Απόφαση 379 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 379/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Νικόλαο Κουτσούκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Β. του Δ. , κατοίκου ... , 2) Σ. Γ. του Σ. , κατοίκου ... , 3) Θ. Κ. του Γ. , κατοίκου ... και 4) Ι. Π. του Θ. , κατοίκου ... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Αυγητίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λάμπρο Κιτσαρά, ο οποίος ανακάλεσε την από 08-10-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-02-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4570/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-03-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 530/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του ανωτέρω Εφετείου την 29-3-2022, δηλαδή εντός της κατ' άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας των δύο (2) ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα την 28-1-2021, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της απόφασης αυτής. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
II. Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (Ο.Π.Α.Π.) ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με το άρθρο 1 β.δ. της 20/29-12-1958 "Περί συστάσεως Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου", εκδοθέντος κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.2 ν.δ. 3865/1958, ακολούθως δε, με το π.δ. 228/1999, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία. Το ως άνω π.δ. στα άρθρα 1, 2 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 και 11 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: "Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." και σε συντομογραφία και διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε."... Η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπομένη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν..." (άρθρο 1), ότι "1. Σκοπός της εταιρείας είναι: α) Η οργάνωση, η λειτουργία και η διεξαγωγή από την εταιρεία ή σε συνεργασία με τρίτους των παιχνιδιών ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ, ΜΠΙΝΓΚΟ, ΚΙΝΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, ΑΡΙΘΜΟΛΑΧΕΙΩΝ, ΛΑΧΕΙΩΝ - ΠΑΙΓΝΙΩΝ, καθώς, και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού, που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Δ.Σ. σε ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η έκδοση δελτίου "ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗΣ Ή ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ" στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και γεγονότων η φύση των οποίων προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχήματος... β) Η διαχείριση των ανωτέρω παιχνιδιών, αλλά και όσων πρόκειται να διεξαχθούν στο μέλλον, ασκείται κατ' αποκλειστικότητα από την εταιρεία Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου... 2. Για την επίτευξη των σκοπών της ασκούνται από την ΟΠΑΠ Α.Ε. και οι ακόλουθες δραστηριότητες. α)...β)...γ)...δ) Η σύσταση σε όλη τη χώρα πρακτορείων που πρακτορεύονται εν γένει παιχνίδια της εταιρείας κατ' αποκλειστικότητα και η χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για ένα ή περισσότερα από τα παιχνίδια της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που κάθε φορά θέτει, το Δ.Σ. της εταιρείας" (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), και ότι "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σήμερα στο ποσό των τριάντα ενός δισεκατομμυρίων εννεακοσίων εκατομμυρίων (31.900.000.000) δραχμών, διαιρούμενο σε τριακόσια δέκα εννέα εκατομμύρια (319.000.000) ονομαστικές και αδιαίρετες μετοχές, ονομαστικής αξίας εκατό (100) δραχμών η κάθε μία, οι οποίες ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου... 11. Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ποσοστό έως 49% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας" (άρθρο 5 παρ 1 και 11, όπως αντικαταστάθηκε με την ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού υπ' αρ. 34335/2000 [ΦΕΚ Β' 1622/ 2000]). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η συνιστώμενη με το ως άνω π.δ. 228/1999 ανώνυμη εταιρία ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.Α.Π. 7/2011, Α.Π. 1356/2023, Α.Π. 414/2021).
Περαιτέρω, με το άρθρο 27 παρ. 1 ν. 2843/2000 η Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), με το Δημόσιο να διατηρεί την απόλυτη πλειοψηφία (51%) των μετοχών του, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι με σύμβαση, που συνάπτεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ο.Π.Α.Π. , παραχωρείται για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας από την Ο.Π.Α.Π. των παιγνιδιών, που διεξάγονταν τον χρόνο εκείνο από αυτήν. Από την έναρξη ισχύος του ν. 3336/2005, που τροποποίησε το ανωτέρω άρθρο 27 παρ. 1 ν. 2843/2000 το Δημόσιο περιορίσθηκε μεν σε μειοψηφικό ποσοστό των μετοχών (34%), συνέχισε όμως να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της, αλλά με το άρθρο 20 του μεταγενέστερου ν. 3429/2005, το δικαίωμα αυτό του Δημοσίου να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. καταργήθηκε. Με την από 15-12-2000, σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , η οποία συνήφθη κατά ρητή πρόβλεψη της προαναφερθείσας διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 27 ν. 2843/2000, παραχωρήθηκε στην Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διοργάνωσης και λειτουργίας των τυχερών παιχνιδιών και όχι (όπως υπό το κράτος ισχύος του π.δ. 228/1999) απλής διαχείρισής τους για λογαριασμό του Δημοσίου. Υπό το νομικό αυτό καθεστώς, η εποπτεία που ασκούσε το Δημόσιο στις δραστηριότητες και τη λειτουργία της Ο.Π.Α.Π. περιοριζόταν στην έγκριση των σχετικών με τις δραστηριότητές της κανονισμών και στην παρακολούθηση της διαδικασίας διεξαγωγής των παιχνιδιών, μέσω της σύστασης, δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 27 ν. 2843/2000, Επιτροπής Ελέγχου, Ανακήρυξης Νικητών και Εκδίκασης Ενστάσεων, με αποστολή την παρακολούθηση της τήρησης της διαδικασίας διεξαγωγής όλων των παιχνιδιών που διεξάγονται από την Ο.Π.Α.Π. , την ανακήρυξη των νικητών για κάθε παιχνίδι και την εκδίκαση των ενστάσεων των παικτών. Στην συνέχεια εκδόθηκαν: α) η ...-2011 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.Α.) [ΦΕΚ ...-2011], με την οποία μεταβιβάσθηκε και περιήλθε χωρίς αντάλλαγμα στο "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου" (Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ.): a) το δικαίωμα του Δημοσίου για την επέκταση μέχρι 10 έτη από τη λήξη της, της από 15-12-2000 σύμβασης, που έχει συνάψει με την εταιρία Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 ν. 2843/2000 και b) Το δικαίωμα του Δημοσίου επί του τιμήματος για τη χορήγηση στην Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας 35.000 παιγνιομηχανημάτων, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 39 ν. 4002/2011 και β) η 193/27.10.2011 απόφαση της Δ.Ε.Α.Α. (ΦΕΚ Β' 2501/4-11-2011), με την οποία μεταβιβάσθηκε στο Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. , κατά πλήρη κυριότητα και άνευ ανταλλάγματος, ποσοστό 29% επί του μετοχικού κεφαλαίου της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , το οποίο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν δε αυτών, υπογράφηκε, στις 4-11-2011, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , η "Τροποποιητική πράξη της από 15.12.2000 Σύμβασης παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε." και στις 12-12-2011, μεταξύ του Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. και της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , η "Πρόσθετη Πράξη στην από 15-12-2000 Σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", με την οποία παρατάθηκε, έναντι ανταλλάγματος, για δέκα (10) έτη μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης, στις 12-10-2020, και μέχρι τις 12-10-2030, η παραχώρηση του αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας των τυχερών παιγνίων, που είχε παραχωρηθεί στην Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. με την αρχική σύμβαση. Ακολούθως, με την παρ. 7 του άρθρου 1 της από 7-9-2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α' 175/7-9-2012), η οποία, με το άρθρο πρώτο ν. 4092/8-11-2012, κυρώθηκε και απόκτησε ισχύ νόμου από τότε που ίσχυσε, τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 27 παρ. 1 ν. 2843/2000 και ορίστηκε ότι "Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές ποσοστό μέχρι και 100% της εκάστοτε συμμετοχής του στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." (Ο.Π.Α.Π.)", με την ...-2012 απόφαση της Δ.Ε.Α.Α. (ΦΕΚ ...-2012) μεταβιβάσθηκε στο Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. , κατά κυριότητα και άνευ ανταλλάγματος, και το υπόλοιπο ποσοστό του 4% των μετοχών της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν δε αυτών, στις 12-8-2013, υπογράφηκε η σύμβαση πώλησης του ανωτέρω συνολικού ποσοστού του 33% της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. από το Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. σε ανώνυμη εταιρεία ιδιωτικών συμφερόντων (Σ.τ.Ε. 1601/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεσή τους. 2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό". Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, με νομοθετική προς τούτο εξουσιοδότηση, απευθυνόμενη κατ' αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος και ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική επομένως διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, άσχετα αν είναι ευρεία ή στενή, δηλαδή αν περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικά βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα έτσι της εξουσιοδότησης δεν επηρεάζει το κύρος της, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο. Νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, προκειμένου όμως να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με "τεχνικό" ή "λεπτομερειακό" χαρακτήρα, νοούνται δε ως ειδικότερα θέματα εκείνα τα οποία αποτελούν κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης (Ολ.Σ.τ.Ε. 1776/2007, Α.Π. 1356/2023). Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης, είναι νομικά ανίσχυρες (Α.Π. 1356/2023, Α.Π. 52/2015). Απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Μάλιστα οι ουσιαστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου, όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων, σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (Ολ.Σ.τ.Ε. 1210/2010, Ολ.Σ.τ.Ε. 1892/2010, Α.Π. 1356/2023, Α.Π. 2092/2022, Α.Π. 648/2011). Τέτοια νομοθετική εξουσιοδότηση σε όργανο της διοίκησης παρασχέθηκε, σε σχέση με την Ο.Π.Α.Π. Α.Ε., με το άρθρο 7 παρ. 24 εδ. γ' ν. 2557/1997, το οποίο ορίζει ότι "με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π. , τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αρ. ...-1999 (ΦΕΚ Β' 2004/1999) απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ" και, στη συνέχεια, η υπ' αρ. ...-2003 (ΦΕΚ .../2003) απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων της "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε." ", η οποία ακυρώθηκε με την 1776/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθόσον κρίθηκε μη νόμιμη ως αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού κρίθηκε ότι "η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 περίπτ. γ' του ν. 2557/1997 δυνατότητα ρυθμίσεως της εν γένει επαγγελματικής καταστάσεως των πρακτόρων των παιχνιδιών της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", των όρων δηλαδή ασκήσεως ενός ελευθερίου επαγγέλματος, με κανονισμούς που εγκρίνονται με κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, χωρίς οι όροι αυτοί να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, δεν αποτελεί ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα". Ακολούθως, σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, με την παρ. 1 του άρθρου 47 ν. 3905/2010, προστέθηκαν νέες παράγραφοι 11 και 12 στο άρθρο 27 ν. 2843/2000 και καθορίστηκε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, με βάση την οποία θα χορηγούνται πλέον στο μέλλον οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π. και θα συνάπτονται οι συμβάσεις πρακτορείας, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 47 ορίστηκε ότι "η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 24 στοιχείο γ` του ν. 2557/1997... και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση αυτής καταργούνται. Οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε. και των πρακτόρων που υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε. , που εκδόθηκαν επί τη βάσει των ίδιων αποφάσεων έως το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές". Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, η υπ' αρ. ...-2003 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός λειτουργίας των πρακτορείων της εταιρίας Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , όπως και η προγενέστερη υπ' αρ. ...-1999 υπουργική απόφαση, παρότι δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ, δεν έχουν κανονιστική, αλλά, εφόσον κατέστησαν συμβατικό περιεχόμενο, μόνο συμβατική ισχύ, γιατί εκδόθηκαν κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δοθείσα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 εδ. γ' ν. 2557/1997, το οποίο όμως είναι αντίθετο στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, γιατί εξουσιοδοτεί τους αρμόδιους υπουργούς για την έκδοση απόφασης, που θα ρυθμίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων, χωρίς οι προϋποθέσεις αυτές να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, η δε απόφαση δεν ρυθμίζει ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα. Ωστόσο, οι συμβάσεις πρακτορείας, που συνάφθηκαν με βάση την υπ' αρ. ...-1999 απόφαση, όπως ρητά το ορίζει και η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 ν. 3905/2010, που την κατήργησε σιωπηρά, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές, η δε απόφαση δύναται να αποτελέσει το πλαίσιο λειτουργίας των σχετικών συμβάσεων πρακτορείας μεταξύ της Ο.Π.Α.Π. και των πρακτόρων αυτής, εφόσον αυτή είχε καταστεί συμβατικό περιεχόμενο, ακολούθως δε ο ν. 4141/2013 "Επενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, παροχή πιστώσεων και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 24 αυτού, που επιγράφεται "Ρυθμίσεις θεμάτων της ΟΠΑΠ Α.Ε.", κατάργησε και ρητά με τις παρ. 21 και 60 αντίστοιχα τα ανωτέρω ν.δ. 228/1999 και Υ.Α. ...-1999 (Α.Π. 1356/2023, πρβλ. Α.Π. 1127/2018, Α.Π. 666/2002). Μετά την κατάργηση αρχικά σιωπηρά και ακολούθως και ρητά της προαναφερθείσας Υ.Α. ...-1999, η σχέση Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. και πρακτόρων παρέμεινε νομοθετικά αρρύθμιστη, χωρίς κανονιστικό πλαίσιο, και διεπόταν μόνο από τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων μέχρι την έκδοση της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 54 παρ. 5 ν. 4002/2011, υπ' αρ. ...2016 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ" (ΦΕΚ Β 3923/7.12.2017), όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την απόφαση της ΕΕΕΠ 242/2/17.1.2017, αίτηση ακύρωσης κατά της οποίας απορρίφθηκε με την 1601/2019 απόφαση του Σ.τ.Ε. (Α.Π. 1214/2025).
Περαιτέρω, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας (Ολ.Α.Π. 15/2013, Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 1660/2024). Η σχετική με αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14)-5-1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ' εαυτή της ναυτικής πρακτορείας. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σε τρίτο πρόσωπο, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος. Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του πράκτορα παρέχονται είτε στο όνομά αυτών για λογαριασμό των οποίων ενεργεί, είτε στο δικό του όνομα. Αντίστοιχα η σχέση του πράκτορα μ' αυτούς προσλαμβάνει τον χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (άρθρο 90 Εμπ.Ν.). Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.
Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ' αυτή οι διατάξεις κατ' αρχήν του Α.Κ. για την εντολή (άρθρα 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 Εμπ.Ν. σε συνδυασμό με το άρθρο 3 Εισ.Ν.Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 15/2013, Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 1660/2024, Α.Π. 159/2018, Α.Π. 1728/2014). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 3557/19-5-2007 "Οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις: α) αντιπροσωπείας, οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών, β) αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Επομένως οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Με δεδομένο ωστόσο ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ' ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 288 Α.Κ.), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 ν. 3577/2007 οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν το χαρακτήρα αυτό (Ολ.Α.Π. 15/2013, Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 1660/2014), με βάση δε τις αρχές αυτές ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ. 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες. Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του π.δ. 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ' αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 3577/2007.
Πρόκειται δηλαδή για ασύγγνωστο ακούσιο κενό, το οποίο ο νομοθέτης όφειλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό), αφού κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις. Μάλιστα κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις (Ολ.Α.Π. 15/2023, Α.Π. 1660/2024). Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ. 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων κρίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), αλλά όχι επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ. . Δηλαδή με βάση τα στοιχεία αυτά επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ. 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεών του στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από το δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των άρθρων του π.δ. 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (Ολ.Α.Π. 15/2013, Α.Π. 1660/2024, Α.Π. 1651/2023, Α.Π. 533/2022). Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι πράκτορες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 π.δ. 219/1991 και ειδικότερα: α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους. Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών, οι οποίες δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους (Ολ.Α.Π. 16/2013, Ολ.Α.Π. 15/2013, Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 191/2016, Α.Π. 455/2014).
III. Η καταγγελία αποτελεί συνήθη λόγο τερματισμού και λύσης των διαρκών συμβάσεων, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, είναι δε δυνατόν να προβλέπεται είτε ευθέως από τον νόμο είτε από την ίδια τη σύμβαση. Αυτή αποτελεί άτυπη κατ' αρχήν (άρθρο 158 Α.Κ.), απευθυντέα προς τον έτερο συμβαλλόμενο (άρθρο 167 Α.Κ.), δήλωση βούλησης, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας. Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθ' ου απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον.
Συνεπώς, στις διαρκείς ενοχικές συμβάσεις καθένας συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε μονομερή λύση της σύμβασης είτε χωρίς τη συνδρομή συγκεκριμένου λόγου (οπότε γίνεται λόγος για "τακτική" ή "αναιτιολόγητη" καταγγελία), είτε με τη συνδρομή συγκεκριμένου "σπουδαίου" λόγου (οπότε γίνεται λόγος για "έκτακτη" καταγγελία), με βάση την γενικότερη ισχύουσα στις διαρκείς συμβάσεις αρχή ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 861/2025).
Ειδικότερα, ανεξάρτητα από τη συμφωνηθείσα διάρκεια κάθε διαρκούς ενοχικής σχέσης, ήτοι εάν πρόκειται για σύμβαση με ορισμένη ή αόριστη διάρκεια, γίνεται δεκτό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 386, 585, 588, 594, 612, 613, 672, 725, 766 Α.Κ. (βλ. και άρθρο 8 παρ. 8 π.δ. 219/1991), ότι επιτρέπεται να καταγγελθεί αυτή σε κάθε περίπτωση για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συντρέχει, όταν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για ένα μόνο από αυτά (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 165/2015, Α.Π. 346/2014, Α.Π. 1326/2013, Α.Π. 416/2013). Η έκτακτη καταγγελία άλλοτε είναι απρόθεσμη (π.χ. 594, 588, 672, 766 Α.Κ.) και άλλοτε ισχύει μετά από προθεσμία (π.χ. 612, 612 Α, 613 Α.Κ.). Από το δικαίωμα αυτό (έκτακτης) καταγγελίας δεν επιτρέπεται παραίτηση εκ των προτέρων, δεδομένου ότι η σχετική συμβατική ρήτρα θα αντιβαίνει, ενόψει της έννοιας του σπουδαίου λόγου, στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 Α.Κ. , είναι επιτρεπτή, ωστόσο, στο πλαίσιο της συμβατικής αυτονομίας (361 Α.Κ.), η συμφωνία των μερών ότι η άσκησή του θα υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως π.χ. την τήρηση ορισμένης διαδικασίας ή την ενέργεια της καταγγελίας μετά από ορισμένο χρόνο (Α.Π. 1214/2025).
Περαιτέρω, στις διαρκείς ενοχές αορίστου χρόνου είναι δυνατή η λύση τους και με τακτική καταγγελία από οποιοδήποτε μέρος, ήτοι χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, εφόσον ο νόμος ή τα μέρη δεν έχουν προβλέψει διαφορετικά. Επιτρέπεται, δηλαδή, ο περιορισμός ή η παραίτηση ενός ή αμφοτέρων των μερών από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο περιορισμός ή η παραίτηση δεν αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178 και 179 Α.Κ.
Τούτο προκύπτει από τα εξής: α) την αρχή της συμβατικής ελευθερίας (361 Α.Κ.), σύμφωνα με την οποία τα μέρη είναι καταρχήν ελεύθερα να διαμορφώσουν το περιεχόμενο των αναλαμβανόμενων από τα ίδια συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και ως προς τον τρόπο και τους όρους λύσης της μεταξύ τους σχέσης, β) το γεγονός ότι η ίδια η συνομολόγηση σύμβασης ορισμένου χρόνου συνιστά επιτρεπτό αποκλεισμό από τα μέρη του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας για την καθορισθείσα ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, γ) τον ενδοτικό χαρακτήρα επιμέρους νομοθετικών διατάξεων που προβλέπουν το δικαίωμα λύσης άνευ της συνδρομής σπουδαίου λόγου επιμέρους διαρκών ενοχών αορίστου χρόνου, ιδίως αυτών στις οποίες το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών έχει αυξημένη σημασία, όπως του άρθρου 218 Α.Κ. για το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας (εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά και το συμφέρον του αντιπροσώπου), του άρθρου 669 εδ. β Α.Κ. για το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, του άρθρου 676 Α.Κ. για την καταγγελία της σύμβασης εμπιστευτικών εργασιών, του άρθρου 724 Α.Κ. για το δικαίωμα ανάκλησης της εντολής (η οποία μπορεί να αποκλεισθεί εάν αφορά αποκλειστικά ή και το συμφέρον του εντολοδόχου - Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 392/2006 - με συνέπεια να είναι καταρχήν άκυρη η τυχόν γενομένη ανάκληση και να επιτρέπεται αυτή μόνο για σπουδαίο λόγο, είτε με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 725 παρ. 2 Α.Κ. για τον εντολοδόχο, είτε βάσει της γενικής αρχής του δικαίου του άρθρου 288 Α.Κ. - αρχή της καλής πίστης - Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 1663/2003).
Εξάλλου, η τακτική καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 Α.Κ.) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 Α.Κ.) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 Α.Κ.), οπότε είναι άκυρη (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 984/2019). Στις διαρκείς, όμως, συμβάσεις με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, στις οποίες συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων και οι συμβάσεις διαρκούς εμπορικής συνεργασίας, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και συμπληρωματικά, περί εντολής, η παράνομη, ή η άκαιρη, ή η καταχρηστική καταγγελία δεν είναι ποτέ άκυρη και πάντοτε επάγεται τη λύση της σύμβασης, ακόμη και αν ασκείται αντίθετα με τις συμφωνίες των μερών (ήτοι, μεταξύ άλλων, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί η παραίτηση του ενός μέρους από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας ή αν έχει συμφωνηθεί αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας), παρέχεται δε στον θιγόμενο αποδέκτη της καταγγελίας το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όχι όμως να ζητήσει και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπει πλέον το ουσιώδες στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο αξιώνουν οι συμβάσεις αυτές, η ως άνω δε ερμηνευτική προσέγγιση στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο εντολέας - αντιπροσωπευόμενος έχει δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης της εντολής, ενόψει της φύσης της εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η οποία, όταν εκλείψει, επιβάλλεται να οδηγεί στη λύση της (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 861/2025, Α.Π. 419/2018, Α.Π. 697/2012, Α.Π. 163/2011, Α.Π. 390/2004), και τούτο ανεξαρτήτως του εάν η εντολή αφορά και στο συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου (ή τρίτου), σύμφωνα με το άρθρο 724 εδ. β' Α.Κ., δεδομένου ότι σε κάθε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγω του αμφοτεροβαρούς της χαρακτήρα, η διαχείριση τον υποθέσεων του αντιπροσωπευόμενου αφορά και στο συμφέρον του αντιπροσώπου.
Συνεπώς, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί εγκύρως παραίτηση του εντολέα - αντιπροσωπευόμενου από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (που αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου), δεν προκαλείται ακυρότητα της τυχόν ασκηθησόμενης από τον αντιπροσωπευόμενο τακτικής καταγγελίας, αλλά μόνο ενδοσυμβατική του ευθύνη, λόγω παράβασης συμβατικής του υποχρέωσης. Τα παραπάνω γίνονται δεκτά, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 724 - 725 Α.Κ. , και στην περίπτωση που η καταγγελία έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης του εντολοδόχου από τον εντολέα, και επομένως δεν γεννάται δικαίωμα για τον εντολοδόχο να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης καθόσον όταν εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, η καταγγελία επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 419/2018).
Περαιτέρω, ναι μεν η καταγγελία δεν επιδέχεται αίρεση, γιατί η προσθήκη αυτής δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη μεταβολή της νομικής κατάστασης και την κατάργηση της έννομης σχέσης και δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα αυτής ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας, στην περίπτωση όμως που η προσθήκη αίρεσης δεν προκαλεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης τέτοιας αίρεσης, όπως όταν η αίρεση είναι εξουσιαστική και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του προς ον η καταγγελία - αντισυμβαλλόμενου και επομένως είναι έγκυρη η καταγγελία υπό τη διαλυτική, κατά το άρθρο 202 Α.Κ. , αίρεση ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα εγκρίνει πρόταση του καταγγέλλοντος για τροποποίηση των όρων της σύμβασης (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 1322/2017, Α.Π. 217/2017), ενώ αποτελεί και θεμιτό τόπο επιδίωξης σύναψης νέας σύμβασης, στο μέτρο που ο καταγγέλλων έχει ούτως ή άλλως το δικαίωμα να καταγγείλει και να λύσει κατ' αυτόν τον τρόπο τη σύμβαση και αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 72/2019). Μεταξύ των εφαρμοστέων αναλόγως διατάξεων του π.δ. 219/1991 στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι και αυτές του άρθρου 8 παράγραφοι 3, 4, 5 και 8 π.δ. 219/1991, στις οποίες ορίζονται τα ακόλουθα: "3. Όταν η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4. Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρείς μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη 5. Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παραγρ. 4 η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. 8. Η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων".
Συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, συνεπώς και η σύμβαση πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι αορίστου χρόνου, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων μπορεί να την καταγγείλει, ελεύθερα, χωρίς αιτιολογία, με την τήρηση, όμως, της ορισμένης στο ανωτέρω άρθρο προθεσμίας. Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή, ανάλογα με τη διάρκεια της σύμβασης, αξιολογώντας ότι η κατ' ανώτατο όριο προθεσμία των έξι (6) μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου. Με την έννοια δε αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρέκκλισης από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση για την με συντομότερο χρόνο καταγγελία με την επίκληση παραβίασης διατάξεων άλλων νόμων, όπως του ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", καθώς και των άρθρων 281, 288 Α.Κ. (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 1325/2019, Α.Π. 101/2018, Α.Π. 1441/2015), από δε τον σκοπό της διάταξης αυτής, που είναι η αποφυγή του αιφνιδιασμού του προς ον η καταγγελία, σαφώς συνάγεται ότι η καταγγελία μπορεί να καθορίζει μεγαλύτερο του ανωτέρου χρόνου για την λήξη της σύμβασης. Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις τακτική εκ μέρους του αντιπροσωπευόμενου καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπώς και πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, δεν συνεπάγεται γι' αυτόν περαιτέρω επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 Α.Κ. , άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση, δηλαδή, της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 Α.Κ. (Α.Π. 1660/2024, Α.Π. 1651/2023, Α.Π. 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη, εξ αιτίας της καταγγελίας, ζημία ή και ηθική βλάβη. Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία, χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί, ωστόσο, για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (Α.Π. 1660/2024, Α.Π. 1651/2023, Α.Π. 979/2014, Α.Π. 697/2012, Α.Π. 390/2004). Η καταγγελία, πάντως, δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 Α.Κ.) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (Ολ.Α.Π. 12/2004, Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 1660/2024, Α.Π. 1651/2023, Α.Π. 1370/2019, Α.Π. 533/2016, Α.Π. 683/2010).
Εξάλλου, στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, συνεπώς και πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμόζονται, κατ' αναλογία και οι διατάξεις των άρθρων 713 επ. Α.Κ. περί εντολής, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 725 Α.Κ. , κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας, καθώς και αυτή του άρθρου 724 Α.Κ. , στο εδ. α' της οποίας ορίζεται ότι "ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε", συνεπώς χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 804/2015, Α.Π. 881/2010), και στο εδ. β' ότι "αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου". Η ανάκληση της εντολής αποτελεί καταγγελία που ενεργεί για το μέλλον, ο δε νομοθέτης χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο αντί του όρου καταγγελία λόγω του ατελούς αμφοτεροβαρούς χαρακτήρα της σύμβασης εντολής. Το δικαίωμα πάντως προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ.
Λόγω όμως της φύσης της σύμβασης εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 804/2015, Α.Π. 390/2004, Α.Π. 849/2002).
ΙV. Σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφοι 1 και 2 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) [πρώην άρθρο 81 της Σ.Ε.Κ.], το οποίο τυγχάνει άμεσης εφαρμογής από τον εθνικό δικαστή καθώς γεννά απευθείας δικαιώματα υπέρ των υποκειμένων δικαίου, τα οποία τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν να προστατεύουν (Δ.Ε.Ε. C-453/9 Courage σκ. 22, 23, ΔΕΕ C-282/95 Curin automobiles κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σκ. 39, ΔΕΕ C-127/73 BRT και Sabamm σκ. 14, 16, Α.Π. 1214/2025), "1. Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2. Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες", ενώ την ίδια ακριβώς ρύθμιση προβλέπει και η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 ν. 3959/2021 "Προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 1/2003 οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ.Ε.Κ. (νυν άρθρο 101 παρ. 1 Σ.Λ.Ε.Ε.), οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οφείλουν να εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 παρ. 1 Συνθ.Ε.Κ. (νυν άρθρο 101 Σ.Λ.Ε.Ε.) στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές.
Κατά συνέπεια, για την παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 101 Σ.Λ.Ε.Ε. , όταν μία υπόθεση κρίνεται από τα εθνικά δικαστήρια, πρέπει να συντρέχει το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοκοινοτικού (νυν ενδοενωσιακού) εμπορίου. Κρίσιμη πάντως σε κάθε περίπτωση είναι η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία είναι δεσμευτική για το σύνολο των εθνικών δικαστηρίων και αρχών των κρατών μελών (Δ.Ε.Ε. C-8/08 - Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanberstuurvande Nederlandse σκ. 50). Για την κατάφαση της ύπαρξης συμφωνίας κατά το άρθρο 101 Σ.Λ.Ε.Ε. απαιτείται η σύμπτωση βούλησης μεταξύ ανεξάρτητων οικονομικών οντοτήτων (Δ.Ε.Ε. C-74/2004 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Volkswagen σκ. 37). Μονομερείς συμπεριφορές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρου άρθρου (Α.Π. 1214/2025). Συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 101 Σ.Λ.Ε.Ε., κρίθηκε από το Δ.Ε.Ε. ότι δεν μπορεί να βασίζεται σε εκδήλωση μιας μονομερούς πολιτικής ενός εκ των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς τη συνδρομή ετέρου, αλλά προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί δια σιωπηρής αποδοχής, απαιτείται η σκοπούσα σε αποτέλεσμα στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού δήλωση βούλησης του ενός εκ των συμβαλλομένων να συνιστά πρόσκληση, ρητή ή έμμεση, στον έτερο συμβαλλόμενο προς πραγμάτωση από κοινού του σκοπού αυτού (Δ.Ε.Ε. C-2 και C-3/2001 Bundesverband der Arzneimittel-Importeure eV και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Bayer AG σκ. 101 και 102). Μάλιστα, το γεγονός και μόνο ότι φαινομενικά μονομερείς συμπεριφορές μίας επιχείρησης, όπως ένα μέτρο που λαμβάνεται από τον παραγωγό, το οποίο έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, εντάσσεται σε ένα πλέγμα διαρκών εμπορικών συμβατικών σχέσεων με τα πρόσωπα, προς τα οποία απευθύνεται (μεταπωλητές, διανομείς κ.α.), δεν αποδεικνύει ότι υφίσταται τέτοια συμφωνία (ΔΕΕ C-2 και C-3/2001 σκ. 141). Απαιτείται επομένως, για να θεωρηθεί ότι μία φαινομενικά μονομερής συμπεριφορά, η οποία υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, συνεπάγεται στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ.Ε.Κ. (νυν άρθρο 101 Σ.Λ.Ε.Ε.), η απόδειξη της ύπαρξης ρητής ή σιωπηρής συναίνεσης, εκ μέρους των λοιπών εταίρων, έναντι της υιοθετηθείσας μονομερούς συμπεριφοράς (Δ.Ε.Ε. C-450/2005 Automobile Peugeot κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 174 επ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής "Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς" (2010/C 130/01), μεταξύ των κάθετων συμφωνιών που δεν εμπίπτουν κατά κανόνα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 Σ.Λ.Ε.Ε. , είναι οι συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας. Καθοριστικό δε κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας συμφωνίας ως συμφωνίας εμπορικής αντιπροσωπείας κατά την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 1 (και αντιστοίχως του άρθρου 1 του ν.3959/2011) είναι ο χρηματοοικονομικός ή εμπορικός κίνδυνος που φέρει ο αντιπρόσωπος ως προς τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει διοριστεί ως αντιπρόσωπος από τον αντιπροσωπευόμενο (Γεν.Δ.Ε.Ε. Τ-325/01 Damler Chrysler κατά Επιτροπής, ΔΕΕ C-217/05 Confederation Espanola κατά CESPA). Υπάρχουν τρεις μορφές χρηματοοικονομικού ή εμπορικού κινδύνου που είναι κρίσιμες για να ορισθεί μια συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1, η συμφωνία χαρακτηρίζεται ως γνήσια συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, εάν ο αντιπρόσωπος δεν φέρει κανέναν ή ασήμαντο μόνο κίνδυνο ως προς τις συμβάσεις που συνάπτει ή/και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ως προς τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι' αυτό το είδος της δραστηριότητας και ως προς άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος. Ωστόσο οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εμπορικής αντιπροσωπείας γενικά, όπως ο κίνδυνος να εξαρτάται το εισόδημα του αντιπροσώπου από την επιτυχία του ως αντιπροσώπου ή από γενικές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις ή προσωπικό για παράδειγμα, δεν είναι ουσιώδεις για την εκτίμηση αυτή (Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 12-15). Μια συμφωνία χαρακτηρίζεται συνεπώς κατά κανόνα ως συμφωνία αντιπροσωπείας, εφόσον ο αντιπρόσωπος δεν αποκτά κυριότητα επί των συμβατικών προϊόντων που αγοράζονται ή πωλούνται ή δεν παρέχει ο ίδιος τις υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση και εφόσον ο αντιπρόσωπος: α) δεν συμβάλλει στις δαπάνες για την προμήθεια/αγορά των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά ή σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου του κόστους μεταφοράς των αγαθών, β) δεν διατηρεί με δικό του κόστος ή κίνδυνο αποθέματα των αγαθών, γ) δεν αναλαμβάνει ευθύνη έναντι τρίτων για ζημίες που προκαλούνται από το πωλούμενο προϊόν (ευθύνη για το προϊόν), εκτός αν, ως αντιπρόσωπος, υπέχει ευθύνη για σχετικό ελάττωμα, δ) δεν αναλαμβάνει ευθύνη για τη μη εκτέλεση της σύμβασης από τον εκάστοτε πελάτη, με εξαίρεση την απώλεια της προμήθειας του αντιπροσώπου, εκτός αν υπάρχει υπαιτιότητα (π.χ. παράλειψη λήψης μέτρων ασφάλειας) ε) δεν έχει, άμεσα ή έμμεσα υποχρέωση να επενδύσει στην προώθηση των πωλήσεων, στ) δεν πραγματοποιεί ειδικές για την αγορά επενδύσεις σε εξοπλισμό, εγκαταστάσεις ή εκπαίδευση του προσωπικού, ζ) δεν ασκεί άλλες δραστηριότητες εντός της ίδιας αγοράς προϊόντος που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος (Κατευθυντήριες γραμμές, αρ. 16). Εν ολίγοις για να κριθεί η έκταση του χρηματοοικονομικού και επιχειρηματικού κινδύνου που αναλαμβάνει ο αντιπρόσωπος κρίσιμοι είναι ιδίως, πρώτον, οι κίνδυνοι που συνδέονται άμεσα με τις συμβάσεις που συνάπτει ο αντιπρόσωπος, όπως η χρηματοδότηση αποθεμάτων, και, δεύτερον, οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τις (κατά κανόνα μη ανακτήσιμες) επενδύσεις που απαιτούνται για την συγκεκριμένη μορφή δραστηριότητας, καθώς και οι συναφείς κίνδυνοι από την απαξίωση, φθορά, ή καταστροφή των πιο πάνω στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης. Αντιθέτως δεν φέρει κατ' αρχήν αξιόλογο επιχειρηματικό κίνδυνο, αν ο ρόλος του περιορίζεται στην προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων του αντιπροσωπευόμενου με προμήθεια γιατί, στην περίπτωση αυτή, και ο εμπορικός του κίνδυνος περιορίζεται στον κίνδυνο απώλειας της προμήθειας, αν δεν πραγματοποιηθεί πώληση, χωρίς να διακινδυνεύει ίδιο κεφάλαιο. Αν τους κινδύνους από την οικεία δραστηριότητα δεν τους φέρει ο ίδιος, αλλά ο εντολέας του, ο αντιπρόσωπος, ως μεσάζων, παρά την από νομικής άποψης αυτοτέλειά του, δεν λειτουργεί σε αυτή την σχετική αγορά ως ανεξάρτητη και αυτοτελής οικονομική οντότητα, αλλά ως ενιαία οικονομική μονάδα με τον αντιπροσωπευόμενο, υπό την έννοια δε αυτή "ενσωματώνεται" στην επιχειρηματική δομή του τελευταίου, ως εάν ήταν βοηθός εκπλήρωσης ή υπάλληλός του, υποχρεούμενος να ενεργεί σύμφωνα με τις εντολές, τις οδηγίες, και τις υποδείξεις του (ΓενΔΕΕ Τ 325/01, Daimler Chrysler κατά Επιτροπής σκέψεις 81-116 επ, ΔΕΕ C-217/05, Confederation Espanola κατά CESPA σκέψεις 34-66 επ. ΑΠ 1214/2015, Σ.τ.Ε. 2341/2018).
Στην περίπτωση συμφωνιών εμπορικής αντιπροσωπείας καμία από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αντιπρόσωπο σχετικά με τις συμβάσεις που συνάπτει ή/και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 Σ.Λ.Ε.Ε. , οι δε ακόλουθες υποχρεώσεις από την πλευρά του εμπορικού αντιπροσώπου θεωρούνται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας: α) περιορισμοί όσον αφορά την εδαφική περιοχή εντός της οποίας μπορεί να πωλήσει τα εκάστοτε αγαθά ή τις υπηρεσίες ο αντιπρόσωπος, β) περιορισμοί σχετικά με τους πελάτες προς τους οποίους μπορεί να πωλεί τα εκάστοτε αγαθά ή τις υπηρεσίες ο αντιπρόσωπος, γ) τιμές και όροι πώλησης ή αγοράς των εκάστοτε αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπρόσωπο (Κατευθυντήριες Γραμμές, αρ. 18). Όμως αν, εκτός από τη ρύθμιση των όρων πώλησης ή αγοράς των συμβατικών αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπρόσωπο για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, οι συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας περιέχουν διατάξεις με τις οποίες απαγορεύεται στον αντιπρόσωπο να ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή διανομέας επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται τον αντιπροσωπευόμενο (διατάξεις προώθησης ενός μόνου σήματος) ή με τις οποίες απαγορεύεται στον αντιπρόσωπο να ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή διανομέας επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται τον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λήξη της σύμβασης, οι οποίες αφορούν τον διασηματικό ανταγωνισμό, οι διατάξεις αυτές, στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος συνιστά χωριστή επιχείρηση από τον αντιπροσωπευόμενο, μπορεί να συνιστούν παραβίαση του άρθρου 101 παρ. 1 Σ.Λ.Ε.Ε. , αν οδηγούν ή συντελούν σε (σωρευτικό) αποκλεισμό της σχετικής αγοράς στην οποία πωλούνται ή αγοράζονται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση. Οι εν λόγω διατάξεις μπορεί να τύχουν απαλλαγής κατά κατηγορία, ιδίως εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 5 του σχετικού Κανονισμού ΕΕ 330/2010. Μπορούν επίσης να δικαιολογηθούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις για λόγους βελτίωσης της αποτελεσματικότητας βάσει του άρθρου 101 παρ. 3 Σ.Λ.Ε.Ε., κατά τα αναφερόμενα στις παρ. 144-148 των Κατευθυντήριων Γραμμών (Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 19). Πάντως για να απαγορευθεί βάσει του άρθρου 101 Σ.Λ.Ε.Ε. μία συμφωνία ή μεμονωμένος όρος αυτής θα πρέπει να ελέγχεται, αν πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε είτε περιορίστηκε είτε νοθεύτηκε αισθητά (ΔΕΕ C 8/2008 T mobile Netherlands σκ 28 και 30, ΔΕΕ C 501, 513, 515, 519 /2006 GlaxoSmithKline κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 55, Α.Π. 1214/2025) και να λαμβάνεται υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή αναπτύσσει τις συνέπειές της και ειδικότερα, το οικονομικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσουν τη δράση τους οι οικείες επιχειρήσεις, τη φύση των υπηρεσιών τις οποίες αφορά η συμφωνία, καθώς και τους πραγματικούς όρους λειτουργίας και τη διάρθρωση της αγοράς (ΔΕΕ C 234/1989 S. D. v Henninger Brau AG σκ. 14), αλλά και τα δυνητικά αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού (ΔΕΕ C 238/2005 Asnef-Equifax Servicios, v Credito σκ . 50, Α.Π. 1214/2025). Αξιολογείται ειδικότερα, αν σε περίπτωση μη εφαρμογής της επίμαχης συμφωνίας θα υφίσταντο πραγματικές και συγκεκριμένες δυνατότητες διείσδυσης στην αγορά ενός ανταγωνιστή και μάλιστα η είσοδος του δυνητικού ανταγωνιστή (ορισμός του οποίου προβλέπεται στον Κανονισμό 330/2010 στην παρ. 1γ του άρθρου 1 ως "οι επιχειρήσεις οι οποίες, αν δεν υπήρχε η κάθετη συμφωνία, κατά πάσα πιθανότητα θα αναλάμβαναν, με ρεαλιστικό σχεδίασμα και όχι ως θεωρητικό ενδεχόμενο, σε περίπτωση μικρής αλλά μόνιμης αύξησης των σχετικών τιμών, εντός σύντομης χρονικής περιόδου, τις απαραίτητες συμπληρωματικές επενδύσεις ή άλλο απαραίτητο κόστος μετατροπής προκειμένου να εισέλθουν στη σχετική αγορά") θα πρέπει να μπορεί να γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα (ΓενΔΕΕ Τ 461/2007 Visa Europe Ltd και Visa international Service κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 166, 167,169, Α.Π. 1214/2025).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 102 Σ.Λ.Ε.Ε. (από το πεδίο εφαρμογής του οποίου δεν προκύπτει ότι αποκλείονται οι σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου στο πλαίσιο σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και αν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 101 Σ.Λ.Ε.Ε. και 1 ν. 3959/2011, κατά τα παραπάνω - ΕπΑντ 237/ΙΙΙ/2003, ΦΕΚ /Β'653/2003, Α.Π. 1214/2025), απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της, η κατάχρηση δε αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως: α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων, με αποτέλεσμα να περιέχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, και δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. Η διαφοροποίηση ως προς το ζήτημα της ακυρότητας για την παράβαση του άρθρου 102 Σ.Λ.Ε.Ε. είναι κατανοητή, δεδομένου ότι η καταχρηστική συμπεριφορά δεν υλοποιείται μόνο μέσω της δικαιοπρακτικής οδού, αλλά και με άλλους τρόπους. Πανομοιότυπη διατύπωση έχει και το άρθρο 2 ν.3959/2011, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας, χωρίς όμως να προβλέπει ακυρότητα των σχετικών δικαιοπραξιών. Η απουσία αστικής φύσης κύρωσης περί ακυρότητας των σχετικών πράξεων που συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, τόσο στη διάταξη του άρθρου 102 Σ.Λ.Ε.Ε. , όσο και στη διάταξη του άρθρου 2 ν. 3959/2011, δεν αποτελεί ακούσιο κενό στο δίκαιο που να οδηγεί σε δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 ν.3959/2011 και του άρθρου 101 παρ. 2 Σ.Λ.Ε.Ε. , που προβλέπουν ως κύρωση την ακυρότητα των συμφωνιών και των αποφάσεων των ενώσεων επιχειρήσεων (Α.Π. 1214/2025).
Συνεπώς, αφού το άρθρο 102 Σ.Λ.Ε.Ε. δεν περιέχει διάταξη παρόμοια με εκείνη του άρθρου 101 Σ.Λ.Ε.Ε., η ακυρότητα βάσει του άρθρου 102 Σ.Λ.Ε.Ε. δεν επέρχεται αυτοδίκαια από το ενωσιακό δίκαιο (ipso iure communitatis), αλλά πρέπει να προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, είτε γενικά ως ακυρότητα της απαγορευμένης από το νόμο δικαιοπραξίας ή ειδικά ως ακυρότητα της δικαιοπραξίας που στοιχειοθετεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης (Α.Π. 1214/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 A.K. η ακυρότητα δικαιοπραξίας, της καταγγελίας περιλαμβανομένης (Α.Π. 1214/2015, Α.Π. 98/2004, Α.Π. 1431/2002), που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, χωρεί μόνο όταν δεν συνάγεται ρητά ή σιωπηρά άλλη συνέπεια για την παράβαση, όπως αποζημίωση ή ποινή, διότι ενδεχομένως τότε η απαγόρευση έχει άλλο στόχο. Στην περίπτωση δε δικαιοπρακτικών μέτρων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, δεν επέρχεται ως αστική συνέπεια η ακυρότητα κατ' άρθρο 174 A.K. , καθώς το άρθρο 2 ν. 3959/2011 δεν αποδοκιμάζει την αντιανταγωνιστική δικαιοπραξία καθ' εαυτήν, αλλά τις συνθήκες σύναψής της και την εν γένει συμπεριφορά της δεσπόζουσας επιχείρησης, η οποία στο άρθρο 44 παρ. 2 του ίδιου νόμου τυποποιείται ως αξιόποινη πράξη επισύρουσα χρηματική ποινή, ύψους 30.000 έως 300.000 ευρώ, η οποία συνεπώς θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης του θιγόμενου υπό τους όρους των άρθρων 914 επ. Α.Κ. (Α.Π. 1214/2015, Α.Π. 387/2016, Α.Π. 1864/2014, Α.Π. 1286/2011).
Εξάλλου, συμπληρωματικά αναφέρεται ότι, όσον αφορά στην παράβαση του άρθρου 102, το άρθρο 103 παρ. 2 α' Σ.Λ.Ε.Ε. ορίζει ότι με τη θέσπιση των αναγκαίων κανονισμών και οδηγιών σκοπείται η εξασφάλιση της τήρησης των απαγορεύσεων που εισάγονται και με αυτή με την πρόβλεψη προστίμων και χρηματικών ποινών (Α.Π. 1214/2015).
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Πηγή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου μπορεί να είναι οποιοσδήποτε κανόνας της έννομης τάξης, άσχετα από την ιεραρχική του θέση. Έτσι, ο ουσιαστικού δικαίου κανόνας που παραβιάστηκε μπορεί να περιέχεται: α) στο Σύνταγμα, β) στους γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος), όπως είναι τα διεθνή έθιμα, γ) στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος), όπως είναι η Ε.Σ.Δ.Α. και τα Πρωτόκολλά της (Ολ.Α.Π. 7, 8/2006, Α.Π. 1214/2025), δ) στο δίκαιο της Ε.Ε. , πρωτότυπο και παράγωγο, δηλαδή στη Συνθήκη της Ε.Ε. , στο Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε. της 7-12-2000, όπως αναπροσαρμόστηκε στις 12-12-2007 (άρθρο 6 Σ.Ε.Ε.), στη Συνθήκη Λειτουργίας της Ε.Ε. και στους Κανονισμούς (άρθρο 288 ΣΛΕΕ), που έχουν άμεση ισχύ (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 7/2009, Α.Π. 1404/2011) ή στις Οδηγίες, εφόσον οι τελευταίες περιέχουν κανόνες σαφείς και ορισμένους, χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής, οπότε η παράλειψη του νομοθέτη να τις εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση, από τη λήξη της προθεσμίας ισχύ τους έναντι του κράτους και των κρατικών φορέων (κάθετη ισχύς) (Ολ.Α.Π. 19/2007, Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 23/1998, Α.Π. 1214/2025), ε) στους νόμους που ψηφίζει η Βουλή, στους αναγκαστικούς νόμους, στα νομοθετικά διατάγματα και στις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κλπ. Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (Α.Π. 637/2017, Α.Π. 850/2004, Α.Π. 825/2004, Α.Π. 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (Α.Π. 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. , όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (Α.Π. 850/2004). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.Α.Π. 20/2005, Ολ.Α.Π. 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. , με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 265/2023, Α.Π. 862/2020). Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσης αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικά, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 672/2014, Α.Π. 1179/1996). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 1531/2017, Α.Π. 25/2016, Α.Π. 441/2015).
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (Α.Π. 73/2022, Α.Π. 1265/2019, Α.Π. 925/2017, Α.Π. 1752/2014, Α.Π. 734/2011).
VI.Α. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. , επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. την από 14-2-2018 αγωγή τους, στην οποία εκθέτουν τα εξής, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : Ότι δυνάμει εγγράφων συμβάσεων πρακτορείας αορίστου χρόνου, που σύναψαν με την εναγομένη, στις 17-4-2012 η πρώτη ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) και στις 28-9-2009 οι υπόλοιποι ενάγοντες (ήδη υπόλοιποι αναιρεσείοντες), είναι πράκτορες τυχερών παιγνίων της εναγομένης, των οποίων η οργάνωση, διεξαγωγή και διαχείριση έχει ανατεθεί κατ' αποκλειστικότητα από το Ελληνικό Δημόσιο σε αυτήν έως τις 12-10-2030 και έκτοτε δραστηριοποιούνται στον νομό Λαρίσης, έχοντας λάβει άδεια λειτουργίας πρακτορείου. Ότι οι συμβάσεις συνάφθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 της ΥΑ .../1999 και είχαν πανομοιότυπους όρους, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή, οι οποίοι προβλέπουν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: α) ότι με τη σύμβαση παρέχεται άδεια πρακτόρευσης όλων των παιγνίων, που διεξάγει η Ο.Π.Α.Π. στην Ελλάδα, ο πράκτορας δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις ανατεθείσες από την Ο.Π.Α.Π. δραστηριότητες, και η Ο.Π.Α.Π. έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αποφασίζει τη διακοπή των παιγνίων και των στοιχημάτων ή την οργάνωση νέων με βάση τα εκάστοτε δεδομένα της αγοράς (άρθρο 1), ότι η σχέση μεταξύ τους έχει, λόγω της φύσης και του αντικειμένου της, έντονο προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, απαγορεύεται στον πράκτορα να συνεργάζεται με ανταγωνιστικές της Ο.Π.Α.Π. επιχειρήσεις, η δε Ο.Π.Α.Π. δεν αναλαμβάνει ευθύνη για την αποδοτικότητα του καταστήματος του πράκτορα (άρθρο 2), β) ότι ο πράκτορας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, προδιαγραφές και βασικούς κανόνες που ορίζει η Ο.Π.Α.Π. για τη λειτουργία του δικτύου πρακτόρων αυτής και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στη διαρρύθμιση του καταστήματος, τις ώρες λειτουργίας του, την οικονομική και εμπορική του οργάνωση, την τιμολογιακή πολιτική και την αντιμετώπιση του παράνομου στοιχηματισμού (άρθρο 5), ενώ υποχρεούται να παρακολουθεί ο ίδιος, και, αν το κρίνει σκόπιμο, και το τυχόν προσωπικό της επιχείρησής του τα επιμορφωτικά προγράμματα που πραγματοποιούνται από την Ο.Π.Α.Π. για την αρχική εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευση του πράκτορα (άρθρο 9), γ) ότι η Ο.Π.Α.Π. παρέχει στον πράκτορα όλο τον αναγκαίο τεχνικό εξοπλισμό, τον οποίο υποχρεούται να συντηρεί (άρθρο 6), ενώ ο πράκτορας επιβαρύνεται μόνο με μέρος του κόστους χρήσης του εξοπλισμού που αφορά στον πάροχο τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης (άρθρο 19, Παράρτημα IV παρ. 8), δ) ότι ο πράκτορας προσλαμβάνει προσωπικό με δικές του δαπάνες και ουδεμία συμβατική σχέση δημιουργείται μεταξύ του προσωπικού αυτού και της Ο.Π.Α.Π. (άρθρο 7), ε) ότι ο πράκτορας υποχρεούται σε εχεμύθεια για τις πληροφορίες που παρέχονται σε αυτόν και σχετίζονται με τη σύμβαση (άρθρο 10), στ) ότι η Ο.Π.Α.Π. δικαιούται να προβαίνει στον έλεγχο των νομίμων φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησης του πράκτορα (άρθρ. 12), ζ) ότι ο πράκτορας υποχρεούται να συνεργάζεται αποκλειστικά με την Ο.Π.Α.Π. ως προς τη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, δύναται δε να ασκεί δραστηριότητα είσπραξης για λογαριασμό εταιριών ηλεκτρισμού, τηλεπικοινωνιών και ύδρευσης, η οποία δεν αναπτύσσεται σε περισσότερο από το 30% της επιφάνειας του καταστήματος, ενώ για οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα απαιτείται γραπτή έγκριση της Ο.Π.Α.Π. (άρθρο 13), η) ότι ο πράκτορας απαγορεύεται να προβαίνει σε ανταγωνιστικές πράξεις προς την Ο.Π.Α.Π. , ως προς την οποία υπέχει υποχρέωση πίστης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση (άρθρο 14), θ) ότι η Ο.Π.Α.Π. , προβαίνει με δικές της δαπάνες σε έκδοση ενημερωτικού και διαφημιστικού υλικού, το οποίο ο πράκτορας το χρησιμοποιεί κατά τις οδηγίες της και πρέπει να έχει στη διάθεση των ενδιαφερομένων στο πρακτορείο, ενώ κάθε προωθητική προβολή με πρωτοβουλία του πράκτορα απαιτεί έγκριση της (άρθρο 15), ι) ότι ο πράκτορας υποχρεούται να παρέχει στους παίκτες πληροφορίες και ενημέρωση για τη διεξαγωγή των παιγνίων που προσφέρει η Ο.Π.Α.Π. , να χορηγεί σε αυτούς δελτία συμμετοχής, να καταβάλει σε αυτούς τα κέρδη από τα παίγνια, εφόσον το επιτρέπει η ταμειακή του ρευστότητα και να δέχεται παράπονα πελατείας (άρθρο 16, Παράρτημα IV παρ. 6), ια) ότι κατά την είσπραξη των χρημάτων από τους παίκτες ο πράκτορας ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εναγομένης (άρθρο 17), ιβ) ότι ο πράκτορας λαμβάνει ως προμήθεια τα ποσοστά επί της παραγωγής του, όπως καθορίζονται από ειδικότερες κανονιστικές πράξεις και ειδικότερα Υπουργικές Αποφάσεις, που αναφέρονται στη σύμβαση, τα οποία παρακρατούνται από αυτόν άμεσα κατά τη διεξαγωγή κάθε παιγνίου (άρθρο 18), ιγ) ότι η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου και κάθε μέρος μπορεί να την καταγγείλει για σπουδαίο λόγο χωρίς προθεσμία, ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δε αναφέρονται ενδεικτικά περιπτώσεις, που σε σχέση με την Ο.Π.Α.Π. συνδέονται κυρίως με την μη συμμόρφωση του πράκτορα με τις υποχρεώσεις του, ενώ ο πράκτορας μπορεί να καταγγείλει την σύμβαση και χωρίς σπουδαίο λόγο εντός προθεσμίας, που ορίζεται στη σύμβαση (άρθρ. 23), ιδ) ότι μετά τη λύση της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο, ο πράκτορας απαγορεύεται να διενεργεί πράξεις ανταγωνισμού στο νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημά του, για χρονικό διάστημα ενός έτους, καθώς και να παραχωρήσει, να εκμισθώσει ή να υπεκμισθώσει τους χώρους του καταστήματος για χρήση ίδια ή παρεμφερή, άνευ γραπτής συναίνεσης της Ο.Π.Α.Π. για τρία έτη (άρθρο 26). Ότι στις 7-12-2016 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η υπ' αρ. 229/2/18-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ" (ΦΕΚ Β'3923/7-12-2016), η οποία έχει προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας από 11 σωματεία πρακτόρων και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης. Ότι η εναγόμενη, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τον Κανονισμό αυτό κατήγγειλε όλες τις συμβάσεις πρακτόρων της, που είχαν το ανωτέρω περιεχόμενο (χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις 2009), οι οποίες ανέρχονταν περίπου σε 4.500 συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και τις συμβάσεις των εναγόντων, οι οποίες καταγγέλθηκαν στις 1-3-2017 για όλους τους ενάγοντες, τα αποτελέσματα δε των καταγγελιών αυτών αναφέρθηκε στις καταγγελίες ότι θα επέρχονταν μετά την παρέλευση δώδεκα (12) μηνών από την επίδοση των καταγγελιών, οπότε και θα λυνόταν για τον καθένα η συμβατική σχέση, που έχει συνάψει με την εναγόμενη. Ότι με τις άνω καταγγελίες τους συγκοινοποιήθηκε και μία νέα σύμβαση με τυποποιημένους όρους (χαρακτηριζόμενη ως σύμβαση πρακτόρευσης 2017), και τους γνωστοποιήθηκε ότι, σε περίπτωση που υπογράψουν τη νέα σύμβαση μέχρι τις 24-3-2017, η καταγγελία δεν θα ισχύσει και ο υπογράφων πράκτορας θα εξακολουθήσει να είναι πράκτορας της εναγόμενης για αόριστο χρονικό διάστημα, ενώ η μεταξύ τους σχέση θα διέπεται από τους όρους της τελευταίας σύμβασης, η οποία τελεί σε εναρμόνιση με τη άνω σχετική απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ". Ότι με την καταγγελία αυτή η εναγόμενη έθεσε το σύνολο των πρακτόρων της προ του εκβιαστικού διλλήματος, είτε να απωλέσουν τις επιχειρήσεις τους, είτε να προσχωρήσουν σε μία προδιατυπωμένη από την εναγόμενη σύμβαση με κατάφωρα παράνομο περιεχόμενο, το οποίο δεν θα υπέγραφε ούτε ένας εχέφρων άνθρωπος με ελεύθερη βούληση, δίλημμα στο οποίο υπέκυψαν τελικά οι περισσότεροι υφιστάμενοι πράκτορες, οι οποίοι υπέγραψαν την νέα σύμβαση, ενώ οι ενάγοντες είναι μεταξύ των πρακτόρων, που δεν υπέκυψαν στον εκβιασμό. Α) Ότι οι καταγγελίες είναι άκυρες ως αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 Σ.Λ.Ε.Ε. , 1 και 2 ν. 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά και των άρθρων 174 και 179 Α.Κ. , 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και η ακυρότητα αυτή έχει ως συνέπεια οι αξιώσεις τους να μη περιορίζονται αποκλειστικά στην αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν από την άκυρη καταγγελία των συμβάσεών τους, αλλά να τους χορηγεί το δικαίωμα να αξιώσουν την καταδίκη της εναγόμενης στην τήρηση των υποχρεώσεών της, που απορρέουν από τις συμβάσεις αυτές, κατά τη διάταξη του άρθρου 946 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα: α) ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 101 Σ.Λ.Ε.Ε. , 1 ν. 3959/2011 και 174 Α.Κ. , διότι στο πλαίσιο της καταγγελθείσας σύμβασης οι πράκτορες αυτοί αποτελούσαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις και όχι αντιπρόσωπους της εναγόμενης και συνεπώς εφαρμόζονται οι διατάξεις και οι περιορισμοί του δικαίου του ανταγωνισμού, γιατί 1) η προμήθειά τους ήταν ανεξάρτητη των εσόδων της εναγόμενης, διότι υπολογιζόταν επί του αντιτίμου, που καταβάλλει ο παίκτης για κάθε παίγνιο, ανεξάρτητα από την έκβασή του, δηλαδή ανεξάρτητα του εάν υπήρχε κέρδος για τον παίκτη και ζημία για την εναγόμενη και συνεπώς δεν ενεργούσαν ως εσωτερικό δίκτυο της εναγόμενης, 2) η προμήθειά τους, καθώς και τα έσοδα της εναγόμενης από τυχερά παίγνια, απαλλάσσονται από φόρο προστιθέμενης αξίας, 3) είχαν αναλάβει σημαντικό οικονομικό κίνδυνο, που αφορούσε: i) στην απόδοση των εισπράξεων στην εναγόμενη, ακόμη και στην περίπτωση απώλειάς τους λόγω κλοπής ή ληστείας, ii) στην υποχρέωση χορήγησης εγγυητικής επιστολής στην εναγόμενη για τη διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια, μονομερώς καθοριζόμενα από την εναγόμενη και για την εξασφάλισή της για την εκ μέρους του παίκτη καταβολή του αντιτίμου του παιγνίου, iii) στην καθημερινή διαβίβαση από την εναγόμενη στην τράπεζα, όπου τηρείτο ο λογαριασμός κάθε πράκτορα, των ποσών που έπρεπε να χρεωθεί ή να πιστωθεί ο λογαριασμός του (πωλήσεις μείον προμήθεια μείον τα πληρωθέντα κέρδη σε παίκτες), iv) στην αδυναμία ακύρωσης των συμμετοχών στο παίγνιο "Στοιχηματισμός επί γεγονότων σε εξέλιξη-Πάμε Στοίχημα Live", με συνέπεια, σε περίπτωση εσφαλμένου χειρισμού ή εμπλοκής του μηχανογραφικού συστήματος, η άρνηση του παίκτη να καταβάλει την αξία της συμμετοχής να επιβαρύνει τον πράκτορα, v) στην ανάληψη από τους πράκτορες του κινδύνου των αδιάθετων αποθεμάτων για την περίπτωση της μη διάθεσης του συνόλου των λαχνών πέντε μερίδων του Λαϊκού Λαχείου, το κόστος των οποίων επιβαρύνεται ο πράκτορας από θυγατρική της εναγόμενης, vi) στην οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα από πρωτοβουλίες για την προώθηση των παιγνίων, όπως στην περίπτωση προώθησης Ομαδικών Συστημάτων (δελτίων υψηλής αξίας συμμετοχής επιμεριζόμενων σε περισσότερες μερίδες), των οποίων οι μερίδες μένουν αδιάθετες, νii) στη συμμετοχή του πράκτορα στα έξοδα μεταφοράς των δελτίων συμμετοχής στα παίγνια, με τη μεταφορά τους με ίδια μέσα από τα κεντρικά σημεία κάθε νομού, όπου αποστέλλονται από την εναγόμενη, προς το πρακτορείο, viii) στο κόστος εκτύπωσης από το διαδίκτυο των μεταβαλλομένων από την εναγόμενη αποδόσεων κέρδους των προσφερομένων στοιχημάτων για αθλητικά γεγονότα, προκειμένου να καταστούν προσιτά στο κοινό, με συνέπεια να είναι άχρηστες οι έντυπες εκδόσεις, που χορηγεί η εναγόμενη, ix) στη συμμετοχή του πράκτορα στο 65% του κόστους της τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης με το Κεντρικό Μηχανογραφικό Σύστημα της εναγόμενης, x) στη συμμετοχή στη διαφημιστική δαπάνη μέσω της υποχρέωσης του πράκτορα να ενημερώνει προφορικά τους παίκτες άλλων παιγνίων για το παιχνίδι ΚΙΝΟ και να προμηθεύεται με δαπάνες του εξοπλισμό για τη διεξαγωγή του, ενώ η εναγόμενη του προσφέρει μόνο επωφελείς επιλογές για την αγορά του εξοπλισμού, xi) στην υποχρέωση του πράκτορα να συνάπτει συνδρομές με πλατφόρμες OTE TV και NOVA, μέσω αντίστοιχης κεντρικής συμφωνίας της εναγόμενης με τις εταιρίες αυτές, επιβαρυνόμενος με τη σχετική δαπάνη, 4) ότι και στην προταθείσα νέα σύμβαση προβλέπεται ρητά ότι ο πράκτορας ασκεί ανεξάρτητη επιχείρηση, φέρει τους κινδύνους από τη λειτουργία του πρακτορείου και βαρύνεται με το σύνολο των δαπανών λειτουργίας και ανακαίνισής του, καθώς και το κόστος χρήσης του εξοπλισμού που χορηγεί η εναγόμενη και το κόστος μετεγκατάστασης σε περίπτωση σχετικής απαίτησης της εναγόμενης. Ότι οι ως άνω καταγγελίες των συμβάσεων όλου του δικτύου των πρακτόρων της εναγόμενης συνιστούν έμμεσο περιορισμό του ανταγωνισμού, γιατί με αυτές η εναγόμενη δεν επεδίωξε να προβεί σε εναρμόνιση των συμβάσεων με τον ανωτέρω Κανονισμό της 7-12-2016, όπως ισχυρίζεται, αλλά αντίθετα επεδίωξε να αντικαταστήσει την ισχύουσα σύμβαση κάθε πράκτορα με μονομερώς προδιατυπωμένη από αυτήν σύμβαση, που περιέχει στο άρθρο 13 αυτής περιοριστικές του ανταγωνισμού ρήτρες, ήτοι: α) την απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, δηλαδή ακόμα και μετά την παύση ισχύος του προβλεπόμενου νομοθετικά μονοπωλίου της εναγόμενης στην διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, και την απαγόρευση συμμετοχής του πράκτορα ως μετόχου σε ανταγωνιστική εταιρία, τόσο έναντι της εναγόμενης και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιριών, όσο και έναντι των τρίτων προσώπων, τις υπηρεσίες των οποίων επιλέγει η εναγόμενη για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με το αντικείμενο της σύμβασης, β) την απαγόρευση ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης για ένα έτος και για τον νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημα του πράκτορα και γ) την απαγόρευση άσκησης μη ανταγωνιστικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της σύμβασης χωρίς προηγούμενη άδεια της εναγόμενης. Ότι επίσης οι καταγγελίες των συμβάσεων συνιστούν και καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης, που κατέχει η εναγόμενη στην αγορά τυχερών παιγνίων, αφού αυτές είναι το όχημα της επιβολής στο σύνολο των πρακτόρων της καταχρηστικών όρων στις συμβάσεις, χωρίς προηγούμενη διαπραγμάτευση με τους πράκτορες, τους οποίους όρους αυτοί υποχρεούνται να αποδεχθούν, αν επιθυμούν να επιβιώσουν επαγγελματικά, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 102 Σ.Λ.Ε.Ε. , 2 ν. 3959/2011 και 174, 179 Α.Κ. , τέτοιοι δε όροι, πέραν των ανωτέρω αναφερθέντων για την απαγόρευση ανταγωνισμού, είναι και οι όροι της προτεινόμενης σύμβασης, που προβλέπουν α) την υποχρέωση συνεργασίας με τρίτα πρόσωπα, επιλογής της εναγόμενης, για την παροχή υπηρεσιών προς το κοινό, που δεν έχουν σχέση με τα τυχερά παίγνια (λ.χ. υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, ταχυδρομικών υπηρεσιών), τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, όσο και μετά το τέλος αυτής, με κύρωση την καταγγελία της σύμβασης, σε περίπτωση άρνησής τους, άγοντας σε άκυρη και κατά το άρθρο 179 Α.Κ. υπέρμετρη δέσμευση των πρακτόρων β) τη δυνατότητα της εναγόμενης να μη διοργανώνει ούτε ένα παίγνιο, γ) την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις εκάστοτε πολιτικές της εναγόμενης, που καθορίζονται μονομερώς από αυτή, με κύρωση μη συμμόρφωσης την καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, δ) την αφαίρεση παιγνιομηχανημάτων από συγκεκριμένα πρακτορεία τύπου ΣΤ', στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί ο τιθέμενος μονομερώς από την εναγόμενη στόχος, ε) την υποχρέωση του πράκτορα να διαφημίζει τα παίγνια της εναγόμενης, ακόμη και αν δεν τα παρέχει αυτός, στ) τον υπολογισμό της προμήθειας των πρακτόρων κατά τρόπο που θα οδηγήσει σε μείωση του ετήσιου ποσοστού αποζημίωσης, με βάση τις προβλέψεις για τις προμήθειες των ετών 2017-2021, που για να διατηρήσουν το υφιστάμενο ύψος αποζημίωσης πρέπει συνολικά οι πράκτορες να κατορθώσουν αύξηση πωλήσεων κατά 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ και ζ) την απαγόρευση μίσθωσης από τον πράκτορα του καταστήματος σε τρίτο για την άσκηση της ίδιας ή παρεμφερούς δραστηριότητας άνευ της άδειας της εναγόμενης για δυο έτη μετά τη λύση της σύμβασης. Ότι για αυτούς τους λόγους οι ένδικες καταγγελίες, που καταλαμβάνουν το σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας και επηρεάζουν το ενωσιακό εμπόριο, ασκήθηκαν κατά παράβαση των άνω διατάξεων, γιατί έγιναν για να πιεστούν οι πράκτορες να υπογράψουν νέα σύμβαση με τους ως άνω όρους. Β) Ότι οι καταγγελίες ως τακτικές καταγγελίες είναι άκυρες και γιατί, σύμφωνα με τις επίδικες και επονομαζόμενες συμβάσεις 2009, οι οποίες είχαν συναφθεί σύμφωνα με τον έχοντα κανονιστική ισχύ Κανονισμό της εναγόμενης, που θεσπίστηκε με την ΥΑ .../1999, η εναγομένη είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μόνο με έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 8 και 23 του Κανονισμού αυτού, που ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων των εναγόντων και αποτελούσε και περιεχόμενο των συμβάσεών τους, ο οποίος εξακολουθούσε να τις διέπει και μετά την κατάργησή της ΥΑ .../1999 με το άρθρο 47 παρ. 2 Ν. 3905/2010, αφού η κατάργηση αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με τα άρθρα 4, 17 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, και εν προκειμένω, οι καταγγελίες τους από την εναγόμενη δεν στηρίζονται σε σπουδαίο λόγο από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 8 του Κανονισμού. Σε κάθε περίπτωση από το άρθρο 23 της σύμβασης 2009, που έχουν υπογράψει οι ενάγοντες, η οποία ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων της εναγόμενης με το συνδικαλιστικό όργανο των πρακτόρων της, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. , προκύπτει ότι η εναγόμενη στο άρθρο 23 παραιτήθηκε από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης, το οποίο χορηγήθηκε μόνο στους πράκτορες και συνεπώς οι επίδικες καταγγελίες δε παράγουν αποτέλεσμα και δεν έχουν επιφέρει την λύση των συμβάσεων, ενώ η παραίτηση αυτή δεν είναι άκυρη, γιατί δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, αφού οι συμβάσεις δεν αποτελούν συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, ούτε δε εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 724 Α.Κ. περί εντολής, γιατί εδώ η σύμβαση αφορά εκτός από το συμφέρον της εναγομένης και το συμφέρον των ιδίων. Γ) Ότι στην περίπτωση που θεωρηθούν ως έκτακτες οι καταγγελίες είναι άκυρες, α) λόγω έλλειψης σπουδαίου λόγου, αφού τέτοιος δεν μπορεί να θεωρηθεί η επικαλούμενη στις καταγγελίες υποχρέωση της εναγόμενης να συμμορφωθεί στον Κανονισμό του 2016, και β) άλλως λόγω απόσβεσης του δικαιώματος λόγω παρέλευσης προθεσμίας δύο μηνών από την επέλευση του γεγονότος που αποτέλεσε σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 23 της ισχύουσας σύμβασης. Δ) Ότι σε κάθε περίπτωση, οι καταγγελίες είναι άκυρες επειδή το δικαίωμα καταγγελίας ασκήθηκε καταχρηστικά, διότι α) είχε ως σκοπό να τους εξαναγκάσει στην προσχώρηση στη νέα σύμβαση πρακτόρευσης του 2017, το περιεχόμενο της οποίας έχει διατυπωθεί μονομερώς από την εναγόμενη, β) μεταβάλλει τον τρόπο υπολογισμού των προμηθειών των πρακτόρων εις βάρος τους, μειώνοντας την προμήθειά τους, γ) στη νέα σύμβαση προβλέπονται οι υποχρεώσεις του πράκτορα i) να μετεγκαταστήσει το πρακτορείο, εφόσον το απαιτήσει η εναγόμενη, χωρίς να αναλάβει αυτή το κόστος μετεγκατάστασης και χωρίς αποζημίωση, ii) να ανακαινίσει το πρακτορείο ή να μεταβάλλει τον τύπο του με δικά του έξοδα και iii) να καλύψει το κόστος τηλεπικοινωνιακής υποδομής και να εκπαιδεύει τους πελάτες στη διαδικτυακή διεξαγωγή των παιχνιδιών της εναγόμενης, δ) με τη νέα σύμβαση η εναγόμενη δικαιούται να μοιράζει σε κάθε πρακτορείο όποια και όσα παιχνίδια επιθυμεί, προβλέπονται σε αυτήν περισσότεροι λόγοι καταγγελίας χωρίς αποζημίωση και ορίζεται ότι ο πράκτορας συμφωνεί εκ των προτέρων με οποιαδήποτε μεταβολή που θα επιφέρει μονομερώς η εναγόμενη, ενώ καταργείται η πρόβλεψη ότι οι πράκτορες αποτελούν το μοναδικό φυσικό δίκτυο της εναγόμενης, καθώς και η υποχρέωση ισότιμης μεταχείρισης τους, ε) απορρίφθηκαν από την εναγόμενη τροποποιήσεις με προσθήκη παραρτήματος στην ισχύουσα σύμβαση τις οποίες είχε προτείνει το συνδικαλιστικό τους όργανο, στ) η εναγόμενη είχε προδιαγράψει τις καταγγελίες και, κατόπιν, πίεσε με απειλές για την υπογραφή της νέας σύμβασης χωρίς να έχουν γίνει διαπραγματεύσεις, ζ) οι καταγγελίες χρησιμοποιήθηκαν για να επιβάλουν μονομερώς τους δυσμενείς όρους της νέας σύμβασης, υπό το πρόσχημα συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του νέου "Κανονισμού Πρακτόρων", που θεσπίστηκε με απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) και τροποποιήθηκε με απόφαση της τελευταίας, χωρίς να είναι απαραίτητη τέτοιου είδους προσαρμογή και χωρίς διαπραγμάτευση με το συνδικαλιστικό τους όργανο και παρά τις έντονες αντιδράσεις του τελευταίου και η) για χρονικό διάστημα 8 ετών δεν είχε προβεί σε καμία καταγγελία για λόγο διαφορετικό από τους προβλεπόμενους στην άνω ΥΑ , με συνέπεια να δημιουργηθεί δικαιολογημένη πεποίθηση στους πράκτορες ότι οι συμβάσεις τους δύνανται να καταγγελθούν μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους σπουδαίους λόγους. Με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των εγγράφων καταγγελιών των συμβάσεών τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη να εκπληρώνει το σύνολο των υποχρεώσεών της που απορρέουν από αυτές, να καταδικαστεί η εναγόμενη σε χρηματική ποινή 50.000 ευρώ για κάθε ημέρα λειτουργίας του πρακτορείου, κατά την οποία παραβιάζει τις υποχρεώσεις της από τις ισχύουσες συμβάσεις, να υποχρεωθεί να τους αντιμετωπίζει ισότιμα με τους λοιπούς πράκτορες και να ανεχθεί την υπάρχουσα συμμετοχή τους στα υφιστάμενα προγράμματα τηλεπικοινωνιακών συνδέσεων και τηλεοπτικών μεταδόσεων, όπως έπραττε μέχρι τις καταγγελίες, να υποχρεωθεί να διατηρεί τον υφιστάμενο εξοπλισμό των πρακτορείων για τη διεξαγωγή των παιγνίων, να υποχρεωθεί να μην επιτρέπει τη λειτουργία νέου πρακτορείου περιμετρικά των πρακτορείων των εναγόντων σε ακτίνα μικρότερη των 200 μέτρων, ούτε καθ' υπέρβαση της αναλογίας ένα πρακτορείο ανά 3.500 κατοίκους, όπως προβλέπεται στις συμβάσεις, να υποχρεωθεί να ανεχθεί την από τους ενάγοντες επιλογή του προσωπικού των πρακτορείων τους στο πλαίσιο των υφισταμένων κανονιστικών ρυθμίσεων και να απειληθεί χρηματική ποινή κατά της εναγομένης 100.000 ευρώ για κάθε παραβίαση των άνω υποχρεώσεων παράλειψης και ανοχής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 4570/2018 απόφαση απέρριψε την αγωγή, επί δε της έφεσης που άσκησαν οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 530/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία η έφεση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσία, αφού η αγωγή κρίθηκε από το Εφετείο ότι είναι νόμω αβάσιμη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον με την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα "Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα... η αγωγή είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη στο σύνολό της, διότι, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθείς οι ισχυρισμοί των εναγόντων-εκκαλούντων, δεν θεμελιώνονται στο νόμο τα αγωγικά αιτήματα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων πρακτορείας και την καταδίκη της εναγόμενης-εφεσίβλητης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τις συμβάσεις αυτές, για τους εξής λόγους: Οι καταγγελθείσες επίδικες συμβάσεις πρακτορείας διέπονται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή για το περιεχόμενό τους, από τις αναλογικά εφαρμοζόμενες, διατάξεις του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων και του Αστικού Κώδικα περί εντολής, σύμφωνα με την υπό στοιχείο (Ι) νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθότι προκύπτει ότι η διαμεσολαβητική δραστηριότητα των εναγόντων ως πρακτόρων προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών και ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, δεδομένου ότι με τις καταγγελθείσες συμβάσεις οι ενάγοντες-εκκαλούντες είχαν αναλάβει υποχρεώσεις ανάλογες με του εμπορικού αντιπροσώπου (σύναψη συμβάσεων αναφορικά με τη διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης-εφεσίβλητης κατ' αποκλειστικότητα, παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της σύμβασης, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, εκτεταμένο δικαίωμα ελέγχου εκ μέρους της εναγόμενης-εφεσίβλητης) και η επιχείρησή τους, ακόμη και αν συστηνόταν ως επιχείρηση ξεχωριστή έναντι της εναγόμενης απέναντι στις φορολογικές αρχές, δεν ήταν αυτόνομη και ανεξάρτητη από αυτή της εναγόμενης, αλλά κατέστη αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγόμενης-εφεσίβλητης, στο οποίο άλλωστε όλοι οι εντασσόμενοι πράκτορες ακολουθούσαν την ίδια εμπορική πολιτική, αυτής της εναγόμενης. Αυτό άλλωστε ρητώς αναφερόταν στις συμβάσεις τους (Σύμβαση 2009) στις οποίες προβλεπόταν ότι ο πράκτορας δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί από την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 1).
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της Σύμβασης 2009 που ενσωματώνεται στην αγωγή, προκύπτει ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι πράκτορες, ήτοι και οι ενάγοντες-εκκαλούντες, αποτελούσαν βοηθητικά όργανα για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων που διοργανώνει η εναγόμενη-εφεσίβλητη, ενσωματωμένα στην επιχείρησή της ως μέλη του πανελληνίου δικτύου που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση από την ίδια των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων, μετά από έλεγχο των προϋποθέσεων τους και έγκρισή τους, έχοντας (οι πράκτορες) την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την εμπορική πολιτική της, χωρίς τη δυνατότητα να ασκήσουν αυτόνομη και ανεξάρτητη εμπορική πολιτική, και χωρίς να έχουν αναλάβει σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των παρεχόμενων στους πελάτες - παίκτες υπηρεσιών της εναγόμενης, με τη διενέργεια επενδύσεων ή με άλλες δραστηριότητες που είχε η εναγόμενη στην ίδια αγορά, άπαντες δε τους βασικούς επιχειρηματικούς κινδύνους τους έφερε η εναγόμενη. Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο των συμβάσεών τους (Σύμβαση 2009 που ενσωματώνεται στην αγωγή) προκύπτουν, πέραν του ότι οι πράκτορες δεν αποκτούν κυριότητα σε κάποιο από τα προϊόντα που τους μεταβιβάζονται από την εναγόμενη ΟΠΑΠ ΑΕ και ότι ο τεχνολογικός εξοπλισμός, τα έπιπλα, οι επιγραφές και οι κατασκευές προβολής των σημάτων και προϊόντων της εγκαθίσταται στο πρακτορείο με δαπάνες της εναγόμενης και με κατάρτιση σύμβασης χρησιδανείου, διάρκειας όσης και της σύμβασης πρακτορείας (άρθρο 6 της Σύμβασης 2009), και τα εξής ουσιώδη για την κρίση του Δικαστηρίου αυτού στοιχεία: α) η εκπαίδευση των ίδιων και του προσωπικού των πρακτορείων παρεχόταν και βάρυνε την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 9 παρ 2 και 19 παρ 1 της Σύμβασης 2009), β) η απαιτούμενη τεχνική υποστήριξη και συντήρηση του αναγκαίου για τη διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων και των υπηρεσιών τεχνολογικός εξοπλισμός, οι αναγκαίες συμβουλές για την προώθηση των παιγνίων και την ανάπτυξη των πρακτορείων και ακόμη και τα δελτία των παιγνίων παρέχονταν από την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρα 6, 15, 19 της Σύμβασης 2009), γ) οι διαφημιστικές δαπάνες, το ενημερωτικό και προωθητικό υλικό για τα τυχερά παίγνια βάρυναν την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 15 της Σύμβασης 2009), δ) η αμοιβή των πρακτόρων, ως προμήθεια επί του καταβαλλόμενου από τους παίχτες αντιτίμου, δεν εξαρτιόταν από την εκπλήρωση της παροχής της ΟΠΑΠ ΑΕ, αλλά παρακρατούνταν άμεσα κατά τη διεξαγωγή του κάθε παιγνίου (άρθρο 18 της σύμβασης 2009), ε) οι πράκτορες ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές που όριζε η εναγόμενη για τη λειτουργία του δικτύου, μεταξύ άλλων και ως προς την τιμολογιακή πολιτική (άρθρο 5 της Σύμβασης 2009), στ) η ΟΠΑΠ ΑΕ είχε το δικαίωμα ελέγχου των νομικών, φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησής του, των ασφαλιστικών και λοιπών εργοδοτικών υποχρεώσεών του, καθώς και το δικαίωμα απεύθυνσης συστάσεων και κατάπτωσης ποινικής ρήτρας σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων του πράκτορα (άρθρα 12 και 22 της Σύμβασης 2009), ζ) Κατά την είσπραξη των χρημάτων από τους παίκτες, ήτοι του αντιτίμου για την παροχή των υπηρεσιών της ΟΠΑΠ ΑΕ, κάθε πράκτορας ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της (άρθρο 17 της Σύμβασης 2009). Τα παραπάνω δεν μεταβάλλονται, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθείς οι αγωγικοί ισχυρισμοί για τις συμβατικές υποχρεώσεις που φέρονται να είχαν αναλάβει οι ενάγοντες-εκκαλούντες, καθώς με αυτές δεν ανέλαβαν κανένα ουσιώδη επιχειρηματικό κίνδυνο ή δαπάνη. Ειδικότερα: α) Η ανεξαρτησία των προμηθειών που δικαιούνταν οι πράκτορες από το ύψος των κερδών της εναγόμενης ΟΠΑΠ ΑΕ δεν συνεπάγεται την ανάληψη ουσιώδους οικονομικού κινδύνου από αυτούς, το δε γεγονός ότι οι προμήθειές τους εισπράττονταν στην πηγή, δηλαδή παρακρατούνταν από τους πράκτορες όταν πλήρωνε ο παίκτης δεν είναι νομικά κρίσιμο στοιχείο, αφού αφορά μόνο τον τρόπο είσπραξης των προμηθειών και ουδέν άλλο, β) Τυχόν προνομιακή φορολογική μεταχείριση της προμήθειας των πρακτόρων, και δη η απαλλαγή της από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, όχι μόνο δεν στηρίζει τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ανεξαρτησίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει την οικονομική τους ταύτιση με την επιχείρηση της εναγόμενης που απολαμβάνει εκ του νόμου το ίδιο προνόμιο, σύμφωνα με την αγωγή, γ) Δεν προκύπτει η ανάληψη ουσιώδους ή σημαντικού οικονομικού κινδύνου από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους, με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, ήτοι κινδύνου που απορρέει i) από τις συμβάσεις, στις οποίες μεσολαβεί ο μεσάζων, ii) από τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι' αυτό το είδος της δραστηριότητας και iii) από άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος, καθότι οι συναφείς αγωγικοί ισχυρισμοί είτε αφορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή περιπτώσεις αναγόμενες σε πταίσμα του πράκτορα (απώλεια εισπράξεων, διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια και μη καταβολή αντιτίμου από παίκτες για τα επιπλέον ποσά, εσφαλμένος χειρισμός ή εμπλοκή συστήματος στα παίγνια "Στοιχηματισμός επί γεγονότων σε εξέλιξη - Πάμε Στοίχημα Live", επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων μερίδων Ομαδικού Συστήματος), είτε δεν οδηγούν σε ουσιώδη οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα ή ανάληψη ουσιώδους οικονομικού κινδύνου, συνδεόμενου άμεσα με την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό της εναγόμενης, ενόψει της συνολικής διάρθρωσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη Σύμβαση Πρακτόρευσης 2009 (συμμετοχή σε έξοδα μεταφοράς δελτίων συμμετοχής, εκτύπωση αποδόσεων κέρδους, προμήθεια εξοπλισμού διαφημιστικής προβολής του τυχερού παιγνίου "ΚΙΝΟ", διαβίβαση εντολών για ποσά χρεοπιστώσεων από την ΟΠΑΠ ΑΕ σε τράπεζα, επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων λαχνών Λαϊκού Λαχείου έναντι τρίτης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Λαχεία Α.Ε.", συμμετοχή σε κόστος τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης). Συνοψίζοντας, η εναγόμενη-εφεσίβλητη ΟΠΑΠ ΑΕ ήταν αυτή που καθόριζε τους βασικούς όρους διεξαγωγής της επιχειρηματικής δραστηριότητας των πρακτόρων, είχε δικαιώματα ελέγχου και εξέτασης της συμμόρφωσης του πράκτορα, ενώ με τους ενάγοντες-εκκαλούντες πράκτορες είχαν κοινό επιχειρηματικό προσανατολισμό στην επιτυχία της επιχειρηματικής δράσης.
Συνεπώς πληρούνται τα δύο καθοριστικά κριτήρια, ήτοι η απουσία αυτόνομης επιχειρηματικής δράσης των πρακτόρων και η ανάληψη από την εναγόμενη των ουσιωδών επιχειρηματικών κινδύνων, ώστε να χαρακτηρισθεί η σχέση που τους συνδέει εμπορική αντιπροσωπεία. Στη διαπίστωση περί του ότι η σύμβαση συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων έχει χαρακτηριστικά σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (αλλά και δικαιόχρησης-franchising) κατέληξε και η ΣΤΕ 1601/2019 (σκ 30) απόφαση, η οποία κρίνοντας επί της από 6-2-2017 αίτησης ακύρωσης που άσκησαν ορισμένοι πράκτορες και σωματεία κατά της ...2016 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ", σε συνέχεια του οποίου έλαβαν χώρα οι ένδικες τροποποιητικές καταγγελίες, απέρριψε την ως άνω αίτηση, κρίνοντας ότι ο νέος Κανονισμός είναι έγκυρος .... Ως εκ τούτου, ενόψει της φύσης της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, όπως προκύπτει από το κείμενο των καταγγελθεισών συμβάσεων, αορίστου χρόνου και της εφαρμογής των διατάξεων περί εμπορικής αντιπροσωπείας και εντολής, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991, η καταγγελία των επίδικων συμβάσεων, είτε θεωρηθεί ως τακτική (χωρίς συνδρομή σπουδαίου λόγου), με ενιαύσια προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων της (ήτοι κατ' αποτέλεσμα υπερβαίνουσα την ανώτατη προθεσμία προειδοποίησης των έξι μηνών του άρθρου 8 παρ 4 του π.δ. 219/1991), είτε ως έκτακτη (με συνδρομή σπουδαίου λόγου και χωρίς την τήρηση προθεσμίας), ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ασκήθηκε, είτε αντίθετα με τη συμφωνία των μερών περί παραίτησης της εναγόμενης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας χωρίς σπουδαίο λόγο με τήρηση προθεσμίας [παραίτηση, η οποία πάντως δεν προβλέπεται στο άρθρο 23 της Σύμβασης 2009, αφού δεν αναφέρεται στη διατύπωσή του ότι η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της ΟΠΑΠ ΑΕ μπορεί να γίνει αποκλειστικά και μόνο για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας, με αποτέλεσμα η ΟΠΑΠ ΑΕ, ελλείψει σχετικής συμβατικής δέσμευσης, να μπορεί να την καταγγείλει οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς σπουδαίο λόγο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 724 εδ α ΑΚ, με τήρηση πάντως των προθεσμιών του αναλογικώς εφαρμοζόμενου άρθρου 8 παρ 3 του π.δ.219/1991), είτε άκαιρα, ήτοι χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, μετά την παρέλευση της συμβατικής δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας μετά την επέλευση του γεγονότος που συνιστά το λόγο αυτόν, είτε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ήτοι καταχρηστικά κατά το άρθρο 281 ΑΚ ή αντίθετα στα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, επέφερε σε κάθε περίπτωση τη λύση των συμβάσεων πρακτορείας, δεν είναι άκυρη και δύναται να δημιουργήσει (εφόσον αποδειχθεί η αντίθεσή της στη σύμβαση ή το νόμο) μόνο αποζημιωτική ευθύνη της εναγόμενης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο (ΙΙ) νομική σκέψη που προηγήθηκε, για την κρατούσα νομολογιακή προσέγγιση των επιπτώσεων της καταγγελίας στις διαρκείς συμβάσεις με έντονο τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, οι οποίες, όπως οι επίδικες, διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και εντολής. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και υπό την εκδοχή ότι η καταγγελία έγινε είτε κατά παράβαση του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 (που προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), είτε κατά παράβαση του άρθρου 2 του ν. 3959/2011 (που δεν προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), διότι υπερτερεί το στοιχείο της εμπιστοσύνης στην υπό κρίση έννομη σχέση και στοιχειοθετείται μόνο αποζημιωτική ευθύνη, κατά τα ήδη αναφερθέντα στις υπό στοιχεία (Ι) και (ΙΙ) νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, είτε τέλος κατά παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (που δεν προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), διότι ούτε ο εθνικός νομοθέτης έχει προβλέψει αυτή τη συνέπεια για την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, αλλά μόνο ποινικές κυρώσεις, ενώ στοιχειοθετείται, κατά το εθνικό δίκαιο, και αποζημιωτική ευθύνη, κατά τα ήδη αναφερθέντα στις υπό στοιχεία (Ι), (ΙΙ) και (ΙV) νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Επιπλέον, είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη η θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος στον, κατά τους ενάγοντες, νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας εκ μέρους της εναγόμενης με την Υπουργική Απόφαση .../1999, διότι πέραν του ότι δεν προκύπτει ότι υφίστατο τέτοιος περιορισμός από το κείμενό της, σε κάθε περίπτωση η ως άνω υπουργική απόφαση είχε καταργηθεί ήδη από το έτος 2010 και κατά το χρόνο της καταγγελίας, οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων ρυθμίζονταν μόνο συμβατικά, χωρίς εφαρμογή του παραπάνω κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο (ΙΙΙ) νομική σκέψη που προηγήθηκε. Τέλος, στην προκείμενη περίπτωση, δεν προκύπτει, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι με την ένδικη καταγγελία επιδιώχθηκε, επήλθε ή ήταν δυνατόν να επέλθει η νόθευση ή ο περιορισμός του ενδοενωσιακού ανταγωνισμού σε βάρος του γενικού συμφέροντος, των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών και συνεπώς ότι ήταν άκυρη αυτή, σύμφωνα με τον άμεσης εφαρμογής από τον εθνικό δικαστή κανόνα του άρθρου 101 παρ 2 ΣΛΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των εξής: Α) Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι επιχειρήσεις των εναγόντων συνιστούσαν χωριστή επιχείρηση από αυτή της εναγόμενης ΟΠΑΠ ΑΕ, η καταγγελία αυτή αποτελούσε μία μονομερή δικαιοπραξία από τη φύση της, η οποία τελούσε υπό την εξουσιαστική - με την έννοια ότι εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη βούληση τους- διαλυτική αίρεση ότι οι αντισυμβαλλόμενοι της ΟΠΑΠ ΑΕ ενάγοντες θα ενέκριναν την πρόταση της καταγγέλλουσας ΟΠΑΠ ΑΕ για τροποποίηση των όρων της σύμβασης τους (Σύμβαση 2009) και ισχύος αυτών της νέας σύμβασης (Σύμβαση 2017), η οποία περιείχε τις αναφερόμενες στην αγωγή (αντιανταγωνιστικές) ρήτρες προώθησης ενός σήματος και μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού. Επομένως, η καταγγελία αυτή είχε το χαρακτήρα τροποποιητικής καταγγελίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο (ΙΙ) νομική σκέψη που προηγήθηκε και μόνο στην υποτιθέμενη περίπτωση της αποδοχής της πρότασης της εναγόμενης-εφεσίβλητης ΟΠΑΠ ΑΕ εκ μέρους των εναγόντων-εκκαλούντων και σύμπτωσης των βουλήσεων τους, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντιανταγωνιστική συμφωνία που να συνιστά παραβίαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, λόγω της ύπαρξης των προαναφερομένων ρητρών, εφόσον βέβαια δεν συνέτρεχαν οι λόγοι απαλλαγής που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού 330/2010 ή δικαιολόγησης αυτών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις Κατευθυντήριες Γραμμές (αρ. 19) και την υπό στοιχείο (ΙV) νομική σκέψη που προηγήθηκε. Τέτοια όμως συναίνεση των εναγόντων στην τροποποίηση των συμβάσεων πρακτόρευσης και ισχύος της Σύμβασης 2017, σύμφωνα με τον αγωγικό ισχυρισμό, δεν υπάρχει, αντιθέτως μάλιστα αυτοί εκδήλωσαν εμπράκτως, με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, την πλήρη εναντίωσή τους στην τροποποιητική καταγγελία και στην προτεινόμενη τροποποίηση των όρων της σύμβασής τους με την εναγόμενη-εφεσίβλητη. Β) Για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, που προβλέπεται στο άρθρο 13 παρ 1 της Σύμβασης 2017, αλλά και για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης για το νομό στον οποίο είναι εγκατεστημένο το κατάστημα του πράκτορα, που προβλέπονται στο άρθρο 13 παρ 2 της Σύμβασης 2017, οι δυνάμενοι ενδιαφερόμενοι να δραστηριοποιηθούν στην αγορά των επίγειων τυχερών παιγνίων τρίτοι πάροχοι δεν εμπίπτουν στην έννοια του δυνητικού ανταγωνιστή, σύμφωνα με την υπό στοιχείο (ΙV) νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθώς η είσοδός τους δεν είναι λογικά και ρεαλιστικά αναμενόμενη εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, δηλαδή ανταγωνισμός δεν υφίσταται και δεν μπορεί να υφίσταται έως τουλάχιστον το έτος 2030, αφού η ΟΠΑΠ ΑΕ έχει αποκτήσει, βάσει του ν. 2843/2000 (άρθρο 27 παρ 2 α), της από 15-12-2000 Σύμβασης με το Ελληνικό Δημόσιο και της πρόσθετης πράξης αυτής, το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσής τους μέχρι τότε, δικαίωμα που άλλωστε έχει κριθεί συμβατό με το ενωσιακό δίκαιο (ΟλΣΤΕ 3167/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΔΕΕ C-186/2011 και C 209/11 Stanleybet International Ltd σκ 24).
Εξάλλου, είναι υποθετικό το ενδεχόμενο ότι, έστω και το έτος 2030, θα ανοίξει με νομοθετική πρωτοβουλία η αγορά σε τρίτους παρόχους επίγειων τυχερών παιγνίων αντίστοιχων με της ΟΠΑΠ ΑΕ, καθώς αυτό προϋποθέτει τη ριζική αλλαγή προσέγγισης στην κρατική πολιτική ελέγχου της αγοράς τυχερών παιγνίων που σήμερα παρέχει η εναγόμενη, πολιτική που διαχρονικά βασίζεται στη θέση ότι η προστασία από τους συνυφασμένους με τα τυχερά παίγνια κινδύνους στη χώρα παρέχεται αποτελεσματικότερα με το σύστημα χορήγησης αποκλειστικών δικαιωμάτων διεξαγωγής σε έναν πάροχο, υποκείμενο σε εξαιρετικά αυστηρό κανονιστικό έλεγχο. Γ) Για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά και για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης για το νομό στον οποίο είναι εγκατεστημένο το κατάστημα του πράκτορα, που προβλέπονται αμφότερες στο άρθρο 13 παρ 2 της Σύμβασης 2017, και εκτείνονται, πέραν των τυχερών παιγνίων, και σε υπηρεσίες τρίτων παρόχων ή θυγατρικής της ΟΠΑΠ ΑΕ εταιρείας, τις οποίες η ΟΠΑΠ ΑΕ θα επιλέξει να διαθέτει μέσω του δικτύου της και αφορούν σε ταχυδρομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, συνδρομητικής τηλεόρασης, πακέτων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, δικτύου ιδρυμάτων πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, εξόφλησης λογαριασμών και παροχής υπηρεσιών εστίασης, αυτές αφορούν υπηρεσίες που παρέχονται και προωθούνται με εκτενή πρόσβαση από τους εκάστοτε παρόχους τους είτε με δικό τους δίκτυο (επίγεια δίκτυα, τηλεφωνικά κέντρα, μέσω ιστοσελίδων τους online) είτε με επίγεια, online κ.λ.π. δίκτυα τρίτων (π.χ. τράπεζες, συνεργαζόμενες αλυσίδες λιανικού εμπορίου κλπ), δηλαδή με ύπαρξη εναλλακτικών καναλιών διανομής τους, γεγονός εκ του οποίου δεν μπορεί να συναχθεί ότι το δίκτυο των καταστημάτων των πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ αποτελεί βασική υποδομή για την άσκηση της δραστηριότητας των τρίτων παρόχων, επομένως ότι παρεμποδίζεται, περιορίζεται ή νοθεύεται ο ανταγωνισμός. Ως εκ τούτου, από το σύνολο των παραπάνω αναπτύξεων προκύπτει ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη στο σύνολό της...". Μετά ταύτα, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της πρωτόδικης 4570/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την από 14-2-2018 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ως νόμω αβάσιμη.
VI.Β. Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο ορθά έκρινε και δέχθηκε συγκεκριμένα ότι: 1) Η σχέση μεταξύ της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. και των πρακτόρων, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά στον νόμο, προσιδιάζει αφενός μεν σε σύμβαση γνήσιας εμπορικής αντιπροσωπείας, αφετέρου δε σε σύμβαση εντολής, αναλογικώς εφαρμοζόμενων των αντίστοιχων διατάξεων του π.δ 219/1991 και του Α.Κ. περί εντολής. 2) Οι αναιρεσείοντες δεν συνιστούν (αυτοτελείς) εμπορικές επιχειρήσεις, ακόμη κι αν συστήνονταν ως επιχειρήσεις έναντι της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , έναντι των λοιπών αρχών ή και συλλήβδην προς τα έξω, καθώς δεν ήταν αυτόνομες ή ανεξάρτητες οντότητες, αλλά αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του δικτύου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. 3) Οι αναιρεσείοντες αποτελούσαν βοηθητικά όργανα για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων που διοργανώνει η αναιρεσίβλητη, ενσωματωμένοι στην επιχείρησή της, ως μέλη του πανελλήνιου δικτύου που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων. Περαιτέρω έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αυτόνομη και ανεξάρτητη εμπορική πολιτική, καθώς δεν έχουν αναλάβει σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους συνδεόμενους με την εκπλήρωση των παρεχόμενων στους πελάτες υπηρεσιών. Εξάλλου, το Εφετείο έκρινε, ότι με τα στην αγωγή εκτιθέμενα, οι αναιρεσείοντες δεν είχαν προβεί σε σημαντικές επενδύσεις, ενώ, επίσης, όλους τους βασικούς επιχειρηματικούς κινδύνους τους έφερε η Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.
Συνεπώς, η απουσία αυτόνομης επιχειρηματικής δράσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων πρακτόρων αλλά και η ανάληψη από την Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. ουσιωδών επιχειρηματικών κινδύνων αποτελούν στοιχεία που προσιδιάζουν σε σύμβαση με χαρακτηριστικά εμπορικής αντιπροσωπείας. 4) Η καταγγελία της σύμβασης ήταν τροποποιητική, από την οποία δεν ήταν δυνατόν να επέλθει νόθευση ή περιορισμός του ανταγωνισμού σύμφωνα με τη (μη εφαρμοστέα) Σ.Λ.Ε.Ε. 101 παρ. 2. Τούτο διότι: ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι οι αναιρεσείοντες συνιστούσαν χωριστή επιχείρηση, η καταγγελία πάντως αποτελούσε μια μονομερή δικαιοπραξία (όχι συμφωνία επιχειρήσεων), η οποία τελούσε υπό την εξουσιαστική- διαλυτική αίρεση ότι οι αναιρεσίβλητοι θα ενέκριναν την πρότασή της για τροποποίηση των όρων της σύμβασης με την κατάρτιση νέας τέτοιας. Τη νέα αυτή σύμβαση που, κατά την αγωγή, περιείχε τις αναφερόμενες σ' αυτήν αντιανταγωνιστικές ρήτρες, οι αναιρεσείοντες δεν την υπέγραψαν. Αντίθετα μάλιστα, εκδήλωσαν έμπρακτα την πλήρη εναντίωσή τους στην τροποποιητική καταγγελία και στην προτεινόμενη τροποποίηση των όρων της σύμβασής τους από την εταιρεία Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. Ώστε και γι' αυτόν τον λόγο να μην πληρούται το ειδικό πραγματικό της διάταξης του άρθρου 101 παρ. 2 Σ.Λ.Ε.Ε. 5) Συναφώς, η υπό κρίση σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί ανταγωνισμού και ιδίως των άρθρων 1 ν. 3959/2011 και 101 Σ.Λ.Ε.Ε. , καθώς δεν συνιστά συμφωνία μεταξύ διακεκριμένων αυτόνομων οντοτήτων - επιχειρήσεων, ικανή να θέσει περιορισμούς στον ανταγωνισμό. 6) Απόρροια των ανωτέρω είναι ότι η καταγγελία μίας σύμβασης συνιστά από τη φύση της μονομερή δικαιοπραξία και όχι συμφωνία ή σύμπτωση δηλώσεων βουλήσεως, η οποία θα μπορούσε να ελεγχθεί υπό το πρίσμα των άρθρων 101 Σ.Λ.Ε.Ε. και 1 ν. 3959/2011. Έτσι, έκρινε η προσβαλλομένη ότι, οι πράκτορες (όπως η αναιρεσείοοντες) δεν αποτελούν "επιχειρήσεις" δραστηριοποιούμενες σε ενιαία αγορά κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου, αλλ' αντιθέτως χαρακτηρίζονται από την απόλυτη ένταξή τους στο δίκτυο, στην τεχνογνωσία και στο επιχειρηματικό πλάνο της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. ενώ δεν αναλαμβάνουν ουσιώδη επιχειρηματικό κίνδυνο. Επιπλέον, με πειστική επάλληλη αιτιολογία, το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία δεν συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. (υπό την έννοια των άρθρων 102 Σ.Λ.Ε.Ε. και 2 ν. 3959/2011), διότι όλες οι προβαλλόμενες εκ μέρους των αναιρεσειόντων αιτιάσεις για τη νέα σύμβαση αφορούν αυτήν ακριβώς τη νέα σύμβαση πρακτορείας του 2017, την οποία αυτοί δεν υπέγραψαν, και όχι στην καταγγελία της παλαιάς σύμβασης, η οποία αποτελεί μονομερή δήλωση βουλήσεως. 7) Σε κάθε περίπτωση η καταγγελία επέφερε τα αποτελέσματά της, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η καταγγελία έγινε είτε κατά παράβαση του άρθρου 1 ν. 3959/2011, είτε κατά παράβαση του άρθρου 2 ν. 3959/2011, είτε, τέλος, κατά παράβαση του άρθρου 102 Σ.Λ.Ε.Ε. , διότι ούτε ο εθνικός νομοθέτης έχει προβλέψει την ακυρότητα ως συνέπεια της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης και σε κάθε περίπτωση υπερτερεί το στοιχείο της εμπιστοσύνης, με συνέπεια να στοιχειοθετείται (δυνητικά) μόνο αποζημιωτική ευθύνη υπό προϋποθέσεις. 8) Από τη σαφή διατύπωση της σύμβασης, σαφώς συνάγεται ότι δεν είχε συμφωνηθεί παραίτηση της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας και συνεπώς ορθά το δικαστήριο δεν κατέφυγε στην ερμηνεία του όρου που περιέχεται στο άρθρο 23 της σύμβασης του 2009 υπό το πρίσμα των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. , ενώ εν συνεχεία έγινε δεκτό ότι το σχετικό δικαίωμα προβλεπόταν τόσο από τους γενικούς κανόνες που ισχύουν για όλες τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, όσο και ειδικά από το αναλογικά εφαρμοζόμενο π.δ. 219/1991 (άρθρο 8 παράγραφοι 3-5). Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αλυσιτελώς προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθ. 724 εδ. β ΑΚ σχετικά με το ελευθέρως ανακλητό της σύμβασης εντολής αφού, όπως προεκτέθηκε, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε παραίτηση από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας. 9) Όπως προκύπτει και από την ίδια τη φύση της σύμβασης, η σχέση των αναιρεσειόντων με την Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. αποτελεί σχέση με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης, αφού ο πράκτορας αναλαμβάνει τη διαχείριση αλλότριων υποθέσεων και παρέχει τις υπηρεσίες του επί τη βάσει ενός οργανωμένου από την Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. επιχειρηματικού σχεδίου, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση του κύκλου εργασιών της, ενώ, συγχρόνως, κατά τη διενέργεια της δραστηριότητας του στοιχηματισμού και μέχρι την οικονομική εκκαθάριση, διαχειρίζεται και έχει στην κατοχή του χρηματικά ποσά, τα οποία κατά ένα μέρος ανήκουν στην Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. και της αποδίδονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όταν γίνονται αμοιβαίες εκκαθαρίσεις. Λόγω δε του χαρακτήρα της αυτού, στην σύμβαση πρακτορείας βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής, ως γενικές, αναλογικώς δε οι διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας ως ειδικότερες.
Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία της εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, εφαρμόζονται αναλογικά σ' αυτήν οι διατάξεις του Α.Κ. περί εντολής, καθώς και αυτές του π.δ. 219/1991, όπως προεκτέθηκε. Με βάση τα παραπάνω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 724 εδ. β' Α.Κ. (πρώτος λόγος) και 101 παρ. 1 Σ.Λ.Ε.Ε. και 1 ν.3959/2011 με την προεκτεθείσα επάλληλη αιτιολογία της (δεύτερος λόγος) είναι αβάσιμοι. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σχετικά με το χαρακτήρα της υπό του πράκτορα ασκουμένης δραστηριότητος, καθόσον, όπως ορθά κρίθηκε από την προσβαλλόμενη, οι αναιρεσείοντες πράκτορες δεν συνιστούν (αυτοτελή) εμπορική επιχείρηση, ακόμη κι αν συστήνονταν ως επιχείρηση έναντι της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , έναντι των λοιπών αρχών ή και συλλήβδην προς το καταναλωτικό κοινό, καθώς δεν ήταν αυτόνομες ή ανεξάρτητες οντότητες, αλλά αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του δικτύου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. , αποτελούσαν βοηθητικό όργανο για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων που διοργανώνει η αναιρεσίβλητη, όντες ενσωματωμένοι στην επιχείρησή της, ως μέλη του πανελλήνιου δικτύου που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων και ότι αυτοί (οι αναιρεσείοντες) δεν είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν αυτόνομη και ανεξάρτητη εμπορική πολιτική, καθώς δεν είχαν αναλάβει σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η επίδικη καταγγελία της σύμβασης του 2009 συνιστούσε μονομερή δικαιοπραξία ("μονομερές μέτρο") και δεν ενέπιπτε στις διατάξεις των άρθρων 101 παρ. 1 Σ.Λ.Ε.Ε. και 1 παρ. 1 ν.3959/2011, αφού η καταγγελία της σύμβασης του 2009 αποτέλεσε το μόνο και αδήριτο "όχημα" της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να επιβάλει περιορισμούς του ανταγωνισμού και επομένως, συνιστά, παράνομη συμπραξιακή συμπεριφορά, εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 άρθρου 101 Σ.Λ.Ε.Ε. και της παρ. 1 του άρθρου 1 ν. 3959/2011 και είναι άκυρη, κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και της παρ. 2 του άρθρου 1 ν. 3959/2011. Ο σχετικός τρίτος λόγος είναι αβάσιμος, διότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς α) δεν προκύπτει οποιαδήποτε συμφωνία ή σύμπραξη ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ χωριστών επιχειρήσεων, αφού οι επιχειρήσεις των εναγόντων-πρακτόρων αναιρεσειόντων και της εναγόμενης αναιρεσίβλητης αποτελούσαν ουσιαστικά μία οικονομική ενότητα, συμπεριφερόμενη με ενιαίο τρόπο στην αγορά, αλλά αντίθετα προκύπτει μόνο μονομερής συμπεριφορά της εναγόμενης και δη η απόφασή της για τερματισμό της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, εφόσον οι εναγόμενοι δεν αποδεχθούν την προταθείσα σε αυτούς με την καταγγελία νέα σύμβαση πρακτορείας, β) δεν προκύπτει ανάληψη ουσιώδους ή έστω σημαντικού οικονομικού κινδύνου από τους ενάγοντες, γ) δεν προκύπτει ότι η καταγγελία έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, γιατί 1) ουσιαστικά δεν υπάρχει ανταγωνισμός, αφού έχει παραχωρηθεί νομίμως στην εναγόμενη το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας των παιγνιδιών, που αφορούσαν οι συμβάσεις, μέχρι τις 12-10-2030, 2) όλες οι σχετικές αιτιάσεις των εναγόντων αναφέρονται στη σύμβαση πρακτορείας του 2017, που δεν συνήφθη τελικά μεταξύ των διαδίκων, γιατί δεν την αποδέχθηκαν οι ενάγοντες και όχι στις συνέπειες της καταγγελίας αυτής καθ' εαυτής στη λειτουργία του ανταγωνισμού στην αντίστοιχη αγορά και 3) δεν υπάρχει παραβίαση του ανταγωνισμού ούτε λόγω του γεγονότος ότι με την σύμπτωση της βούλησης της εναγόμενης και της πλειοψηφίας των πρακτόρων, που αποδέχθηκαν και υπέγραψαν την προταθείσα τροποποιητική σύμβαση, αποκλείστηκαν οι πράκτορες, που δεν την αποδέχθηκαν, όπως οι ενάγοντες, αφού αυτό το επέλεξαν οι ίδιοι. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη ομοίως η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 102 ΣΛΕΕ και 2 ν.3959/2011 κρίνοντας ότι η καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης θα επέφερε τη λύση της, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι αυτή αντέκειτο στις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ο σχετικός πέμπτος λόγος είναι αβάσιμος. Όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο η κατάφαση της παραβίασης του πραγματικού των άρθρων 102 Σ.Λ.Ε.Ε. και 2 ν.3959/2011 δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, καθόσον από τις σχετικές διατάξεις δεν απαγγέλλεται ως έννομη συνέπεια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης η ακυρότητα, η δε έλλειψη της σχετικής πρόβλεψης δεν συνιστά ακούσιο κενό που να οδηγεί σε δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 ν.3959/2011 και του άρθρου 101 παρ. 2 Σ.Λ.Ε.Ε. , που προβλέπουν ως κύρωση την ακυρότητα των συμφωνιών και των αποφάσεων των ενώσεων επιχειρήσεων σε περίπτωση περιορισμού ή νόθευσης του ανταγωνισμού. Με τους συναφείς έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία σε κάθε περίπτωση είναι έγκυρη και λύει τη σύμβαση: α) εάν θεωρηθεί η καταγγελία τακτική η έννομη συνέπεια της λύσης επέρχεται ακόμα και εάν η καταγγέλλουσα παραιτήθηκε του δικαιώματος αυτού (έβδομος λόγος), β) εάν θεωρηθεί η καταγγελία έκτακτη η έννομη συνέπεια της λύσης επέρχεται ακόμη και εάν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος (όγδοος λόγος) και γ) ακόμη και εάν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179 και 281 Α.Κ. (ένατος λόγος). Οι σχετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Πρωτίστως αναφορικά με τον έβδομο λόγο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι χώρησε παραίτηση από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας και επομένως ο αντίστοιχος λόγος εδράζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Περαιτέρω, με βάση τα εκτεθέντα στο αγωγικό δικόγραφο και ορθά κριθέντα από το Εφετείο, η σχέση που συνδέει τα μέρη (αναιρεσείοντες πράκτορες και αναιρεσίβλητη Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.) προσιδιάζει ως εκ των χαρακτηριστικών της (απουσία αυτόνομης επιχειρηματικής δράσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων και ανάληψη από την Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. ουσιωδών επιχειρηματικών κινδύνων) σε σύμβαση με χαρακτηριστικά εμπορικής αντιπροσωπείας, οπότε τυγχάνουν αναλογικά εφαρμοστέες οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 και επομένως και αυτές του άρθρου 8 παράγραφοι 3, 4, 5 και 8 π.δ. 219/1991. Ως εκ τούτου, ως σύμβαση με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, η παράνομη, ή η άκαιρη, ή η καταχρηστική καταγγελία ή η αντίθετη με τα χρηστά ήθη, δεν είναι ποτέ άκυρη και πάντοτε επάγεται τη λύση της σύμβασης, ακόμη και αν ασκείται αντίθετα με τις συμφωνίες των μερών (ήτοι, μεταξύ άλλων, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί η παραίτηση του ενός μέρους από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας ή αν έχει συμφωνηθεί αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας).
VI.Γ. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα εκ μέρους των αναιρεσειόντων αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να απορρίψει τον ισχυρισμό τους αναφορικά με την ύπαρξη έγκυρης παραίτησης της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αγωγή ως νόμω αβάσιμη (Ολ.ΑΠ. 3/1997, Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 893/2008, Α.Π. 460/2019, Α.Π. 615/2019). Ομοίως απαράδεκτος είναι και ο δέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, καθόσον η έρευνα του λόγου αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν απέρριψε, όπως εν προκειμένω, την αγωγή ως νόμω αβάσιμη (Α.Π. 1214/2025, Α.Π. 289/2017, Α.Π. 1414/2015, Α.Π. 936/2002).
VII. Σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) "Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο...".Από το σαφές περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης και από τον σκοπό που επιδιώκει ο θεσμός της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.), από τα δικαστήρια των κρατών μελών της Ένωσης, ερωτημάτων για την ερμηνεία του πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών, ο οποίος σκοπός είναι κυρίως η διασφάλιση της ομοιομορφίας στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης (Ολ.Α.Π. 16/2013, Α.Π. 1651/2023), συνάγεται ότι παραδεκτό αντικείμενο τέτοιου προδικαστικού ερωτήματος αποτελεί και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου κράτους μέλους, κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης και συνεπώς η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σε αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δ.Ε.Ε., συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 16/2013, Α.Π. 1651/2023). Αντίθετα όμως δεν αποτελεί αντικείμενο τέτοιου ερωτήματος και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου που δεν έχουν θεσπισθεί σε εφαρμογή δικαίου της Ένωσης, αλλά εμπνέονται από αυτό ή στις οποίες εφαρμόζονται όχι ευθέως αλλά αναλογικά οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, που έχει ενσωματωθεί στο Ελληνικό δίκαιο και συνεπώς δεν αποτελεί αντικείμενο τέτοιου ερωτήματος η ερμηνεία των διατάξεων του π.δ.. 219/1991, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, και αφορά μόνο τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όταν το π.δ. αυτό εφαρμόζεται αναλογικά για συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 ν. 3557/2007, ή πρακτορείας, όπως προαναφέρθηκε, αφού δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη - μέλη η αναλογική εφαρμογή της Οδηγίας αυτής και σε άλλες συμβάσεις, πλην των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας (Σκέψεις 18, 19 και 20 της υπ` αρ. 698074/2004 διάταξης του ΔΕΚ, που αναφέρονται και στην Ολ.Α.Π. 16/2013 και Α.Π. 1651/2023, Α.Π. 1647/2018, ΑΠ 1784/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, στους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ότι "συντρέχει ίσως περίπτωση διατύπωσης προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" για τα ζητήματα, αντίστοιχα, "αν δύναται να υποχωρήσει η ακυρότητα που απαγγέλει η παρ. 2 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ενώπιον κανόνων του εθνικού δικαίου, των οποίων η ερμηνευτική εφαρμογή άγει στην εγκυρότητα περιοριστικών του ανταγωνισμού συμφωνιών", "αν συνιστά συμφωνία, κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρ. 101 ΣΛΕΕ, καταγγελία, με την οποία διώκεται, ή επιτυγχάνεται η επιβολή περιοριστικών του ανταγωνισμού ρητρών" και "αν είναι αποτελεσματική η εφαρμογή του άρθρ. 102 ΣΛΕΕ, όταν λόγω της εφαρμογής εθνικού κανόνα δικαίου ή/και εθνικού νομολογιακού κανόνα, η καταχρηστική συμπεριφορά δεν πλήττεται με ακυρότητα, αλλά, αντιθέτως, εκλύει μόνον αποζημιωτικές αξιώσεις", τα οποία δεν έχουν ακόμα αντιμετωπισθεί. Η αναφορά αυτή, ενόψει του χρησιμοποιούμενου επιρρήματος "ίσως" δεν περιλαμβάνει σαφές και χωρίς επιφύλαξη αίτημα προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε αυτό να πρέπει να απαντηθεί. Σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει τέτοιο αίτημα, αυτό πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί οι καταγγελθείσες επίδικες πανομοιότυπες διαρκείς συμβάσεις πρακτορείας αορίστου χρόνου, που είχαν συναφθεί, μεταξύ της εναγομένης και των εναγόντων, για τις οποίες δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο νόμο και προσομοιάζουν κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών, διέπονται από τις αναλογικά εφαρμοζόμενες στην συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων και του Α.Κ. περί εντολής, συνεπώς και του άρθρου 8 παράγραφοι 3, 4 και 5 π.δ. 219/1991, που προβλέπει το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας τους από κάθε διάδικο μέρος, και χωρίς σπουδαίο λόγο, με την τήρηση της προβλεπόμενης κατ' ελάχιστον στην παρ. 4 του άρθρου αυτού προθεσμίας, αλλά και του άρθρου 724 εδ. 1 Α.Κ. , που προβλέπει την ανάκληση της εντολής από τον εντολέα οποτεδήποτε, ούσας άκυρης τυχόν αντίθετης συμφωνίας επειδή στην συγκεκριμένη περίπτωση η σύμβαση αφορά και το συμφέρον του προς ον αυτή εντολοδόχου, και συνεπώς δεν υπάγονται ευθέως στο περιεχόμενο της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 219/1991.
VIII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2022 αίτηση των 1) Μ. Β. , 2) Σ. Γ. , 3) Θ. Κ. και 4) Ι. Π. , για αναίρεση της 530/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ