μεταξύ της ενάγουσας και του υποαντιπροσώπου αυτής, επιτυγχάνοντας συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και τον τερματισμό της συνεργασίας του τελευταίου με την ενάγουσα, πλην όμως, αμέσως μετά τη συναινετική λύση της συνεργασίας, ομάδα συνεργατών-υποαντιπροσώπων έπαυσε τη συνεργασία με την εταιρία με την οποία συνεργαζόταν και ο Μ. Δεν αποδεικνύεται όμως, κατά τη κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ότι η ανωτέρω εξέλιξη οφείλεται σε συνεννόηση του Μ. με την πρώτη των εναγομένων διά του νομίμου εκπροσώπου αυτής δευτέρου εναγομένου ή άλλου νομίμου εκπροσώπου ή υπαλλήλου, ή προστηθέντος από την πρώτη των εναγομένων (ακόμη και τα προσκομισθέντα από την ενάγουσα ηλεκτρονικά μηνύματα του Μ. με τα οποία καλούσε τους συνεργάτες του σε συναντήσεις στις οποίες θα παρίστατο και ο δεύτερος εναγόμενος, κοινοποιούντο στην ενάγουσα). Είναι βέβαια αληθές, ότι ο Μ. συνεργάστηκε με την πρώτη των εναγομένων μετά τη λήξη της συνεργασίας του με την ενάγουσα, αλλά δεν απέσπασε πελατεία της ενάγουσας (αφού αμφότεροι εργάζονταν για την προσθήκη νέων πελατών στο δίκτυο της πρώτης εναγομένης), πράγμα που δεν απαγορευόταν από την ένδικη σύμβαση, αλλά και από τη συμφωνία συμβιβασμού μεταξύ του Μ. και της ενάγουσας, ούτε η δράση του συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, ούτε επικαλείται η ενάγουσα ότι υπέστη συγκεκριμένη ζημία από ανταγωνιστικές πράξεις του Μ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη των εναγομένων ταυτόχρονα με τους λογαριασμούς προς τους καταναλωτές, απέστελλε και διαφημιστικά φυλλάδια, στα οποία και διαφήμιζε το πρόγραμμα "προσκαλείς-κερδίζεις", σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση πρόσκλησης και άλλου προσώπου να συμβληθεί απ' ευθείας με εκείνη, θα τους παρείχε έκπτωση ποσού 20 ευρώ στο λογαριασμό τους. Η παραπάνω πράξη όμως δεν συνιστά ούτε συμβατική παράβαση εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων (κατά τα προεκτεθέντα αυτή είχε το δικαίωμα να προσεγγίζει απ' ευθείας πελάτες). Δεν ισχυρίζεται δε, η ενάγουσα ούτε αποδείχθηκε ότι η ενέργεια αυτή ξεκίνησε μετά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης και ότι δεν υπήρξε ενημέρωση της ενάγουσας γι' αυτό, ούτε-τέλος-συνιστά υπερβολικό δελεασμό η καταβολή εφάπαξ ποσού σε νέους πελάτες.
Περαιτέρω, δεν συνάγεται "συστηματική παράκαμψη" της ενάγουσας από τον τρόπο διαφήμισης των δραστηριοτήτων της πρώτης εναγομένης στη πόλη της Θεσσαλονίκης, στις οποίες δεν γινόταν καμία αναφορά στη συμμετοχή και στη συνεργασία της με την ενάγουσα, αφού και η ενάγουσα θα μπορούσε να διαφημίσει τις υπηρεσίες της με δικές της ενέργειες, δεν συνάγεται δε, υποχρέωση (από τη σύμβαση ή τις αρχές της καλής πίστης) του αντιπροσωπευομένου να συμπεριλαμβάνει στη διαφημιστική της εκστρατεία για την προώθηση των προϊόντων της και τα ονόματα των αντιπροσώπων, οι οποίοι ενεργούν στο δικό της όνομα και προωθούν τα ίδια προϊόντα, σε κάθε δε περίπτωση, δεν συνιστά αδικοπραξία ή πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού η ανωτέρω ενέργεια. Ως προς τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά διενέργειας απ' ευθείας τηλεφωνικών πωλήσεων προς υποψηφίους πελάτες, που είχαν ήδη προσεγγιστεί ή ήταν σε διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα, με καλύτερους όρους, πράγματι αποδείχθηκε ότι υπήρξε σχετική διαμαρτυρία της ενάγουσας, η οποία προσκομίζει και σχετική αλληλογραφία, Η πρώτη όμως εναγομένη απήντησε αμέσως στην ανωτέρω διαμαρτυρία... Δεν αποδείχθηκε όμως περαιτέρω, ότι εκτός από τα μεμονωμένα (σε σχέση με τους χιλιάδες πελάτες που προσεγγίστηκαν από την ενάγουσα) σχετικά περιστατικά για τα οποία η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στην πρώτη εναγομένη, υπήρξαν και άλλα τέτοια περιστατικά και ότι υπήρχε συστηματική πολιτική εκ μέρους της πρώτης εναγομένης για απόσπαση συνεργατών της ενάγουσας και ένταξή τους σε αυτήν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι τον Μάρτιο του 2017, οι συναλλακτικές σχέσεις μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων διαταράχθηκαν εκ νέου, με αφορμή την τιμολόγηση επιχειρηματικών προγραμμάτων...Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και το πλήθος της προσκομιζομένης σχετικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας συνάγεται ότι κατά το έτος 2017 ο ανταγωνισμός στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ήταν πλέον έντονος και πολλοί από τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας προσέφεραν την δυνατότητα στους υποψηφίους πελάτες να μην μετακυλίονται σε αυτούς μερικές από τις παραπάνω χρεώσεις (ιδίως του διοξειδίου του άνθρακα). Στη προσπάθεια προσέλκυσης νέων πελατών ή διατήρησης των υφισταμένων και η ενάγουσα (η οποία πιεζόταν από τις ανωτέρω συνθήκες ανταγωνισμού, έχοντας ήδη αυξήσει, κατά τα προεκτεθέντα,τις προμήθειες που αυτή έδινε στους υποαντιπροσώπους αυτής) προέβαινε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα σε σχετικές προσφορές στους πελάτες της, με την σύμφωνη γνώμη της πρώτης εναγομένης. Πράγματι δε, υπήρξαν περιπτώσεις που πελάτες και υποαντιπρόσωποι της ενάγουσας διαμαρτυρήθηκαν για τις παραπάνω χρεώσεις (κυρίως μετά τον Μάιο του 2017) η δε ενάγουσα διαβίβαζε τα παραπάνω παράπονα στην πρώτη εναγομένη, η οποία αμέσως ανταποκρινόταν και συμφωνούσε στην αφαίρεση των ανωτέρω χρεώσεων. Όμως και η ίδια η ενάγουσα προκειμένου να υποβάλλει ανταγωνιστικές προσφορές σε υποψηφίους πελάτες, προέβαινε σε προσφορές που δεν συμβάδιζαν με τις οδηγίες της πρώτης εναγομένης, όπως ομολογείται σε ηλεκτρονικό μήνυμα της 24.1.2017 προς την τελευταία, της ενάγουσας που η ίδια προσεκόμισε. Εκ των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε κάποια γενική μεταβολή της πολιτικής της πρώτης εναγομένης και ότι αυτή έλαβε χώρα με σκοπό να πλήξει τους συνεργάτες της και μάλιστα, ειδικότερα την ενάγουσα, ούτε αποδεικνύεται από τα ανωτέρω περιστατικά, συμπεριφορά αντίθετη προς την ανωτέρω σύμβαση ή τα χρηστά ήθη, αθέμιτα ανταγωνιστική ή γενικότερα αδικοπρακτική συμπεριφορά ως προς το θέμα της ανωτέρω τιμολόγησης. Γι' αυτό παρά τα παραπάνω σημεία τριβής, η ενάγουσα και η πρώτη των εναγομένων ήδη από τον Ιανουάριο του 2017 διαπραγματεύονταν, με σκοπό τη σύναψη νέας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, οπότε αναζητήθηκε (ενόψει των ανωτέρω συνθηκών ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εκείνη την εποχή) νέα και πιο αποδοτική για αμφοτέρους τους διαδίκους μορφή συνεργασίας και συγκεκριμένα, η μεν ενάγουσα ζητούσε από την πρώτη των εναγομένων την ανάληψη από εκείνη της διαχείρισης ως υπομισθώτρια δευτέρου καταστήματος προώθησης προϊόντων της στη περιοχή της Θεσσαλονίκης, ενώ από την πλευρά της η πρώτη των εναγομένων πρότεινε στην ενάγουσα την πρόβλεψη ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού, η οποία να μην καλύπτει μόνον το νομικό πρόσωπο της ενάγουσας αλλά και τους εταίρους αυτής. Ωστόσο, ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις, η πρώτη των εναγομένων με την από 6.9.2017 εξώδικη όχλησή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 14.9.2017, κατήγγειλε τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λόγω σπουδαίου λόγου που συνέτρεχε στο πρόσωπο της ενάγουσας και δη, όπως αναγράφεται στο ανωτέρω εξώδικο, που υπογράφεται από τον νόμιμο εκπρόσωπό της, δεύτερο εναγόμενο, επειδή "με έκπληξη" πληροφορήθηκε από τρίτους και όχι από την ενάγουσα, ότι ένας από τους εταίρους της τελευταίας, ο Θ. Λ. , συνέστησε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία (ΙΚΕ) με την επωνυμία "REVMA PLUS IKE" με σκοπό τις υπηρεσίες εμπορίου πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, υπηρεσίες οι οποίες ταυτίζονται και είναι ευθέως ανταγωνιστικές, με τις υπηρεσίες που παρείχε η ενάγουσα για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης και διότι η ως άνω νεοσυσταθείσα εταιρεία δραστηριοποιείται εμφανώς υπέρ της ανταγωνίστριας (της πρώτης εναγομένης) εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝ" και είχε ήδη προβεί σε μεταφορά πελατών της πρώτης των εναγομένων στην ως άνω ανταγωνίστρια εταιρεία.
Για τους λόγους αυτούς η πρώτη εναγομένη θεώρησε ότι κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της προς την ενάγουσα, καθώς η τελευταία παραβίασε το άρθρο 1 της ανωτέρω σύμβασης "περί των αρχών της εμπιστοσύνης και της εμπιστευτικότητας" και το άρθρο 4 "περί προστασίας των συμφερόντων" της πρώτης εναγομένης εκ μέρους της ενάγουσας και ότι γι' αυτό διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα η μεταξύ των διαδίκων σχέση. Αποτέλεσμα της ως άνω καταγγελίας ήταν η διακοπή της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και η άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Η πρώτη εναγομένη ισχυρίστηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς επίρρωση των όσων ήδη αναφέρονται στο περιεχόμενο της ως άνω καταγγελίας της, παραδεκτώς, δεδομένου ότι-όπως αναγράφεται στη σχετική ανωτέρω νομική σκέψη- δεν είναι απαραίτητη η αναλυτική αναφορά στο κείμενο της καταγγελίας του σπουδαίου λόγου αυτής, αρκεί αυτός να υφίσταται κατά το χρόνο αυτής, ότι η τελευταία δεν ήταν άκαιρη ή καταχρηστική, αλλά αναγκαία ενέργεια εκ μέρους της, ώστε να διασφαλίσει την επιχειρηματική της δομή και πελατεία, δεδομένου ότι υπήρχε προμελετημένο σχέδιο εκ μέρους της ενάγουσας παρέλκυσης των ανωτέρω διαπραγματεύσεων, αποφυγής αποδοχής της, προταθείσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ρήτρας αποκλειστικότητας-απαγόρευσης ανταγωνισμού, που θα καταλάμβανε και τους εταίρους της ενάγουσας, και ακολούθως, απόκρυψης του σχεδίου ίδρυσης από εταίρο αυτής νέου νομικού προσώπου, το οποίο θα ασκούσε ανταγωνιστικές δραστηριότητες έναντι αυτής (με συνεργασία του Θ. Λ. με τον εταίρο της ενάγουσας Χ. Π. , ο οποίος αφανώς συνεργαζόταν με την ως άνω ΙΚΕ) ώστε να αποσπάσει σημαντικό μερίδιο του πελατολογίου της, όπως και έγινε κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στις παραπάνω προτάσεις. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα ήταν, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, υπαίτια για τη λύση της σύμβασης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η τήρηση προθεσμίας για την καταγγελία, επικαλούμενη όσα ανωτέρω προβλέπονται στη σύμβαση, αλλά και το άρθρο 8 παρ. 8 του π.δ. 219/1991. Τους ίδιους ισχυρισμούς οι εναγόμενοι (ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών την οποία αφορά άμεσα) επαναφέρουν με τους σχετικούς τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, στις 4.8.2017, ήτοι τον προηγούμενο μήνα της καταγγελίας, καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η ίδρυση της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "REVMA PLUS IKE" με διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο τον πρώην εταίρο της ενάγουσας, Θ. Λ. , η οποία έχει πράγματι ανταγωνιστικό σκοπό έναντι αυτής, αφού στο καταστατικό της τελευταίας γίνεται σαφής μνεία ότι αυτή αποσκοπεί στην παροχή υπηρεσιών εμπορίου-πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και ανεύρεσης πελατών, η παραπάνω δε, εταιρεία συνεργάστηκε με την ανταγωνίστρια της πρώτης εναγομένης εταιρεία ΚΕΝ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο ως άνω εταίρος της αποχώρησε από αυτήν στις 31.7.2017 και ότι από τότε ενημέρωσε προφορικά την πρώτη εναγομένη για το γεγονός αυτό και ότι για το λόγο αυτό, η πρώτη εναγομένη σταμάτησε να κοινοποιεί αλληλογραφία στον ανωτέρω εταίρο. Η πρώτη εναγομένη όμως, προσκόμισε ηλεκτρονική αλληλογραφία από την οποία αποδεικνύεται ότι μέχρι και τις 17.8.2017 υπήρχαν κοινοποιήσεις της αλληλογραφίας στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ανωτέρω εταίρου. Γι' αυτό, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ενημέρωσε το πρώτον την πρώτη εναγομένη στις 23.8.2017 περί της άνω αποχώρησης του εταίρου της, δι' ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, ζητώντας-μόλις στις 25.8.2017- να μην κοινοποιείται πλέον η σχετική αλληλογραφία στον ως άνω εταίρο, ενώ λίγες ημέρες νωρίτερα (21.8.2017) είχε, με τον ίδιο τρόπo, ενημερώσει την πρώτη εναγομένη ο ίδιος ο Θ. Λ. , ισχυριζόμενος ότι διαφωνούσε με τους λοιπούς εταίρους της ενάγουσας σε σχέση με τις προοπτικές συνεργασίας της με την πρώτη εναγομένη, κρίνοντας ότι αυτή δεν θα ήταν πλέον βιώσιμη. Το γεγονός ότι στις 23.8.2017 η ενάγουσα ανέγραφε στο μήνυμά της την φράση "όπως ήδη γνωρίζετε" σχετικά με την ανωτέρω αποχώρηση αναφερόταν προφανώς στην προ δύο ημερών ενημέρωση της πρώτης εναγομένης από τον ίδιο τον ανωτέρω εταίρο, η οποία ναι μεν δεν κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα, αλλά προφανώς θορύβησε τους συνεργάτες της ενάγουσας υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης (οι οποίοι, κατά τα προεκτεθέντα, μέχρι και τις 17.8.2017 κοινοποιούσαν τη σχετική αλληλογραφία και στον ανωτέρω εταίρο) και είναι εύλογο να δημιουργήθηκε ανησυχία και να ζητήθηκαν οι σχετικές διευκρινίσεις. Σημειώνεται, ότι στο ανωτέρω εξώδικο έγγραφο καταγγελίας, αλλά και στους περιεχομένους στις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου ισχυρισμούς της πρώτης εναγομένης δεν υπάρχει επίκληση, ως αυτοτελούς σπουδαίου λόγου καταγγελίας η έλλειψη ενημέρωσης εκ μέρους της ενάγουσας για την αποχώρηση του ανωτέρω εταίρου, και παραβίασης εντεύθεν του ανωτέρω πέμπτου (5) όρου της ένδικης σύμβασης, αλλά το ανωτέρω γεγονός αναφέρεται στις ανωτέρω προτάσεις με την έννοια ότι η παραπάνω ενημέρωση ήταν, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, προσχηματική και καθυστερημένη, σε σχέση με το προγενέστερο γεγονός της ίδρυσης της ανωτέρω εταιρείας εκ μέρους του Θ. Λ. , η οποία είχε ήδη αρχίσει να ανταγωνίζεται την ενάγουσα, σε συνεννόηση με τον μη αποχωρήσαντα από την ενάγουσα εταίρο Χ. Π. Πράγματι και στην ανωτέρω καταγγελία γίνεται λόγος για έκπληξη της πρώτης εναγομένης, επειδή ενημερώθηκε από τρίτους για τη δημιουργία της άνω εταιρείας και όχι για την μη ενημέρωσή της για την αποχώρηση του Θ. Λ. Κατ' αρχήν η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει την πρώτη εναγομένη για τις επιχειρηματικές επιλογές του αποχωρήσαντος ως άνω εταίρου της και με την έννοια αυτή δεν υπήρξε, πράγματι, παραβίαση εκ μέρους της του ανωτέρω πέμπτου (5) άρθρου της ένδικης σύμβασης. Η αναφορά όμως περί προηγούμενης ενημέρωσης στον ανωτέρω όρο σχετικά (μεταξύ άλλων) με τυχόν αποχώρηση εταίρου, δεν αφορά στην προηγούμενη ενημέρωση σε σχέση με την δημοσίευση της σχετικής τροποποίησης καταστατικού (για αλλαγή, κατόπιν εξαγοράς των εταιρικών μεριδίων) με βάση τις αναφερόμενες στη σχετική ανωτέρω νομική σκέψη διατάξεις του ν. 4072/2012, η οποία τροποποίηση στην προκειμένη περίπτωση, έλαβε χώρα στις 29.9.2017, ήτοι μετά την ένδικη καταγγελία. Προφανώς, οι ανωτέρω διάδικοι, απέβλεπαν με τον ανωτέρω όρο στην άμεση ενημέρωση της πρώτης εναγομένης, μόλις οριστικοποιείτο η αποχώρηση αυτή, δηλαδή, στις 31.7.2017 κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας της ενάγουσας, ή το αργότερο στις 4.8.2017 που ο άνω αποχωρήσας εταίρος κοινοποίησε στην ενάγουσα τη σχετική εξώδικη καταγγελία περί αποχώρησής του, ζητώντας από τους λοιπούς δύο εταίρους να διευθετηθούν οι σχετικές εκκρεμότητες. Η παραβίαση συνεπώς, του ανωτέρω όρου, ναι μεν δεν θα μπορούσε να προβληθεί (κατά τα αναφερόμενα και ανωτέρω σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ) το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ως αυτοτελής σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, αλλά θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της συνολικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, στα πλαίσια του ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης για τη μη τήρηση εκ μέρους της των υποχρεώσεών της που απορρέουν από τα άρθρα 1 και 4 της άνω σύμβασης και γενικότερα για τη θεμελίωση (σε σχέση -πάντα- με όσα επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) σπουδαίου λόγου ή εκτάκτων περιστάσεων για την ανωτέρω καταγγελία, έστω και αν αυτός δεν αφορά το πρόσωπο της ενάγουσας, που επίσης, θα δικαιολογούσε την χωρίς προθεσμία καταγγελία εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατά το νόμο, αλλά και κατά την ανωτέρω σύμβαση, αφού η τήρηση της αναφερόμενης σε αυτή προθεσμίας προβλεπόταν μόνο για την καταγγελία της σύμβασης μετά την τυχόν ανανέωσή της, κατά τα προεκτεθέντα και όχι πριν τις 31.12.2018. Στις παραπάνω περιπτώσεις δεν θα υποχρεούται η πρώτη εναγομένη στην καταβολή αποζημίωσης λόγω καταγγελίας (εν προκειμένω διαφυγόντος κέρδους) σύμφωνα με όσα αναγράφονται στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να ερευνηθεί αν υπάρχει μόνον αντισυμβατική ή και καταχρηστική και γενικότερα αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας (ώστε να κριθεί αν οφείλεται και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης). Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι υπήρχε σπουδαίος λόγος και έκτακτη περίσταση για την ανωτέρω καταγγελία εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, έστω και για λόγους που δεν αφορούν άμεσα την ενάγουσα με την έννοια της ύπαρξης υπαίτιας εκ μέρους της παραβίασης των άρθρων 1 και 4 της ανωτέρω σύμβασης, όπως θα γίνει λόγος κατωτέρω, αλλά και χωρίς να είναι η ίδια (η πρώτη εναγομένη) υπαίτια για την καταγγελία αυτή, η οποία δεν ήταν παράνομη και καταχρηστική, ούτε έλαβε χώρα κατά παράβαση της ένδικης σύμβασης. Ειδικότερα όπως ήδη προεκτέθηκε, η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εταιρειών μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2017 δεν ήταν αρμονική , ανεξαρτήτως αν υπεύθυνη γι' αυτό ήταν και η πρώτη εναγομένη, η οποία πάντως, ανταποκρινόταν τις περισσότερες φορές στα παράπονα ή αιτήματα της ενάγουσας (μεσολάβηση για την περίπτωση Μ. , αφαίρεση προμηθειών διοξειδίου του άνθρακα από πελάτες μετά από αίτημα της ενάγουσας, υπόσχεση για παύση περιπτώσεων ανταγωνιστικών προσφορών από υπαλλήλους της ενάγουσας) ανταποκρινόμενη και αυτή, κατά τα λοιπά, στις δικές της υποχρεώσεις (κυρίως ως προς την καταβολή αμοιβών, πλην του τιμολογίου που εκδόθηκε μετά την καταγγελία και κρίθηκε -κατά τα ανωτέρω-αόριστο και πλην της διαφωνίας των διαδίκων για τις αμοιβές κατανάλωσης των παροχών του ομίλου ...) ενώ, με την εκκαλουμένη δεν έγιναν δεκτά άλλα περιστατικά αντισυμβατικής ή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα και με όσα κατωτέρω εκτίθενται. Για το λόγο αυτό οι διάδικοι διαπραγματεύονταν, όχι προσχηματικά κατά τη κρίση του Δικαστηρίου αυτού, για την επίλυση όλων των εκκρεμών θεμάτων και για τη μελλοντική συνεργασία τους σε νέα βάση, κατά τα ανωτέρω. Η πρώτη εναγομένη ήθελε να εξασφαλίσει, στα πλαίσια της μελλούσης να υπογραφεί σύμβασης, ότι και οι εταίροι της ενάγουσας, θα δεσμεύονταν (και ατομικά) με ρήτρα μη ανταγωνισμού. Και αυτό διότι η ενάγουσα δεν ήταν μία μεγάλη πολυπρόσωπη εταιρεία, αλλά επρόκειτο για εταιρεία στην οποία ουσιαστικώς δραστηριοποιούνταν ο Θ. Λ. και ο Χ. Π. , ενώ ο τρίτος εταίρος και διαχειριστής αυτής, Γ. Τ. , δεν συμμετείχε στον ίδιο βαθμό και με την ίδια ένταση στις εργασίες της, όπως αποδεικνύεται σαφώς από το πλήθος της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, αλλά και των τιμολογίων που προσκομίζει η ενάγουσα, τα οποία έχουν συνταχθεί για λογαριασμό της ενάγουσας, κυρίως από τον Θ. Λ. και κατά δεύτερο λόγο, από τον Χ. Π. Επομένως, εύλογα απέβλεπε η πρώτη εναγομένη στο πρόσωπο των ανωτέρω εταίρων για την ευόδωση της συνεργασίας της με την ενάγουσα και αυτό είχε άλλωστε αποτυπωθεί στον ανωτέρω αναφερόμενο πέμπτο (5) όρο της σύμβασης, ενώ με αυτούς, κυρίως, ελάμβανε χώρα η διαπραγμάτευση για την τυχόν μελλοντική συνεργασία των ανωτέρω εταιρειών. Ο ανωτέρω εταίροι γνώριζαν πολύ καλά από την μέχρι τότε συνεργασία τις επιχειρηματικές δομές, τα προγράμματα, την πολιτική, αλλά και μεγάλο μέρος του πελατολογίου της πρώτης εναγομένης, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα (που με δικές τους ενέργειες είχε εισφερθεί σε αυτήν διά της ενάγουσας εταιρείας). Επομένως, τυχόν αποχώρηση ενός από αυτούς από την ενάγουσα και δημιουργία εκ μέρους του ανταγωνιστικής εταιρείας και συνεργασία της τελευταίας με ανταγωνιστική της πρώτης εναγομένης εταιρείας θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα απώλειας πελατείας για την πρώτη εναγομένη και γι' αυτό αυτή επεδίωκε τη συμπερίληψη σε τυχόν μέλλουσα σύμβαση του ανωτέρω όρου περί μη ανταγωνισμού. Τέτοιος όρος υπήρχε μέχρι τότε μόνο για την ενάγουσα εταιρεία, όπως και η ίδια ισχυρίζεται, ανεξαρτήτως της μερικής ακυρότητας αυτού με βάση το άρθρο 10 παρ. 3 του ανωτέρω π.δ/τος, επειδή δέσμευε την ενάγουσα για δύο αντί για ένα έτος. Δεν είναι όμως συνολικά άκυρος ο όρος αυτός, αν και δεν περιέχει γεωγραφικό προσδιορισμό, αφού στην ένδικη σύμβαση δεν υπήρχε συγκεκριμένη περιοχή στην οποία δραστηριοποιείτο η ενάγουσα, αλλά αναφερόταν όλη η Ελλάδα ως τέτοια, ανεξαρτήτως αν -εν τοις πράγμασι- αυτή δραστηριοποιήθηκε κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα.
Στη προκειμένη περίπτωση, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ο Θ. Λ. , αποχώρησε στις 31.7.2017 από την ενάγουσα. Στις 4.8.2017 ταυτόχρονα με το σχετικό εξώδικο που αναφέρεται παραπάνω, προέβη στη σύσταση της ανωτέρω ανταγωνιστικής εταιρείας, πράγμα που προφανώς απαιτεί κάποια προεργασία. Η αποχώρησή του ως μισθωτού από την ενάγουσα έλαβε χώρα στις 8.8.2018. Η ενημέρωση της πρώτης εναγομένης (για την αποχώρηση του άνω εταίρου και όχι για την ίδρυση της ανωτέρω εταιρείας, ανεξαρτήτως αν για το τελευταίο δεν προβλεπόταν σχετική υποχρέωση) έλαβε χώρα στις 21.8.2017 από τον Θ.Λ. και στις 23.8.2017 από την ενάγουσα, η οποία τότε ζήτησε την παύση των κοινοποιήσεων στον ανωτέρω πρώην εταίρο, πράγμα που σημαίνει ότι ο Θ.Λ. , είχε μέχρι τότε πρόσβαση στο πελατολόγιο της πρώτης εναγομένης που είχε εισφερθεί σε αυτήν με ενέργειες της ενάγουσας. Εν τω μεταξύ όμως, αυτός είχε ιδρύσει την ανωτέρω εταιρεία (από τις 4.8.2017 κατά τα ανωτέρω), η οποία συνεργαζόταν με την ανταγωνίστρια της πρώτης εναγομένης εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΝ ΑΕ". Ήδη δε, από τον Αύγουστο του 2017 ξεκίνησε η προσχώρηση στην τελευταία πελατών της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι προηγουμένως, είχαν εισφερθεί σε αυτήν με ενέργειες της ενάγουσας, η οποία συνεχίστηκε και μετά την καταγγελία της σύμβασης. Σύμφωνα ,με το σχετικό με αριθμό πρωτοκόλλου ...2020 έγγραφο του ΔΕΔΗΕ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2017 μέχρι 1.4.2018 , 2.437 συνολικά πελάτες της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι είχαν εισφερθεί σε αυτή με ενέργειες της ενάγουσας, μετακινήθηκαν προς τον πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας ΚΕΝ ΑΕ, ενώ συνολικά (από όλους τους πελάτες της πρώτης εναγομένης) την ίδια περίοδο προσχώρησαν στην ΚΕΝ ΑΕ 3.506 πελάτες, εκ των οποίων 3.058 έχουν παροχές στη Βόρειο Ελλάδα, όπου δηλαδή δραστηριοποιείτο η ενάγουσα για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τον πίνακα που περιέχεται στις σελίδες 12 και 13 της αγωγής, η εισφορά νέων πελατών στη πρώτη εναγομένη από την ενάγουσα μειώθηκε σημαντικά τόσο σε απόλυτους αριθμούς από τον Ιούλιο του 2017, όσο και ως προς τον δείκτη ρυθμού ανάπτυξης του πελατολογίου ανά μήνα, όπου εμφαίνεται υποχώρηση (του σχετικού δείκτη) ήδη από τον Απρίλιο του ιδίου έτους. Επί πλέον ενώ η ενάγουσα εταιρεία παρέμεινε ουσιαστικά αδρανής μετά την ανωτέρω καταγγελία, αποδείχθηκε η συνεργασία και του εταίρου αυτής Χ. Π. με τις ανωτέρω ανταγωνίστριες εταιρείες, όπως αποδεικνύεται από... Με βάση τα ανωτέρω, πολλές από τις καταγγελλόμενες ενέργειες της ενάγουσας ή συνεργατών αυτής που αναφέρονται στον τέταρτο λόγο έφεσης ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της καταγγελίας γι' αυτό δεν γίνεται λόγος γι' αυτές στη παρούσα απόφαση και δεν αποδείχθηκε ότι οι ενέργειες του πρώην εταίρου της ενάγουσας Θ. Λ. , αλλά και οι ενέργειες του Χ. Π. (σχετικά με τη συνεργασία του με τις ως άνω εταιρείες) έλαβαν χώρα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην ενάγουσα εταιρεία, ενώ αυτοί δεν είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή της ενάγουσας και ούτε αποδεικνύεται με βεβαιότητα συνεννόηση των ανωτέρω δύο εταίρων, αλλά και -πολλώ μάλλον- αυτών και του ανωτέρω διαχειριστή της ενάγουσας Γ. Τ. , πριν την ένδικη καταγγελία με σκοπό την απόσπαση της πελατείας από την πρώτη εναγομένη, όπως και ότι δεν αποδείχθηκε συνεργασία του Χ. Π. με τις ανωτέρω ανταγωνίστριες εταιρείες, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, πριν την ανωτέρω καταγγελία, αλλά μετά από αυτήν, οπότε δεν θεμελιώνεται με βεβαιότητα υπαιτιότητα της ενάγουσας για την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ούτε και παραβίαση εκ μέρους της των όρων 1 και 4 της ανωτέρω σύμβασης, καθόσον αυτή δεν ευθύνεται για τις πράξεις του πρώην εταίρου της Θ. Λ. (αφού δεν υπήρχε κατά τα ανωτέρω σχετική ρήτρα περί μη ανταγωνισμού των εταίρων της ενάγουσας, στην ένδικη σύμβαση) ούτε (ευθύνεται) και για τις πράξεις του εταίρου της Χ. Π. μετά την καταγγελία. Όμως το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι θεμελιώνεται σπουδαίος λόγος και έκτακτη περίσταση για την καταγγελία αυτή. Και αυτό διότι αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι μετά την αποχώρηση του ανωτέρω σημαντικού εταίρου Θ. Λ. από την ενάγουσα και την ήδη μειωμένη απόδοση της τελευταίας σε νέες συνδέσεις και τα ανωτέρω γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ 4.8.2017 και της ανωτέρω καταγγελίας (καθυστερημένη ενημέρωση για την αποχώρηση αυτή και εναρξαμένη ήδη από τον Αύγουστο του 2017, προσχώρηση πελατών που είχε εισφέρει η ενάγουσα στη πρώτη εναγομένη στην ΚΕΝ ΑΕ διά της ανωτέρω εταιρείας του Θ. Λ. , ο οποίος είχε πρόσβαση στο σχετικό πελατολόγιο μέχρι και τις 23.8.2017 δημιουργήθηκε εύλογη υποψία για πιθανή συνεργασία και άλλων εταίρων της ενάγουσας με την ανωτέρω ανταγωνίστρια εταιρεία (όπως και έγινε, έστω και μετά την καταγγελία) και οπωσδήποτε-δυσπιστία σχετικά με την ικανότητα της ενάγουσας να συνεργαστεί στο μέλλον με την πρώτη εναγομένη. Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη σχετική ανωτέρω νομική σκέψη, υπό τα ανωτέρω περιστατικά διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα η μεταξύ των διαδίκων εταιρειών σχέση και αυτά (τα γεγονότα) καθιστούσαν την εξακολούθηση της σύμβασης για την πρώτη εναγομένη μη αξιώσιμη, σύμφωνα με την καλή πίστη και δεν μπορεί να γίνει λόγος, στη προκειμένη περίπτωση για υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης λόγω παραβίασης της ένδικης σύμβασης, ούτε για καταχρηστική ή γενικότερα αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής σε σχέση με την ανωτέρω καταγγελία. Αντίθετα η λύση της σύμβασης εντασσόταν εν προκειμένω, στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες της καταγγέλλουσας πρώτης εναγομένης και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, ενώ η πράγματι προηγηθείσα επωφελής για τα συμφέροντα της πρώτης εναγομένης συμπεριφορά της ενάγουσας δεν καθιστά την ως άνω καταγγελία καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας εντασσόταν στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (αρθ. 288 ΑΚ) καλόπιστης από αυτήν εκπλήρωσης της παροχής της, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην οικεία ανωτέρω νομική σκέψη.
Συνεπώς, η ενάγουσα εταιρεία δεν δικαιούται να λάβει τα κονδύλια που έχουν κριθεί ορισμένα (διαφυγόν κέρδος και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) ακόμη και αν δεν είναι η ίδια υπαίτια για την ανωτέρω καταγγελία (δικαιούται υπό προϋποθέσεις αποζημίωση πελατείας και τυχόν άλλες συμβατικές οφειλές, όπως το ανωτέρω αναφερόμενο τιμολόγιο, κονδύλια όμως που έχουν κριθεί αόριστα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα). Όσον αφορά τα λοιπά ανωτέρω περιστατικά που αφορούν στο χρονικό διάστημα πριν την καταγγελία (σχετικά με τις παροχές του ομίλου ... , την περίπτωση Μ. και τις λοιπές ανταγωνιστικές πράξεις ή αδικοπρακτική συμπεριφορά για τις οποίες γίνεται λόγος στην εκκαλουμένη απόφαση) δεν αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, συμπεριφορά των εναγομένων αντίθετη προς την ανωτέρω σύμβαση, τα χρηστά ήθη, αθέμιτα ανταγωνιστική ή γενικότερη αδικοπρακτική συμπεριφορά. Ακόμη όμως και αν θεωρηθούν όντως ως συμβατικές παραβάσεις, ή ανταγωνιστική αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και γενικότερα αδικοπρακτική συμπεριφορά, τα περιστατικά αυτά (όπως με τον όμιλο ... και οι μεμονωμένες-κατά τα προεκτεθέντα- περιπτώσεις που προσεγγίστηκαν συνεργάτες της ενάγουσας από υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης για την απευθείας ένταξή τους στο δίκτυο της τελευταίας), δεν συνδέονται αυτά με συγκεκριμένη ζημία της ενάγουσας (το αιτούμενο διαφυγόν κέρδος συνδέεται αιτιωδώς μόνο με την ανωτέρω καταγγελία) αφού, κατά τη κρίση αυτού του Δικαστηρίου, οι συμπεριφορές αυτές δεν συνέχονται με την ανωτέρω καταγγελία, ως εντασσόμενες σε γενικότερο σχεδιασμό των εναγομένων για εκτοπισμό της ενάγουσας από την αγορά, αφού η ένδικη καταγγελία ήταν απότοκος της αποχώρησης του Θ. Λ. από την ενάγουσα και των ως άνω γεγονότων που την ακολούθησαν τα οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων η πρώτη εναγομένη, ούτε ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι στον σχεδιασμό της πρώτης εναγομένης εντασσόταν η αποχώρηση του ανωτέρω εταίρου και τα γεγονότα που τη συνόδευσαν.
Περαιτέρω, δεν δύναται το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει άλλα περιστατικά που περιέχει η αγωγή και αναφέρονται σε αδικοπρακτικές-αθέμιτα ανταγωνιστικές συμπεριφορές της πρώτης εναγομένης, πριν και μετά την ένδικη καταγγελία, αλλά δεν αναφέρονται στην εκκαλουμένη απόφαση, αφού για τα κεφάλαια αυτά δεν ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα (αρθ. 522 ΚΠολΔ) ούτε μπορεί να καταστεί χειρότερη η θέση των εκκαλούντων με την αποδοχή ως ουσιαστικά βασίμων άλλων περιστατικών, που συνιστούν ενδεχομένως αδικοπρακτική ή ανταγωνιστική συμπεριφορά (αρθ. 536 ΚΠολΔ). Όλα δε τα ανωτέρω περιστατικά που με την παρούσα απόφαση έγιναν δεκτά (ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι εν μέρει συνιστούσαν αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης διά του νομίμου εκπροσώπου αυτής δευτέρου εναγομένου) δεν κρίνει το παρόν Δικαστήριο, ότι ήταν ικανά να προκαλέσουν, ούτε αποδείχθηκε ότι προκάλεσαν συγκεκριμένη βλάβη της ενάγουσας στη φήμη και την αξιοπιστία αυτής στην αγορά ή εκτοπισμό της από αυτήν ή άλλη βλάβη με υλική υπόσταση και επομένως, αυτή δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην οικεία ανωτέρω νομική σκέψη...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιές από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακόλουθα, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί από το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 322/2023, ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013).
Εξ άλλου, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 26/2004), ώστε ο λόγος αυτός να ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία.
Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε, και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1127/2021). Για να είναι δε, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 476/2024, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009). Ειδικότερα, δεν αρκεί η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, γιατί μόνο με παράθεση των πραγματικών κρίσιμων παραδοχών και μάλιστα, όχι μεμονωμένων και κατ' επιλογή αποσπασματικών, μπορεί να ελεγχθεί, αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 1909/2007). Επίσης, και στις δύο περιπτώσεις, ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών της απόφασης, πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός, για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 9 παρ. 3 περ. α' του π.δ/τος 219/1991 για το λόγο ότι δέχθηκε ότι "... ο καταγγέλλων αντιπροσωπευόμενος απαλλάσσεται της υποχρέωσης αποζημίωσης, όταν δεν είναι ο ίδιος υπαίτιος της καταγγελίας , αντί του ορθού ότι απαλλάσσεται μόνο όταν ο αντιπρόσωπος είναι υπαίτιος της καταγγελίας και μάλιστα λόγω παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων..". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, σφάλμα που επάγεται την απόρριψή του, καθόσον ουδόλως διαλαμβάνεται σ'αυτόν η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, σχετικά με την προβαλλόμενη αιτίαση. Αντιθέτως, παρατίθεται απόσπασμα των νομικών σκέψεων της προσβαλλομένης (μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού), οι οποίες όμως δεν ελέγχονται αναιρετικώς, δεδομένου ότι ως προεκτέθηκε, η παραβίαση ή μη κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται, εφόσον το Δικαστήριο προέβη στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, μόνον επί τη βάσει των πραγματικών παραδοχών της προσβαλλομένης.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ιδίου (πρώτου) λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των διατάξεων των άρθρων 361 και 723 του ΑΚ για το λόγο ότι "... το εφετείο αν και δέχθηκε ότι η εταιρεία μας δεν είχε υπαιτιότητα για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης, απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους, παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 361,723 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της επίδικης σύμβασης, αφού δεν εφάρμοσε ιδίως τη διάταξη της ΑΚ 723, παρόλο που συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού της". O λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της παντελούς αοριστίας του, διότι ουδόλως παρατίθενται στο αναιρετήριο οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης, αλλά και διότι η αξίωση αποζημίωσης του διαφυγόντος κέρδους του εμπορικού αντιπροσώπου, σωρευτικώς αξιούμενη με την αποζημίωση πελατείας, ως αξίωση αποζημίωσης του κοινού δικαίου (αρθ. 297, 298, 914 ΑΚ) προϋποθέτει υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας και εντεύθεν πρόκληση ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο, στοιχεία των οποίων ουδεμία επίκληση γίνεται στον αναιρετικό λόγο, παρεκτός του ότι, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, ουδόλως αποδείχθηκαν, ενώ εξ άλλου, ουδόλως εξηγείται το ερμηνευτικό σφάλμα της προσβαλλομένης συναφώς προς την επικαλούμενη ως εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 723 του ΑΚ, δηλαδή, ως προς την αποζημίωση που οφείλεται με βάση την αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, ήτοι την άνευ πταίσματος του τελευταίου υποχρέωσή του, να ανορθώσει τυχόν ζημία του εντολοδόχου, που αυτός υπέστη από οποιαδήποτε αιτία, κατά τη διάρκεια της εντολής. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 8 π.δ/τος 219/1991 και αυτών των άρθρων 723,724 του ΑΚ, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του "σπουδαίου λόγου" και της "έκτακτης περίστασης", στην οποία προέβη η προσβαλλομένη, καθόσον εσφαλμένως ερμηνεύοντας τις άνω διατάξεις δέχθηκε, ότι "σπουδαίο λόγο" συγκροτούν και περιστατικά που ανάγονται στη σφαίρα συμφερόντων και του καταγγέλλοντος ή μόνον του καταγγέλλοντος, εφόσον δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του, και "έκτακτη περίσταση" περιστατικά που δεν θεμελιώνουν συμβατική παράβαση και υπαιτιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι σ'αυτόν διαλαμβάνονται μόνον αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης και μάλιστα με παραπομπή σε, εκτός του αναιρετηρίου διαδικαστικό έγγραφο, και συγκεκριμένα σε σελίδες της προσβαλλομένης, προσδιοριζόμενες αριθμητικά και κατ' όψη (εμπρόσθια και οπίσθια όψη φύλλων της προσβαλλομένης) αλλά, σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος. Τούτο διότι, το Εφετείο, σύμφωνα με τις επί λέξει προδιαληφθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, δέχθηκε, ότι μετά τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου, με χρόνο λήξης την 31.12.2018, και δυνατότητα λύσης της εκτάκτως για σπουδαίο λόγο, από οιονδήποτε των συμβαλλομένων, η αναιρεσείουσα η οποία ανέλαβε συμβατικώς, να προστατεύει τα συμφέροντα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εκτελούσε προσηκόντως τις συμβατικές της υποχρεώσεις, και κατόρθωσε, μέσω των συνεργατών της που προσέλαβε και εκπαίδευσε, να αναπτύξει μία επιτυχημένη επιχειρηματική στρατηγική προσέλκυσης πελατών-χρηστών ηλεκτρικής ενέργειας υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας, σε επίπεδο οικιακών αλλά και επιχειρηματικών προγραμμάτων, αναπτύσσοντας το πελατολόγιό της και εντάσσοντας σ'αυτό σημαίνοντες επιχειρηματικούς ομίλους, όπως ο όμιλος επιχειρήσεων ... Ότι αντιστοίχως, η αντισυμβαλλόμενη, πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία, που είχε συμβατική υποχρέωση καταβολής αμοιβής, ειδικώς προσδιοριζόμενης, ανάλογα με την επίτευξη από την αναιρεσείουσα των εκάστοτε καθοριζόμενων στόχων στην προσέλκυση πελατών, όπως και υποχρέωση παροχής βοήθειας και υποστήριξης στην αναιρεσείουσα, προέβη το θέρος του 2016 σε δημιουργία παραλλήλου δικτύου συνεργατών στη πόλη της Θεσσαλονίκης, με το ίδιο με την αναιρεσείουσα σύστημα τιμολόγησης και αμοιβής, πλην όμως, η ενέργειά της αυτή υπήρξε επιτρεπτή, δεδομένου ότι δεν υπήρχε σχετικός απαγορευτικός όρος στην επίμαχη σύμβαση. Ότι τον μήνα Ιανουάριο 2017 επιλύθηκε συμβιβαστικά διαφορά που προέκυψε μεταξύ των συμβαλλομένων εξ αιτίας της απόσχισης συνεργάτη (υποαντιπροσώπου) της αναιρεσείουσας, ονόματι Δ. Μ. , ο οποίος παρακάμπτοντας το δίκτυο συνεργατών της τελευταίας στο οποίο ανήκε, προσήγγιζε πελάτες αυτής, παρακινώντας τους να συνεργαστούν με το νέο δίκτυο πωλητών που προετοίμαζε η αναιρεσίβλητη, χωρίς όμως, να αποδεικνύεται συνεννόηση και συνεργασία μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, και του Δ. Μ. , ούτε εξ άλλου ότι οι ενέργειες του τελευταίου είχαν ως αποτέλεσμα την απόσπαση πελατείας από την αναιρεσείουσα, ή τη ζημία αυτής. Ότι η διαφήμιση και εν γένει προβολή των υπηρεσιών που παρείχε η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, μέσω ανταγωνιστικών προσφορών, χωρίς αναφορά της αναιρεσείουσας ως συνεργάτη της στη διαμεσολάβηση της ανεύρεσης πελατών, δεν υπήρξε αντίθετη προς τις συμβατικές προβλέψεις, δεδομένου του συμβατικού δικαιώματος της τελευταίας να προσεγγίζει η ίδια πελάτες, άνευ διαμεσολάβησης τρίτου, αλλά και του γεγονότος ότι και η ίδια η αναιρεσείουσα προέβαινε σε προσφορές που δεν συμβάδιζαν με τις οδηγίες της πρώτης των αναιρεσιβλήτων. Ότι δύο μήνες μετά, δηλαδή τον μήνα Μάρτιο 2017 οι σχέσεις των συμβαλλομένων διαταράχθηκαν εκ νέου με αφορμή την τιμολόγηση επιχειρηματικών προγραμμάτων, χωρίς όμως να αποδεικνύεται γενική μεταβολή της τιμολογιακής πολιτικής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ή ότι αυτή έλαβε χώρα με σκοπό να πλήξει την αναιρεσείουσα, ούτε ότι η συμπεριφορά της συναφώς, ήταν αντίθετη στην συναλλακτική καλή πίστη, ή αθέμιτα ανταγωνιστική, ή αδικοπρακτική. Ότι ακολούθως, και συγκεκριμένα, στις 4.8.2017, δηλαδή τον προηγούμενο μήνα της καταγγελίας που έλαβε χώρα στις 14.9.2017 εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η ίδρυση της ΙΚΕ με την επωνυμία "REVMA PLUS IKE", με διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, τον πρώην εταίρο της αναιρεσείουσας Θ. Λ. , και ευθέως ανταγωνιστικό καταστατικό σκοπό από αυτόν της αναιρεσείουσας, ο οποίος σε αμφότερες τις εταιρείες είναι η παροχή υπηρεσιών εμπορίου-πώλησης και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και εξεύρεσης πελατών, και ότι η νέα αυτή εταιρεία συνεργάστηκε με ανταγωνίστρια της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝ ΑΕ". Ότι η έλλειψη άμεσης ενημέρωσης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων περί του γεγονότος της αποχώρησης του Θ. Λ. από την αναιρεσείουσα και των περαιτέρω ανταγωνιστικών ενεργειών του, δεν υπήρξε ως ενέργεια αντισυμβατική, αφού η υποχρέωση ενημέρωσης της αντιπροσωπευομένης-πρώτης των αναιρεσιβλήτων αφορούσε, κατά τη σύμβαση, άλλης φύσεως ζητήματα. Ότι ο παραπάνω αποσχισθείς εταίρος της αναιρεσείουσας, ομού με τον έτερο εταίρο Χ. Π. , ήσαν οι κυρίως δραστηριοποιούμενοι για τα ζητήματα της εταιρείας, ενώ ο τρίτος εξ αυτών και διαχειριστής, Γ. Τ. είχε τυπική συμμετοχή, ώστε η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ευλόγως απέβλεπε για την ευόδωση της συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα, στο πρόσωπο των άνω ουσιαστικά δραστηριοποιουμένων εταίρων, και στην μη αποχώρηση αυτών, πολύ περισσότερο αφού με αυτούς λάμβαναν χώρα οι διαπραγματεύσεις για τη κατάρτιση εκάστης επί μέρους σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αθεμίτων και ευθέως ανταγωνιστικών ενεργειών εις βάρος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατά τη διάρκεια της επίμαχης σύμβασης εκ μέρους των Θ. Λ. και Χ. Π. , και συνεπώς υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης από την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, ούτε παραβίαση των όρων της σύμβασης, πλην όμως, ότι αποδείχθηκε με βεβαιότητα, ότι μετά την αποχώρηση του Θ. Λ. από την αναιρεσείουσα, και τα γεγονότα που επακολούθησαν την αποχώρησή του, δημιουργήθηκε εύλογη υποψία στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων για πιθανή συνεργασία των λοιπών εταίρων της αναιρεσείουσας με την ανταγωνίστρια εταιρεία "ΚΕΝ ΑΕ" (όπως και έγινε μετά τη καταγγελία) και δυσπιστία της σχετικά με την ικανότητα της αναιρεσείουσας να συνεργαστεί στο μέλλον με την αναιρεσίβλητη (κλονισμός εμπιστοσύνης). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω περιστατικών, το Εφετείο έκρινε ότι θεμελιώνεται σπουδαίος λόγος και έκτακτη περίσταση για την επίμαχη καταγγελία, αφού τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά επέφεραν ανεπανόρθωτη διατάραξη στις σχέσεις των διαδίκων εταιρειών, και καθιστούσαν την εξακολούθηση της συνεργασίας μη αξιώσιμη για την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, κατά την καλή συναλλακτική πίστη, όπως επίσης, και τη λύση της σύμβασης αντικειμενικά προβλεπτή και συμφέρουσα προς το συναλλακτικό συμφέρον της τελευταίας ως οικονομικής εκμετάλλευσης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δηλαδή, ότι σπουδαίο λόγο συνιστούσαν τα παραπάνω διάφορα περιστατικά και η προπεριγραφείσα ορισμένη συμπεριφορά, εξ αιτίας των οποίων δεν ήταν δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, και σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωνόταν, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, η εξακολούθηση της σύμβασης από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος οιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 8 παρ. 8 π.δ/τος 219/1991, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, δεδομένου ότι, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, σπουδαίο λόγο για την έκτακτη καταγγελία μπορεί να θεμελιώνει ανυπαίτια συμπεριφορά οποιουδήποτε των συμβαλλομένων, εφόσον η συνέχιση της σύμβασης καθίσταται μη ανεκτή ως αντικείμενη στα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντα του καταγγέλλοντος, όπως έγινε δεκτό στη προκειμένη περίπτωση που εξέλιπε η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που κατέστησε αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας, τα δε έκτακτα περιστατικά, είναι δυνατόν να αφορούν οποιονδήποτε των συμβαλλομένων, ήτοι τον καταγγείλαντα ή τον αποδέκτη της καταγγελίας, λαμβανομένου υπόψη του συμβατικού και νομοθετικού πλαισίου της σύμβασης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, ότι οι στον ίδιο λόγο περιλαμβανόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που χαρακτηρίζονται ως "τρίτο σφάλμα" της προσβαλλομένης, και αναφέρονται (α) σε εσφαλμένη εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της "ανεπανόρθωτης διατάραξης της μεταξύ των διαδίκων εταιρειών σχέσης", για το λόγο ότι το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές όφειλε να οδηγηθεί στο πόρισμα, ότι δεν ήταν αντικειμενικώς δυνατό να υπάρξει, και τελικώς δεν υπήρξε κλονισμός της εμπιστοσύνης των αναιρεσιβλήτων από τις ενέργειες των φυσικών προσώπων της αναιρεσείουσας, και (β) "επικουρικώς", ότι η προσβαλλομένη προς εξειδίκευση των παραπάνω αορίστων εννοιών βασίστηκε σε περιστατικά αναγόμενα σε μετασυμβατικές πράξεις των αποχωρησάντων εταίρων της αναιρεσείουσας, διατυπώνονται αορίστως, χωρίς παράθεση των παραδοχών της προσβαλλομένης και συνεπώς, απαραδέκτως, σε κάθε δε περίπτωση, δεν αφορούν ερμηνεία αόριστης νομικής έννοιας, αλλά, υπό το πρόσχημα των παραπάνω αιτιάσεων απαραδέκτως επιχειρείται από την αναιρεσείουσα να πληγεί στην πραγματικότητα η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 1445/2017). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη εκ πλαγίου παράβαση των αμέσως ανωτέρω διατάξεων. Όμως με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που ανταποκρίνονται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής τους, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον με πλήρη και αναλυτική παράθεση σαφών και άνευ αντιφάσεων αιτιολογιών, θεμελίωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο ειδικότερα, ότι μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου δεν συνέτρεξαν περιστατικά υπαίτιας παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της αναιρεσείουσας, που να δικαιολογούσαν αυτά καθ' εαυτά την έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, αλλά περιστατικά αντικειμενικά, που οδήγησαν σε μεταβολή των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ανεξαρτήτως της συνδρομής υπαιτιότητος ενός εξ αυτών και της προέλευσης των περιστατικών, τα οποία όμως, ευλόγως κλόνισαν την εμπιστοσύνη της πρώτης των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα, με κύριο, αυτό της αποχώρησης από την αναιρεσείουσα του σημαντικότερου εταίρου της Θ. Λ. , ο οποίος ξεκινώντας νομότυπες, πλην σαφώς ανταγωνιστικές ενέργειες εις βάρος της καταγγείλασας πρώτης των αναιρεσιβλήτων, επέφερε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών και περιουσιακών σχέσεων των συμβαλλομένων μερών, δημιουργώντας στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων την εύλογη υποψία της πιθανής συνεργασίας του και με τους λοιπούς εταίρους της αναιρεσείουσας και τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της προς την αναιρεσείουσα. Συνακόλουθα δε, προς τα ανωτέρω, ότι η επίμαχη καταγγελία δεν ενείχε πρόδηλη υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αφού η αποχώρηση του ανωτέρω εταίρου ενείχε τον κίνδυνο απώλειας πελατείας της καταγγείλασας και ότι συνεπώς, η λύση της επίδικης σύμβασης εντασσόταν στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την αντισυμβαλλομένη συναλλακτικές δυνατότητες της καταγγείλασας πρώτης των αναιρεσιβλήτων, και δεν ήταν άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της.
Εξ άλλου σαφώς, με επάρκεια αιτιολογιών και χωρίς αντιφάσεις το Εφετείο δέχθηκε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ότι παρόλο που μεταξύ των συμβαλλομένων μερών είχαν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για την σύναψη νέας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, της ιδίας μορφής, πλην με επί πλέον όρους (όπως πχ. ρήτρα αποκλειστικότητας και μη ανταγωνισμού) εν τούτοις, το έκτακτο και μη αναμενόμενο γεγονός της αποχώρησης από την αναιρεσείουσα του σημαντικού εταίρου της, Θ. Λ. και ιδίως, της περαιτέρω επιχειρηματικής του δραστηριοποίησης σε πεδίο σαφώς ανταγωνιστικό προς αυτό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, υπήρξε η αιτία της ανατροπής των μέχρι τότε πραγματικών δεδομένων που αφορούσαν στην κατάρτιση νέας σύμβασης και της αιφνίδιας, πλην εύλογης, απόφασης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων να προβεί σε λύση της επίδικης σύμβασης με έκτακτη καταγγελία της, προς προάσπιση των επαγγελματικών της συμφερόντων, κίνηση που ορθώς κρίθηκε από τη προσβαλλομένη ως συναλλακτικώς προβλέψιμη κατ' αντικειμενική κρίση, ώστε να μη συντρέχει ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλομένης, συναφώς προς τη μη επιλογή εκ μέρους της καταγγείλασας πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ηπιότερου μέτρου αντί της έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης. Τούτο δε, πολύ περισσότερο αφού, ναι μεν, συνιστά στοιχείο, που λαμβάνεται υπόψη για τη σοβαρότητα της παραβίασης που θεμελιώνει τον σπουδαίο λόγο, και η έρευνα του κατά πόσο θα αρκούσε για την αποκατάσταση της διατάραξης η, προηγούμενη της καταγγελίας, παροχή εύλογης προθεσμίας στον αντιπρόσωπο ή αποκλειστικό διανομέα προς συμμόρφωση ή άρση της παραβίασης με την απειλή - αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη- έκτακτης καταγγελίας, πλην όμως, η προηγούμενη παροχή της ως άνω προθεσμίας, δεν αποτελεί στοιχείο (προϋπόθεση) για την κατάφαση του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας, αφού δεν αξιώνεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 α'του π.δ/τος 219/1991 ως όρος γένεσης του παρεχόμενου δικαιώματος (ΑΠ 1814/2022, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 1317/2018).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που προεχόντως διατυπώνεται αορίστως και συνεπώς απαραδέκτως, καθόσον διαλαμβάνει τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποσπασματικά και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, οι λοιπές δε αιτιάσεις που περιλαμβάνονται σ' αυτόν και αφορούν είτε στο "γιατί" το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, είτε βάλλουν κατά επιχειρημάτων που συνήγαγε το Δικαστήριο από τις αποδείξεις, ή τέλος, αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς ενίσχυση των αντιθέτων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτού, είναι απαράδεκτες καθόσον συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, ώστε με αυτές, και υπό την επίφαση του αναιρετικού ελέγχου, στη πραγματικότητα, να πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσία της υπόθεσης. Από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 343/2023, ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1353/2022, ΑΠ 1206/2019).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 757/2015). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις της ιστορικής βάσης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022). Ειδικότερα, ο λόγος έφεσης αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1588/2017). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Τέλος, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 485/2024, ΑΠ 1417/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 2086/2017), καθώς και αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του περιστατικά διαφορετικά μεν, αλλά συναφή ή διευκρινιστικά των περιστατικών της αγωγής, που προέκυψαν από τις αποδείξεις (ΑΠ 1322/2020, ΑΠ 377/2019, ΑΠ 663/2018, ΑΠ 609/2012) έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 377/2019, ΑΠ 94/2008) ή γενικότερα, περιστατικά που δεν περιέχονται μεν στην αγωγή, αλλά δεν συνιστούν ουσιώδη μεταβολή του αντικειμένου της, ούτε αναιρούν την ταυτότητα του βιοτικού συμβάντος (ΑΠ 841/2017, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 638/2016). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/2011). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα εξής: (Α) Ότι η προσβαλλομένη παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο (αρ. 14 άρθρ. 559 ΚΠοΛΔ) καθόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, παρόλο που επικαλέστηκε ένα μοναδικό λόγο καταγγελίας και συγκεκριμένα, ότι ο αποχωρήσας εταίρος της αναιρεσείουσας Θ. Λ. είχε συστήσει νέα ΙΚΕ, την "REVMA PLUS ΙΚΕ" με το ίδιο αντικείμενο με την αναιρεσείουσα και παρείχε μέσω της νέας αυτής εταιρείας, υπηρεσίες, υπέρ άλλης ανταγωνιστικής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας και δη της εταιρείας "ΚΕΝ ΑΕ" προβαίνοντας σε σημαντική μεταφορά πελατών προς την τελευταία, με αποτέλεσμα τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της καταγγέλλουσας, εν τούτοις, στη συνέχεια, αντί να περιορισθεί στον παραπάνω, μοναδικό λόγο που αποτελούσε το έγγραφο περιεχόμενο της καταγγελίας, επικαλέστηκε ως εναγομένη, με τις προτάσεις της του πρώτου βαθμού, προς θεμελίωση του καταλυτικού ισχυρισμού της (ένστασης) για ύπαρξη σπουδαίου λόγου προς έκτακτη καταγγελία της σύμβασης, περιστατικό μη διαλαμβανόμενο στο έγγραφο της καταγγελίας, και συγκεκριμένα, ότι η αναιρεσείουσα είχε αφανή συνεργασία με την εταιρεία REVMA PLUS AE του Θ. Λ. , διά της οποίας διέρρεαν πελάτες στην ΚΕΝ, ακολούθως δε, ως εκκαλούσα, ομού μετά του εκκαλούντος νομίμου εκπροσώπου της, προέβαλαν απαραδέκτως, το πρώτον με λόγους της έφεσής τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, χωρίς την τήρηση της εξαίρεσης από τον κανόνα του απαραδέκτου, του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ότι για πρώτη φορά με το εφετήριο δικόγραφο, διέλαβαν ως λόγους της έφεσής τους, νέα κλονιστικά περιστατικά προς θεμελίωση του σπουδαίου λόγου για την έκτακτη καταγγελία στην οποία προέβησαν και συγκεκριμένα ότι: (1) ότι κλόνισε την εμπιστοσύνη τους το γεγονός της ίδιας της αποχώρησης του Λ. και (2) ότι δεν έλαβαν έγκαιρη ενημέρωση για την αποχώρηση του Θ. Λ. (Β) ότι η προσβαλλομένη λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω νέους ισχυρισμούς, παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν απαραδέκτως (αρ. 8 αρθρ. 559 ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα αιτιάται δικονομικό απαράδεκτο, εξ αιτίας επίκλησης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ως εναγομένων, περιστατικών που δεν περιέχονταν στο έγγραφο της καταγγελίας είναι αβάσιμος, καθόσον, λαμβανομένου υπόψη του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας ως απευθυντέας δικαιοπραξίας, ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να υπερασπιστεί το έγκυρο αυτής με συγκεκριμένα περιστατικά, αλλά παραδεκτώς προβαίνει σε επίκληση περιστατικών, το πρώτον ως ενιστάμενος, ή σε περίπτωση που προέβη σε επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών με το έγγραφο της καταγγελίας του, παραδεκτώς, σε επίκληση περιστατικών διαφορετικών ή και περισσοτέρων των όσων περιλαμβάνονται στο έγγραφο της καταγγελίας.
Περαιτέρω, και κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αιτιάται δικονομικό απαράδεκτο από τη προβολή εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, ως εκκαλούντων, λόγων έφεσης απαρτιζομένων από τους προεκτεθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως, χωρίς να συντρέχει εξαίρεση του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι επίσης αβάσιμος, ως προς μεν το κλονιστικό περιστατικό της αποχώρησης του Θ. Λ. , δεδομένου ότι αυτό ρητώς υπήρξε περιεχόμενο της έγγραφης καταγγελίας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ως προς δε το ζήτημα της "μη έγκαιρης ενημέρωσης" της τελευταίας ως προς το ζήτημα της αποχώρησης, ως αλυσιτελής, αφού ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ισχυρισμός αυτός προεβλήθη απαραδέκτως, απορρίφθηκε από την προσβαλλομένη και συνεπώς δεν στηρίζει το διατακτικό αυτής (πρβλ. ΑΠ 1246/2022). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης: (α) η πρώτη των αναιρεσιβλήτων κατήγγειλε την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λόγω σπουδαίου λόγου συγκειμένου στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της προς την αναιρεσείουσα εμπορική της αντιπρόσωπο, που προήλθε όχι από το γεγονός, αυτής καθ' εαυτής, της αποχώρησης του Θ. Λ. από την τελευταία, παρότι απέβλεπε στο πρόσωπό του για την ευόδωση της συνεργασίας τους, αλλά από το αποδειχθέν επιβαρυντικό για την απώλεια εμπιστοσύνης της γεγονός, ότι αυτός συνέστησε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία "REVMA PLUS IKE" με σκοπό τις υπηρεσίες εμπορίου πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, υπηρεσίες οι οποίες ταυτίζονται και είναι ευθέως ανταγωνιστικές με τις υπηρεσίες που παρείχε η αναιρεσείουσα για λογαριασμό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και διότι η παραπάνω νεοσυσταθείσα εταιρεία δραστηριοποιείτο εμφανώς υπέρ της ανταγωνίστριας (της πρώτης των αναιρεσιβλήτων) εταιρείας, με την επωνυμία "ΚΕΝ ΑΕ " και είχε ήδη προβεί σε μεταφορά πελατών της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στην άνω ανταγωνίστρια εταιρεία. (β) η αναιρεσείουσα δεν είχε συμβατική υποχρέωση να ενημερώσει την πρώτη των αναιρεσιβλήτων για τις επιχειρηματικές επιλογές του αποχωρήσαντος εταίρου της, δεδομένου ότι η προβλεφθείσα από την επίμαχη σύμβαση υποχρέωση ενημέρωσης προβλεπόταν για τις περιπτώσεις τροποποίησης του καταστατικού της αναιρεσείουσας και μόνον εφόσον ελάμβανε χώρα καταγγελία της σύμβασης μετά την ανανέωσή της ή την κατάρτιση νέας σύμβασης και όχι πριν τις 31.12.2018 που ήταν η ημερομηνία συμβατικής λήξης της.
Περαιτέρω, και ως προς την αιτίαση την περιεχόμενη στον αυτό λόγο αναίρεσης περί λήψης υπόψη του περιστατικού της "σημαντικής μείωσης της εισφοράς νέων πελατών" στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, που δικαιολογούσε διατάραξη της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, χωρίς το περιστατικό αυτό να διαλαμβάνεται ως ισχυρισμός, είτε στο έγγραφο της καταγγελίας, είτε στους εν γένει ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η αιτίαση αυτή προεβλήθη επίσης αλυσιτελώς, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το περιστατικό αυτό που προέκυψε από τις αποδείξεις ανήγετο σε χρόνο μεταγενέστερο της καταγγελίας και δεν επηρέασε το αποδεικτικό πόρισμα.
Εξ άλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο αυτός λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο με τις αυτές ως άνω αιτιάσεις για παρά το νόμο λήψη υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν απαραδέκτως (αρθ.559 αρ. 8 ΚΠολΔ) δεδομένου ότι ως αναλυτικά προεκτέθηκε, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν ως εν προκειμένω, το Δικαστήριο λάβει υπόψη του περιστατικά ακόμη και διαφορετικά, αλλά συναφή ή διευκρινιστικά των ισχυρισμών, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης και τα οποία, όπως αυτά αναλυτικά προεκτέθηκαν, αφορούν στο αυτό βιοτικό συμβάν. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης (αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) των διατάξεων των άρθρων 361,288,724 του ΑΚ και 8 παρ. 8, 9 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 3 του π.δ/τος 210/1991 για το λόγο ότι η εκ των υστέρων (όψιμη) επίκληση νέων περιστατικών "σπουδαίων λόγων" καταγγελίας, εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι κατάφωρα αντίθετη προς την καλή πίστη, η εφαρμογή της οποίας εκτεινόμενη γενικότερα στην έννομη τάξη, επιβάλλει την επίκληση με σαφήνεια και πληρότητα των λόγων που οδήγησαν την καταγγείλασα πρώτη των αναιρεσιβλήτων στην απόφασή της να αποδεσμευτεί εκτάκτως από την επίμαχη σύμβαση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αφενός μεν, ουδεμία παραδοχή της προσβαλλομένης παρατίθεται συναφώς προς τον άνω λόγο, παρά μόνον παραπομπή σε φύλλα της προσβαλλομένης και όψεις αυτών (εμπρόσθια-οπίσθια), καθώς και σε παραγράφους της αγωγής και των πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε, διότι ο αναιτιώδης χαρακτήρας της καταγγελίας, αποκλείει νοηματικώς την αξιολόγηση ως αντίθετης στην καλή πίστη τυχόν "μεταβολής" ή "συμπλήρωσης" των περιστατικών εξ αιτίας των οποίων αυτή επιχειρήθηκε.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει την αυτή πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη καταγγελία δεν εντασσόταν στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες της καταγγείλασας εταιρείας, καθόσον δεν υπήρχε ούτε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας εταιρείας, ούτε έκτακτη περίσταση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός λόγω της παντελούς αοριστίας του, ελλείψει αναφοράς των ουσιαστικών παραδοχών, αλλά και διότι υπό το πρόσχημα του αναιρετικού σφάλματος πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων της προσβαλλομένης, που όμως, είναι ζήτημα πραγματικό, μη υποκείμενο στον αναιρετικό έλεγχο. Πρέπει συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό του. Ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 470/2025, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 763/2018, ΑΠ 1435/2018, ΑΠ 1412/2017). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το πόρισμα αυτής περί σπουδαίου λόγου καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας βασίστηκε "αποκλειστικά" στο με αριθμό .../2020 έγγραφο του ΔΕΔΗΕ από το οποίο, προέκυπτε μόνον η μεταφορά των πελατών της πρώτης αναιρεσίβλητης προς την ανταγωνιστική ΚΕΝ ΑΕ, χωρίς όμως να προκύπτουν από το περιεχόμενό του, οι παραδοχές της προσβαλλομένης, ότι (α) οι πελάτες που μεταφέρθηκαν στην ΚΕΝ ΑΕ ήσαν πελάτες που είχε εισφέρει η ενάγουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη, (β) ότι οι πελάτες αυτοί μετακινήθηκαν με ενέργειες της εταιρείας του Θ.Λ. και (γ) ότι οι πελάτες αυτοί αποχώρησαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη προς την ΚΕΝ ΑΕ εξ αιτίας ενεργειών της αναιρεσείουσας ή και σε συνεργασία με την ΚΕΝ ΑΕ, ως ανταγωνιστική της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις που τον συγκροτούν δεν συνιστούν "εσφαλμένη ανάγνωση" εγγράφου, κατά την προεκτεθείσα έννοια του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή, "ανάγνωση" στο επίμαχο κείμενο λέξεων και φράσεων που δεν περιλαμβάνονταν σ'αυτό, πολύ περισσότερο αφού το επίμαχο έγγραφο περιλαμβάνει αποκλειστικά αριθμητικά-ποσοτικά δεδομένα, αλλά αφορούν σε παράπονα αναγόμενα σε διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, παρεκτός και πέραν του ότι η κρίση της προσβαλλομένης για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου της επίμαχης καταγγελίας βασίστηκε σε λεπτομερώς αναλυθέντα περιστατικά, προκύψαντα από τα νομίμως προσαχθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το υπόψη έγγραφο, χωρίς από το τελευταίο να εξαρτήθηκε και δη, αποκλειστικώς, η απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, της ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας της επίμαχης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας , που εξετάστηκε κατ' ουσίαν, αλλά αντιθέτως, συνεκτιμήθηκε αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς ουδόλως το δικαστήριο να εξάρει την αποδεικτική του αξία. Τούτο πολύ περισσότερο αφού, το αποδεικτικό ενδιαφέρον του υπόψη εγγράφου εξαντλείται μόνον στο χρονικό διάστημα από 1.8.2017 έως τον χρόνο της υπόψη καταγγελίας (14.9.2017), ήτοι μόνον 45 ημερών, προς απόδειξη της κινητικότητας των πελατών προς ανταγωνιστικό της πρώτης αναιρεσίβλητης φορέα, ενώ για το πέραν αυτού διαλαμβανόμενο χρονικό διάστημα και δη, από 15.9.2017 έως 1.4.2018 που η μεταξύ των άνω διαδίκων σύμβαση είχε ήδη λυθεί, τούτο είναι αποδεικτικώς αδιάφορο, στοιχείο που αποδυναμώνει την κρισιμότητα αυτού ως αποδεικτικού μέσου. Κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Επιπλέον, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα, από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 108/2020). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ` αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1321/2015, AΠ 119/2014, ΑΠ 2015/2014). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 822/2013).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε, με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/ 2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/ 2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/ 2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Με τον έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη κήρυξη απαραδέκτου της αγωγής της (αρ. 14 αρθ. 559 ΚΠολΔ) ως αόριστης, ως προς (α) το κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας και (β) ως προς το κονδύλιο που αφορά μη εξοφληθείσα αμοιβή της, για την οποία εκδόθηκε από την ίδια, το αναφερόμενο στην αγωγή τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών. Από το παραδεκτώς επισκοπούμενο, για τις ανάγκες του ελέγχου του αναιρετικού αυτού λόγου, περιεχόμενο της από 1.12.2017 αγωγής προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα αφού παρέθεσε λεπτομερώς τις συνθήκες λύσης της συνεργασίας της με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο αυτών, με καταγγελία της ένδικης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ακολούθως διέλαβε αναλυτικά τις ενέργειές της για τον εντοπισμό και προσέλκυση σταθερών πελατών (φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις ως καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας), χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση αυτών σε βαθμό ατομικότητος, ο αριθμός των οποίων από το έτος 2014 που ξεκίνησε η συνεργασία τους μέχρι τη λήξη της το έτος 2017, ισχυρίστηκε, ότι υπερέβη τον αριθμό των 9.000 , διαλαμβάνοντας στην αγωγή λεπτομερή πίνακα με την κατ' έτος και μήνα συνεισφορά αυτών (πελατών) στο πελατολόγιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, καθώς και λεπτομερή πίνακα με την κατ' έτος και μήνα κατανάλωση των παροχών πελατών, στην περιοχή δράσης τους, αλλά και σε πανελλήνια κλίμακα, μετά του εξαγομένου ποσοστού συνεισφοράς της στην συνολική κατανάλωση των πελατών της αναιρεσίβλητης πανελληνίως, όπως εξ άλλου, διέλαβε λεπτομερώς ισχυρισμό, ότι μετά τη λύση της σύμβασης με την επίδοση σ' αυτή στις 14.9.2017 της καταγγελίας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, η τελευταία διατήρησε τις ουσιαστικές ωφέλειες (τα περαιτέρω δηλαδή κέρδη) από την ύπαρξη και επιβίωση της σταθερής πελατείας (οικιακοί καταναλωτές και επιχειρήσεις) ανερχομένης σε ποσοστό 22,8 % του συνόλου των πελατών της, την οποία είχε προσελκύσει με το πλέγμα περιγραφομένων προσπαθειών της, των ωφελειών αυτών διατηρουμένων τουλάχιστον για χρόνο πέραν του έτους μετά την καταγγελία και δη, μέχρι τις 31.12.2018, λαμβανομένης υπόψη και της διετούς μετασυμβατικής ρήτρας εμπιστευτικότητας και μη ανταγωνισμού, τέλος δε, ότι, ο στην αγωγή λεπτομερής υπολογισμός του μέσου ετησίου όρου της εν λόγω αποζημίωσης με βάση το άθροισμα των εισπραχθεισών αμοιβών καθόλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους, αποδίδει ποσό νόμιμο και δίκαιο λαμβανομένων υπόψη των στην αγωγή αναφερομένων περιστάσεων.
Συνεπώς, η αγωγή ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας, ήταν καθ' όλα ορισμένη και δεν ήταν αναγκαία η διακριτή αναφορά στον ΦΠΑ του εν λόγω ποσού, ούτε ο διαχωρισμός των ποσών των εισπραχθέντων μικτών αμοιβών της αναιρεσείουσας για κάθε κατηγορία πελατών, ούτε εξ άλλου, ο προσδιορισμός των διατηρουμένων ωφελημάτων κατ' είδος και κατά ποσό, του εν λόγω υπολογισμού επαφιεμένου στο Δικαστήριο της ουσίας επί τη βάσει των προσκομιζομένων αποδείξεων, κατά τα αναλυτικώς προεκτεθέντα στην υπό στοιχείο Δ μείζονα σκέψη της παρούσας, ώστε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένως δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά για την εξειδίκευση του υπόψη κονδυλίου και κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με την ένδικη αγωγή της, αναζήτησε προς επιδίκαση το χρηματικό ποσό των 27.110,70 ευρώ που αφορούσε αμοιβή της για παρασχεθείσες υπηρεσίες (αρθ. 6 παρ. 1 π.δ. 219/1991) "ενεργοποίησης αιτήσεων και κατανάλωσης πρώτης και δεύτερης κατηγορίας", και για το οποίο είχε εκδοθεί το παραμείναν ανεξόφλητο, με αριθμό ....2017 τιμολόγιο εκδόσεώς της. Το κονδύλιο αυτό απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως αόριστο, για το λόγο ότι δεν γινόταν διάκριση στην αγωγή μεταξύ των ποσών που αντιστοιχούσαν σε κάθε κατηγορία κατανάλωσης (Α και Β κατηγορία), όπως αυτή (κατηγορία) εξειδικευόταν λεπτομερώς κατά περιεχόμενο, και με βάση το πρόγραμμα στο οποίο εντασσόταν ο κάθε καταναλωτής-πελάτης, αλλά και διότι δεν προέκυπτε σαφώς, αν αυτό υπήρξε ανεξόφλητο. Με την απόρριψη του κονδυλίου αυτού ως αορίστου, το Εφετείο έσφαλε κηρύσσοντας δικονομικό απαράδεκτο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία της αγωγής ήταν επαρκή για το ορισμένο του κονδυλίου, ενώ η διάκριση του είδους των ποσών που περιλαμβάνονται σ'αυτό, κατά κατηγορία, ουδόλως επηρεάζει το ανεξόφλητο αυτών, ούτε πολύ περισσότερο η παράλειψη της αναφοράς στο ανείσπρακτο του εν λόγω τιμολογίου, λαμβανομένου υπόψη ότι την εξόφλησή του αιτήθηκε ρητώς με το αιτητικό της αγωγής της, η αναιρεσείουσα, τα ζητήματα δε αυτά άπτονται της ουσιαστικής εκτίμησης της διαφοράς.
Πρέπει συνεπώς, οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη εν μέρει, ως προς τα κονδύλια της αποζημίωσης πελατείας και ανεξόφλητης αμοιβής της αναιρεσείουσας, που εσφαλμένως κρίθηκαν αόριστα, ενώ ήσαν πλήρως ορισμένα. Μετά δε, την βασιμότητα των ως άνω λόγων, καθίστανται μη ερευνητέοι, ως αλυσιτελείς, οι ένατος και δέκατος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλούμενη πλημμέλειες από τον αρ. 8 (αυτοτελής ισχυρισμός περί αποδοχής του τιμολογίου από την αναιρεσίβλητη) και τον αρ. 1 (ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 873 του ΑΚ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει τις παραδοχές συναφώς προς το άνω κονδύλιο της ανεξόφλητης αμοιβής της. Ζ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι προϋποθέσεις γέννησης ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 75/2020, ΑΠ 1/2019).
Εξάλλου, παράνομη συμπεριφορά, η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δημιουργεί υποχρέωση του υπαίτιου σε αποζημίωση, συνιστά (και) κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού (δικαιώματος).
Συνεπώς, αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνει και η, κατά προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων, υπαίτια και ζημιογόνος άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης. Η καταγγελία, πάντως, αυτή δεν ενέχει πρόδηλη υπέρβαση των ειρημένων ορίων, όταν η συνέπειά της, δηλαδή η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον συμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγείλαντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του. Το δικαίωμα δε, της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης δεν το αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση για την τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, και άρα η τυχόν, προηγηθείσα της καταγγελίας, επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγείλαντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου του, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, ενόψει μάλιστα και του ότι η συμπεριφορά αυτή εντασσόμενη ουσιαστικώς στο πλαίσιο της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής, επιβάλλεται από τον νόμο κατ' άρθρο 288 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/2004,AΠ 1814/2022, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1370/2019).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1196/2018). Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση. Στην αναζήτηση δε, του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία. Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ανωτέρω π.δ. 219/1991 "Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει κατά την διάρκεια των σχέσεών του με τον εμπορικό αντιπρόσωπο να δρα νόμιμα, με βάση την καλή πίστη. Ιδιαίτερα ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει: α) Να θέτει στην διάθεση του εμπορικού αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εμπορεύματα περί των οποίων εκάστοτε πρόκειται, β) να παρέχει στον εμπορικό αντιπρόσωπο τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως να ειδοποιεί τον εμπορικό αντιπρόσωπο, μέσα σε εύλογη προθεσμία, μόλις προβλέψει ότι ο όγκος των εμπορικών πράξεων θα είναι αισθητά μικρότερος από εκείνον που ο αντιπρόσωπος θα έπρεπε να αναμένει κανονικά, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Ως καλή πίστη νοείται η ευθύτητα και η εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, η διάταξη δε αυτή του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων παραίτηση από αυτήν (ΑΠ 495/2021, ΑΠ 334/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 1 ν.146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας". Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται γενική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε πράξη, που είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι περί ηθικής ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση κατά την εκάστοτε περί τούτου γενική αντίληψη και γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού, δηλαδή με πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, χωρίς να απαιτείται πρόθεση για πρόκληση ζημίας στους άλλους ανταγωνιστές. Τέτοια πράξη, η οποία εμπίπτει στην πιο πάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας, με τη συνδρομή όμως ειδικών συνθηκών, που την καθιστούν αθέμιτη, καθ` όσον κατ` αρχήν, η απόσπαση πελατών είναι σύμφωνη με την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού (ΑΠ 2030/2014, ΑΠ 1041/2010), ενώ η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι, χωρίς άλλο, αθέμιτη, αλλά πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 1594/2022). Επί σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεών του και η ανάθεση της πώλησης των εμπορευμάτων σε άλλον, μπορεί να αποτελέσει παραβίαση των διατάξεων περί αθέμιτου ανταγωνισμού, όταν γίνεται υπό ειδικές περιστάσεις και, κυρίως, με δόλιες μεθοδεύσεις, αθέμιτα και κατ' αντίθεση προς τα χρηστά ήθη μέσα με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμετάλλευσης της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών για την καθιέρωση των προϊόντων αυτών (ΑΠ 728/2024 , ΑΠ 751/2019, ΑΠ 455/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 18 α' του Ν. 146/2014, "1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Ο οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 3. Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου τιμωρείται με χρηματική ποινή...". Προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην ως άνω διάταξη είναι: α) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, που στοιχειοθετείται στην περίπτωση, που ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, η οποία συντρέχει, όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση. Δηλαδή η τελευταία, είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις, είτε μπορεί μεν, όχι όμως με τους ίδιους, αλλά με δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση αυτής (εξαρτώμενης επιχείρησης) σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει την λειτουργία της, και γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, δηλαδή η εκ μέρους της ισχυρής επιχείρησης εκμετάλλευση της ισχύος, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (ΑΠ 674/2021), αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό η ίδια οφέλη και προκαλώντας ζημία στην εξαρτημένη επιχείρηση, την οποία δεν θα προκαλούσε, εάν υπήρχε για την τελευταία εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί, κατά τα ανωτέρω, να συνίσταται και στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής. Η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρ. 914 επ. και 919 του ΑΚ από την οποία, αν προκλήθηκε ζημία ή ηθική βλάβη σε άλλον, δημιουργείται υποχρέωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 674/2021, ΑΠ 1196/2020).
Με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 914 του ΑΚ, για το λόγο ότι έκρινε "το κονδύλιο" ως αόριστο και σε κάθε περίπτωση μη νόμιμο, παρόλο που "... από την επισκόπηση της ιστορικής βάσης και του αιτήματος της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι εμείς ουδέποτε αιτηθήκαμε την επιδίκαση του ως άνω κονδυλίου με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας... αλλά τη συγκεκριμένη αξίωσή μας θεμελιώσαμε μόνον στην αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως εκ της καταδήλου αοριστίας του καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται το κονδύλιο που κρίθηκε ως αόριστο και σε κάθε περίπτωση μη νόμιμο, ούτε άλλωστε, παρατίθεται στον αναιρετικό λόγο το τμήμα της αγωγής που το αφορά, παρά μόνον αναφορά στην προσβαλλομένη ως " το πρώτο από τα ανωτέρω κονδύλια", από την οποία επίσης δεν προκύπτει η ταυτότητα του κονδυλίου, αλλά και διότι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος (που θα ήταν και μόνον ελεγκτέος, του λόγου αφορώντος την αοριστία του κονδυλίου εκτιμωμένου ως αλυσιτελούς, ενόψει της επάλληλης απόρριψης αυτού ως μη νομίμου) ιδρύεται μόνον στη περίπτωση, που η προσβαλλομένη διαλαμβάνει σχετική παραδοχή στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, προκειμένου να εντοπισθεί το σφάλμα, και όχι ως εν προκειμένω που απορρίφθηκε κονδύλιο ως μη νόμιμο.
Με τους δωδέκατο και δέκατο τρίτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 ν. 146/1914, 914 και 919 του ΑΚ (δωδέκατος λόγος) και του άρθρου 932 ΑΚ (δέκατος τρίτος λόγος), αιτιώμενη ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το τμήμα της προσβαλλομένης που απέρριψε ως αβάσιμες από ουσιαστική άποψη τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας επί των διαφυγόντων κερδών της και της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης. Οι λόγοι αυτοί ελέγχονται ως αβάσιμοι, καθόσον με όσα δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω διατάξεων, έχει δε τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του ότι η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου κατά το κοινό δίκαιο (αρθ. 9 παρ. 1 στοιχ. γ' π.δ. 219/1991, 297,298,330,914,932 του ΑΚ) απαιτεί υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης -αντιπροσωπευομένης ή τέλεση εκ μέρους της (νομίμως εκπροσωπουμένης) αδικοπραξίας, το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια και πληρότητα, ότι δεν αποδείχθηκε αντισυμβατική, αδικοπρακτική ή εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά αυτής, δεδομένου ότι : (α) η ενημέρωση της αναιρεσείουσας ως προς την τιμολόγηση των αμοιβών της γινόταν μέσω ενός αρχείου λογισμικού προγράμματος excel, στο οποίο αναγράφονταν τα στοιχεία των νέων παροχών πελατών που προσείλκυε η αναιρεσείουσα, τα στοιχεία των παροχών των πελατών που ήσαν ενήμεροι στην εξόφληση των οφειλών τους και τα στοιχεία των παροχών των πελατών που μεσολαβούσαν από την μία επικαιροποίηση των στοιχείων του πελατολογίου στην άλλη, ακολούθως δε, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων προέβαινε βάσει των άνω στοιχείων στον υπολογισμό της εφάπαξ αμοιβής, της αμοιβής κατανάλωσης και της πρόσθετης αμοιβής, παραλλήλως με την έκδοση των σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας, με μόνη διάσπαση της κανονικότητας στην ενημέρωση και καταβολή των αμοιβών, την περίπτωση των αμοιβών της αναιρεσείουσας από την προσέλκυση ως πελάτη του ομίλου εταιρειών ... , (β) η εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δημιουργία παραλλήλου δικτύου συνεργατών στη πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου και η έδρα της αναιρεσείουσας, με το ίδιο σύστημα τιμολόγησης και αμοιβής με αυτό της τελευταίας, έγινε κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, καθόσον δεν υφίστατο ειδική, αντίθετη συμβατική ρύθμιση, ενώ εξ άλλου διαψεύσθηκε ο κίνδυνος να οδηγηθεί η αναιρεσείουσα εξ αιτίας της λειτουργίας παραλλήλου δικτύου, σε εκτοπισμό της, λαμβανομένης υπόψη της πλήρους οικονομικής και λειτουργικής της εξάρτησης από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, καθόσον η τελευταία δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε αθέμιτες πρακτικές εις βάρος της αναιρεσείουσας, όπως εξ άλλου (δέχθηκε) ότι δεν αποδείχθηκε συνεννόηση του υποαντιπροσώπου της αναιρεσείουσας Δ. Μ. με τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ή άλλου προστηθέντος να παρακαμπτόταν το δίκτυο της αναιρεσείουσας, προς όφελος του νέου δικτύου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, (γ) δεν αποδείχθηκε "συστηματική παράκαμψη" της αναιρεσείουσας από τον τρόπο διαφήμισης των δραστηριοτήτων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στην πόλη της Θεσσαλονίκης, χωρίς ουδεμία αναφορά της διαμεσολάβησης της αναιρεσείουσας, αφού και η τελευταία είχε την δυνατότητα της διαφήμισης των υπηρεσιών της με δικές της ενέργειες, ούτε συνέτρεχε συμβατική ή σύμφωνα με την συναλλακτική πίστη υποχρέωση προς τούτο από την αντιπροσωπευόμενη, πρώτη των αναιρεσιβλήτων, (δ) δεν αποδείχθηκε συστηματική πολιτική εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων προς απόσπαση πελατών μέσω τηλεφωνικών πωλήσεων (παρά μεμονωμένα περιστατικά) ούτε προς απόσπαση συνεργατών και ένταξή τους στην ίδια, (ε) δεν αποδείχθηκε κάποια γενική μεταβολή της πολιτικής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων με επιβολή προσθέτων ποσοστιαίων χρεώσεων στους λογαριασμούς κατανάλωσης χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της αναιρεσείουσας, και δη με πρόθεση βλάβης της τελευταίας (στ) δεν αποδείχθηκε ότι οι διαπραγματεύσεις για την συνέχιση της συνεργασίας των διαδίκων υπήρξε προσχηματική, αλλά αντίθετα ότι παρά την ύπαρξη σημείων τριβής σχετικά με τις συνθήκες ανταγωνισμού των διαδίκων εταιρειών, υπήρχε πραγματική πρόθεση εξακολούθησης της συνεργασίας τους σε νέα και αποδοτικότερη για αμφότερες μορφή συνεργασίας, και τέλος (στ) η καταγγελία της συνεργασίας των διαδίκων με την καταγγελία της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δεν υπήρξε αδικαιολόγητη, παράνομη ή εναντίον των χρηστών ηθών. Με όσα δε, επί πλέον των ανωτέρω αιτιάται η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα επικαλούμενα, για τη θεμελίωσή τους περιστατικά, ανάγονται στην κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας εκτίμηση των αποδείξεων και σε επιχειρήματά της, εξαγόμενα από αυτές, για την συναγωγή του επιθυμητού γι' αυτή πορίσματος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υφισταμένου άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση κατά το αναιρεθέν αυτής μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτουμένου από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που προκατέθεσε η αναιρεσείουσα στην ίδια (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 1996/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν αυτής μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ