Απόφαση 382 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 382 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Χ. , κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημοσθένη Γκούντα.
Του αναιρεσίβλητου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", με έδρα τον Πειραιά, νόμιμα εκπροσωπούμενου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Κασιμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-10-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 513/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2023 μη οριστική, 324/2023 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-04-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 30.4.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 269/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε, το άρθρο 908 εδ. α' του ιδίου κώδικα, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης απαιτείται η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου. Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος, ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές έλλειψης της νομιμότητάς της. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1344/2024, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 342/2015). Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ιδίου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1344/2024, ΑΠ 72/2023, ΑΠ 1330/2021, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014, ΑΠ 1462/2012). Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με την διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 791/2018, ΑΠ 1537/2014).
Kατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 390/2025, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1882/2024, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
H αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή επισκόπηση, των διαδικαστικών εγγράφων, προκειμένου του αναιρετικού ελέγχου της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ): Με την από 1.10.2020 αγωγή του, ο ήδη αναιρεσείων ζήτησε την καταβολή του χρηματικού ποσού των 45.080 ευρώ, ως υπολοίπου της συνολικώς συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής του, ύψους 83.080 ευρώ, με βάση την σύμβαση έργου που κατήρτισε με τον ήδη αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνης Πειραιώς (ΝΠΔΔ), σε δύο φάσεις (Μάρτιο και Ιούνιο 2020) και είχαν αντικείμενο την κατασκευή ξυλογλύπτων εκκλησιαστικών επίπλων, την μεταφορά και την τοποθέτησή τους στον αναιρεσίβλητο ιερό ναό, επικουρικά δε, για τη περίπτωση που η σύμβαση ήθελε κριθεί ως άκυρη, ζήτησε το υπόλοιπο της αμοιβής του, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 513/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, ως μη νόμιμη, καθόσον δεν είχε ληφθεί απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ναού και έγκριση αυτής από το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο, που να αφορά στη κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης έργου, η οποία έτσι κατέστη άκυρη, και νόμιμη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακολούθως δε, έκανε αυτή δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας (μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής με την τροπή του σε εν όλω αναγνωριστικό) την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το αιτηθέν ως υπόλοιπο αμοιβής, χρηματικό ποσό των 45.080 ευρώ. Μετά την από 11.2.2022 έφεση του ηττηθέντος ΝΠΔΔ εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 269/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία αφού δέχθηκε την κατά τόπον αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ιωαννίνων για την εκδίκαση της διαφοράς, το δεδικασμένο που απέρρευσε ως προς το ζήτημα της ακυρότητας της σύμβασης έργου, από την πρωτοβάθμια απόφαση που δεν επλήγη κατά τούτο με λόγο έφεσης, και συνεπώς κατέστη κατά τούτο τελεσίδικη, και απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου-εφεσιβλήτου περί προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής, ακολούθως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και αφού αποτίμησε την συνολική αξία του αναληφθέντος έργου, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στο ποσό των 49.724 ευρώ (40.100 μετά του αναλογούντος ποσοστού ΦΠΑ από 24%) έκανε αυτή δεκτή, κατά την επικουρική της βάση, ως εν μέρει βάσιμη από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του Ιερού Ναού να καταβάλει ως αδικαιολογήτως κτηθείσα ωφέλεια, στον βλαπτόμενο αναιρεσείοντα το ποσό των 11.724 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη που έγινε η επίδοση της αγωγής, διέλαβε δε, τις παρακάτω παραδοχές, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τους: " ...Ο ενάγων από το έτος 2016 διατηρεί στα Ιωάννινα ατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή ξυλόγλυπτων εκκλησιαστικών επίπλων και ειδών, συνεχίζοντας την από το έτος 1970 λειτουργούσα επιχείρηση του πατέρα του Χ. Κ. Την άνοιξη του έτους 2020 συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και του εναγομένου ΝΠΔΔ εκπροσωπουμένου από τον ιερέα Δ. Κ. , Πρόεδρο του εκκλησιαστικού συμβουλίου, η εκ μέρους του πρώτου κατασκευή από δρυ, μεταφορά και τοποθέτηση, με δικά του υλικά, μέσα και δαπάνες, των ξυλόγλυπτων εκκλησιαστικών επίπλων, που θα τοποθετούνταν στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνης Πειραιώς, ενόψει της ριζικής ανακαίνισής του, συμφωνήθηκε δε, το σχετικό έργο να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τα θυρανοίξια του ναού την 17η Ιουλίου 2020, πλην του πάγκου του ιερού και της ντουλάπας των αμφίων, για τα οποία, ως χρόνος παράδοσης συμφωνήθηκε η 13η Αυγούστου 2020. ...Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας ο ενάγων ανέλαβε να κατασκευάσει από δρυ πρώτης ποιότητας και να τοποθετήσει στον ιερό ναό , κατά την πρώτη φάση του έργου τα κάτωθι εκκλησιαστικά έπιπλα, έναντι της αναφερόμενης αμοιβής του, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ ποσοστού 24% και συγκεκριμένα... Ητοι συνολικά, η αμοιβή του ενάγοντος για την κατασκευή κατά την πρώτη φάση του έργου, των ως άνω εκκλησιαστικών επίπλων, την μεταφορά αυτών στον Πειραιά και την τοποθέτησή τους, στον ιερό ναό, συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 47.120 ευρώ.
Περαιτέρω, στο πλαίσιο της αυτής συμφωνίας με το εναγόμενο, ο ενάγων ανέλαβε να κατασκευάσει από δρυ πρώτης ποιότητας και να τοποθετήσει στον ιερό ναό, κατά την δεύτερη φάση του έργου, τα κάτωθι εκκλησιαστικά έπιπλα, έναντι της αντίστοιχης αναφερόμενης αμοιβής του, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ ποσοστού 24% και συγκεκριμένα... Ητοι συνολικά, η αμοιβή του ενάγοντος για την κατασκευή, κατά τη δεύτερη φάση του έργου , των ως άνω εκκλησιαστικών επίπλων , την μεταφορά αυτών στον Πειραιά και την τοποθέτησή τους στον ιερό ναό, συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 35.960 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, απολύτως συνεπής στις ως άνω συμβατικές υποχρεώσεις του, κατασκεύσασε, μετέφερε και τοποθέτησε στον ιερό ναό, άπαντα τα ως άνω εκκλησιαστικά έπιπλα στις συμφωνηθείσες ημερομηνίες, η δε ποιότητα των εργασιών του ικανοποίησε πλήρως τόσο τον Μητροπολίτη Πειραιά, όσο και τον ιερέα του ναού, Δ. Κ. , οι οποίοι μετά την παραλαβή των προπεριγραφομένων κατασκευών, εξέφρασαν την πλήρη ικανοποίησή τους για το εκτελεσθέν έργο και συνεχάρησαν τον ενάγοντα για την ποιοτική εκτέλεση αυτού. Για την ολοκλήρωση όλων των προπεριγραφομένων επίπλων απαιτήθηκε χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων (4) μηνών, κατά την διάρκεια του οποίου απασχολήθηκαν για την κατασκευή τους, ο ενάγων, ο πατέρας του Χ. Κ. και τέσσερις (4) ακόμη τεχνίτες-υπάλληλοι της επιχείρησης του πρώτου. Για το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος ο ως άνω διάδικος- κατασκευαστής εξέδωσε τρία τιμολόγια επί πιστώσει 30 ημερών, συνολικού ποσού 83.080 ευρώ και συγκεκριμένα... Το εναγόμενο κατέβαλε το συνολικό ποσό των 38.000 ευρώ.... Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από αμφότερα τα διάδικα μέρη.
Περαιτέρω, ήδη κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα προφορικά σύμβαση έργου, με αντικείμενο την κατασκευή των παραπάνω εκκλησιαστικών επίπλων είναι άκυρη, διότι δεν συνήφθη σε εκτέλεση απόφασης του οικείου εκκλησιαστικού συμβουλίου και έγκριση αυτής από το οικείο μητροπολιτικό συμβούλιο. Ως εκ τούτου, καθόσον η ένδικη αξίωση ερείδεται μόνον στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (αρθ. 904 ΑΚ) ερευνητέο και κρίσιμο μέγεθος για την έννοια της βασιμότητας ή μη της αγωγικής αξίωσης αποτελεί η χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου του ενάγοντος, που συνιστά και την ισόποση δαπάνη που το εναγόμενο εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν ανέθετε την εκτέλεση του αυτού έργου, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα με τον ενάγοντα, κατά το εν λόγω δε, ποσό ωφελήθηκε το εναγόμενο, και αυτόν μόνον τον πλουτισμό υποχρεούται να αποδώσει στον αντίδικό του. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στην συμφωνηθείσα αμοιβή του, συνολικού ύψους 83.080 ευρώ, συμποσούται η δαπάνη που εξοικονόμησε το εναγόμενο και στην οποία αυτό θα υποβαλλόταν, εάν ανέθετε την εκτέλεση του αυτού έργου, με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο, που διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα με τον ίδιο. Για την επίρρωση της ορθότητας της σχετικής εκτίμησής του, προσκομίζει με επίκληση την προαναφερόμενη ληφθείσα με επιμέλεια του, με αριθμό ...2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ι. Μ. του Χ. , ο οποίος ασχολούνταν μέχρι την συνταξιοδότησή του το έτος 2013, με ξυλουργικές εργασίες και συγκεκριμένα, την κατασκευή βιτρινών καταστημάτων, ξύλινων επενδύσεων, προθηκών τους και άλλων παρομοίων ειδικών κατασκευών και διατηρούσε επιχείρηση πλησίον της επιχείρησης του ενάγοντος. Ο εν λόγω μάρτυρας στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή του, επεσήμανε ότι "τα ξυλόγλυπτα έπιπλα δεν είναι τα ίδια με τα τυποποιημένα έπιπλα του εμπορίου, ούτε στην ποιότητα, ούτε στις τιμές", ότι "κατασκευάζονται και σκαλίζονται με το χέρι, σύμφωνα με την παραγγελία που δίνει ο πελάτης, με το ξύλο που ζητάει και προορίζονται για συγκεκριμένο χώρο" και ότι "ειδικά τα εκκλησιαστικά έπιπλα που έχουν ξυλόγλυπτο διάκοσμο, απαιτούν ιδιαίτερη τεχνική και προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια και φυσικά πολύ περισσότερο χρόνο για την κατασκευή τους" και εκτίμησε ότι η αξία των επίπλων, που κατασκεύασε ο ενάγων για τον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνης Πειραιώς ανέρχεται στο ποσό των 86.058,48 ευρώ. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το καταβληθέν εκ μέρους του συνολικό ποσό των 29.884 ευρώ, συνιστά την χρηματική αποτίμηση του έργου του ενάγοντος και ως εκ τούτου, όχι μόνον ουδεμία άλλη οφειλή βαρύνει τον ίδιο (κατά τους ισχυρισμούς του πάντα) αλλά ότι ο ως άνω αντίδικός του εισέπραξε αχρεωστήτως το ποσό των 8.116 ευρώ (38.000 ευρώ ποσό που κατέβαλε - 29.884 ευρώ, αξία του έργου). ..... Για την ενίσχυση του εν λόγω ισχυρισμού του προσκομίζει με επίκληση: (α) την από 20.9.2022 τεχνική έκθεση του ξυλουργού Α. Μ. , ο οποίος κατόπιν επισκόπησης των προπεριγραφομένων εκκλησιαστικών επίπλων, επεσήμανε ότι αυτά είναι άριστης ποιότητας, κατασκευής και τοποθέτησης και διευκρίνισε ότι οι ταμπλαμάδες, οι σταυροί και τα δικτυωτά καλύμματα είναι κατασκευασμένα με μηχάνημα και όχι στο χέρι, ενώ ελάχιστα κομμάτια είναι κτυπημένα με σκαρπέλο, δηλαδή στο χέρι και συγκεκριμένα, μόνον για τη δημιουργία σφυρήλατου αποτελέσματος σε ταμπλαμάδες, (β) την από 29.9.2020 τεχνική έκθεση-εκτίμηση της Ε. Ξ. , ιστορικού τέχνης, μέλους του μητρώου πιστοποιημένων εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών και πραγματογνώμονα του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (κατά τα όσα σχετικώς βεβαιώνει) χρησιμοποιώντας ως συγκριτικά στοιχεία προσφορά επιπλοποιού για κατασκευή αντιστοίχων εκκλησιαστικών επίπλων και τιμές αντιστοίχων κατασκευών συναφών επιχειρήσεων που ανηύρε στο διαδίκτυο, εκτίμησε ότι η αξία των κατασκευών του ενάγοντος ανέρχεται στα κάτωθι ποσά (χωρίς τον συνυπολογισμό του αναλογούντος ΦΠΑ): 1) του γωνιακού παγκαριού στο ποσό των 2.900 ευρώ, 2) του απορροφητικού εντοιχιζόμενου μανουαλίου, στο ποσό των 3.000 ευρώ, 3) του εντοιχιζόμενου ντιβανιού στο ποσό των 1.200 ευρώ, 4) του σετ ιεροψαλτών, στο ποσό των 5.500 ευρώ, 5) των δύο πρόσθετων της πρώτης φάσης του έργου στο ποσό των 1.000 ευρώ, 6) της βιτρίνας ήχου δύο όψεων στο ποσό των 2.100 ευρώ, 7) της ταμπλαδωτής εντοιχιζόμενης βιτρίνας δύο όψεων στο ποσό των 1.300 ευρώ, 8) της ντουλάπας αμφίων στο ποσό των 1.200 ευρώ, 9) της επένδυσης τοίχου-επίπλου ηλεκτρολογικού πίνακα και συναγερμού στο ποσό των 3.000 ευρώ, 10) του πάγκου του ιερού στο ποσό των 1.300 ευρώ, 11) των δύο στρογγυλών προθέσεων (για προβολή εικόνων) της δεύτερης φάσης του έργου, στο ποσό των 1.200 ευρώ, και 12) του επίπλου νιπτήρα, στο ποσό των 400 ευρώ. Δυνάμει της εν λόγω εκτίμησης, η αξία όλων των κατασκευασθέντων εκκλησιαστικών επίπλων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 24.100 ευρώ, και κατόπιν συνυπολογισμού του αναλογούντος ΦΠΑ ποσοστού 24% στο ποσό των 29.884 ευρώ. γ) την από 18.4.2023 τεχνική έκθεση του εκτιμητή σχεδιαστή πρωτοτύπων έργων-σκαλιστή-μαραγκού του βιοτεχνικού επιμελητηρίου Πειραιώς, Ι. Β. , ο οποίος κατόπιν αξιολόγησης της ποιότητας του ξύλου που χρησιμοποιήθηκε (επεσήμανε ότι χρησιμοποιήθηκε ξύλο άριστης ποιότητας) και το εύρος και το είδος της χειροποίητης ξυλόγλυπτης εργασίας, εκτίμησε, ότι η αξία των κατασκευών του ενάγοντος ανέρχεται στα κάτωθι ποσά (χωρίς τον συνυπολογισμό του αναλογούντος ΦΠΑ): 1) του γωνιακού παγκαριού στο ποσό των 2.700 ευρώ, 2) του απορροφητικού εντοιχιζόμενου μανουαλίου στο ποσό των 4.320 ευρώ, 3) του σετ ιεροψαλτών, στο ποσό των 5.950 ευρώ, 4) των δύο προθέσεων της πρώτης φάσης του έργου στο ποσό των 2.850 ευρώ, 5) της βιτρίνας ήχου δύο όψεων στο ποσό των 1.990 ευρώ, 6) της ταμπλαδωτής εντοιχιζόμενης βιτρίνας δύο όψεων, στο ποσό των 1.950 ευρώ, 7) της ντουλάπας αμφίων στο ποσό των 1.860 ευρώ, 8) του ντιβανιού , της επένδυσης τοίχου-επίπλου ηλεκτρολογικού πίνακα και συναγερμού στο ποσό των 3.820 ευρώ, 9) της ντουλάπας και του πάγκου του ιερού στο ποσό των 2.970 ευρώ και 10) των δύο στρογγυλών προθέσεων (για προβολή εικόνων) της δεύτερης φάσης του έργου, στο ποσό των 1.260 ευρώ. Δυνάμει της εν λόγω εκτίμησης, η αξία όλων των παραπάνω εκκλησιαστικών επίπλων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 29.670 ευρώ, και κατόπιν συνυπολογισμού του αναλογούντος ΦΠΑ ποσοστού 24%, στο ποσό των 36.790,08 ευρώ. Αξίζει να αναφερθεί, ότι ο συντάξας την εν λόγω έκθεση, ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, φέρει την ιδιότητα του μαραγκού-σκαλιστή-δημιουργού πρωτοτύπων έργων, για σαράντα έτη, αποτίμησε σε αυτή ξεχωριστά την επί μέρους εργασία της χειροποίητης ξυλογλυπτικής τέχνης, επισημαίνοντας τα συγκεκριμένα έπιπλα, στα οποία υπάρχουν ξυλόγλυπτα τμήματα. Κατά την εκτίμησή του, 1) στο γωνιακό παγκάρι υφίσταται ξυλόγλυπτο τμήμα στα θωράκια, η δε, σχετική εργασία αποτιμάται στο ποσό των 400 ευρώ, 2) στο απορροφητικό εντοιχιζόμενο μανουάλι υφίσταται ξυλόγλυπτο τμήμα, η δε, σχετική εργασία αποτιμάται στο ποσό των 400 ευρώ, 3) στο σετ ιεροψαλτών, υφίσταται ξυλόγλυπτο τμήμα, η δε, σχετική εργασία αποτιμάται στο ποσό των 350 ευρώ, 4) στις δύο προθέσεις της πρώτης φάσης του έργου, υφίσταται ξυλόγλυπτο τμήμα, η δε, σχετική εργασία αποτιμάται στο ποσό των 550 ευρώ, 5) στη βιτρίνα ήχου δύο όψεων, υφίσταται ξυλόγλυπτο τμήμα, η δε, σχετική εργασία αποτιμάται στο ποσό των 90 ευρώ, 6) στην ντουλάπα του ιερού, υφίσταται ξυλόγλυπτο διάτρητο, η δε, σχετική εργασία αποτιμάται στο ποσό των 40 ευρώ. Από την ορθή εκτίμηση και την προσήκουσα αξιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι η χρηματική αποτίμηση των κατασκευασθέντων από τον ενάγοντα εκκλησιαστικών επίπλων, κατόπιν συνεκτίμησης των διαστάσεων αυτών, της εξαιρετικής ποιότητας των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, της άριστης κατασκευής και τοποθέτησής τους στον χώρο, του χρόνου εργασίας που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωσή τους και της έκτασης της ξυλόγλυπτης εργασίας, ανέρχεται στα κάτωθι ποσά, χωρίς τον συνυπολογισμό του αναλογούντος ΦΠΑ ποσοστού 24%: 1) του γωνιακού παγκαριού στο ποσό των 4.500 ευρώ, 2) του απορροφητικού εντοιχιζόμενου μανουαλίου, στο ποσό των 5.000 ευρώ, 3) του εντοιχιζόμενου ντιβανιού στο ποσό των 1.200 ευρώ, 4) του σετ ιεροψαλτών, στο ποσό των 7.000 ευρώ, 5) των δύο προθέσεων της πρώτης φάσης του έργου στο ποσό των 2.700 ευρώ, 6) της βιτρίνας ήχου δύο όψεων, στο ποσό των 3.000 ευρώ, 7) της ταμπλαδωτής εντοιχιζόμενης βιτρίνας δύο όψεων στο ποσό των 3.300 ευρώ, 8) της ντουλάπας αμφίων στο ποσό των 3.300 ευρώ, 9) της επένδυσης τοίχου - επίπλου ηλεκτρολογικού πίνακα και συναγερμού, στο ποσό των 4.500 ευρώ, 10) του πάγκου του ιερού στο ποσό των 3.000 ευρώ, 11) των δύο στρογγυλών προθέσεων (για προβολή εικόνων) της δεύτερης φάσης του έργου, στο ποσό των 2.000 ευρώ και 12) του επίπλου νιπτήρα στο ποσό των 900 ευρώ και συνολικά, στο ποσό των 40.100 ευρώ και κατόπιν συνυπολογισμού του αναλογούντος ΦΠΑ από 24%, στο ποσό των 49.724 ευρώ. Ενόψει του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, το εναγόμενο κατέβαλε ήδη στον ενάγοντα το ποσό των 38.000 ευρώ, απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο εκ της ως άνω οφειλής του, ύψους 11.724 ευρώ, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται το εναγόμενο περί ολικής εξόφλησης της οφειλής του, τυγχάνουν ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Σημειώνεται ότι την κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω, ουδόλως κλονίζει η μεταξύ των διαδίκων σαφώς υπέρτερη συμφωνηθείσα αμοιβή ύψους 83.080 ευρώ (με συνυπολογισμό του αναλογούντος ΦΠΑ) καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω για την ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αξίωση του ενάγοντος, είναι η χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου του ενάγοντος, που συνιστά και την ισόποση δαπάνη που ο εναγόμενος εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν ανέθετε την εκτέλεση του αυτού έργου, με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο, που διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα με τον ενάγοντα. Το εν λόγω οικονομικό μέγεθος είναι διάφορο της αμοιβής που ο τελευταίος πέτυχε να συμφωνήσει, έχοντας την δυνατότητα, στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς να αξιολογήσει σε μεγαλύτερο ύψος την αξία των υπηρεσιών του και να επιδιώξει την είσπραξη μιας υπέρτερης αμοιβής, μόνο όμως στο πλαίσιο μιας έγκυρης σύμβασης (προϋπόθεση που στη προκειμένη περίπτωση, όπως κρίθηκε, δεν υφίσταται). Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η ωφέλεια που απέκτησε το εναγόμενο χωρίς νόμιμη αιτία ανέρχεται στο ποσό των 83.080 ευρώ, και κατόπιν συνυπολογισμού του ποσού των 38.000 ευρώ που ήδη κατέβαλε, η ανεξόφλητη οφειλή του ανέρχεται στο ποσό των 45.080 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε και αξιολόγησε το προσαχθέν ενώπιόν του αποδεικτικό υλικό. Ως εκ τούτου, δεκτού γενομένου του τέταρτου λόγου της κρινόμενης έφεσης ως εν μέρει ουσιαστικά βασίμου, πρέπει να εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να δικασθεί στην ουσία της και γενομένης δεκτής εν μέρει της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.724 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την εξόφληση...". Το εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό, της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικά παραδοχές ότι : (α) κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι η σύμβαση έργου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, σε δύο φάσεις (μήνα Μάρτιο και μήνα Ιούνιο 2020), και από την οποία απέρρευσε υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσείοντος υπήρξε άκυρη (β) ενόψει της προσήκουσας παράδοσης του έργου στον αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό και την μη ολοσχερή εξόφληση του αναιρεσείοντα εργολάβου, ο αναιρεσίβλητος όφειλε να καταβάλει στον αναιρεσείοντα για την κατασκευή, μεταφορά και τοποθέτηση των στην προσβαλλομένη διαλαμβανομένων εκκλησιαστικών επίπλων, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό κατά το οποίο εκείνος (Ιερός Ναός) κατέστη από μη νόμιμη αιτία πλουσιότερος και ειδικότερα, την αμοιβή που ο τελευταίος θα κατέβαλε σε έτερο ξυλογλύπτη που διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα με τον αναιρεσείοντα, για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση έργου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων, και το οποίο υπολογιζόμενο, κατά δίκαιη κρίση, ανερχόταν στο συνολικό ποσό (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ) των 49.724 ευρώ, από το οποίο αφήρεσε το μέρος της αμοιβής των 38.000 ευρώ, που ο αναιρεσείων είχε ήδη εισπράξει και κατά το οποίο, συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός δεν κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 11.724 ευρώ. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν διαλαμβάνει πλήρη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα του προσδιορισμού της αξίας του εκτελεσθέντος έργου, και δη "γιατί" κατέληξε στο παραπάνω ποσό και ποια μέθοδο ακολούθησε για τον προσδιορισμό του, είναι αβάσιμος, ενόψει και του ότι όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, η αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το "γιατί" δηλαδή αποδείχθηκε το κρίσιμο περιστατικό, εφόσον η διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος είναι σαφής, ως εν προκειμένω, δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010). Έτσι, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους (ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006). Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1344/2024, ΑΠ 1405/2019, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα: (α) τη με αριθμό ...2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ι. Μ. του Χ. που ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ελένης Ράπτη, και (β) τη με αριθμό ...2021 όμοια του μάρτυρος Χ. Κ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ελέγχεται ως αβάσιμος, δεδομένου ότι των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, γίνεται ρητή αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για την κατάρτιση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλομένης, ειδικώς δε, ως προς την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ι. Μ. , γίνεται παράθεση του μεγαλυτέρου μέρους του περιεχομένου της στην προσβαλλομένη, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα. Kατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.4.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 269/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ