Απόφαση 386 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 386 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 08 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ψ. του Σ. , κατοίκου ... , Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία-Ιωάννα Κίκιρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. θυγατέρας Θ. Ν. - συζύγου Ρ. Μ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ασημίνα Πέππα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2055/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2969/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1323/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1788/2024 απόφαση όπως αυτή διορθώθηκε με την 3347/2024, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 08-08-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8.8.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 1788/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι δεν συντρέχει κατά νόμον περίπτωση απαραδέκτου της ένδικης αίτησης εξ αιτίας της κοινοποίησης στην αναιρεσίβλητη αντιγράφου του αναιρετηρίου, ελλειμματικού κατά το περιεχόμενο, εξ αιτίας παράλειψης ορισμένων σελίδων αυτού, δεδομένου ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης ολοκληρώνεται με την νομότυπη και εμπρόθεσμη κατάθεση του αναιρετηρίου δικογράφου στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, ώστε σφάλματα ως προς το νομότυπο ή μη της επίδοσής του να μην συνάπτονται προς το παραδεκτό της άσκησής της. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 11.11.2009 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, με την τροπή αυτού σε εν όλω αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ήδη αναιρεσείοντος, Γενικού Προξένου στο Προξενείο του Μονάχου Γερμανίας, να της καταβάλει ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης, εξ αιτίας προσβολής της προσωπικότητάς της, το χρηματικό ποσό των 500.000 ευρώ, επιφυλασσομένη να αναζητήσει ποσό 44 ευρώ ως πολιτικώς ενάγουσα σε ποινική δίκη με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα, νομιμοτόκως από την επομένη που έγινε η επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2055/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως παθητικώς ανομιμοποίητη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του εναγομένου- αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητά του ως Γενικού Προξένου στην αλλοδαπή και ως προς την αδικοπρακτική αυτού συμπεριφορά, η οποία αναγόταν στον κύκλο των ανατεθειμένων σ'αυτόν καθηκόντων, έκανε δε, αυτή δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη κατά το μέρος που ο εναγόμενος-αναιρεσείων προέβη σε προσβολή της προσωπικότητος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, με την διάδοση δυσφημιστικών ισχυρισμών εναντίον της, ενεργώντας ιδιωτικώς και εκτός του κύκλου των υπαλληλικών του καθηκόντων, τέλος δε, αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στην τελευταία ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης το ποσό των 9.000 ευρώ νομιμοτόκως. Μετά την άσκηση της από 14.2.2016 έφεσης του αναιρεσείοντος και της από 6.2.2018 αντέφεσης της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε κατά συνεκδίκαση αυτών, η με αριθμό 2969/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά παραδοχή λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος, διακράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής και απέρριψε αυτή στο σύνολό της ως παθητικώς ανομιμοποίητη, δεχόμενη ότι το σύνολο της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος ανήγετο στην ιδιότητά του ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου και έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των ανατεθειμένων σ'αυτόν καθηκόντων του Γενικού Προξένου, εν συνεχεία δε, απέρριψε ως άνευ αντικειμένου την αντέφεση της αναιρεσίβλητης.
Κατά της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης, η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 1.11.2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1323/2021 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία ανήρεσε εν μέρει την ως άνω απόφαση, κατά το μέρος δηλαδή, που εσφαλμένως και κατά ευθεία παράβαση της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 1 ν. 3528/2007, το Εφετείο υπήγαγε την εν όλω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος στην παραπάνω διάταξη, κρίνοντας, ότι η αγωγή ήταν παραδεκτή και νόμιμη κατά το μέρος που με αυτή η ενάγουσα επικαλείτο προσβολή της προσωπικότητάς της από την συμπεριφορά του εναγομένου, όπως αυτή είχε λάβει χώρα εκτός των καθηκόντων του ως Γενικού Προξένου. Ακολούθως, με την από 24.1.2021 κλήση της αναιρεσίβλητης η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, εκδοθείσας της με αριθμό 1788/2021 τελεσίδικης απόφασης (όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 3347/2024 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Α. Ψ. και την αντέφεση της Ε. Ν. - Μ.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 390/2025, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1882/2024, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 19 ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλομένη διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ κατ' αποδοχή λόγου έφεσής του έκρινε ως απαράδεκτη ως αποδεικτικό μέσο την από ...2012 επιστολή του Α. Κ. , εν τούτοις δεν εξαφάνισε την εκκαλουμένη για το λόγο αυτό, παρεκτός του ότι έλαβε αυτή υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος μη ιδρύων την σχετική πλημμέλεια, καθόσον δεν αναφέρεται σε εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επί τη βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης, ούτε εξ άλλου αυτή του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν γίνεται επίκληση του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, ο οποίος όπως σημειώθηκε θα πρέπει να είναι ουσιώδης και να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, σε κάθε δε, περίπτωση, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης προκύπτει ότι η εν λόγω επιστολή εξαιρέθηκε ρητώς από τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΑΠ 93/2006). "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 851/2015), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 435/2009, ΑΠ 881/1988). Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 625/2008), ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (ΑΠ 1701/2024, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 559/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που του συγκροτούν (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 573/2018).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι οι παραδοχές της προσβαλλομένης περιλάμβαναν δυσφημιστικά περιστατικά τα οποία όμως, προέκυπταν από το με αρ. πρωτ. ...2009 έγγραφο και την από 21.1.2020 έφεση, που έφεραν χρονολογία μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατάθεσης της ένδικης αγωγής στις 12.11.2009. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος, μη ιδρυόμενος, διότι δεν αφορά σε "πράγματα" αλλά αποδεικτικά μέσα, τα δε δυσφημιστικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης, και φέρεται να συνέβησαν μετά την άσκηση της αγωγής, δεν έχουν αυτοτέλεια, δεν συνιστούν δηλαδή ισχυρισμούς ικανούς να διαμορφώσουν το αποδεικτικό πόρισμα, αλλά διευκρινιστικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης από την περ. γ' του αυτού ως άνω άρθρου (αρθ. 559 αρ. 11), κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη, ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς μόνον από τον αριθμό 11). Κατά το πρώτο σκέλος του λόγου ο αναιρεσείων διαλαμβάνει απόσπασμα της προσβαλλομένης και ακολούθως αιτιάται ότι "..με τις ανωτέρω παραδοχές η αναιρεσιβαλλομένη έσφαλε και έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου..." άνευ ουδεμιάς περαιτέρω εξειδίκευσης του αναιρετικού σφάλματος, ώστε κατά το σκέλος αυτό ο υπόψη αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος ως εκ της πλήρους αοριστίας του.
Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού, αποδίδει στη προσβαλλομένη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει, καθόσον κατά τους ισχυρισμούς της, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις με αριθμούς ... , ... , ... , ... και ...2011 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Κ. , Α. Δ. , Β. χήρας Ι. Τ. , Κ. Ν. και Α. Κ. , αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες δεν εξαιρεί παρότι δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου, ούτε ως δικαστικά τεκμήρια, ως ληφθείσες άνευ κλητεύσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ανεξαρτήτως του νομοτύπου αυτών, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει, ότι ουδεμία εξ αυτών διαλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για την επί της ουσίας κρίση του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 453 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο βάσιμο αίτημά της (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα ως άνω στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.8.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1788/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ