Απόφαση 384 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 384 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ν. , πρώην συζύγου του Ι. Β. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Στυλιανή Γκούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Β. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3029/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1197/2025 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 02-07-2025 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, και υπό τον όρο ότι επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να είναι παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αντίθετα, αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 524/2025, ΑΠ 1298/2025, ΑΠ 437/2024, ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 992/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1389/2019), δηλαδή, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η υπό κρίση, από 2.7.2025 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1197/2025, αντιμωλία εκδοθείσας και κατά την διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Από τον έλεγχο των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύεται, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε υποβλήθηκε από αυτόν, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (αρθ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από την προσκομιζόμενη δε, με επίκληση από την αναιρεσείουσα, με αριθμό ...2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου … , Γ. Ν. Μ. , αποδεικνύεται ότι αυτή, επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, και κλήση για να παραστεί αυτός κατά τη δικάσιμο αυτή.
Συνεπώς, και σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ ,η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και ερευνητέα περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 του ΑΚ, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται, ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", κατά δε, την παρ. 2 του ιδίου άρθρου: "η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια", στη δε, παρ. 3 αυτού "Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Έτσι, δεν αποτελεί απόκτημα με την προαναφερθείσα έννοια οτιδήποτε αποκτήθηκε από τον σύζυγο πριν από την τέλεση του γάμου, ή, κατά τη διάρκεια μεν αυτού, από αιτία όμως που προϋπήρχε, όπως αυτό συμβαίνει π.χ. σε περίπτωση είσπραξης από τον σύζυγο διαρκούντος του γάμου μίας απαίτησης, η αιτία της οποίας είχε γεννηθεί πριν από την τέλεσή του. Ο δικαιολογητικός λόγος της προαναφερόμενης εξαίρεσης είναι ο ίδιος που αποκλείει τον υπολογισμό στα αποκτήματα των αποκτηθέντων από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία και συνίσταται στο ότι, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Εάν, όμως, ένα περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε ο σύζυγος από προϋπάρχουσα του γάμου αιτία, αξιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού, θεωρείται απόκτημα και εφόσον ο άλλος σύζυγος συνέβαλε στην εν λόγω αξιοποίηση, έχει, συντρεχουσών και των λοιπών προβλεπομένων από την προαναφερθείσα διάταξη προϋποθέσεων, αξίωση συμμετοχής στην εκ μέρους του επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου ( ΑΠ 529/2023, ΑΠ 1697/2018, ΑΠ 2042/2013). Η από το άρθρο 1400 ΑΚ απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ'αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 1570/2025, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 1143/2022, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 182/2021). Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του ΑΚ (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή επαύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα (ΑΠ 1570/2025, ΑΠ 966/2024, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1143/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 1249/2009, ΑΠ 438/2007). Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν ( ΑΠ 1570/2025, ΑΠ 1254/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020), κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (ΑΠ 1570/2025, ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 825/2015), στη δε, περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη (ΑΠ 1570/2025, AΠ 1451/2022). Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 1143/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021 ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 526/20215). Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υποχρέου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος (ΑΠ 312/2023, ΑΠ 804/2020). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής, κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020).
Περαιτέρω, κατά τον χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 1570/2025, ΑΠ 182/2021). Από το ανωτέρω άρθρο 1400 του ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αξία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου, η αξία της τελικής περιουσίας αυτού και η προκύπτουσα μεταξύ των οικονομικών αυτών μεγεθών διαφορά, από την οποία να προκύπτει αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο και δ) η αιτιώδης σχέση μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 587/2023, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 804/2020). Όταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε, μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική, κατά την τέλεση του γάμου, περιουσία του εναγόμενου και την τελική, κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, περιουσία του, καθώς και την αξία σε χρήμα και των δύο, κατά το χρόνο αυτό και ειδικότερα κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή της άσκησης της αγωγής. Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη, ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε, ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρέωσης για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 312/2023, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1165/2015). Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το 1/3 ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεστεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 του ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, (ΑΠ 312/2023, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 438/2007), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγή (ΑΠ 312/2023, ΑΠ 566/2014). Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β` του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ`ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή. Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος. Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος. Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή, μπορεί κατ' ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 312/2023, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 2042/2013). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε, νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς από αυτές, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Επίσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα των οποίων γίνεται επίκληση καθώς και του περιεχομένου των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 851/2015, ΑΠ 10/2008), ούτε εξ άλλου, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 109/2012). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/2011).
Από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1353/2022, ΑΠ 1206/2019). Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων. Ανυπόστατη είναι η διαδικαστική πράξη, όταν ελλείπουν οι ουσιώδεις όροι, οι οποίοι συνιστούν, σύμφωνα με ορισμένο κανόνα δικαίου, τα συνθετικά στοιχεία συγκεκριμένης μορφής αυτής. Η έλλειψη ουσιώδους όρου του πραγματικού της διαδικαστικής πράξης, συνεπεία της οποίας είναι ανυπόστατη, μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους (έλλειψη του κατά νόμο απαιτούμενου περιεχομένου της, έλλειψη ως προς το υποκείμενό της ή ως προς συστατικό τύπο κλπ). Έτσι, η διαδικαστική πράξη μπορεί να είναι ανυπόστατη και όταν δεν έχουν τηρηθεί ορισμένες διατυπώσεις, που είναι απαραίτητες για την τελείωσή της.
Εξάλλου, απαράδεκτη είναι η διαδικαστική πράξη, η οποία δεν πληροί τις κατά νόμο προϋποθέσεις για τον έλεγχο του περιεχομένου της. Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προέκυψε ότι με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή η από 11.5.2022 έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της με αριθμό 3029/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε αυτή και ακολούθως, δικάσθηκε η υπόθεση στην ουσία της και απορρίφθηκε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη η από 15.12.2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, περί συμμετοχής της στα αποκτήματα με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό (1/3) για τη συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του ήδη αναιρεσιβλήτου, με βάση τις παρακάτω, κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές : " Οι διάδικοι τέλεσαν στις 26.5.1990 νόμιμο θρησκευτικό γάμο στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας στην Νεμέα Κορινθίας, ο οποίος λύθηκε δυνάμει της με αριθμό 14/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (ειδική διαδικασία οικογενειακών διαφορών) που κατέστη αμετάκλητη στις 23.2.2018. Πριν την τέλεση του γάμου ο εκκαλών-εναγόμενος είχε την ακόλουθη περιουσία: Αα) ...αιτία γονικής παροχής από τον πατέρα του τα 500/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής, στη θέση "ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ" στη συμβολή των οδών ... εμβαδου 650 τ.μ., εντός του οποίου ήταν κτισμένη από το έτος 1970 πολυώροφη οικοδομή -ξενοδοχείο Αβ) ...αιτία πωλήσεως την κυριότητα ενός οικοπέδου 457,50 τ.μ. , στην θέση "Αγία Σωτήρα" Δήμου Λουτρακίου... τα χρήματα για την αγορά του οποίου προήλθαν από τον πατέρα του...Αγ) ... αιτία πωλήσεως ένα οικόπεδο 200,50 τ.μ. στην Αγία Σωτήρα Δήμου Λουτρακίου... τα χρήματα για την αγορά του οποίου προήλθαν από άτυπη δωρεά του πατέρα του.. Αδ) ... αιτία γονικής παροχής από τον πατέρα του την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου 1600 τ.μ. στην θέση "ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑΣ" του Δήμου Χαϊδαρίου... Αε) αιτία πωλήσεως ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 144 τ.μ. στο Δήμο Αιγάλεω... τα χρήματα του οποίου προήλθεαν από άτυπη δωρεά του πατέρα του... Επομένως, η περιουσία του εκκαλούντος-εναγομένου πριν την τέλεση του γάμου και με αναγωγή στο χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 645.371,70 ευρώ. Μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων (26.5.1990) η περιουσία του εναγομένου μεταβλήθηκε ως ακολούθως: Τον Αύγουστο 1990 .. άρχισε να ανοικοδομείται επί του (Αε) οικοπέδου προσθήκη τριώροφης οικοδομής με υπόγειο κατ' επέκταση υπάρχοντος υπογείου... οι δαπάνες για την ανέγερση της οικοδομής καταβλήθηκαν εξ ολοκλήρου από τον Α. Β. , πατέρα του εκκαλούντος-εναγομένου. ...
Συνεπώς, η αξία του συγκεκριμένου ακινήτου δεν θα συνυπολογιστεί για την εξεύρεση της επαύξησης της περιουσίας του εκκαλούντος-εναγομένου, αφού γι' αυτήν δεν συνέβαλε η ενάγουσα, μιας και τα χρήματα προήλθαν από τον πατέρα του εκκαλούντος-εναγομένου και άρα θα πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση του εκκαλούντος -εναγομένου του άρθρου 1400 εδ.β' και δ' του ΑΚ ως βάσιμη κατ'ουσίαν, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται με σχετικό λόγο έφεσης, ως προς το κεφάλαιο αυτό. Δυνάμει του με αριθμό .... συμβολαίου... ο εκκαλών-εναγόμενος απέκτησε από τον πατέρα του, αιτία γονικής παροχής, τα 500/1000 της ψιλής συγκυριότητας του υπό στοιχεία (Αα) ανωτέρω ξενοδοχείου. Δυνάμει του... συμβολαίου η Φ. συζ. Α. Β. , μητέρα του εναγομένου, παραιτήθηκε αιτία γονικής παροχής, από την επικαρπία του ανωτέρω ακινήτου και έτσι ο εναγόμενος κατέστη πλήρης συγκύριος των 500/1000... Η αξία του ακινήτου ως προερχομένου από χαριστική δικαιοπραξία, δεν θα συνυπολογιστεί για την εξεύρεση της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου και άρα θα πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση του εκκαλούντος-εναγομένου του άρθρου 1400 εδ.β' και δ'του ΑΚ ως βάσιμη κατ' ουσίαν, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται με σχετικό λόγο έφεσης, ως προς το κεφάλαιο αυτό. (Βγ) Δυνάμει του με αριθμό ...1994 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. - Π. , που μεταγράφηκε νόμιμα στις 2.1.1995 στο βιβλίο μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Χαϊδαρίου στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... , ο εκκαλών-εναγόμενος απέκτησε αιτία πωλήσεως το 50% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας ενός οικοπέδου, εκτάσεως 1.311,27 τετ. μέτρων , που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα του Χαϊδαρίου, στην ειδική θέση "ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑΣ" και στο 7ο Ο.Τ. του σχεδίου πόλης του εν λόγω Δήμου, και κείται επί της συμβολής των οδών ... Η αξία του οικοπέδου με αναγωγή στο χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ανέρχεται σε 300.000 ευρώ και άρα το ποσοστό συγκυριότητας του εναγομένου ανέρχεται σε 150.000 ευρώ. Με το ίδιο συμβόλαιο, ο πατέρας του εναγομένου, Α. Β. , απέκτησε το έτερο 50% εξ αδιαιρέτου. Η συνολική δαπάνη για την αγορά του ακινήτου ανήλθε σε 24.090.402 δραχμές (21.000.000 δρχ. το τίμημα + 2.664.107 δραχμές ο φόρος μεταβίβασης + 155.635 δραχμές η αμοιβή του δικηγόρου που παραστάθηκε στην υπογραφή του συμβολαίου + 270.660 δραχμές η αμοιβή της συμβολαιογράφου), χωρίς να υπολογίζονται τα δικαιώματα του υποθηκοφυλακείου. Δηλαδή, κάθε αγοραστής κατέβαλε το συνολικό ποσό των 12.045.201 δραχμών. Εν τούτοις ο εκκαλών-εναγόμενος δεν ήταν δυνατόν μέσα σε μόλις 4 έτη από την τέλεση του γάμου του να έχει αποθησαυρίσει το ποσό των 12.045.201 δραχμών. Ειδικότερα, ο εκκαλών-εναγόμενος, που γεννήθηκε στις 16.9.1969, στις 11.7.1988 κατατάχθηκε ως οπλίτης στις ένοπλες δυνάμεις προκειμένου να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Στις 13.3.1990 και σε ηλικία 20,5 ετών ο εκκαλών εναγόμενος απολύθηκε από τον στρατό και αφού τέλεσε τον γάμο με την ενάγουσα στις 26.5.1990 από τον Ιούνιο του ιδίου έτους άρχισε να εργάζεται ως δημοτικός υπάλληλος στην "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Χαϊδαρίου" με τον καθαρό μηνιαίο μισθό του να ανέρχεται σε 50.000-60.000 δραχμές. Επομένως, για να κερδίσει από την εργασία του το ποσό των 12.045.201 δραχμών, που χρειάστηκε για την αγορά του 50% εξ αδιαιρέτου, θα έπρεπε να εργάζεται περίπου 16 έτη (12.045.201 δραχμές/60.000 δραχμές μισθός = 200,75 μήνες ή 16,72 έτη) χωρίς να δαπανά τίποτε για τη διατροφή του ιδίου και της συζύγου του, η οποία δεν εργαζόταν, όπως και η ίδια συνομολογεί στην αγωγή της.
Συνεπώς, τα χρήματα για την αγορά του ακινήτου τα κατέβαλε ο πατέρας του εκκαλούντος-εναγομένου, ως άτυπη δωρεά (αντί να αγοράσει όλο το ακίνητο στο όνομά του και ακολούθως να μεταβιβάσει το 50% στον εναγόμενο, ο Α. Β. προτίμησε να αγοραστεί εξ αρχής στο όνομα του υιού του-εναγομένου). Ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι το γεγονός ότι ο Α. Β. με το με αριθμό ...1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … , Α. Π. - Π. μεταβίβασε στον εκκαλούντα-εναγόμενο αιτία γονικής παροχής, το 10% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας του ακινήτου. Επίσης, ο Α. Β. με το με αριθμό ...1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … , Α. Π. - Π. , μεταβίβασε στην κόρη του Μ. Β. , ως γονική παροχή, το έτερο 40% εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, θέλοντας προφανώς, να αντισταθμίσει την άτυπη δωρεά που είχε κάνει στον εναγόμενο για την απόκτηση του 50% εξ αδιαιρέτου, καθώς και τη γονική παροχή του 10% εξ αδιαιρέτου.
Συνεπώς, η αξία του συγκεκριμένου ακινήτου, δεν θα συνυπολογιστεί για την εξεύρεση της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου, αφού γι' αυτήν δεν συνέβαλε η ενάγουσα, μιας και τα χρήματα προήλθαν από τον πατέρα του εναγομένου (δεκτής γενομένης) της σχετικής ένστασης του εκκαλούντος-εναγομένου, του άρθρου 1400 εδ. β' και δ' του ΑΚ ως βάσιμης κατ' ουσία , όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται με σχετικό λόγο έφεσης, ως προς το κεφάλαιο αυτό. (Βδ) Δυνάμει του συμβολαίου ....ο εναγόμενος απέκτησε αιτία γονικής παροχής το 10% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας του παραπάνω ακινήτου. Η αξία του οικοπέδου, με αναγωγή στον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ και άρα το ποσοστό συγκυριότητος του εναγομένου ανέρχεται σε 30.000 ευρώ. Η αξία του συγκεκριμένου ακινήτου, ως προερχομένου από χαριστική δικαιοπραξία, δεν θα συνυπολογιστεί για την εξεύρεση της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου και άρα θα πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση του εκκαλούντος-εναγομένου του άρθρου 1400 εδ. β' και δ' του ΑΚ ως βάσιμη κατ' ουσίαν, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται με σχετικό λόγο έφεσης, ως προς το κεφάλαιο αυτό....(Βε) Δυνάμει του ... συμβολαίου...ο Α. Β. παραιτήθηκε αιτία γονικής παροχής από την επικαρπία του ανωτέρω υπό στοιχεία (Αδ) ακινήτου και έτσι ο εναγόμενος κατέστη πλήρης κύριος αυτού (Βστ) Δυνάμει του... συμβολαίου... ο εκκαλών-εναγόμενος συνέστησε δύο κάθετες ιδιοκτησίες επί του ανωτέρω υπό στοιχεία (Αδ) οικοπέδου και ειδικότερα την υπό στοιχείο Α κάθετη ιδιοκτησία... και την υπό στοιχείο Β κάθετη ιδιοκτησία.... Η εφεσίβλητη-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με την σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας επήλθε αύξηση στην περιουσία του εναγομένου. Εν τούτοις, ακόμη και αληθής υποτιθέμενος να είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας, η όποια προσαύξηση της περιουσίας του εναγομένου δεν προήλθε από την εργασία του ή από χρήματα που απέκτησε κατά την διάρκεια του γάμου, αλλά ήταν απλό επακόλουθο της σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας επί ακινήτου το οποίο είχε αποκτήσει με χαριστική δικαιοπραξία.
Συνεπώς, η όποια αύξηση της αξίας του συγκεκριμένου ακινήτου δεν θα συνυπολογιστεί για την εξεύρεση της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου, αφού γι'αυτή δεν συνέβαλε η ενάγουσα και άρα θα πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση του εκκαλούντος-εναγομένου του άρθρου 1400 εδ. β' και δ' του ΑΚ, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται με σχετικό λόγο έφεσης, ως προς το κεφάλαιο αυτό... Στις 26.10.1999 ο εκκαλών-εναγόμενος συνέστησε με την αδελφή του, Μ. Β. , ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" με αντικείμενο την εκμετάλλευση τουριστικών επιχειρήσεων και την ανέγερση ξενοδοχειακών και τουριστικών μονάδων. Με το από ...1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, ο εναγόμενος και η αδελφή του, εκμίσθωσαν το ανωτέρω υπό στοιχείο (Βγ) (από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται ως Ββ) οικόπεδο στην ΟΕ. Σύμφωνα με τους όρους της μίσθωσης "1) η διάρκεια της προκειμένης μίσθωσης ορίζεται 20ετής αρχόμενη από ...1999 και λήγουσα στις 31.12.2020, οπότε οι μισθωτής υποχρεούται να παραδώσει το μίσθιο αναντιρρήτως και άνευ ετέρας ειδοποιήσεως, 2) το μίσθιο θέλει χρησιμοποιηθεί υπό της μισθώτριας για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδος της οποίας την εκτέλεση και το κόστος αυτής θα αναλάβει εξ ολοκλήρου η μισθώτρια εταιρεία 3) μηνιαίο μίσθωμα δεν θα καταβάλλεται, αλλά μετά την 1.1.2021 το ανεγερθέν ξενοδοχείο, εντός του δεδομένου οικοπέδου θα περιέλθει στους υπογεγραμμένους εκμισθωτές, καθώς η μισθώτρια υποχρεούται να παραδώσει το μίσθιο και το ευρισκόμενο εντός αυτού ξενοδοχείο αναντιρρήτως και άνευ ετέρας ειδοποιήσεως, 4) ουδεμία εκούσια ή αναγκαστική εκποίηση του μισθίου ή καθολική διαδοχή μπορεί να γίνει χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη και των δύο εκμισθωτών". Ακολούθως η ΟΕ έλαβε τη με αριθμό 1296/1999 οικοδομική άδεια της Νομαρχίας και ανήγειρε με ίδιες δαπάνες (βλ. και τη με αριθμό ...2001 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και τις πρόσθετες πράξεις που συνήψε η ΟΕ με την τράπεζα "Alpha Bank" και το από 4.4.2002 έγγραφο της ιδίας τράπεζας) ξενοδοχείο τριών ορόφων, επιφανείας 1.156,98 τ.μ. με 66 κλίνες και 36 δωμάτια. Η αξία του ανωτέρω ακινήτου πριν την ανοικοδόμηση ανερχόταν σε 300.000 ευρώ και μετά την ανοικοδόμηση σε 1.570.000 ευρώ, δηλαδή είχε επαύξηση 1.270.000 ευρώ , εκ των οποίων 635.000 ευρώ αντιστοιχούν στο ποσοστό συγκυριότητας (50%) του εκκαλούντος-εναγομένου, καθόσον το έτερο ποσοστό (10%) (προήρχετο) από γονική παροχή του πατρός του, όπως προαναφέρθηκε. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η επαύξηση της περιουσίας του εκκαλούντος -εναγομένου προέρχεται από χρήματα της ΟΕ και συνεπώς, αποδεικνύεται η μηδενική συνεισφορά της εφεσίβλητης -ενάγουσας στην επαύξηση αυτή.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η ένσταση του άρθρου 1400 εδ.β' και δ' του ΑΚ έπρεπε να απορριφθεί κατ' ουσίαν , με το αιτιολογικό ότι αυτή δεν στηρίζεται στο ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα δεν συνεισέφερε στην προσπάθεια του εναγομένου να ανεγείρει το ξενοδοχείο, αλλά στο ότι αυτό προήλθε με χρήματα που κατέβαλε η ΟΕ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και άρα θα πρέπει, γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου έφεσης ως βασίμου, να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση του εκκαλούντος-εναγομένου του άρθρου 1400 εδ. β' του ΑΚ ως βάσιμη και κατ' ουσία. Ακολούθως πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η ένδικη έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω νομικές διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, δεδομένου ότι αναιρετικώς ανελέγκτως έγιναν δεκτά ότι: α) ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 26.5.1990, ο οποίος λύθηκε δυνάμει της με αριθμό 14/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 23.2.2018 β) ότι εναγόμενος σύζυγος (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε προ της τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα σύζυγο (ήδη αναιρεσείουσα) περιουσία (αρχική) προερχόμενη από χαριστική αιτία, η αξία της οποίας, με αναγωγή στο χρόνο άσκησης της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα, ανερχόταν στο ποσό των 645.372,70 ευρώ, γ) ότι μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων και κατά τη διάρκεια αυτού, μέχρι την παραπάνω αμετάκλητη λύση του, υπήρξε επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων που προήλθαν από γονικές παροχές και εν γένει χαριστικές δικαιοπραξίες (τελική περιουσία), αποτιμώμενη, με αναγωγή στο χρόνο άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 635.000 ευρώ, δ) ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας στη παραπάνω επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου υπήρξε μηδενική, κατ' αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου ως βασίμου κατ' ουσίαν και ε) ότι συνεπώς, η αναιρεσείουσα, δεν έχει αξίωση για απόδοση στην ίδια, ούτε της τεκμαρτής συμμετοχής ποσοστού 1/3 στην άνω επαύξηση, την ανυπαρξία της οποίας προέβαλε κατ' ένσταση ο αναιρεσίβλητος.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη διέλαβε,ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, από το οποίο,κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων, προήλθε η επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, κατά το παραπάνω ποσό των 635.000 ευρώ, ήταν η αξιοποίηση, του, από χαριστική αιτία (άτυπη δωρεά και γονική παροχή), κτηθέντος ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος κυριότητος, επί οικοπέδου 1.311,27 τετ. μέτρων στη θέση "Σκαραμαγκάς" του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής, αξίας 150.000 ευρώ, με την επ'αυτού ανέγερση ξενοδοχείου τριών ορόφων, την δαπάνη ανέγερσης όμως, του οποίου, ανέλαβε εξ ολοκλήρου τρίτος και δη, η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" (που ο αναιρεσίβλητος συνέστησε στις 26.10.1999 με την αδελφή του Μ. Β.), με την λήψη δανείου δυνάμει της με αριθμό ...2001 δανειακής σύμβασης, που αυτή (ΟΕ) συνήψε ως πιστούχος με την τραπεζική εταιρεία "Alpha Bank AE", μη αποδεικνυομένης ως εκ τούτου,οποιασδήποτε συμβολής της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, μέσω της αξιοποίησης περιουσιακού στοιχείου και δη, του παραπάνω οικοπέδου της συγκυριότητός του. Τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, υπήρξε αποτέλεσμα αποκλειστικά της επιχειρηματικής δραστηριότητας του τελευταίου, στην οποία η αναιρεσείουσα, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν είχε ουδεμία συμμετοχή, δεδομένου ότι η εν λόγω ξενοδοχειακή μονάδα υπήρξε το "αντίτιμο" για την παράδοση άνευ υποχρέωσης καταβολής μισθώματος, του παραπάνω οικοπέδου συγκυριότητος του αναιρεσιβλήτου (του λοιπού ποσοστού συγκυριότητος ανήκοντος στην αδελφή του αναιρεσιβλήτου) στην υπόψη ομόρρυθμη εταιρεία, δυνάμει της από ...1999 σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των άνω συγκυρίων και της ΟΕ και με την ειδικότερη συμφωνία ότι αυτό (ξενοδοχείο) θα περιήρχετο στους "εκμισθωτές", συγκυρίους του οικοπέδου, αναντιρρήτως και χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ειδοποίηση στις 1.1.2021. Δέχθηκε δηλαδή, έστω και με συνεπτυγμένη αιτιολογία, η προσβαλλομένη, ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας στην εν λόγω επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, υπήρξε μηδενική, καθόσον η τελευταία υπήρξε αποκλειστικά καρπός της ατομικής επιχειρηματικής δράσης του αναιρεσιβλήτου, στην οποία η αναιρεσείουσα δεν αποδείχθηκε ότι συμμετείχε καθ' οιονδήποτε τρόπο, δεδομένου ότι αυτός είχε προβεί στην σύσταση της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας, με δαπάνες της οποίας αποκλειστικώς, έγινε η ανέγερση της ξενοδοχειακής μονάδας και η εντεύθεν επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου. Σημειώνεται, ότι οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (αληθώς από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου) ότι η ένσταση του αναιρεσιβλήτου προς απόκρουση του μαχητού τεκμηρίου του ποσοστού 1/3 στη αύξηση της περιουσίας του τελευταίου, ήταν αόριστη και δεν προβλήθηκε ως λόγος έφεσης στο Εφετείο, είναι αβάσιμες, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προέκυψε, ότι ο αναιρεσίβλητος, προς απόκρουση της τεκμαρτής συμβολής της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, προέβαλε παραδεκτώς με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, τον πλήρη και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό, ότι δυνάμει του από ...1999 ιδιωτικού μισθωτηρίου εγγράφου, η ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" [που αυτός ως συγκύριος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, οικοπέδου στον Σκαραμαγκά του Δήμου Χαϊδαρίου, είχε συστήσει δυνάμει του από 26.10.1999 καταστατικού συμφωνητικού, με την αδελφή του, συγκυρία κατά το λοιπό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού, με συμμετοχή στις κερδοζημίες 60% και 40% αντιστοίχως], μίσθωσε από τους άνω συγκυρίους το άνω οικόπεδο, χωρίς υποχρέωση καταβολής μισθώματος, με την ειδικότερη συμφωνία ότι επ' αυτού η άνω ομόρρυθμη εταιρεία, εικοσαετούς διάρκειας, με αντικείμενο την εκμετάλλευση τουριστικών επιχειρήσεων, θα ανήγειρε με δικές της δαπάνες, ξενοδοχειακή μονάδα, την οποία η τελευταία πράγματι ανήγειρε, με δάνεια για την ανέγερση και τον εξοπλισμό του ξενοδοχείου, που έλαβε από την τραπεζική εταιρεία "Alpha Bank" και τα οποία εξόφλησε ολοσχερώς, χωρίς η αναιρεσείουσα να είχε οιαδήποτε συμμετοχή στην έτσι γενομένη επαύξηση της περιουσίας του, στην οποία εκ των πραγμάτων αυτή δεν θα μπορούσε να συμμετέχει, αφού η επαύξηση αυτή προήλθε από την ανέγερση του ξενοδοχείου με τραπεζικό δανεισμό της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία ολοσχερώς εξόφλησε τα ληφθέντα από τον ίδια δάνεια, τους ισχυρισμούς δε, αυτούς, παραδεκτώς επανέφερε ο αναιρεσίβλητος ως λόγο έφεσης. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της περί της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, με τις υπηρεσίες που παρείχε με την αφοσίωσή της στον κοινό τους οίκο, και οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ την υποχρέωσή της για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, όπως, και την αιτιώδη σχέση της συμβολής της με την αύξηση της περιουσίας του. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αφορούν την αποτίμηση της συμβολής της αναιρεσείουσας ως δικαιούχου συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου αναιρεσιβλήτου, για το πέραν της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας, να συνεισφέρει στις ανάγκες της οικογένειας με τις δυνάμεις της, μέτρο υποχρέωσης συμβολής του άρθρου 1389 ΑΚ, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή βασίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό, και αβάσιμος κατά τα λοιπά, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της εκ ποσοστού 1/3 τεκμαρτής συμβολής της στα αποκτήματα του αναιρεσιβλήτου, πλην απέρριψε αυτόν κατ' ουσίαν, με την ουσιαστική παραδοχή ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας στην υπόψη επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου υπήρξε μηδενική. Κατά τα λοιπά, οι στον λόγο αυτό περιλαμβανόμενες αιτιάσεις συνιστούν επανάληψη του περιεχομένου του δευτέρου αναιρετικού λόγου, ο οποίος απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω, όπως εξ άλλου επανάληψη των αιτιάσεων του δευτέρου λόγου αναίρεσης, ως προς την μη κήρυξη δικονομικού απαραδέκτου (αρ. 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ) συνιστά το περιεχόμενο του τετάρτου και τελευταίου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται αοριστία της ένστασης που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσείουσας και απαράδεκτη προβολή της ως λόγου έφεσης από τον εκκαλούντα-αναιρεσίβλητο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Λαμβανομένου δε, υπόψη, του ότι αυτή ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το κατατεθέν από την ίδια για το παραδεκτό της αίτησης παράβολο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η υποχρέωση για καταβολή παραβόλου δεν ισχύει από 1.1.2016, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 592 αρ. 3 του ΚΠολΔ, στις οποίες περιλαμβάνεται και η εκ του άρθρου 1400 του ΑΚ διαφορά περιουσιακού δικαίου από την σχέση των συζύγων, όπως είναι η προκειμένη (ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1548/2022). Τέλος, δεν θα περιληφθεί διάταξη περί δικαστικής δαπάνης εις βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, διότι ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα και δεν υποβλήθηκε σε αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.7.2025 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1197/2025 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
- Διατάσσει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το κατατεθέν από την ίδια για το παραδεκτό της αίτησης παράβολο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ