ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 383/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 383/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 383/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 383 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 383 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Φ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δομίνικο Αρβανίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Β. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ζαννή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-11-2013 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Κ. Β. του Δ. , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2024 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-07-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15.7.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 14/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη την από 23.7.2020 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος , κατά της με αριθμό 1/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη η από 4.11.2013 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Κ. Β. , καθολικός εκ διαθήκης διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσείων, με την οποία ο ενάγων ζητούσε την αναγνώριση της συμβολαιογραφικώς γενομένης από τον ίδιο, ανάκλησης της δωρεάς εν ζωή του δικαιώματος ψιλής κυριότητος επί ακινήτων στο Μεγάλο Χωριό του νομού Ευρυτανίας, επικαλούμενος αχαριστία του ήδη αναιρεσιβλήτου δωρεοδόχου, καθώς και την καταδίκη του τελευταίου σε δήλωση βουλήσεως, άλλως, σε αναμεταβίβαση του παραπάνω δικαιώματος κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, και μπορεί να του καταλογιστεί, προσβάλλει δε, άμεσα αγαθά του δωρητή. Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Πρέπει, δηλαδή, ο δωρεοδόχος να εξέλθει από την παθητική απλώς κατάσταση της αγνωμοσύνης και να προβεί έναντι του δωρητή σε ενέργειες ένοχες, που συνιστούν βαρύ παράπτωμα έναντι αυτού και των λοιπών ως άνω προσώπων, η αντικοινωνική δε, συμπεριφορά ή διαγωγή του να προσβάλλει άμεσα αγαθά αυτών, ώστε να μαρτυρεί έναντι αυτού αχαριστία. Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια ή ένδεια. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Η κρίση του δικαστή της ουσίας για το αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνιστούν ή όχι αχάριστη συμπεριφορά του δωρεοδόχου και βαρύ παράπτωμα αυτού, ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 228/2024, ΑΠ 793/2024, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 515/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1429/2013), περαιτέρω δε, και για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμφιλοχωρούν ασάφειες ή αντιφάσεις ή ανεπάρκειες (ΑΠ 905/2002). Το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1736/2022) ώστε μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 655/2014) η δε, δήλωση αυτή, που συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο, εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 867/2023, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014). Επιφέρει δε, η δήλωση ανάκλησης της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011).

Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 402/2023, ΑΠ 35/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014). Τέλος, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 904 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι, αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας αποδόσεως εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης. Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ 1192 και 1198 ΑΚ σχετ. ΑΠ 2110/2017, ΑΠ 2054/2014).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προέκυψε ότι το Εφετείο διέλαβε τις εξής παραδοχές: "Ο ενάγων Κ. Β. του Δ. , στη θέση του οποίου υπεισήλθε μετά τον θάνατό του στις ...2013, δηλαδή μετά την άσκηση της αγωγής, ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του, ο ανηψιός του Ι. Β. του Φ. , δυνάμει του με αριθμό ...2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Ε. συζ. Λ. Π. , το γένος Π. Α. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καρπενησίου (τ. ... και α. ...) μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στον εναγόμενο, Ι. Β. του Α. , επίσης ανηψιό του, την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία, των δύο κάτωθι περιγραφομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών, οι οποίες βρίσκονται σε διώροφη οικοδομή, κείμενο εντός του οικισμού του Μεγάλου Χωριού της δημοτικής κοινότητας Ποταμιάς του Δήμου Καρπενησίου, και επί οικοπέδου 209,71 τ.μ. Ειδικότερα μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στον εναγόμενο την ψιλή κυριότητα α) της υπό στοιχεία Ι-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου και ισογείου ορόφου της οικοδομής .... Και β) της υπό στοιχεία Α-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου... Ωστόσο, με τη με αριθμό ...2011 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου … Θ. Ζ. - Π. , ο δωρητής ανακάλεσε την άνω δωρεά, καλώντας ταυτόχρονα τον εναγόμενο να του παραδώσει τη δωρηθείσα ψιλή κυριότητα των άνω ακινήτων... Όπως ο ενάγων ανέφερε στην προαναφερόμενη δήλωση ανάκλησης, ο εναγόμενος ανηψιός του, μετά την δωρεά των ακινήτων του προς αυτόν και εξακολουθητικά, μέχρι και την ημέρα ανάκλησής της, απεδείχθη αχάριστος, καθώς επιδείκνυε συνεχώς υπαίτια αδιαφορία ως προς το πρόσωπό του, μη πραγματοποιώντας επισκέψεις στην οικία του στο Μεγάλο Χωριό Ευρυτανίας, παρότι γνωριζε ότι είναι υπερήλικας και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο εναγόμενος αν και έλαβε γνώση της δήλωσης ανάκλησης, εκώφευσε και αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το αίτημα του ενάγοντα- θείου του περί επιστροφής των δωρηθέντων. Ο τελευταίος (ενάγων) άσκησε μετά την παρέλευση δύο και πλέον ετών την ως άνω από 4.11.2013 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου στις 4.11.2013 ενώ επιδόθηκε στον εναγόμενο στις ...2013 και ώρα 13.45', δηλαδή, λίγη ώρα πριν αποβιώσει, αφού ο θάνατός του επήλθε την ίδια ημέρα και ώρα 14.48' στο νοσοκομείο Καρπενησίου, όπου τότε νοσηλευόταν... Δυνάμει της με αριθμό ...2011 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντα, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου … Θ. Ζ. - Π. και δημοσιεύθηκε δυνάμει των με αριθμό ...2013 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, μοναδικός κληρονόμος όλης της κληρονομιαίας περιουσίας του, είναι ο ανηψιός του Ι. Β. του Φ. Ο τελευταίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία (που σύμφωνα με την διαθήκη περιλαμβάνει, εκτός άλλων και τα επίδικα ακίνητα που δωρήθηκαν στον εναγόμενο) με την με αριθμό ...2016 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου … Θ. Ζ. - Π. , γι' αυτό και συνέχισε την ανοιγείσα δίκη με την κρινόμενη αγωγή που άσκησε ο αποβιώσας θείος του, κατά του ετέρου ανηψιού του, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και αναφορικά με τους λόγους ανάκλησης της ένδικης δωρεάς, αποδείχθηκε ότι ο δωρητής και ήδη αποβιώσας Κ. Β. , κάτοικος ... , ήταν αδελφός του πατέρα του εναγομένου, ενώ μαζί με την σύζυγό του Μ. (Ρ.) αποβιώσασα ήδη από του έτους 1995, ήταν εκτός από θείοι και πνευματικοί ανάδοχοι του εναγομένου. Το χρονικό διάστημα 1964-1966 κατά την νηπιακή του ηλικία, ο εναγόμενος έζησε στην οικία των θείων και αναδόχων του, οι οποίοι, όντες άτεκνοι, τον είχαν σαν δικό τους τέκνο και τον περιέβαλλαν με υπερβάλλουσα φροντίδα και αγάπη, ξεχωρίζοντάς τον από τα δέκα οκτώ (18) συνολικά ανήψια τους. Δεδομένου ότι το έτος 2005 ο εναγόμενος ήταν προπονητής στην ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ" επαγγελματική σχέση που συνεχίστηκε και το έτος 2012, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες συμβάσεις εργασίας του, ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, λόγω της επαγγελματικής του απασχόλησης με το ποδόσφαιρο. Ο ενάγων λόγω της επαγγελματικής διάκρισης στο χώρο του αθλητισμού (ποδοσφαίρου) του εναγομένου ανηψιού του και της περηφάνειας που ένοιωθε γι' αυτόν, αλλά και λόγω της στενής συναισθηματικής σχέσης που είχε αναπτύξει μαζί του, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του, προχώρησε το έτος 2002 στην παραπάνω δωρεά της ψιλής κυριότητος των δύο ακινήτων του, προς αυτόν.
Συνεπώς, ο ενάγων, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης δωρεάς εν ζωή των ακινήτων με τον εναγόμενο, γνώριζε αφενός, ότι ο ανηψιός του είναι από πολλά χρόνια μόνιμος κάτοικος Αθηνών, αφετέρου δε, ότι λόγω της μεγάλης απόστασης που τους χώριζε, αλλά και των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων του εναγομένου, που απαιτούσαν συνεχή ταξίδια τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, αυτός (εναγόμενος) θα επισκέπτεται περιορισμένα το Μεγάλο Χωριό Ευρυτανίας, όπου αυτός (ενάγων) διέμενε μόνιμα.

Εξ άλλου, μόνη η αραιή κοινωνική επαφή και επικοινωνία του εναγομένου με τον ενάγοντα δεν συνιστά βαρύ παράπτωμα αχαριστίας, όπως απαιτεί ο νόμος και μάλιστα αποδοκιμαστέο, κατά την έννοια του άρθρου 505 του ΑΚ, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, διότι η συμπεριφορά του εναγομένου δεν συνδέεται με υπαίτια εγκατάλειψη του δωρητή σε περίπτωση ανάγκης ή με περιφρόνηση ή αδιαφορία για την τύχη του. Επίσης στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί, ότι ο ενάγων, αν και γνώριζε, ότι ο εναγόμενος ανηψιός του Ι. Β. του Α. έχει ακολουθήσει εντελώς διαφορετική επαγγελματική πορεία από την δική του, επέλεξε να δωρίσει σε αυτόν το ισόγειο κατάστημα, στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρησή του και όχι στον άλλο ανηψιό του Ι. Β. του Φ. , στον οποίο παραχώρησε την επιχείρηση το έτος 1985 μέχρι και το έτος 1997, όταν ο τελευταίος άρχισε να λειτουργεί παρόμοιο κατάστημα (καφενείο-παντοπωλείο) επίσης στο Μεγάλο Χωριό Ευρυτανίας.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος, παρότι δεν μετέβαινε συχνά στο Μεγάλο Χωριό, σε κάθε μετάβασή του εκεί επισκεπτόταν τον θείο του, προμηθεύοντας τον με είδη ένδυσης, όπως και με αναγκαία οικιακά είδη, ενώ τον εξυπηρετούσε κατά το χρονικό διάστημα που παρέμεινε εκεί, συνοδεύοντας τον στον ιατρό, οπόταν το χρειαζόταν.

Εξ άλλου, ο ενάγων, αν και υπερήλικας, γεννημένος το 1920, δεν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, πλέον των αναμενομένων για την προχωρημένη ηλικία του, καθώς αποδείχθηκε ότι στο ισόγειο της οικίας που διατηρούσε από το έτος 1950, καφενείο-παντοπωλείο, κατάστημα γενικού εμπορίου, το οποίο λειτουργούσε καθημερινά, όχι μόνον μετά την παραχώρησή του το έτος 1985 στον ανηψιό του Ι. Β. του Φ. (και ήδη συνεχίζοντα την δίκη), αλλά και μετά την αποχώρηση του τελευταίου περί το έτος 1997 από την επιχείρηση, όπως προεκτέθηκε, μέχρι και λίγο χρονικό διάστημα πριν από τον θάνατό του, χρησιμοποιώντας σε καθημερινή βάση την σκάλα που συνέδεε αυτό (ισόγειο κατάστημα) με τον πρώτο όροφο της οικοδομής, όπου βρισκόταν η κατοικία του. Για τα παραπάνω το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική κρίση από την ένορκη βεβαίωση της G. Y. (Γ. Ι.) του M. , η μαρτυρία της οποίας είναι αξιόπιστη ως έχουσα βαρύνουσα σημασία, αφού απασχολήθηκε ως εσωτερική οικιακή βοηθός στον ενάγοντα-δωρητή από το τέλος του 2009 μέχρι τον θάνατό του, το έτος 2013 και είχε άμεση αντίληψη των γεγονότων χωρίς να την συνδέει κάποια επαγγελματική ή άλλη σχέση με τον εναγόμενο, αφού δεν προσελήφθη, ούτε πληρωνόταν από αυτόν. Η παραπάνω μάρτυς βεβαιώνει ότι ο δωρητής είχε καλή υγεία για την ηλικία του, αυτοεξυπηρετούνταν, άνοιγε το μαγαζί του πρωΐ και απόγευμα και ήταν όρθιος μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του έτους 2013, λίγες δηλαδή ημέρες πριν από τον θάνατό του, ενώ δεν τον είχε ακούσει να έχει παράπονα από τον εναγόμενο, ο οποίος όταν τον επισκεπτόταν στο Μεγάλο Χωριό, του έκανε διάφορες εξυπηρετήσεις, όπως το να τον μεταφέρει σε ιατρό στη Λαμία ή σε κάποιο από τα κτήματά του. Επίσης, και η Α. Χ. , συζ. Ν. Φ. , ξαδέλφη της Μ. (Ρ.) Β. συζύγου του ενάγοντα-δωρητή, η οποία διέμενε στο Μεγάλο Χωριό και μεταξύ των άλλων βεβαιώνει στην ένορκη κατάθεσή της, τα αισθήματα αγάπης που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, όπως και για την επιθυμία της εξαδέλφης της (συζύγου του ενάγοντα) η οικία και το μαγαζί τους να μεταβιβαστεί στον εναγόμενο, καθότι ήταν αναδεξιμιός της. Επίσης, με σαφήνεια καταθέτει ότι ο δωρητής, παρά την ηλικία του εξακολουθούσε να κατεβαίνει στο μαγαζί του, μέχρι και το καλοκαίρι του 2013, όπου και τον είδε για τελευταία φορά , καθώς έφυγε από τη ζωή τον ... του ιδίου έτους. Αντιθέτως, τα όσα ισχυρίζονται οι μάρτυρες Κ. Μ. και Γ. Μ. , με τις ένορκες βεβαιώσεις τους, που λήφθηκαν με επιμέλεια του καλούντος Ι. Β. του Φ. και είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους πανομοιότυπες, δεν κρίνονται πειστικά, εφόσον δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν δύναται να αναιρεθεί επίσης, από τα όσα αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή της η Ε. Γ. , σύζυγος του μοναδικού κληρονόμου του ενάγοντα-δωρητή, σχετικά με την οικονομική ενίσχυση που παρείχε ο σύζυγός της στον θείο του, η οποία όμως ουδόλως αποδείχθηκε, με προσκομιδή σχετικών εγγράφων αποδείξεων πληρωμής διαφόρων λογαριασμών, δοθέντος ότι ο αποβιώσας δωρητής, ελάμβανε σύνταξη ύψους 710 ευρώ, διαβιούσε σε δική του οικία, δεν είχε άλλες υποχρεώσεις, ενώ η ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη καλυπτόταν από τον ασφαλιστικό του οργανισμό. Σε κάθε περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε αναιτιολόγητα την συνδρομή του για την αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών του δωρητή-θείου του, αδιαφορώντας έτσι για την τύχη του, οπότε τυχόν θα στοιχειοθετείτο αχάριστη συμπεριφορά προς το πρόσωπο του θείου του. Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής, καθισταμένης έτσι της ουσιαστικής εξέτασης της προβληθείσας ένστασης του άρθρου 512 του ΑΚ του εναγομένου, άνευ αντικειμένου, αφού η ως άνω περιγραφομένη συμπεριφορά του εναγομένου προς τον ενάγοντα-συγγενή του δεν είναι προσβλητική, ούτε συνιστά βαρύ παράπτωμα και μάλιστα αποδοκιμαστέο και βεβαίως δεν αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς αυτόν, ενώ δεν αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και συνεπώς, δεν στοιχειοθετεί αντικειμενικώς, αχαριστία, κατά την έννοια του άρθρου 505 του ΑΚ, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς. Ως εκ τούτου, η με αριθμό ...2011 δήλωση ανάκλησης δωρεάς εν ζωή του ενάγοντος ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαμίας Θ. Ζ. - Π. , δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα και η γενομένη, δυνάμει του με αριθμό .../2002 συμβολαίου δωρεά εν ζωή της ψιλής κυριότητος των προαναφερομένων ακινήτων να μην έχει ανακληθεί. Επιπροσθέτως, η επίκληση της με αριθμό ...2011 δημόσιας διαθήκης του δωρητή, με όσα επαναλαμβανόμενα στην συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης της δωρεάς αναγράφονται σε αυτή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του αναφερομένου στην δήλωση ανάκλησης λόγου (αχαριστία, απρέπεια, αδιαφορία του εναγομένου) το οποίο πρέπει να αποδείξει ο ενάγων-ανακαλών την δωρεά δωρητής, πράγμα που στη προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των περί αντιθέτου λόγων της έφεσης..." Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε, τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1055/2019). Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με τον 4335/2015 αρχικά και τον Ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε, της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με τον Ν. 4842/2021 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου λήψης των κατωτέρω αναφερομένων ενόρκων βεβαιώσεων, αφού κατά τα άρθρα 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 α' του ΕισΝΚΠολΔ, που εκφράζουν γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1175/2019), σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβ/φου ή προξένου, που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, σύμφωνα με τον ποσοτικό περιορισμό του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ, ανά βαθμό δικαιοδοσίας, που προβλέπει την προσκομιδή τριών ενόρκων βεβαιώσεων με τις προτάσεις κάθε βαθμού και ακόμη δύο με την αντίστοιχη των προτάσεων προσθήκη, εκτός αν η προσκομιδή αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια ( ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 204/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό του λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, παρά την νομότυπη επίκληση και προσκομιδή τους (α) η με αριθμό .../2019 ένορκη βεβαίωση της Ε. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καρπενησίου και (β) οι με αριθμούς ... , ... και .../2023 ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Λ. , Ε. Δ. και Δ. Ζ. , αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ευρυτανίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει, ότι το Εφετείο, συναφώς προς τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, διέλαβε ειδικότερα τα εξής: " Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος Ε. συζ. Α. Β. , που εξετάστηκε επιμελεία του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ο ενάγων δεν εξήτασε μάρτυρα) η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθ. 339 και 395 ΚΠολΔ) για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων, τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα με αριθμούς .../2019, .../2019 και .../2019 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καρπενησίου Ελένης Κριπούρη, οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου (σχετ. με αριθμό ...2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Ζ. , με την από 27.2.2019 απόδειξη παραλαβής δικογράφου που θυροκολλήθηκε) τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο με αριθμούς ...2019, ...2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου ... , Α. - Ι. Χ. και τη με αριθμό ...2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ευρυτανίας, οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (σχετ. με αριθμό ...2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … , με έδρα το Πρωτοδικείο … , Ν. Γ.) και οι οποίες νομίμως λαμβάνονται υπόψη ως μη αντικείμενες στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2, 111 παρ. 1, 112, 115 παρ. 1, 116,118 αρ. 1 ΚΠολΔ και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974 ΦΕΚ Α'256/20.9.1974) μολονότι δόθηκαν την ίδια ημέρα, σε διαφορετικές ώρες, αλλά σε διαφορετικούς τόπους και ενώπιον διαφορετικών οργάνων, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών του ενάγοντος, αφού ο αντίδικος εκείνου με επιμέλεια του οποίου δίδεται η ένορκη βεβαίωση, μπορεί να διορίσει πληρεξουσίους δικηγόρους για τις αντίστοιχες παραστάσεις (ΑΠ 771/2010, ΑΠ 36/2006) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά..". Aποδεικνύεται επομένως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη με αριθμό .../2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ε. Γ. στο περιεχόμενο της οποίας μάλιστα, γίνεται ειδική μνεία στην προσβαλλομένη, της διαφοράς στην αρίθμηση της βεβαίωσης, ως έχουσας τον αριθμό "20", οφειλομένης σε πρόδηλη παραδρομή, κατά τη σύνταξη ή τη θεώρηση της προσβαλλομένης, ενώ ορθώς δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς ... , ... και .../2023 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ. Λ. , Ε. Δ. και Δ. Ζ. , αντιστοίχως, οι οποίες ήσαν απαράδεκτες, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων τις είχε μεν, επικαλεσθεί με τις προτάσεις του στην δευτεροβάθμια δίκη, χωρίς όμως να παραθέτει ενώπιον ποίου αρμοδίου οργάνου αυτές ελήφθησαν. Ενόψει δε, του ότι ένορκη βεβαίωση, που λαμβάνεται ενώπιον άλλου οργάνου πέρα από εκείνα που προβλέπει το άρθρο 421 ΚΠολΔ, τυγχάνει ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο, η μη αναφορά του οργάνου ενώπιον του οποίου αυτές ελήφθησαν, καθιστά αυτές απαράδεκτες ως αποδεικτικό μέσο.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ( ΑΠ 390/2025, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο στην ελάσσονα πρόταση προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1882/2024, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 505 του ΑΚ, επικαλούμενος ειδικότερα ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης, καθόσον το Εφετείο δεν αιτιολογεί "γιατί ενώ είχε εξ αρχής υπόψη του ο δωρητής την τοπική απόσταση του δωρεοδόχου, αρκετά χρόνια αργότερα αποφάσισε να ανακαλέσει την δωρεά, καίτοι δεν άλλαξε κάτι κατά τούτο", "πως προέκυψε η έστω αραιή κοινωνική επαφή του αναιρεσιβλήτου, και η μη εγκατάλειψη του δωρητή, ενόψει του ότι από τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις του προέκυπτε σαφώς ότι ο δωρεοδόχος ουδόλως επισκεπτόταν τον δωρητή, ούτε ασχολήθηκε με τα προβλήματα υγείας του, ούτε τέλος παρέστη στην κηδεία του" , "δεν εξηγεί γιατί ο δωρητής αποφάσισε δύο χρόνια πριν τον θάνατό του να ανακαλέσει την δωρεά", ούτε τέλος εξηγείται στη προσβαλλομένη γιατί δεν κρίθηκαν πειστικές οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε". Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως προεχόντως απαράδεκτος, διότι όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται σ'αυτή πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ώστε δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα, που θεωρούν ως αληθινά οι αναιρεσείοντες.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 505 του ΑΚ, την κρίση του δε αυτή, δικαιολογούσαν οι παραδοχές, ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να δικαιολογούσαν την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και εντεύθεν, την ανάκληση της δωρεάς εν ζωή που κατήρτισε ο αρχικώς ενάγων προς τον αναιρεσίβλητο δωρεοδόχο, ανηψιό και αναδεκτό του, και συγκεκριμένα βαριά, υπαίτια και δυναμένη να καταλογιστεί στον τελευταίο συμπεριφορά και διαγωγή προς τον δωρητή, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή στις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις περί ηθικής ευπρέπειας, που να συγκροτεί την έννοια της αχαριστίας, δεδομένου ότι δέχθηκε, ότι δεν υπήρξε αδιαφορία του δωρεοδόχου για την τύχη του δωρητή, καθόσον ο πρώτος κάθε φορά που επισκεπτόταν από την Αθήνα όπου κατοικεί, το Μεγάλο Χωριό, τόπο κατοικίας του θείου και αναδόχου του, τον επισκεπτόταν και φρόντιζε για τις τυχόν ανάγκες του, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε ανάγκη ούτε διατροφής, ούτε περίθαλψης, καθόσον ήταν υπέργηρος αλλά υγιής, ούτε οικονομικής ενίσχυσης αφού ελάμβανε σύνταξη και παράλληλα λειτουργούσε μέχρι δύο μήνες προ του θανάτου του το καφενείο του στο παραπάνω χωριό, ούτε τέλος, αποδείχθηκε μακροχρόνια διακοπή της επικοινωνίας τους εξ αιτίας περιστατικών που να εκδήλωναν ψυχική απομάκρυνση μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου.

Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 237/2016). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ( ΑΠ 550/2025, ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί, ειδικά, το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2016, ΑΠ 2031/2007, AΠ 1739/2007). Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και, σε εσφαλμένη, περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011, ΑΠ 356/2002). Όπως, επίσης, δεν ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ 376, 380, 381/2008, ΑΠ 1739, 2031/2007, ΑΠ 1385/2006).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1345/2011, ΑΠ 259/2007), όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 293/2009, ΑΠ 1612/2005, ΑΠ 31/1999). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι το τελευταίο δεν περιέχει στοιχεία, που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος (ΑΠ 223/2009, ΑΠ 562/1985). Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρθμ.12 ΚΠολΔ πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 47/2022, ΑΠ 126/2019, ΑΠ 732/2017, ΑΠ 1176/2011, ΑΠ 700/2009). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται παραδοχή πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη, ισχυριζόμενος ειδικότερα, " πως ενώ είχε εξ αρχής υπόψη του ο δωρητής την τοπική απόσταση του δωρεοδόχου, αρκετά χρόνια αργότερα αποφάσισε να ανακαλέσει την δωρεά... πως προέκυψε η έστω αραιή κοινωνική επαφή του αναιρεσιβλήτου, και η μη εγκατάλειψη του δωρητή...δεν εξηγείται γιατί ο δωρητής αποφάσισε δύο χρόνια πριν τον θάνατό του να ανακαλέσει την δωρεά... δεν αιτιολογείται το αποδεικτικό πόρισμα γιατί δεν ήσαν πειστικές οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε σε αντίθεση με αυτές του αντιδίκου... ποία είναι τα άλλα αποδεικτικά μέσα με τα οποία αυτές θα μπορούσαν να ενισχυθούν...δεν αναφέρονται ποίοι ήσαν οι λόγοι έφεσης που απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και πως κατέληξε το Εφετείο στην εν θέματι παραδοχή του...". Με αυτές τις αιτιάσεις ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ως μη ιδρυόμενος, διότι δεν αφορά σε "πράγματα" που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση ως αληθινά, και δη, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, αλλά αυτές (αιτιάσεις) συνιστούν ανεπίτρεπτο σχολιασμό της εκτίμησης των αποδείξεων και της αναιρετικώς ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο "... δεν προσέδωσε την νόμιμη τυπική ισχύ στις προσκομισθείσες και επικληθείσες ένορκες βεβαιώσεις... παρά απέρριψε συλλήβδην τα σε εκάστη αυτών κατατεθέντα". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το ως άνω αποδεικτικό μέσο και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε από τη δικαστήριο και εκείνη που έχει κατά νόμο, καθώς και το σφάλμα της προσβαλλόμενης, αλλά και διότι η προτεινόμενη πλημμέλεια δεν συντρέχει όταν, όπως εν προκειμένω, το Εφετείο ως δικαστήριο ουσίας, θεώρησε πλέον αξιόπιστα κάποια άλλα, πλην των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων ισοδύναμα με αυτές αποδεικτικά μέσα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που προκατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 453 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο βάσιμο αίτημά του (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.7.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 14/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή