Απόφαση 380 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 380 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΝ ΛΥΣΕΙΣ Ι.Κ.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ARISTON SOLUTIONS I.K.E.", που εδρεύει στην Άρτα (η οποία προήλθε από μετατροπή της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε."- πρώην με την επωνυμία "... Ε.Ε." - εκ μετατροπής από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΝ ΙΑΤΡΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Λιναρίτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΡΤΑΣ", που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Νικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ. Το δεύτερο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-01-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-03-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, και υπό τον όρο ότι επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να είναι παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αντίθετα, αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 524/2025, ΑΠ 1298/2025, ΑΠ 437/2024, ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 992/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1389/2019), δηλαδή, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τον έλεγχο των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύεται, ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε υποβλήθηκε από αυτήν, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (αρθ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμό ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου … , Α. Δ. Γ. , αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της από 21.3.2024 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10.11.2025) επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο απολειπόμενο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών.
Πρέπει συνεπώς, η υπόθεση να δικασθεί παρά την απουσία του (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 21.3.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 121/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 27 παρ.1 έως 9 του Ν. 3867/2010 "Εξόφληση προμηθειών νοσοκομείων και ρυθμίσεις θεμάτων σχετικών διαγωνισμών" (ΦΕΚ 128/Α/3.8.2010) ορίσθηκαν τα εξής: "1. Οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ, του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου, του ΠΓΝ Παπαγεωργίου, του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Αθηνών, του Αρεταίειου Νοσοκομείου Αθηνών και του ΟΚΑΝΑ, που έχουν προκύψει από την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού, και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τιμολόγια και δελτία αποστολής από 1.1.2007 έως και 31.12.2009, δύναται να εξοφληθούν άμεσα με την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθάρισης, έκδοσης και θεώρησης των σχετικών τίτλων πληρωμής, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις, ως ακολούθως: α) Οφειλές των ετών 2007, 2008 και 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 200.000 ευρώ ανά προμηθευτή, εξοφλούνται με την έκδοση χρηματικού εντάλματος, β) Λοιπές οφειλές του έτους 2007 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 1.100.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, γ) Λοιπές οφειλές του έτους 2008 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.200.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, δ) Λοιπές οφειλές του έτους 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.040.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου τριετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του έτους 2010. Τα ανωτέρω όρια μειώνονται με τα ποσά των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Φορέων οφειλών, καθώς και με τα ποσά των κατά περίπτωση υπέρ τρίτων κρατήσεων. 2. Ο τρόπος εξόφλησης των ανωτέρω οφειλών εφαρμόζεται εφόσον οι προμηθευτές υποβάλλουν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος: α) Αίτηση προς την αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία των φορέων της προηγούμενης παραγράφου για την εξόφληση των απαιτήσεών τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της με τον τρόπο που ορίζεται ανωτέρω. Η αίτηση περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου της, όλες τις απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι του φορέα στον οποίο υποβάλλει την αίτηση για καθένα από τα έτη που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου, β) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α) με την οποία ο αιτών προμηθευτής παραιτείται χωρίς επιφύλαξη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση η οποία πηγάζει από την ίδια αιτία συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης για την καταβολή οποιουδήποτε είδους τόκων, για τα ως άνω έτη και μέχρι την εξόφληση κατά τα οριζόμενα ανωτέρω. 3. Το ακριβές ύψος των οφειλών προς κάθε προμηθευτή, που εξοφλείται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, καθορίζεται με βάση τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής ή άλλων κατά περίπτωση τίτλων πληρωμής θεωρημένων από τα αρμόδια όργανα και αφορούν το πληρωτέο στον δικαιούχο ποσό. 4. Η εξόφληση των οφειλών προς τους προμηθευτές πραγματοποιείται με τη σύνταξη από τους φορείς της παραγράφου 1, καταστάσεων ανά δικαιούχο και έτος έκδοσης των τιμολογίων και δελτίων αποστολής, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι ρυθμιζόμενες απαιτήσεις, με βάση τις οποίες διενεργείται και η παράδοση των ομολόγων. Οι καταστάσεις υπογράφονται από τους δικαιούχους κατά την παραλαβή των ομολόγων και επέχουν θέση εξοφλητικής απόδειξης των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων ή των τυχόν άλλων τίτλων πληρωμής. 5. α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τύπος, η διαδικασία και κάθε σχετικό θέμα που αφορά την έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων και την έκδοση και διάθεση των ομολόγων των περιπτώσεων α', β', γ' και δ' της παραγράφου 1, καθώς και ο φορέας απόδοσης, η διαδικασία, ο τρόπος και κάθε σχετικό θέμα για την απόδοση των κρατήσεων υπέρ του Δημοσίου, των Ασφαλιστικών Φορέων και τρίτων και την κάλυψη της σχετικής δαπάνης, β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία με την οποία δύναται να ανατίθεται σε τράπεζες το έργο της συγκέντρωσης και εξόφλησης των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, οφειλών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. 6. Η αξία των ομολόγων που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων, αποτελεί έσοδο των φορέων της παραγράφου 1 και εγγράφεται ως ισόποση πίστωση στον προϋπολογισμό του έτους έκδοσης των ομολόγων χωρίς να απαιτείται τροποποίηση του προϋπολογισμού του φορέα. 7. Το κόστος της προεξόφλησης των ανωτέρω ομολόγων εντάσσεται στα φορολογικώς εκπιπτόμενα έξοδα από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων των προμηθευτών, κατά τη διαχειριστική περίοδο προεξόφλησης τους. 8. Οι απαιτήσεις των φορέων της παραγράφου 1 έναντι του ΙΚΑ, του ΟΑΕΕ, του ΟΠΑΔ, του ΟΓΑ και του Οίκου Ναύτη οι οποίες έχουν προκύψει από υγειονομική περίθαλψη ασφαλισμένων τους μέχρι 31.12.2009, εκχωρούνται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου προς το Δημόσιο. Το ύψος των εν λόγω οφειλών και η διαδικασία της εκχώρησης προσδιορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. 9. Για λόγους διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας, θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων που απορρέουν από προμήθειες των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, συμπεριλαμβανομένων των ψυχιατρικών και των πανεπιστημιακών κλινικών, των Νοσοκομείων "Αρεταίειο" και "Αιγινήτειο", του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και του Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και των νοσοκομείων και των υγειονομικών μονάδων ΙΚΑ, οι οποίες προμήθειες διενεργήθηκαν μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου στη Βουλή, δυνάμει απευθείας αναθέσεων λόγω επειγουσών αναγκών ή παρατάσεων των συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και των προμηθευτών, καθώς και δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Ν. 2955/2001 (ΦΕΚ 256 Α), μέχρι την κατάργησή της από το άρθρο 37 του Ν. 3784/2009 (ΦΕΚ 137 Α). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου να εξοφληθούν υποχρεώσεις των πιο πάνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ε.Σ.Υ. για προμήθειες ιατροτεχνολογικού, υγειονομικού και φαρμακευτικού υλικού, καθώς και χημικών αντιδραστηρίων, που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, και να εκκαθαριστούν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, που θέτει το πιο πάνω άρθρο 27 του Ν. 3867/2010, δεν ελέγχεται αν τηρήθηκε προηγουμένως η διαδικασία, που προβλέπεται για την ανάληψη υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να νομιμοποιούνται εκ των υστέρων οι συμβάσεις, που καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής , και να θεωρούνται αυτές έγκυρες και ισχυρές (ΑΠ 1281/2023, ΑΠ 197/2022, ΑΠ 1223/2019, ΑΠ 91/2016, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 543/2015, ΑΠ 549/2011). Ακολούθως, με τη με αριθμό 2/78600/0023Α/16.11.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β' 1805/17.11.2010), με τίτλο "Ανάθεση στην Εθνική Τράπεζα του έργου της συγκέντρωσης και εξόφλησης από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους, με Ομόλογα", καθορίστηκαν, στη συνέχεια, ο τρόπος συγκέντρωσης και επεξεργασίας των οικονομικών στοιχείων των νοσοκομείων, που αφορούν οφειλές προς τους προμηθευτές τους για τα έτη 2007, 2008 και 2009, καθώς και η εξόφληση αυτών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Με το δεύτερο άρθρο της με αριθμό 2/88952/0023Α/2010 (ΦΕΚ 2258/31.12.2010) απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών με τίτλο "Έκδοση ειδικών ομολογιακών δανείων για την ανάληψη από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους", ορίστηκε ότι "Σκοπός των ομολογιακών δανείων είναι η εξόφληση από το Ελληνικό Δημόσιο, οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27... του ν. 3867/2010...", ενώ με τα άρθρα 5 έως 7 τα εξής: "Άρθρ.5.Τα ανωτέρω ομόλογα εκδίδονται στο άρτιο, δηλαδή στο 100% της ονομαστικής τους αξίας. Άρθρ.6. Οι τίτλοι των ομολόγων είναι ονομαστικής αξίας ενός λεπτού του ευρώ(0,01€). Άρθρ.7. Η εξόφληση των τίτλων θα γίνει στην ονομαστική τους αξία...". Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο αναδέχθηκε τα πιο πάνω αναφερόμενα χρέη των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. προς τους προμηθευτές των ιατροφαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία αγόρασαν και παρέλαβαν σε εκτέλεση σύμβασης, το περιεχόμενο της οποίας προβλεπόταν από τη ρύθμιση του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, ώστε το Δημόσιο να υπεισέλθει στη θέση των αρχικών οφειλετών - νοσοκομείων, με αποτέλεσμα τα τελευταία να απαλλαγούν από τη σχετική υποχρέωσή τους για την καταβολή των οικείων χρεών, καθόσον, τόσο από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010 προκύπτει, ότι οι οφειλές των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. για τα έτη 2007 - 2009 εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εκδίδονται από αυτό, όσο και από το περιεχόμενο των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, συνάγεται, ότι σκοπός της, από το Δημόσιο έκδοσης των ομολογιακών δανείων, είναι η απόσβεση των πιο πάνω αναφερόμενων οφειλών τους προς τους προμηθευτές τους, με την υπεισέλευση του Ελληνικού Δημοσίου στη θέση αυτών και τη χορήγηση των πιο πάνω ομολόγων σ' αυτούς, αντί καταβολής (AΠ 1281/2023).
Περαιτέρω, περί τις αρχές του έτους 2012, συνήφθη, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) η "Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα" (ΣΙΤ) (PSI LM Facility Agreement). Οι λόγοι, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στην κατάρτιση αυτής της σύμβασης ήταν, η επιβεβλημένη ανάγκη για μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους της Ελλάδος, προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσαν να υπάρξουν απρόβλεπτες συνέπειες στην Ελληνική Οικονομία, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα (αιτιολ. εκθ. του ν. 4046/2012). Το σχέδιο της Σύμβασης PSI περιλάμβανε τρεις επιμέρους συμβάσεις και δη: α. Τη "Σύμβαση Διευκόλυνσης για τη Διαχείριση Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ)" για τη χρηματοδοτική ενίσχυση, ύψους μέχρι 30 δις ευρώ, β. τη "Σύμβαση Πιστωτικής Ενίσχυσης ΕΚΤ", ύψους μέχρι 35 δις ευρώ, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει την προσφορά επαναγοράς, με την οποία η ΕΚΤ, ενεργώντας, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, προσφέρεται να επαναγοράσει, από εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΟΚΤ) του Συστήματος του ευρώ, ορισμένα κρατικά ομόλογα έκδοσής της και γ. τη "Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης", ύψους 5,7 δις ευρώ του ΕΤΧΣ προς την Ελλάδα για τη "Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων". Το σχέδιο της συνολικής Σύμβασης επικύρωσε ο ν. 4046/2012 περί "Έγκρισης των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης". Ακολούθησε ο ν. 4050/2012, που έθεσε τους "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων" ενώ, με ΠΝΠ, εγκρίθηκε το Σχέδιο της Κυρίας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4060/2012. Πιο συγκεκριμένα, με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4050/2012, εξουσιοδοτήθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΧ) να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις, εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους. Η υπ` αριθ. 5/24.2.2012 ΠΥΣ έθεσε την 24.2.2012, ως ημέρα έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και καθόρισε τους όρους ανταλλαγής τους. Μετά, δε, την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής (από 24.2 έως 8.3.2012) εκδόθηκε, στις 9.3.2012, σχετική βεβαίωση της ΤτΕ, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας, "περί συναινέσεως και αποδοχής των ομολογιούχων να τροποποιήσουν και ανταλλάξουν τους επιλέξιμους τίτλους τους", η οποία εγκρίθηκε με την ΠΥΣ 10/9-3-2012, κατ` εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 4050/2012. Με την παραπάνω διαδικασία, η Ελληνική Δημοκρατία, διά του ΟΔΔΧ και, μέσω ηλεκτρονικής πρόσκλησης, κάλεσε τους ομολογιούχους των Επιλέξιμων Τίτλων, με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων των σχετικών προσκλήσεων είτε να συναινέσουν στις προϋποθέσεις των Επιλέξιμων Τίτλων είτε να απορρίψουν τις προταθείσες τροποποιήσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, η, δε, ανταλλαγή ή το επικαλούμενο "κούρεμα" προέβλεπε, για κάθε 1.000 ευρώ ανταλλάξιμων τίτλων, να λάβουν οι ομολογιούχοι: 315 ευρώ σε νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (διαφόρων σειρών, επιτοκίων και λήξεων έως το έτος 2042), 315 ευρώ σε τίτλους λογιζόμενου ποσού, η απόδοση των οποίων, θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ("τίτλοι ΑΕΠ"), 150 ευρώ Ομόλογα Πληρωμής PSI, εκδόσεως του ΕΤΧΣ και καταβολή δεδουλευμένων τόκων μέχρι 24.2.2012 από την Ελληνική Δημοκρατία. Από το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο όλων των Επιλέξιμων Τίτλων, ποσού 177.218.697.615,45 ευρώ, επετεύχθη η απαιτούμενη απαρτία, αφού συμμετείχαν, ψηφίζοντας είτε υπέρ είτε κατά, ομολογιούχοι με ανεξόφλητο Κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ, δηλαδή, ποσοστό 91,05% (δηλ. ποσοστό μεγαλύτερο του 50%, που εξασφάλισε την ύπαρξη απαρτίας), ενώ, επιτεύχθηκε η λήψη απόφασης με την απαιτούμενη ενισχυμένη πλειοψηφία, αφού απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 ευρώ. Ακόμη, συνήνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι, με κεφάλαιο 52.042.932.772,40 ευρώ, δηλ. ποσοστό 94,23%, το οποίο υπερβαίνει τα προβλεπόμενα και απαιτούμενα 2/3 της αυξημένης πλειοψηφίας, ενώ, παράλληλα, προβλεπόταν και η προϋπόθεση ύπαρξης ελάχιστης συμμετοχής του 90% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, όμως, το σύνολο ανεξόφλητου κεφαλαίου ομολογιούχων, που είτε ρητά αρνήθηκαν να συναινέσουν (9.308.013.293,14 ευρώ) είτε δεν συμμετείχαν στη διαδικασία (15.867.751. 549,91 ευρώ) και, άρα, αρνήθηκαν σιωπηρώς την ανταλλαγή, ανήλθε σε 25.175.764.843,05 ευρώ ή ποσοστό 14,2%.
Ωστόσο, προϋπόθεση, για την εκταμίευση του ανώτατου ποσού χρηματοδοτήσεων με βάση τη Σύμβαση, ήταν, η αποδοχή των ομολογιούχων να είναι καθολική, οπότε και ενεργοποιήθηκαν οι ρήτρες συλλογικής δράσης, οι οποίες εφαρμόσθηκαν για τους μη συμμετέχοντες ή ρητώς μη συναινέσαντες ομολογιούχους, που εξέφραζαν ποσοστό 14,2% του συνολικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το ποσοστό της "φαινομενικής" αποδοχής να είναι 100%. Συμπερασματικά, πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαχρονικά αναδιάρθρωση κρατικού χρέους, στην οποία συμπεριελήφθησαν τίτλοι ονομαστικής αξίας 200 δις ευρώ, ποσό ανώτερο από το ύψος του ημεδαπού ΑΕΠ, ταυτόχρονα, δε, η πρώτη αναδιάρθρωση χρέους ευρωπαϊκού κράτους μετά τη δεκαετία του 1950. Η σύμβαση του PSI εφαρμόσθηκε σε όλους τους κατόχους επιλέξιμων τίτλων και δη, σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, που ήταν, κατά την κρίσιμη περίοδο, κάτοχοι ομολογιακών τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους έκδοσης του ίδιου του Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, σημαντικά μειωμένης (κατά 53,5%) ονομαστικής αξίας (ΣτΕ 1095/2016, ΣτΕ 1116/2014, ΑΠ 1281/2023). Από τη διάταξη του άρθρου 419 του ΑΚ προκύπτει ότι, για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής, απαιτείται σύμβαση, δηλαδή συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίδεται αντί καταβολής, συνάμα δε, να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίδεται αντί της οφειλομένης (ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 66/2013). Ειδικότερα, κατά τις βασικές διατάξεις των άρθρων 287 και 316 του ΑΚ, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή, ακριβώς το οφειλόμενο. Με την καταβολή, η ενοχή του αποσβέννυται (άρθρο 416 ΑΚ). Εάν, όμως, ο οφειλέτης καταβάλει κάτι άλλο, αντί του οφειλομένου (άρθρο 419 του ΑΚ) και ο δανειστής δεχθεί την άλλη αυτή παροχή, η ενοχή αποσβέννυται αμέσως με την ικανοποίηση του δανειστή. Με την πιο πάνω αποδοχή του δανειστή, συνάπτεται σύμβαση επαχθούς καταβολής άλλης, αντί της οφειλόμενης παροχής, η οποία σύμβαση και εκτελείται, ταυτοχρόνως, με την παράδοση του -αντί καταβολής- διδόμενου. Αντικείμενο της δόσης αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλομένης, δηλαδή, δύναται να συνίσταται στην οιαδήποτε προσπόριση αγαθού και, επομένως, αντί των οφειλόμενων χρημάτων, μπορεί να δοθεί πράγμα, κινητό ή ακίνητο (ΑΠ 1281/2023, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 840/2015, ΑΠ 1382/2010), η συντέλεση δε, της δόσης επιφέρει την απόσβεση της παλαιάς ενοχής άμεσα, αυτοδίκαια και οριστικά (ΑΠ 840/2015, ΑΠ 66/2013, ΑΠ 1382/2010).
Εξ άλλου, αίρεση είναι ο όρος που προστίθεται στη δικαιοπραξία, σύμφωνα με τον οποίο η ενέργειά της εξαρτάται από την επέλευση ενός γεγονότος μελλοντικού και αβέβαιου ή παύει μόλις επέλθει το γεγονός αυτό (αναβλητική, διαλυτική). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 202 του ΑΚ, αν με την δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (διαλυτική αίρεση) μόλις συμβεί το γεγονός αυτό, παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια και μάλιστα δήλωση υπαναχώρησης, η οποία άλλωστε, εφόσον κατά την βούληση των συμβαλλομένων αυτοδικαίως ατονεί η σύμβαση μόλις πληρωθεί η αίρεση, στερείται κάθε έννοιας και αντικειμένου. Η πλήρωση δηλαδή της διαλυτικής αίρεσης έχει ως συνέπεια την ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας και την υποχρέωση των μερών να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν δοθείσες παροχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ( ΑΠ 1658/2024, ΑΠ 1281/2023, ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 1616/2014).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Από το συνδυασμό δε, των διατάξεων των άρθρων 471 και 477 ΑΚ συνάγεται σαφώς, ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Η ρύθμιση του άρθρου 471 ΑΚ δεν ορίζει την τήρηση τύπου για την σύμβαση αναδοχής χρέους. Έτσι, κατά το άρθρο 158 ΑΚ είναι άτυπη (ΑΠ 1281/2023, ΑΠ 1770/2014). Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, δηλαδή, στη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους ο σωρευτικώς αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος, ενεργώντας και ευθυνόμενος αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος, και όχι παρεπομένως, ενέχεται εις ολόκληρον προς τον δανειστή, μαζί με τον οφειλέτη, προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου, και διαπλάσσεται έτσι αυτομάτως παθητική εις ολόκληρον ενοχή και των δύο απέναντι στον δανειστή (ΑΠ 1281/2023, ΑΠ 1047/2010, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1791/2007,ΑΠ 473/2003, ΑΠ 557/1999). Η σύμβαση αυτή, της σωρευτικής αναδοχής χρέους, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει. Η ευθύνη δε, του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη (ΑΠ 1047/2010, ΑΠ 1753/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα προλεχθέντα αλλά και με τη ratio της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, η οποία έγκειται, κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου στην αποτροπή του κινδύνου άμεσης διακοπής του εφοδιασμού των νοσοκομείων με φαρμακευτικό - υγειονομικό υλικό και τη μη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας αυτών, λόγω της καθυστέρησης στην εξόφληση των προμηθευτών τους, τις οφειλές των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές ιατροφαρμακευτικού και υγειονομικού υλικού, που απορρέουν από την αγορά των υλικών αυτών από την 1η Ιανουάριου 2007 έως και την 31η Δεκεμβρίου του 2009, και στην άμεση εξωδικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων όλων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ΕΣΥ, είτε είχαν καταρτισθεί εξ αρχής εγκύρως, κατά τον τύπο και τη διαδικασία σύναψής τους, είτε κατέστησαν εκ των υστέρων έγκυρες, αναδέχθηκε σιωπηρά αλλά σαφώς στερητικά το Δημόσιο, με την έκδοση και την παράδοση των σχετικών ομολόγων.
Συνεπώς, με τη στερητική αναδοχή, μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο τα χρέη των προαναφερόμενων νοσοκομείων από την αγορά των πιο πάνω υλικών, κατά τα έτη 2007 - 2009, όπως άλλωστε, συνάγεται από τον σκοπό του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, ο οποίος έγκειται στη ρύθμιση των οφειλών των νοσοκομείων με την αναδοχή τους από το Δημόσιο και την πρόβλεψη εξόφλησής τους, είτε με εντάλματα πληρωμής, είτε με τη δόση ομολόγων έκδοσής του αντί της καταβολής της χρηματικής παροχής, που οφείλεται.
Εξάλλου, η υπαγωγή στην πιο πάνω ρύθμιση έχει προαιρετικό χαρακτήρα διότι εναπόκειται στη βούληση του κάθε προμηθευτή, που έχει συμβληθεί με τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. , ο οποίος μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς τη σχετική του αξίωση (ΣτΕ 3125/2015), πλην όμως, επιλέγοντας την υπαγωγή του στη ρύθμιση αυτή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 του Ν. 3867/2020, αποδέχεται τις ενδεχόμενες, επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, προκειμένου να εξοφληθεί δίχως περαιτέρω καθυστερήσεις και χρονοβόρες διαδικασίες (ΟλΣτΕ 237/2015, ΟλΣτΕ 239/2015, ΑΠ 1281/2023).
Περαιτέρω, από την αδιάστικτη διατύπωση των διατάξεων του παραπάνω άρθρου και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων, προκύπτει, ότι στην εκούσια υπαγωγή του προμηθευτή στις ρυθμίσεις του παραπάνω νόμου, δεν διαλαμβάνεται συμφωνία διαλυτικής αίρεσης, η οποία να πληρούται σε περίπτωση τυχόν ακύρωσης της συμφωνίας, ή άλλου γεγονότος μελλοντικού και αβεβαίου, πολύ περισσότερο αφού, οι διατάξεις αυτές ως αναγκαστικού δικαίου δεν επιδέχονται παρεμβολή διαλυτικής αίρεσης, της οποίας η πλήρωση να ανατρέπει την συμφωνία ρύθμισης των οφειλών των νοσοκομείων, και συνέπεια την αναβίωση της αρχικής απαίτησης του προμηθευτή στο προ της συμφωνίας ποσό οφειλής, δεδομένου ότι στην αντίθετη περίπτωση ματαιώνεται πλήρως ο σκοπός του νόμου, που είναι η ρύθμιση και απόσβεση των υπόψη οφειλών, από το υπεισερχόμενο στη θέση του οφειλέτη ΝΠΔΔ, Ελληνικό Δημόσιο, με την χορήγηση ομολόγων στους προμηθευτές αντί καταβολής. Κατά το άρθρο 904 του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή επί ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως, σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται μία ενιαία αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού με κοινές για όλες τις περιπτώσεις προϋποθέσεις (α) την ύπαρξη πλουτισμού του υποχρέου, (β) την επέλευση αυτού σε βάρος του άλλου, δηλαδή, του φορέα της αξίωσης, (γ) το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, με την έννοια της έλλειψης νόμιμης αιτίας και (δ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του υποχρέου και της επιβάρυνσης του δικαιούχου. Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, πραγματούμενη, είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με την μορφή της αποφυγής της ελάττωσής της, για την εξεύρεση του οποίου συγκρίνεται η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα, κατ' ανώτατο όριο από την ζημία του φορέα της αξίωσης, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού του πλουτισμού του υποχρέου.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό της άνω διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ και των διατάξεων των άρθρων 158,159 παρ.1, 174 και 180 του ΑΚ προκύπτει, ότι επί μη νόμιμης παροχής, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης, για οποιοδήποτε λόγο σύμβασης ο πλουτισμός είναι αδικαιολόγητος, αυτός δε, που παρέσχε το έργο ή τις υπηρεσίες του ή το προϊόν δικαιούται να ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, από τον λήπτη της παροχής, την ωφέλεια που αυτός αποκόμισε συνισταμένη στο αντάλλαγμα που θα κατέβαλε για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 1499/2009) ή την δαπάνη που αυτός (λήπτης) εξοικονόμησε, ίση προς το τίμημα που θα κατέβαλε για την αγορά ίδιων προϊόντων σε άλλο πωλητή, με τον οποίο θα κατήρτιζε έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 1666/2024, ΑΠ 243/2021, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 589/2006), ειδικότερα δε, παροχή που καταβλήθηκε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης λόγω μη τήρησης του γι' αυτήν απαιτουμένου τύπου θεωρείται ότι δόθηκε ένεκα παρανόμου αιτίας, καθόσον διάταξη που καθιερώνει την τήρηση τύπου αποτελεί, λόγω του σε αυτή διατυπουμένου επιτακτικού κανόνος που αφορά στη δημόσια τάξη, απαγορευτική διάταξη υπό την έννοια του άρθρου 174 του ΑΚ (ΑΠ 633/2013). Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με την διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 791/2018, ΑΠ 1537/2014).
Στο άρθρο 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ` αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε, Ελληνικό Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΟλΑΠ 7/2001, ΣτΕ 1372/2007), με την πρόβλεψη υπέρ του ενός των συμβαλλομένων εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου (ΑΠ 1492/2017). Θεωρείται δε, ότι παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και παρέχουν στα ανωτέρω (Δημόσιο ή ΝΠΔΔ) την δυνατότητα να εξασφαλίζουν τα συμφέροντά τους, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις της σύμβασης ή γενικότερα, επεμβαίνοντας μονομερώς προς διαμόρφωση του συμβατικού δεσμού. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 29/2009, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000, ΑΠ 891/2018, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 820/2012). Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995). Aντίθετα, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 475/2019, ΑΠ 1980/2017, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 313/2015, ΑΠ 576/2013, ΑΠ 1647/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 561/2022,ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020, ΑΠ 363/2012).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όμως, όταν ο προτεινόμενος ισχυρισμός είναι απαράδεκτος, μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 733/2020), όπως επίσης, και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1070/2023,ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 17.1.2023 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία εξέθετε, ότι συνήψε κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2009 έως 28.12.2009 διαδοχικές συμβάσεις πώλησης ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, τον οποίο παρέδωσε στο αντισυμβαλλόμενο αυτής, πρώτο των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ (Γενικό Νοσοκομείο Άρτας), συνολικού ύψους 112.151,65 ευρώ, και εξ αιτίας μη εξόφλησης της από το τελευταίο, υπήγαγε την αξίωσή της αυτή εκουσίως και νομοτύπως στη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, δυνάμει της οποίας, και αφού παραιτήθηκε χωρίς επιφύλαξη, από οποιαδήποτε άλλη αξίωση πηγάζουσα από την ίδια αιτία, έλαβε ίσης ονομαστικής αξίας (αφαιρουμένων των κρατήσεων υπέρ τρίτων) ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τριετούς διάρκειας, με λήξη στις 22.12.2013, το οποίο όμως, ακολούθως, λόγω της ενσκήψασας εν τω μεταξύ γενικής οικονομικής κρίσης, και σε εκτέλεση του ν. 4050/2012, αντικαταστάθηκε, χωρίς τη συναίνεσή της, από περισσότερα ομόλογα, απομειωμένης ονομαστικής αξίας, (49.605 ευρώ) και λήξης το έτος 2042. Επικαλούμενη δε, εις ολόκληρον ευθύνη των αναιρεσιβλήτων (ως παλαιού και νέου οφειλέτη αντιστοίχως) προς εξόφληση της αρχικής απαίτησής της, την οποία περιόρισε στο ποσό των 96.044,45 ευρώ, προερχόμενη από την , κατά τους ισχυρισμούς της, σωρευτική αναδοχή χρέους που προβλέφθηκε με τον παραπάνω νόμο, ζήτησε την επιδίκαση του παραπάνω ποσού και επικουρικά του ποσού των 90.600,83 ευρώ. Επικουρικά δε, ζήτησε την επιδίκαση των ανωτέρω χρηματικών ποσών με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς μεν το πρώτο των εναγομένων (Γενικό Νοσοκομείο Άρτας) διότι "εξοικονόμησε την αξία του πωληθέντος εξοπλισμού, χωρίς την καταβολή του τιμήματος πώλησής του", ως προς το δεύτερο (Ελληνικό Δημόσιο) διότι "άδικα και παράνομα επωφελήθηκε και πλούτισε με την παράνομη μείωση της απαίτησής της".
Περαιτέρω ισχυρίστηκε, ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι συμπράττοντας επί ζημία της, δεδομένου ότι εγνώριζαν τουλάχιστον από τα τέλη του έτους 2010 ότι επίκειται αδυναμία εξόφλησης της υποχρέωσης από την έκδοση ομολόγων, της προκάλεσαν βλάβη στην επιχειρηματική της υπόληψη και εμπορική της πίστη και συνεπώς ηθική βλάβη, καθόσον ενήργησαν κακόβουλα προκειμένου να πεισθεί η ίδια να υποβάλει την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση του άρθρου 27 ν. 3867/2010, με συνέπεια να δικαιούται την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ύψους 10.000 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 35/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία την απέρριψε ως μη νόμιμη, ως προς αμφοτέρους τους εναγομένους (ήδη αναιρεσιβλήτους). Μετά δε, την άσκηση της από 4.1.2018 έφεσης της ηττηθείσας ενάγουσας εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας) εκδόθηκε η με αριθμό 121/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων (αναιρεσιβαλλομένη) η οποία αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε επί της αγωγής και απέρριψε αυτή, ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, εξ αιτίας της διοικητικής φύσεως της διαφοράς, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου (δευτέρου των αναιρεσιβλήτων) και ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του ΝΠΔΔ "Γενικό Νοσοκομείο Άρτας. Την κρίση της δε, αυτή, η προσβαλλομένη στήριξε στις ακόλουθες παραδοχές της, που ενδιαφέρουν ειδικώς στους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναίρεσης, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: " Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις παραπάνω νομικές σκέψεις, καθ' ό μέρος αφορά το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, δεκτού γενομένου του προβαλλομένου και στην παρούσα (ως και στην πρωτόδικη) δίκη, σχετικού ισχυρισμού του τελευταίου, της δικαιοδοσίας εξ άλλου, των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, εξεταζομένης αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, κατά την προηγηθείσα ως άνω μείζονα σκέψη, καθώς, ως προς αυτό, το σύνολο της ένδικης διαφοράς υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, για τους εξής λόγους: Οι απαιτήσεις της ενάγουσας από τις αναφερόμενες στην αγωγή συναλλαγές, εξοφλήθηκαν με τα κρατικά ομόλογα τα οποία χορηγήθηκαν σ'αυτήν, κατόπιν σχετικής αίτησής της, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, δυνάμει της ευχέρειας που της παρασχέθηκε με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 1 και 2 του ν. 3867/2010 και της 2/67498/0020/12.10.2010 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, και υπό τους όρους των διατάξεων αυτών, ενώ στη συνέχεια, με την θέσπιση των διατάξεων του ν. 4050/2012 ρυθμίστηκε η διαδικασία εθελοντικής τροποποίησης ή ανταλλαγής ομολόγων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των ομολογιούχων, προκειμένου να διασφαλισθεί η απολύτως επιβεβλημένη αναδιάταξη του ελληνικού χρέους σε βιώσιμα επίπεδα με την συμμετοχή των ιδιωτών, σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης, της 26ης Οκτωβρίου και επήλθε περιορισμός των πιο πάνω απαιτήσεων αυτής (ενάγουσας). Με τις διατάξεις του προαναφερομένου νόμου (3867/2010) το Ελληνικό Δημόσιο δεν συνήψε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους με τους προμηθευτές υλικών, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, αφού το χρέος δεν εξακολούθησε να υπάρχει, ώστε να αναληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά προκειμένου να ρυθμιστούν τα προβλήματα που είχαν ανακύψει από την, εκτός νομίμων διαδικασιών, ανάθεση συμβάσεων από τα πιο πάνω νοσηλευτικά ιδρύματα στους προμηθευτές, παρείχε οικονομική ενίσχυση στους πιο πάνω φορείς με την έκδοση και διάθεση διαφορετικής παροχής προς αυτούς (προμηθευτές) ήτοι ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, η αξία των οποίων συνιστά έσοδο των πιο πάνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων - προς άμεση " εξόφληση" αυτών (προμηθευτών) και την διακράτηση των ομολόγων από αυτούς (τους αρχικούς κατόχους) κατόπιν ρητής συναίνεσής τους περί υπαγωγής τους στις πιο πάνω ρυθμίσεις, οπότε επήλθε λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης και απαλλαγή των νοσηλευτικών ιδρυμάτων από την σε βάρος τους ενοχή, συντελέστηκε δηλαδή, στη προκειμένη περίπτωση, δόση αντί καταβολής του άρθρου 419 του ΑΚ, ενώ ακολούθως, η ταυτόχρονη παράδοση των ομολόγων έγινε για την εξόφληση του χρέους προς την ενάγουσα (ΔΕφΑΘ 160/2016). Όσον αφορά δε, την δεύτερη κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, ακόμη και αν αυτή ήθελε νοηθεί ως νομίμως εδραζόμενη στην κατασκευή της "οιονεί" συμβατικής σύνδεσης μεταξύ κομιστή ομολόγου και Ελληνικού Δημοσίου ως εκδότη, με έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 εδ. β' του ν. 2198/1994 (με την οποία σαφώς θεμελιώνεται ενοχή εκ του νόμου) αυτή (η κατασκευή) στηρίζεται σε πλέγμα εννόμων συνεπειών που είναι δημοσίου δικαίου και παράγουν διαφορές επιλυόμενες από τα διοικητικά δικαστήρια.
Εξ άλλου σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο αποφασισθείς από το Ελληνικό Δημόσιο τρόπος αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους και η επιλογή των τίτλων που μετείχαν στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων αποτελούν νομοθετικές, κυβερνητικές και διοικητικές πράξεις, στα πλαίσια της κανονιστικής αρμοδιότητας των αντιστοίχων πολιτειακών οργάνων του δευτέρου εναγομένου, που ανάγονται στον πυρήνα άσκησης της κρατικής εξουσίας. Πράγματι, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο εκδίδει (ή εγγυάται υπέρ της έκδοσης) σειρές ομολόγων, δανειζόμενο κατά τον τρόπο αυτό χρήματα, τα οποία χρησιμοποιεί για την κάλυψη χρηματοδοτικών του κενών και ελειμμάτων προς διασφάλιση με τον τρόπο αυτό, της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας του, ήτοι για την εξυπηρέτηση υψίστης σπουδαιότητας δημοσίου σκοπού. Ως προς την έκδοση δε, των ομολόγων, βρίσκεται προφανώς, σε καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των ομολογιούχων, συμπέρασμα που καταδεικνύεται ιδίως από την εξουσία του, την οποία και άσκησε εν προκειμένω, μονομερούς επέμβασης και τροποποίησης του δικαίου υπό το οποίο εκδόθηκαν τα επίδικα ομόλογα, και ειδικότερα, η θέσπιση από αυτό, μονομερώς με το ν. 4050/2012 διαδικασίας συλλογικής δράσης των πιστωτών για ομόλογα που είχαν εκδοθεί και είχαν τεθεί σε κυκλοφορία πολλά έτη πριν.
Όσον αφορά, εξ άλλου, την επικουρική βάση της αδικοπρακτικής ευθύνης, κατά σε αυτή αγωγικώς ιστορούμενα, το Ελληνικό Δημόσιο ενάγεται προς αποκατάσταση της ζημίας εκ των φερομένων ως παρανόμων πράξεων των πολιτειακών οργάνων του, εγκειμένων στην απόφαση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, οι οποίες ανάγονται, κατά τα προαναφερόμενα, στα πλαίσια νομοθετικών, κυβερνητικών και διοικητικών τους πρωτοβουλιών, εντός των κανονιστικών αρμοδιοτήτων τους και άπτονται, συνεπώς του πυρήνα άσκησης κρατικής εξουσίας, η δε, οικεία παρανομία προσδιορίζεται σαφώς, μεταξύ άλλων και στη νομοθέτηση, κατά τρόπο αντίθετο προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, με συνακόλουθο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να θεμελιώνεται συναφώς διαφορά δημοσίου δικαίου. Το ίδιο ισχύει τέλος, και για την επικουρική βάση της αγωγής, αφού, όπως επίσης εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, όταν η υποκειμένη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου, στην προκειμένη δε, περίπτωση, το επικαλούμενο στην αγωγή πλέγμα εννόμων σχέσεων επί των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί αυτή κατά του Δημοσίου είναι δημοσίου και όχι ιδιωτικού δικαίου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται επικουρικά η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Αντίθετα, ως προς το εναγόμενο νοσοκομείο Άρτας, η ένδικη αγωγή παραδεκτά εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δικαιοδοσία για την εκδίκασή της, καθόσον δεν πρόκειται στη προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των ως άνω διαδίκων, για διοικητική διαφορά ουσίας, αλλά για ιδιωτική διαφορά, που ιδρύεται από διααδοχικές συμβάσεις πώλησης μεταξύ του ως άνω ΝΠΔΔ-πρώτου εναγομένου και ιδιώτη -ενάγουσας, οι επικαλούμενες δε, συμβάσεις δεν περιλαμβάνουν όρους που επιτρέπουν τις μονομερείς επεμβάσεις του πρώτου εναγομένου, ούτε διέπονται από εξαιρετικό υπέρ αυτού νομοθετικό καθεστώς.
Εξ άλλου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία ως προς αυτό και για την εκδίκαση και των επικουρικών βάσεων της αγωγής που στηρίζονται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αδικοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα, εφόσον η συγκεκριμένη διαφορά, πάντα μεταξύ των ως άνω διαδίκων, έχει ως υπόβαθρο σύμβαση που δεν είναι διοικητική (ΑΠ 13407/2010, ΑΠ 1490/2008) παρά τα αβασίμως υποστηριζόμενα από το εναγόμενο νοσοκομείο. Ωστόσο η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου εναγομένου (αρθ. 68 και 73 του ΑΚ) η ύπαρξη της οποίας ερευνάται σε κάθε στάση της δίκης, και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εν προκειμένω δε, υποβλήθηκε και σχετική ένσταση εκ μέρους του πρώτου εναγομένου που επαναφέρεται με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, με την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, το Ελληνικό Δημόσιο αναδέχθηκε εκ του νόμου τα χρέη αυτά, κατά τρόπο ώστε να υπεισέλθει αυτό στη θέση του πρώτου εναγομένου και το τελευταίο να απαλλαγεί (άρθ. 471 ΑΚ). Τούτο προκύπτει σαφώς από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, όπου ρητώς αναφέρεται ότι οι οφειλές των ετών 2008 και 2009 των νοσοκομείων του ΕΣΥ εξοφλούνται στους προμηθευτές τους με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εκδίδονται από αυτό (Ελληνικό Δημόσιο), το δε άρθρο αυτό χρησιμοποιεί πλειστάκις την λέξη "εξόφληση" έτσι ώστε να μην καταλείπεται περί τούτου αμφιβολία. Μάλιστα από τις με αριθμούς 2/78600/0023Α/16.11.2010 ΚΥΑ και με αριθμό 2/88952/0023Α ΥΑ του Υφυπουργού Οικονομικών, που εκδόθηκαν σε εφαρμογή του άνω άρθρου 27 του ν. 3867/2010, προκύπτει με σαφήνεια τόσο από τον ίδιο τον τίτλο των υπουργικών αποφάσεων, όσο και από την δεύτερη παράγραφο του πρώτου άρθρου της δεύτερης ως άνω απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, αλλά και από το όλο περιεχόμενο των προαναφερομένων ΥΑ, ότι ο σκοπός έκδοσης των ομολογιακών δανείων από το Ελληνικό Δημόσιο είναι η εξόφληση από το ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο) των οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 27 και η απαλλαγή των τελευταίων (νοσοκομείων).
Εξ άλλου η βούληση του νομοθέτη, όπως συνάγεται και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3867/2010 (άρθ. 27) είναι η αποτροπή του κινδύνου άμεσης διακοπής του εφοδιασμού των νοσοκομείων με φαρμακευτικό-υγειονομικό υλικό και διατάραξης της ομαλής λειτουργίας τους, λόγω της καθυστέρησης στην εξόφληση των προμηθευτών, ένεκα της διόγκωσης των χρεών τους προς αυτούς. Διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για στερητική αναδοχή χρέους, αλλά για σωρευτική, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεν εναρμονίζεται με τις παραδοχές της παραπάνω διάταξης, αφού σκοπός της είναι η αποδέσμευση των νοσοκομείων από τα χρέη που είχαν σωρευθεί και την ανάληψη των σχετικών χρεών από το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να εξακολουθούν αυτά να λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Μάλιστα, η χορήγηση των ως άνω ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου έγινε προκειμένου να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής και όχι χάριν καταβολής, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα, διότι από την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 προκύπτει σαφώς και συγκεκριμένως, ότι με την υποβολή της ως άνω αίτησης ένταξης της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου, αποδέχθηκε ότι οι απαιτήσεις της για το έτος 2008 από τις πωλήσεις ιατροφαρμακευτικών προϊόντων της, εξοφλούνται άμεσα με την έκδοση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εν προκειμένω συνέβη με την παραλαβή από την ίδια (ενάγουσα) του αναφερθέντος ανωτέρω ομολόγου έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 27 παρ.4 ν. 3867/2010) με παροχή, δηλαδή, διάφορη της οφειλόμενης. Είναι δε, κατά τα ανωτέρω σαφής η διατύπωση τόσο στο άρθρο 27 του ν. 3867/2010, όσο και τις άνω ΥΑ σε σειρά σχετικών εκφράσεων (οφειλές...δύνανται να εξοφληθούν", "ο τρόπος εξόφλησης", "το ύψος των οφειλών που εξοφλούνται με ομόλογα", " σκοπός των ομολογιακών δανείων είναι η εξόφληση από το Ελληνικό Δημόσιο, οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους", "έκδοση ειδικών ομολογιακών δανείων για την ανάληψη από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους"), ώστε και η ίδια η γραμματική ερμηνεία να μην αφήνει κανένα περιθώριο αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής, όπως ξεκάθαρα contra legem προσπαθεί να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις η ενάγουσα. Αξίζει δε, να σημειωθεί ότι από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 27 παρ. 8 του ν. 3867/2010 δεν μπορεί να συναχθεί κάποιο ερμηνευτικό πόρισμα, ως προς την χρησιμοποιούμενη ορολογία εκ μέρους του νομοθέτη, αφού αυτή ρυθμίζει την αντίστροφη περίπτωση, ήτοι την εκχώρηση στο Δημόσιο των απαιτήσεων των νοσοκομείων, ενώ οι ανωτέρω κρίσιμες διατάξεις ρυθμίζουν την εξόφληση των οφειλών των νοσοκομείων. Και από άποψη τελολογικής ερμηνείας, όμως, η ερμηνευτική εκδοχή που υποστηρίζει η ενάγουσα, θα οδηγούσε στο παντελώς μη εύλογο αποτέλεσμα, εν έτει 2010 και ενώ η Ελλάδα είχε εισέλθει στο μηχανισμό χρηματοδοτικής στήριξης της Ε.Ε. με τεράστια χρέη του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, και ενώ υπήρχε άμεση ανάγκη απομείωσης αυτών, το Δημόσιο να τα διπλασίαζε αυτόματα. Και αυτό διότι η υιοθέτηση της λύσης ότι με το άρθρο 27 του ν. 3867/2010 επήλθε σωρευτική αναδοχή χρέους, ή έστω ότι τα ανωτέρω ομόλογα δόθηκαν χάριν καταβολής, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα στο αγωγικό δικόγραφο, θα επερχόταν γέννηση νέας αυτοτελούς πρόσθετης αξίωσης της ενάγουσας προς είσπραξη της οφειλής της. Σχετικά το Ελληνικό Δημόσιο κατά το άρθρο 6 του ν. 2198/1994 θα έπρεπε να καλύψει προς την διαχειρίστρια του συστήματος Τράπεζα της Ελλάδος την αξία των ομολόγων άμα τη λήξει τους, ώστε να καταβληθεί στη συνέχεια η αξία τους στην ενάγουσα, σε περίπτωση δε, που αυτό δεν προέβαινε σε αυτή την ενέργεια, θα υπήρχε, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2198/1994 ευθεία αξίωση της τελευταίας κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την πληρωμή της αξίας των ομολόγων.
Συνεπώς, η εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2198/1994 όχι μόνον δεν εξασθενεί τα επιχειρήματα της κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου περί στερητικής αναδοχής χρέους, αλλά αντίθετα, ενισχύει και στηρίζει αυτά. Είναι δε, προφανές και αυτονόητο, ότι σκοπός του ν. 3867/2010 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ήταν η σημαντική βελτίωση της θέσης των δανειστών των νοσοκομείων με την δημιουργία νέας και αυτοτελούς οφειλής του Ελληνικού Δημοσίου έναντί τους προς κάλυψη των οφειλομένων, με ταυτόχρονη παράλληλη διατήρηση και της οφειλής των νοσοκομείων.
Γι' αυτό το λόγο άλλωστε, προβλέφθηκε κατά το άρθρο 27 παρ. 2 του ν. 3867/2010, η με τη βούληση των δανειστών των νοσοκομείων υπαγωγή τους στη σχετική εκ του νόμου ρύθμιση περί στερητικής αναδοχής των χρεών εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια σε όποιον προμηθευτή το επιθυμούσε και στάθμιζε αναλόγως τα συμφέροντά του, να μην υπαχθεί στη σχετική ρύθμιση και να διατηρήσει σε ισχύ την ευθύνη απέναντί του, αποκλειστικά και μόνον του κάθε νοσοκομείου. Είναι δε, προφανές ότι η ανωτέρω ρύθμιση περί οικειοθελούς ένταξης θα είχανε κάθε ίχνος λογικής θεσμοθέτησής της εκ μέρους του νομοθέτη, αν με αυτή προστίθετο μία οφειλή τρίτου προσώπου, και δη του Ελληνικού Δημοσίου, στην αρχική οφειλή των νοσοκομείων, αφού στη περίπτωση αυτή, θα επήρχετο σαφής βελτίωση της θέσης όλων των προμηθευτών, οι οποίοι θα έσπευδαν όλοι ανεξαιρέτως να υπαχθούν σε αυτή. Επίσης αντίθετο επιχείρημα στη θέση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το άρθρο 27 παρ. 6 του ν. 3867/2010, σύμφωνα με το οποίο η αξία των ομολόγων εγγράφεται ως πίστωση στον προϋπολογισμό των νοσοκομείων. Και αυτό διότι με την έκδοση και παράδοση των ανωτέρω ομολόγων (που απλώς τεχνικά ανατέθηκε να γίνεται διά μέσου του εκάστοτε νοσοκομείου) επήλθε, ως λέχθηκε, εξόφληση των οφειλών των νοσοκομείων και ανάληψη του χρέους τους από το Ελληνικό Δημόσιο, έτσι ώστε, αναγκαστικά έπρεπε να γίνει λογιστική διαγραφή του χρέους τους από τον προϋπολογισμό των νοσοκομείων, η οποία ακριβώς συντελέστηκε με την εγγραφή ως πίστωσης της αντίστοιχης αξίας των ομολόγων. Σε διαφορετική περίπτωση θα εξακολουθούσαν να φαίνονται τα νοσοκομεία ως οφειλέτες των ανωτέρω ποσών και ο σκοπός του ν. 3867/2010, σε ό,τι αφορά την απαίτηση του μηχανισμού στήριξης της Ε.Ε. για μείωση των οφειλών των ΝΠΔΔ και ιδίως των νοσοκομείων, θα είχε εν πολλοίς αχρηστευθεί.
Επομένως, η σχετική εκ του νόμου ανάληψη της υποχρέωσης προς εκπλήρωση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της οφειλής του πρώτου εναγομένου έναντι της ενάγουσας ολοκληρώθηκε με την έκδοση και παράδοση σ'αυτή του σχετικού ως άνω ομολόγου, η δε μεταγενέστερη ισχύς του ν. 4050/2012 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στην αναδρομική κατάλυση της ήδη συντελεσθείσας εκ του νόμου, ως άνω στερητικής αναδοχής χρέους. Επί πλέον, η ίδια διάταξη του άρθρου 27 παρ. 2 του ν. 3867/2010 καθιερώνει το αμετάκλητο της επιλογής του συγκεκριμένου τρόπου εξόφλησης και συνεπώς, εκ του νόμου απαγορεύεται ρητά η ανατροπή της επιλογής αυτής και η αναβίωση της παλιάς ενοχής. Σημειωτέον, ότι είναι κοινώς παραδεκτό ότι με την διάθεση ομολόγων και λοιπών τίτλων έκδοσης ή εγγύησης κρατών, γεννιέται πιστωτική σχέση, η οποία δεν είναι απαλλαγμένη του κινδύνου της σύννομης περιουσιακής απώλειας, και τούτο, διότι από την έκδοση του τίτλου μέχρι τη λήξη που μεσολαβεί συνήθως ικανό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ενδέχεται να συμβούν γεγονότα απρόβλεπτα που περιορίζουν ουσιωδώς, ακόμη και μέχρι εκμηδενισμού, τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους-εκδότη ή εγγυητή των τίτλων. Ταυτόχρονα δε, οι ρυθμίσεις του ν. 4050/2012, παρά τα αβασίμως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα έγιναν σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς κάποια εκ του Συντάγματος ή του νόμου υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να εξαιρέσει ειδικά τα ομόλογα του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 (ad hoc ΟλΣτΕ 239/2015 που έκρινε ακριβώς την συνταγματικότητα της εφαρμογής του ν. 4050/2012 και επί των ομολόγων που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία του άρθρου 27 του ν. 3867/2010). Ενόψει όλων των ανωτέρω, μετά την κατά τα ανωτέρω ανάληψη των επιδίκων οφειλών του πρώτου εναγομένου νοσοκομείου έναντι της ενάγουσας από το δεύτερο εξ αυτών Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες απαιτήσεις της τελευταίας, σχετικά με την περαιτέρω εξέλιξη της οφειλής (μη εκπλήρωση, μη νόμιμος περιορισμός της οφειλής σύμφωνα με το ν. 4050/2012, αδικαιολόγητος πλουτισμός) μόνον έναντι του αναδεχθέντος οφειλέτη Ελληνικού Δημοσίου μπορούν πλέον να ασκηθούν. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου εναγομένου νοσοκομείου, αναφορικά με τις υπό στοιχ. 1 και 1α βάσεις της αγωγής (ενδοσυμβατική ευθύνη) και ως προς την επικουρική της βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Απορριπτέα επίσης, ως μη νόμιμη, ως προς το πρώτο εναγόμενο, ενόψει και της προαναφερόμενης υπό στοιχείο IV νομικής σκέψης, τυγχάνει και η τελευταία βάση της αγωγής περί αδικοπραξίας (με βάση την οποία η ενάγουσα αιτείται το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη)... Ενόψει όλων των αναφερομένων... πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: 1) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έστω και με διάφορη αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (αρθ. 534 ΚΠολΔ) απέρριψε την αγωγή, ως προς τις άνω υπό στοιχ. 1 και 1α βάσεις της (κύριες από την συμβατική του ευθύνη λόγω της σύμβασης πώλησης) ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου εναγομένου Γενικού Νοσοκομείου Άρτας, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο, απορριπτομένων ως εκ τούτου, ως ουσία αβασίμων των περί αντιθέτου λόγων έφεσης. Ορθά επίσης ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης, απορρίπτοντας την περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (αρθ. 534 ΚΠολΔ), 2) εσφαλμένα όμως, με βάση τα προαναφερόμενα, ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς την επικουρική της βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς το ως άνω πρώτο των εναγομένων, ενώ, ενόψει όλων των ανωτέρω, έπρεπε να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου νοσοκομείου. Εσφαλμένα επίσης για τους λόγους που αναφέρθηκαν δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή, ως προς όλες τις βάσεις της ως προς αυτό, ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας του έναντι αυτού... Μετά ταύτα, ενόψει των ανωτέρω... πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στο σύνολό της, όσον αφορά δε το πρώτο εναγόμενο Γενικό Νοσοκομείο 'Αρτας ως προς την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακολούθως δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (αρθ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί εκ νέου η ως άνω αγωγή, πρέπει : α) να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της και β) να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου Γενικού Νοσοκομείου Άρτας ως προς την επικουρική της βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης του τελευταίου...".
Έτσι όπως έκρινε το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, που κατά παραδοχή της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, και τη συνακόλουθη εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, διακράτησε και δίκασε την υπόθεση, και απέρριψε την αγωγή ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, καθόσον επρόκειτο για διοικητική διαφορά ουσίας, έσφαλε και συγκεκριμένα, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης δικαιοδοσίας, και συνεπώς, της παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ καθόσον, ως προεκτέθηκε, το Ελληνικό Δημόσιο αναδέχθηκε ex lege το χρέος του ΝΠΔΔ "Γενικό Νοσοκομείο Άρτας", το οποίο προερχόταν από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης μεταξύ του τελευταίου και της αναιρεσείουσας, και δη, χωρίς τη διαδικασία των δημοσίων συμβάσεων προμηθείας, σε εκτέλεση των οποίων η αναιρεσείουσα παρέδωσε στο τελευταίο, τις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες ιατροφαρμακευτικού υλικού, οι οποίες (συμβάσεις πώλησης) δεν περιέχουν όρους που να δημιουργούν εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ούτε εξ άλλου, διέπονται εν μέρει τουλάχιστον από κανόνες διοικητικού δικαίου και συνεπώς η επίδικη διαφορά δεν ανέκυψε στα πλαίσια διοικητικής σύμβασης, αλλά αντιθέτως στα πλαίσια ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου αναδεχθέντος χρέος από συμβάσεις πώλησης, ενεργούντος ως "fiscus", υπαγόμενη ως εκ τούτου στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται την ως άνω πλημμέλεια. Αντίθετα αβάσιμος ελέγχεται ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 (αληθώς από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξ αιτίας ευθείας παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 27 ν. 3867/2010, και των άρθρων 416, 421,436,477 του ΑΚ, καθόσον, ως αναλυτικά προεκτέθηκε, στη προκειμένη περίπτωση, με την εκούσια υπαγωγή της αναιρεσείουσας στη ρύθμιση του άρθρου 27 ν. 3867/2010, έλαβε χώρα ex lege στερητική αναδοχή χρέους, με την είσοδο του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου στην παθητική πλευρά προϋφισταμένης ενοχής μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Γενικού Νοσοκομείου Άρτας και συνεπώς, ειδική διαδοχή στην υποχρέωση και στο πρόσωπο του οφειλέτη, με πλήρη αποξένωση του παλαιού οφειλέτη (Γ.Ν. Άρτας) διατηρουμένης της ταυτότητας της ενοχής για τον νέο οφειλέτη (Ελληνικό Δημόσιο), και συνακόλουθη άμεση συνέπεια την απόσβεση της απαίτησης της αναιρεσείουσας ως δανείστριας, ως προς το πρώτο των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ "Γενικό Νοσοκομείο Άρτας", ως προς το οποίο παύει η ύπαρξη συμβατικής του ευθύνης, όπως αντιθέτως, πλην εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα εταιρεία. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη, εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ, που όμως ήταν εφαρμοστέα, ως προς την απόρριψη της αγωγής, κατά το μέρος που αυτή απευθυνόταν κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Γενικού Νοσοκομείου Άρτας, ως παθητικώς ανομιμοποίητη και κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι: (α) εν προκειμένω "... διαπιστώνεται ξεκάθαρα ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο έχει αδικαιολόγητα πλουτίσει και ωφεληθεί εις βάρος της εταιρείας μας κατά το αιτούμενο ποσό... αφού σε εκτέλεση σχετικών εγγράφων παραγγελιών του αναιρεσιβλήτου μεταβίβασε την κυριότητα και παρέδωσε τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό που αυτό με διαδοχικά δελτία παραγγελίας ζήτησε, ενώ το Νοσοκομείο Άρτας, έχοντας από μακρού παραλάβει αυτά και δίχως να έχει ποτέ διαμαρτυρηθεί ουδέποτε μέχρι σήμερα κατέβαλε στην εταιρεία μας τα οφειλόμενα ποσά... ώστε ο πλουτισμός του νοσοκομείου συνίσταται στην θετική αύξηση της περιουσίας του κατά την αξία των προμηθευθέντων υλικών... επί ζημία της εταιρείας μας..." και (β) "... στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η ακυρότητα του συνόλου των επιδίκων συμβάσεων καλύφθηκε με τη δημοσίευση του άρθρου 27 παρ. 2 ν. 3867/2010, εν τούτοις θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι οι επίμαχες συμβάσεις πώλησης δεν συνήφθησαν προς κάλυψη επειγουσών αναγκών, ούτε ότι έλαβε χώρα παράταση συμβάσεων, ώστε δεν θεραπεύτηκε η ακυρότητα αυτών και το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία...". Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του. Συγκεκριμένα (α) απαράδεκτος, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωσή του στη παράβαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, καθόσον η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση που δεν στοιχειοθετείται νομικά, αφού η ενιαία γενική αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προϋποθέτει το "αδικαιολόγητο" του πλουτισμού με την έννοια της έλλειψης της νόμιμης αιτίας, η οποία όμως δεν εκτίθεται εν προκειμένω, εφόσον στον αναιρετικό λόγο (όπως εξ άλλου και στο αγωγικό δικόγραφο) ουδόλως εκτίθεται περίπτωση έλλειψης νόμιμης αιτίας, αλλά αντιθέτως, γίνεται επίκληση εγκύρων και ισχυρών διαδοχικών συμβάσεων πώλησης μεταξύ της αναιρεσείουσας ως πωλήτριας -προμηθεύτριας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως αγοραστή και (β) απαράδεκτος, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωσή του στην παραβίαση των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού εκ του λόγου της έλλειψης νόμιμης αιτίας, οφειλομένης στην ακυρότητα των ενδίκων συμβάσεων πώλησης, που καταρτίστηκαν χωρίς την τήρηση του απαιτουμένου νομίμου τύπου, καθόσον των περιστατικών αυτών ακυρότητος, ουδεμία γίνεται επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο, ώστε απαραδέκτως αυτά διαλαμβάνονται το πρώτον στον υπόψη αναιρετικό λόγο. Τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε στην οικεία θέση, στη περίπτωση υπαγωγής στη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, ως εν προκειμένω, θεωρούνται νομιμοποιημένες εκ των υστέρων οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς την τήρηση του νομίμου τύπου και διαδικασίας, και συνεπώς έγκυρες και ισχυρές, αποκλειομένης της εφαρμογής των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού που απαιτεί έλλειψη νόμιμης αιτίας ως προεκτέθηκε. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη (α) ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 59,288,914,932 ΑΚ, εξ αιτίας της απόρριψης ως μη νόμιμης της αγωγής κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας και επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις παραπάνω διατάξεις, με την ειδικότερη επίκληση του ισχυρισμού ότι "... οι εναγόμενοι με τον τρόπο και μεθόδευση που εν τοις πράγμασι εκμεταλλεύθηκαν για να καθυστερήσουν επί 4 έτη και να αποπειραθούν να μειώσουν συντριπτικά το τίμημα της πώλησης των ως άνω υλικών σε βάρος της εταιρείας μας... συμπεριφέρθηκαν παράνομα και αντισυναλλακτικά... επλήγη σοβαρότατα η επιχειρηματική μας υπόληψη και πίστη που είχαμε δημιουργήσει στην αγορά και εξ αιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων, εκ των οποίων τουλάχιστον το Ελληνικό Δημόσιο στα τέλη του 2010 γνώριζε, άλλως μπορούσε να γνωρίζει ότι δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει την υποχρέωση που αναλάμβανε τότε έναντι ημών, και έτσι η εταιρεία μας ξεγελάστηκε ώστε υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση του άρθρου 27 ν. 3867/2010" και (β) μη λήψη υπόψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών, που είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης. Επί του ανωτέρω αγωγικού κεφαλαίου η προσβαλλομένη διέλαβε τα εξής: "....Απορριπτέα επίσης, ως μη νόμιμη, ως προς το πρώτο εναγόμενο, ενόψει και της προαναφερόμενης υπό στοιχείο IV νομικής σκέψης, τυγχάνει και η τελευταία βάση της αγωγής περί αδικοπραξίας (με βάση την οποία η ενάγουσα αιτείται το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη)... καθώς τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, που συνίστανται στην πλημμελή αντισυναλλακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, δεν θεμελιώνουν παράλληλα και αδικοπρακτική του ευθύνη σε βάρος της ενάγουσας, αφού στην αγωγή αυτή, εκτός από την υπαίτια παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών από το πρώτο εναγόμενο, δεν εκτίθενται άλλα περιστατικά ούτε αναφέρονται γεγονότα ικανά να θεμελιώσουν αδικοπρακτική ευθύνη αυτού, πέραν της αθέτησης των υποχρεώσεών του από την συναφθείσα σύμβαση πώλησης, ενόψει του ότι τα λοιπά εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, προς στήριξη της εν λόγω βάσης της αγωγής περί γνώσης κατά τα επί λέξει αναφερόμενα στην αγωγή "... τουλάχιστον του Δημοσίου στα τέλη του 2010, αφού γνώριζε, άλλως μπορούσε να γνωρίζει ότι δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει την υποχρέωση που αναλάμβανε τότε έναντι ημών, η εταιρεία μας ξεγελάστηκε, ώστε υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στην ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, παραιτήθηκε από τους νομίμους δικαιούμενους τόκους και αποδέχθηκε χάριν καταβολής ομόλογο τριετούς διάρκειας, μηδενικού επιτοκίου, με την ψευδή (όπως αποδείχθηκε) παράσταση των αντιδίκων ότι έτσι, έστω και αργότερα, ακόμη και όχι από το Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, τουλάχιστον, από το Ελληνικό Δημόσιο θα εξοφληθεί πλήρως το 2013" αφορούν το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι το πρώτο εξ αυτών". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, αποφαινόμενο ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν θεμελιώνουν κατά νόμο αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Γ.Ν. Άρτας, με προσβολή της εμπορικής φήμης της αναιρεσείουσας εταιρείας και συνακόλουθα αξίωση προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής της βλάβης, δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού αυτές δεν ήσαν εφαρμοστέες στη προκειμένη περίπτωση, ώστε ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ελέγχεται ως αβάσιμος, ενώ, ως μη ιδρυόμενος και συνεπώς, απαράδεκτος, ελέγχεται αυτός, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των παραπάνω ισχυρισμών (αρ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ) καθόσον, ως αναλυτικά προεκτέθηκε, αυτοί δεν θεμελιώνονται στο νόμο, και συνεπώς, δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, μη αποτελούντες "πράγματα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άνω άρθρου. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ Γ.Ν. Άρτας, κατά προσήκουσα εκτίμηση των διαλαμβανομένων στο λόγο αυτό ισχυρισμών,η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη συλλήβδην τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς από τον αριθμό 1) για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 201,202 του ΑΚ, εξ αιτίας της σιγή απόρριψης του ισχυρισμού της ως νόμω αβασίμου, ότι η υπαγωγή της στη ρύθμιση του άρθρου 27 ν. 3867/2010, τελούσε υπό διαλυτική αίρεση, και δη υπό την προϋπόθεση της πλήρους και εμπρόθεσμης εξόφλησής της μέσω της αποπληρωμής των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο 100% της ονομαστικής τους αξίας, η οποία και πληρώθηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ορθώς δε, ερμηνεύοντας τις παραπάνω διατάξεις το Εφετείο απέρριψε σιγή τους συναφείς ισχυρισμούς, καθόσον όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, η υπαγωγή των προμηθευτών στην εν λόγω νομοθετική ρύθμιση έχει τον χαρακτήρα προσχώρησης, αποκλειομένης συνεπώς της πρόβλεψης αιρέσεων και λοιπών όρων, θεμελιουμένων στην διάταξη του άρθρο 361 ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α` ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Τούτο συμβαίνει συνήθως αν, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής, υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1293/2015).
Στη προκειμένη περίπτωση, γενομένου δεκτού ως βασίμου του τρίτου αναιρετικού λόγου, κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ενόψει όμως, του ότι αυτή ελέγχεται ως νόμω αβάσιμη, δεδομένου ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως προς την κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, θεμελιώνεται στις διατάξεις για την υπαγωγή της ένδικης διαφοράς στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 27 του ν. 38967/2010, που αφ' ενός δεν προβλέπει πλήρη εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας από την προμήθεια ιατροτεχνολογικού υλικού στα νοσοκομεία του ΕΣΥ, αφ' ετέρου προβλέπει η απόσβεση των απαιτήσεων αυτών να συντελείται με την υπεισέλευση του Ελληνικού Δημοσίου στην θέση των τελευταίων και την χορήγηση των υπόψη ομολόγων αντί καταβολής, όπως εξ άλλου μη νόμιμη και ως προς τις λοιπές επικουρικές βάσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και της αδικοπραξίας, η υπόθεση δεν θα παραπεμφθεί κατά το αναιρεθέν μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, προς περαιτέρω ουσιαστική έρευνα, εφόσον δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, υπολειπομένης μόνον της διατύπωσης του διατακτικού της απόφασης, βάσει της έκτασης της αναίρεσης. Επομένως, μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλομένης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, και να απορριφθεί ως προς αυτό η έφεση.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ δεν θα γίνει λόγος για επιβολή δικαστικής δαπάνης εις βάρος της εκκαλούσας ως προς το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το οποίο λόγω της απουσίας του δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (αρθ. 106 ΚΠολΔ). Ακολούθως, κατά το μέρος που αφορά στο πρώτο των αναιρεσιβλήτων Γενικό Νοσοκομείο Άρτας ΝΠΔΔ, ως προς το οποίο απορρίφθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης αυτού (πρώτου των αναιρεσιβλήτων) λόγω της ήττας της (αρθ 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό, ενώ να επιβληθεί η από την αίτηση αναίρεσης δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του τελευταίου, τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 19 παρ. ΚΠολΔ, 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./8.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987), να διαταχθεί δε, τέλος, η επιστροφή του ενιαίως κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, στην ίδια, εφόσον η αναίρεση έγινε κατά ένα μέρος έστω δεκτή (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.3.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 121/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ Γενικού Νοσοκομείου Άρτας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, Γενικού Νοσοκομείου Άρτας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Αναιρεί τη με αριθμό 121/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς το δεύτερο των εφεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο.
Απορρίπτει την έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου των εφεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ