Απόφαση 400 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 400 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. , χήρας Μ. Ν. , κατοίκου ... , ως καθολικής γενικής κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Μ. Ν. , η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Αγγελή. Η ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3226/2004 και μετά την υπ' αριθμ. .../2021 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσίβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου ΩΝΑΣΕΙΟ Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών "Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κωνσταντινίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-03-2011 αγωγή του του Μ. Ν. δικαιοπάροχου της ήδη αναιρεσείουσας Σ. Μ. , την από 30-12-2013 Προσεπίκληση-Παρεμπίμπτουσα Αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και την από 12-07-2018 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 3823/2020 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση αυτής της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-05-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των στοιχείων, που απαιτούνται για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, είναι να περιέχεται στο έγγραφο αυτής ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, η έλλειψη δε του στοιχείου τούτου συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (ΑΠ 489/2015, ΑΠ 499/2015, ΑΠ 1660/2022). Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία, όπως από το δικόγραφό της προκύπτει, δεν περιέχει λόγο αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ελληνική εταιρεία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ" είναι απαράδεκτη ως προς σ' αυτήν.
Περαιτέρω με την κρινόμενη από 31-5-2021 αίτηση αναίρεσης ( .../2021 , .../2021, αριθ. δικ. .../2022) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 3823/2020 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η από 23-3-2011 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα Μ. Ν. , δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εν όψει του ότι παράβολο για την άσκηση της αναίρεσης δεν κατατέθηκε, διότι η αναιρεσείουσα απολαύει νομικής βοήθειας με την υπ' αριθμ. .../2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του συνεκδίκασε τις: 1) από 23-3-2011 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Μ. Ν. που ζητούσε εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο", να του καταβάλλει το ποσό των 7.558,35 ευρώ για ιατρικές δαπάνες και το ποσό των 670.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μετά δε τον θάνατο αυτού (αρχικού ενάγοντος) στις 12-4-2011, πριν την συζήτηση της αγωγής, τη δίκη συνέχισε η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Σ. Μ. 2) την από 30-12-2013 προσεπίκληση του εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, στην οποία ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία ζήτησε σε περίπτωση ήττας του, να υποχρεωθεί η προσεπικαλούμενη-εναγόμενη ανώνυμη ελληνική εταιρεία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ" να του καταβάλλει το ποσό των 100.000 ευρώ που αυτό τυχόν θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα με βάση τα αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια που είχε καταρτίσει με την τελευταία, η οποία είχε αναλάβει την υποχρέωση να παρέχει κάλυψη της επαγγελματικής του αστικής ευθύνης και 3) την από 12-7-2018 πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ" υπέρ του εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο" και κατά της Σ. Μ. ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος Μ. Ν.
Επ' αυτών εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλομένη απόφαση με αριθμό 3823/2020 που απέρριψε τις αγωγές. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ693/2020, ΑΠ237/2016).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011), θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016). Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017). Μάλιστα, οφείλει ο ιατρός να παρέχει την ιατρική του συνδρομή όχι μόνο, όπως ορίζει το άρθρο 330 ΑΚ, δηλαδή κατά το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, αλλά με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει (ΑΠ1683/2014). Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ. 1) ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο πλαίσιο της υπηρεσίας, το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων" και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Ενόψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, που καθιερώνεται συναφώς, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1598/17, ΑΠ 1187/2017, ΑΠ 1067/2015, ΑΠ 657/2014).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση προκλήσεως σωματικής βλάβης από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης του παθόντος ή της ψυχικής οδύνης της οικογένειας του θύματος προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της σωματικής βλάβης ή θανάτωσης προσώπου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υποθέσεως, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων. Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε νοσηλευτικό ίδρυμα, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό του τελευταίου ως προστήσαντος, η εκ μέρους του παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 του α. ν. 1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργεί όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 1988/2013, AΠ 181/2011, Α.Π. 1362/2007, Α.Π. 1226/2007). Η έννοια της προστήσεως είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά συνιστούν την έννοια αυτής (Α.Π. 639/1996).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 738/2022,ΑΠ 1472/2021, ΑΠ 255/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. , εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 267/2022, ΑΠ 551/2020). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: (α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, (β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και (γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι λόγοι αναίρεσης πρέπει να είναι και λυσιτελείς δηλ. ανεξάρτητα από το εάν αληθεύουν ή όχι πρέπει να μπορούν να επιφέρουν έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ. να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1458/2021, ΑΠ 696/2019, 531/2018), διαφορετικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής: "... Ο Μ. Ν. του Χ. , γεννηθείς το 1958, έπασχε από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (Πνευμονικό εμφύσημα, λόγω έλλειψης του ενζύμου α1 Αντιθριψίνης). Η πάθηση του ανωτέρω ασθενούς είχε διαγνωσθεί αρχικά τον Δεκέμβριο του έτους 2007, όταν είχε εξετασθεί από τον Διευθυντή της 3ης Πνευμονολογικής Κλινικής του Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "ΣΩΤΗΡΙΑ", Ε. Κ. Μετά την ανωτέρω διάγνωση ο Μ. Ν. , προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση της υγείας του, μετέβη στις 15- 2-2008 για πρώτη φορά στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο (εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής), κατόπιν δε συζητήσεως που είχε με τον πνευμονολόγο ιατρό Ι. Κ. , ο οποίος τότε έφερε την ιδιότητα του Επιμελητή Α' της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου (ΩΚΚ), αποφάσισε να μην απευθυνθεί σε κάποιο μεταμοσχευτικό κέντρο στο εξωτερικό, αλλά να αναθέσει την αντιμετώπιση της πάθησής του στους ιατρούς του ΩΚΚ, καθώς γνώριζε την καλή φήμη που είχε δημιουργήσει μέχρι τότε το τελευταίο, ως το καλύτερο μεταμοσχευτικό κέντρο στην Ελλάδα. Εκείνο το χρονικό διάστημα, Διευθυντής του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος και της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων του ΩKK, ήταν ο Π. Α. Ο ιατρός πνευμονολόγος Ι. Κ. διαπίστωσε, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις πνευμονολογικές εξετάσεις την 15-2-2008 που διενήργησε, ότι ο ασθενής Μ. Ν. είχε τότε σημαντική ανταπόκριση στη βροχοδιαστολή. Ακολούθως, στην εξέταση της 18-6-2008 ο αυτός ιατρός, έκρινε ότι ο ανωτέρω ασθενής είχε ενδείξεις για προμεταμοσχευτικό έλεγχο πνευμόνων. Κατόπιν τούτου, ο Μ. Ν. εισήχθη στο ΩΚΚ την 1-9- 2008, προκειμένου να υποβληθεί σε πλήρη μεταμοσχευτικό έλεγχο, τα αποτελέσματα του οποίου αξιολογήθηκαν από την Επιτροπή Επιλογής Υποψήφιων ληπτών υπό την προεδρία του Π. Α. , που συνεδρίασε την 7-10-2008. Η ως άνω Επιτροπή εξετάζοντας τον ιατρικό φάκελο του Μ. Ν. έκρινε ότι ο τελευταίος ήταν "πρώιμος για να εισαχθεί στη λίστα υποψηφίων για μεταμόσχευση πνεύμονα, γιατί δεν πληρούσε τα καθορισμένα από την ιατρική κοινότητα, την ΥΑ .../1996 (ΦΕΚ ...-1996) και το ν. 2737/1999 (ΦΕΚ ...-1999) κριτήρια ως προς αυτό. Η ανωτέρω επιτροπή περαιτέρω συνέστησε ο ως άνω ασθενής να παρακολουθείται ανά τρίμηνο στα εξωτερικά ιατρεία από τους, πνευμονολόγους του ΩΚΚ, όπως πράγματι συνέβη. Κατόπιν αυτών των υποδείξεων, ο Μ. Ν. παρακολουθείτο στα εξωτερικά πνευμονολογικά ιατρεία του ΩΚΚ (Εργαστήρια Αναπνευστικής Λειτουργίας) από τον ιατρό, Ι. Κ. ανά τρίμηνο, ενώ σύμφωνα με τα αποτελέσματα των σχετικών εξετάσεων, ο ασθενής εμφάνιζε διακυμάνσεις στην κατάσταση της υγείας του. Πλέον συγκεκριμένα, την 28-11-2008 ο ως άνω ιατρός έκρινε ότι ο ασθενής είναι "ώριμος" για να εισαχθεί στη λίστα υποψηφίων για μεταμόσχευση, ακολούθως διαπιστώθηκε βελτίωση την 10-12-2008, νέα επιδείνωση την 20-2-2009 και, ακολούθως διαπιστωνόταν σταθερά υποκειμενικά ήπια επιδείνωση. Εν τέλει την 24-11-2010 εισήχθη εκ νέου στο ΩΚΚ και υποβλήθηκε σε νέο προμεταμοσχευτικό έλεγχο, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, η δε νοσηλεία του διήρκησε μέχρι την 4-12-2010, για τη συγκεκριμένη αιτία. Η Επιτροπή Επιλογής Υποψηφίων Ληπτών, η οποία συνεδρίασε την 25-1-2011, υπό την προεδρία του νέου Διευθυντή της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων του ΩΚΚ, Α. Μ. , έκρινε αυτή τη φορά ότι ο Μ. Ν. είναι "ώριμος" για εισαγωγή στη λίστα υποψηφίων προς μεταμόσχευση πνευμόνων. Κατά το χρόνο αυτό, ο ανωτέρω ασθενής πληροφορούμενος αλλαγές στη διοίκηση των τμημάτων του ΩΚΚ, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε ενημερώθηκε γραπτώς για τα αποτελέσματα της συνεδρίασης της Επιτροπής Επιλογής Υποψηφίων Ληπτών και επικαλούμενος ότι πληροφορήθηκε πως το ΩΚΚ δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για να θεωρείται αναγνωρισμένο στην Ελλάδα, μεταμοσχευτικό κέντρο για μεταμοσχεύσεις πνευμόνων, συνέταξε και απέστειλε την από 2-2-2011 επιστολή του προς τη Διοίκηση του ΩΚΚ ζητώντας λεπτομερείς πληροφορίες για την πλήρωση των κριτηρίων που ορίζει ο νόμος για την αναγνώριση του ΩΚΚ ως μεταμοσχευτικού κέντρου πνευμόνων και ειδικότερα των προσόντων των απασχολούμενων σε αυτό ιατρών και του ετήσιου συνολικού αριθμού επεμβάσεων μεταμόσχευσης πνευμόνων από ιατρούς του ΩΚΚ, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το εάν και σε ποια θέση βρίσκεται στη λίστα υποψηφίων προς μεταμόσχευση πνεύμονα. Κατόπιν τούτου, προφανώς δυσαρεστημένος από την αντιμετώπιση των ιατρών και διοικητών του εναγόμενου της υπό στοιχείο Α' αγωγής (ΩΚΚ) και του γεγονότος ότι όλο αυτό το διάστημα έπρεπε να διαμένει στην οικία του αναπνέοντας με τη βοήθεια φιαλών οξυγόνου, υπέβαλε έγκληση σε βάρος των ιατρών Ι. Κ. και Π. Α. , καταγγέλλοντας ότι το ΩΚΚ δεν είναι σε θέση να "πραγματοποιεί επεμβάσεις μεταμόσχευσης πνευμόνων, γιατί δεν πληροί τα εκ του νόμου προαπαιτούμενα ως προς αυτό, ότι η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί σοβαρά σε σημείο που να επίκειται άμεσα ο αναπόφευκτος θάνατός του, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για τις πιθανότητες επιτυχίας μίας μεταμόσχευσης διπλού πνεύμονα, την οποία γνώριζε ως μόνη λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας του, ότι κατάλληλα μοσχεύματα για αυτόν υπήρχαν και στέλνονταν σε κέντρα μεταμόσχευσης στο εξωτερικό, παρόλα αυτά οι διευθύνοντες του εναγόμενου ΩΚΚ αρνούνταν να τον συμπεριλάβουν στη λίστα υποψηφίων προς μεταμόσχευση, επικαλούμενοι κυρίως τη δυσκολία ανεύρεσης κατάλληλων μοσχευμάτων, για να μη μειωθεί το ποσοστό επιτυχίας τους στις σχετικές επεμβάσεις λόγω του υψηλού δείκτη επικινδυνότητας αυτών, εξαιτίας της ευαισθησίας του οργάνου του πνεύμονα. Επί της ανωτέρω μηνύσεως του Μ. Ν. ασκήθηκε σε βάρος των ανωτέρω αναφερόμενων ιατρών του εναγόμενου ΩΚΚ, ποινική δίωξη για το αδίκημα της θανατηφόρου έκθεσης και εξεδόθη το με αριθμό .../2015 αμετάκλητο απαλλακτικό Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, μεταξύ άλλων, έκρινε ότι οι προαναφερόμενοι ιατροί δεν προέβησαν, κατά την αναληφθείσα από αυτούς υποχρέωση ιατρικής περίθαλψης του εγκαλούντα Μ. Ν. , σε καμία πράξη ή παράλειψη (σύμφωνα με τους γενικούς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης) η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με την κατάσταση της υγείας του εγκαλούντα και τον θάνατο του τελευταίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο Μ. Ν. την 17-3-2011, λόγω επιδείνωσης της υγείας του, διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ". Την ίδια ημέρα ο Διευθυντής του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος και Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του εναγομένου της υπό στοιχείο Α' κύριας αγωγής (ΩΚΚ) απέστειλε στον πρόεδρο του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ) επιστολή με την οποία, λόγω της σπανιότητας προσφοράς μοσχευμάτων πνεύμονα στην Ελλάδα, αιτήθηκε να δοθεί από τον ανωτέρω Οργανισμό άδεια αναχώρησης για Μεταμοσχευτικά Κέντρα στην αλλοδαπή ορισμένων ασθενών, η κατάσταση της υγείας των οποίων κρίθηκε λίαν ασταθής, ώστε να αντιμετωπίζουν κίνδυνο ζωής στο προσεχές μέλλον, μεταξύ αυτών και του Μ. Ν. Κατόπιν τούτου, ο ίδιος ως άνω διευθυντής απέστειλε στον Μ. Ν. την από 8-4-2011 επιστολή του, με την οποία τον ημέρωνε ότι με την με αριθμ. πρωτ. ...-2011 απόφαση του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων ανεστάλη προσωρινώς το Πρόγραμμα Μεταμοσχεύσεων Πνευμόνων στο ΩΚΚ για ένα εξάμηνο και για το λόγο αυτό τον προέτρεψε να αναζητήσει, με τη βοήθεια του θεράποντα ιατρού του, Κέντρο Μεταμόσχευσης Πνευμόνων στην αλλοδαπή, για την κατά το δυνατό ταχύτερη εξυπηρέτησή του. Ο Μ. Ν. τότε, με τη μεσολάβηση του ιατρού Γ. Λ. , υπέβαλε και ο ίδιος αίτηση στον ΕΟΜ για να εγκριθεί η μετάβασή του στο εξωτερικό για να υποβληθεί σε προμεταμοσχευτικό έλεγχο και μεταμόσχευση πνευμόνων, η οποία έγινε δεκτή, όπως τούτο αποδεικνύεται από το με αριθμ. πρωτ. ...-2011 έγγραφο του ΕΟΜ προς το ΙΚΑ/Νοσήλια Εξωτερικού. Κατόπιν τούτου, τον Απρίλιο του έτους 2011 ο Μ. Ν. διεκομίσθη στο Παλέρμο της Ιταλίας, όπου εισήχθη την 6-4-2011 στην κλινική ISMET και ειδικότερα στη ΜΕΘ αυτής. Εκεί υποβλήθηκε σε σειρά ιατρικών εξετάσεων και οι ιατροί διαπίστωσαν μία σειρά αντενδείξεων για μεταμόσχευση, τελικώς όμως, μετά τη συναίνεση των μελών της οικογένειάς του, τοποθετήθηκε ενεργά σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση. Λόγω του τελικού σταδίου της ασθένειάς του και της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, την 7-4-2011 ελήφθη από τους ιατρούς της ως άνω κλινικής η απόφαση να προβούν σε μεταμόσχευση πνεύμονα. Την 8-4-2011 οι ανωτέρω ιατροί, αφού έλαβαν προσφορά αριστερού μόνο πνεύμονα συμβατού με τον ανωτέρω ασθενή, προέβησαν σε μεταμόσχευση του αριστερού πνεύμονα του Μ. Ν. Η πρώτη μετεγχειρητική ημέρα ήταν άνευ συμβάντων, τις επόμενες ημέρες, όμως, η κλινική κατάσταση του ασθενούς επιδεινώθηκε προοδευτικά, εμφάνισε δεξιά και αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια, σήψη, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη και τελικώς πολυοργανική ανεπάρκεια, η οποία οδήγησε στον θάνατό αυτού την ...-2011 (βλ. τη με αριθμ. πρωτ. ...-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου ... , η οποία καταχωρήθηκε στον τόμο ... και με αριθμό ... , που προσκομίζει με επίκληση η καλούσα της υπό στοιχείο Α' αγωγής), σε ηλικία 52 ετών, παρά τις προσπάθειες των ιατρών να τον κρατήσουν στη ζωή. Ο Μ. Ν. άφησε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του τη σύζυγό του, Σ. Μ. , χήρα Μ. Ν. (οράτε τα με αριθμ. ...-2011 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία η από 6-3-2010 ιδιόγραφη διαθήκη του Μ. Ν. και καταχωρήθηκε στον τόμο ... και αριθμ. ... , σε συνδυασμό με το με αριθμ. .../2012 Πιστοποιητικό Κληρονομητηρίου της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, που με επίκληση προσκομίζει η καλούσα - ενάγουσα). Η τελευταία, ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της συνεχίζει την παρούσα δίκη, όπως ειπώθηκε ανωτέρω.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, το εναγόμενο ΩΚΚ της υπό στοιχείο Α' κύριας αγωγής ιδρύθηκε, βάσει του άρθρου 3 του Ν. 2012/1992, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, λειτουργούν με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, με οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, υπό την εποπτεία του Κράτους και με κοινωφελή χαρακτήρα, αφού τα τυχόν κέρδη του κατά μεν πρώτο λόγο διατίθενται για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού, κατά δεύτερο δε λόγο περιέχονται στο Δημόσιο. Με την υπ' αριθμ. .../1994 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εγκρίθηκε η λειτουργία Μονάδος Μεταμόσχευσης Καρδιάς - Πνευμόνων στο εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής, η οποία θα λειτουργεί στην Α' Καρδιοχειρουργική Κλινική. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. ...-2005 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, χορηγήθηκε προσωρινά, για χρονικό διάστημα τριών ετών, στο εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής άδεια λειτουργίας Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων, η οποία θα λειτουργούσε ως διατομεακού επιπέδου. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ...-2009 απόφαση του ως άνω Υπουργού α) χορηγήθηκε οριστική άδεια λειτουργίας στη Μονάδα Μεταμόσχευσης Καρδιάς-Πνευμόνων του εναγόμενου ΩΚΚ, καθώς κρίθηκε ότι πληροί τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζουν οι διατάξεις της οικείας υπ' αριθμ. .../2005 Υπουργικής απόφασης "Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων λειτουργίας των Μονάδων Μεταμόσχευσης συμπαγών Οργάνων, των Μονάδων Μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών και διαδικασία χορήγησης και ανάκλησης άδειας λειτουργίας αυτών", β) προβλέφθηκε ότι η Μονάδα Μεταμόσχευσης Καρδιάς-Πνευμόνων εντάσσεται στα πλαίσια της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου, γ) ορίσθηκε επιστημονικός υπεύθυνος ο Διευθυντής της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής, Π. Σ. , δ) προβλέφθηκε ότι η ως άνω οριστική άδεια ανακαλείται με απόφαση του "Υπουργού Παιδείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, εφόσον διαπιστωθεί ότι η Μονάδα Μεταμόσχευσης δεν πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και ε) θεσπίσθηκε υποχρέωση του εναγομένου της υπό στοιχείο Α' αγωγής, σε κάθε περίπτωση αποχώρησης του Διευθυντή, επιστημονικά υπευθύνου ή μεταβολής των όρων και προϋποθέσεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης, να ενημερώνει άμεσα τους αρμόδιους φορείς και να υποβάλει αίτημα αξιολόγησης εκ νέου της Μονάδας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της υπ' αριθμ. .../2005 Υ.Α. , μεταξύ των όρων και προϋποθέσεων λειτουργίας μίας Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων είναι και η στελέχωσή της, πέραν των άλλων και από έναν ιατρό, με βαθμό Διευθυντή, ειδικότητας Καρδιοχειρουργικής, με αποδεδειγμένη εμπειρία σε αναγνωρισμένη μονάδα μεταμόσχευσης της αλλοδαπής ή ημεδαπής διάρκειας τουλάχιστον πέντε (5) ετών.
Εν προκειμένω, Διευθυντής της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του εναγομένου της υπό στοιχείο Α' αγωγής (στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσε κατά τα ως άνω η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς- Πνευμόνων), ήταν από τον Απρίλιο του έτους 1996 έως και την 31-3-2009, ο Π. Α. , ιατρός καρδιοχειρουργός με εμπειρία σε αναγνωρισμένες μονάδες μεταμοσχεύσεων ήδη από το έτος 1978. Ακολούθως, το εναγόμενο ΩΚΚ με την από 31-3-2009 απόφασή του Δ.Σ. , το τμήμα Μεταμοσχεύσεων ανατέθηκε στον ιατρό-νευροχειρουργό Π. Σ. , Διευθυντή της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής, ο οποίος είχε εμπειρία δεκατριών (13) ετών (από το έτος 1996) στις μεταμοσχεύσεις και ήταν από τον Ιούνιο του 2003 έως τότε Υποδιευθυντής του Τμήματος Μεταμοσχεύσεων υπό τη διεύθυνση του προαναφερθέντος Π. Α. , ο οποίος με την ίδια ως άνω απόφαση του Δ.Σ. ανέλαβε την εποπτεία του προγράμματος, προ και μετεγχειρητικής παρακολούθησης με την ιδιότητα του Ειδικού Συμβούλου. Όπως ειπώθηκε ανωτέρω, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../2009 Υ.Α. , ο Π. Σ. ορίσθηκε επιστημονικός υπεύθυνος της Μονάδας Μεταμόσχευσης Καρδιάς-Πνευμόνων του ΩΚΚ. Μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του Π. Σ. με το εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής, λόγω οικειοθελούς αποχώρησής του, την 9-9-2010 ορίσθηκε νέος επιστημονικός υπεύθυνος προσωρινά και έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας της ανοικτής προκήρυξης για την πλήρωση της ως άνω θέσης, ο καρδιοχειρουργός Γ. Σ. , έτερος Διευθυντής της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του εναγομένου ΩΚΚ, ο οποίος είχε εμπειρία στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του εναγομένου της υπό στοιχείο Α' αγωγής ήδη από το έτος 1994. Η μεταβολή αυτή γνωστοποιήθηκε τόσο στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων όσο και στο Υπουργείο Υγείας διά των υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2010 και ...-2010 επιστολών του Προέδρου του Δ.Σ του εναγομένου. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της ανοικτής προκήρυξης, στη θέση του Διευθυντή του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος και Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων του εναγομένου της υπό στοιχείο Α' αγωγής προσλήφθηκε την 25-10-2010 ο ιατρός-καρδιοχειρουργός Α. Μ. , ο οποίος είχε πολυετή εμπειρία στις μεταμοσχεύσεις σε κλινικές της Γερμανίας, ιδίως στη Χειρουργική Κλινική Θώρακος, Καρδίας και Μεγάλων Αγγείων της Πανεπιστημιακής Κλινικής του Bad Oeynhausen Πανεπιστήμιο Μπόχουμ), όπου εργάσθηκε από τον Οκτώβριο του 1994 έως τον Μάιο του 2005 ως Επιμελητής Α', πραγματοποιώντας την πρώτη του μεταμόσχευση καρδιάς την 27-9-1995, ενώ, στη συνέχεια, από τον Ιούνιο του έτους 2005 έως τον Οκτώβριο του έτους 2008 εργάσθηκε ως Αναπληρωτής Διευθυντής της ως άνω Κλινικής, έχοντας αναλάβει ως εκ της θέσης του αυτής, εκτός των άλλων, την οργάνωση του Προγράμματος Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς και την αποκλειστική ευθύνη για τη λήψη ή την απόρριψη μοσχευμάτων για ασθενείς ενταγμένους στη λίστα για μεταμόσχευση καρδίας, ενώ ήταν συνυπεύθυνος για την ένταξη ασθενών στην εν λόγω λίστα. Από τον Οκτώβριο του 2008 και έως την πρόσληψή του από το εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής, ο Α. Μ. συνέχισε να εργάζεται στην παραπάνω κλινική της Γερμανίας, ως Επιμελητής Α', διάστημα κατά το οποίο, μεταξύ των άλλων, συμμετείχε καθημερινά σε επισκέψεις στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων, ρυθμίζοντας την ανοσοκατασταλτική αγωγή και λαμβάνοντας αποφάσεις για την αντιμετώπιση απορρίψεων, συνέχισε δε να είναι συνυπεύθυνος για την ένταξη ασθενών στη λίστα για μεταμόσχευση καρδιάς και για την αποδοχή ή απόρριψη των προαναφερόμενων μοσχευμάτων. Η πρόσληψη του Α. Μ. γνωστοποιήθηκε από το εναγόμενο ΩΚΚ στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων και στο Υπουργείο Υγείας και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-2011 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία ορίσθηκε επιστημονικά υπεύθυνος ο Α. Μ. , τροποποιώντας ως προς το σημείο αυτό (ήτοι προς τον ορισμό επιστημονικού υπευθύνου) με την υπ' αριθμ. ...-2012 απόφαση του Δ.Σ του εναγομένου ΩΚΚ ορίσθηκε, συναινούντος του Α. Μ. , επιστημονικός υπεύθυνος εκ νέου ο Π. Σ. Τούτο γνωστοποιήθηκε από το εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων και στο Υπουργείο Υγείας και εκδόθηκε η με αριθμ. ...-2012 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία ορίσθηκε επιστημονικός υπεύθυνος ο Π. Σ. , αναπληρωτής Διευθυντής του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος. Εν τω μεταξύ, με την υπ' αριθμ. ...-2011 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κατόπιν σχετικής πρότασης του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων, ανακλήθηκε προσωρινά από την 21-3-2011 και για χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών η άδεια λειτουργίας Μονάδας Μεταμόσχευσης Πνεύμονα του εναγόμενου της υπό στοιχείο Α' αγωγής. Η αναστολή αυτή, η οποία επισημαίνεται ότι αφορούσε μόνο την άδεια λειτουργίας για τη διενέργεια μεταμοσχεύσεων πνευμόνων και όχι στο πρόγραμμα μεταμοσχεύσεων καρδιάς του εναγομένου, το οποίο συνέχισε να είναι σε ισχύ, παρατάθηκε και για το μετά την παρέλευση του πεντάμηνου χρονικό διάστημα. Μέχρι τον χρόνο της ως άνω αναστολής (Ιούλιος του 2011) στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του εναγομένου ΩKK, από την έναρξη του το έτος 1995, είχαν πραγματοποιηθεί συνολικά 103 μεταμοσχεύσεις εκ των οποίων οι 91 ήταν μεταμοσχεύσεις καρδιάς και 12 ήταν μεταμοσχεύσεις πνευμόνων.
Εξάλλου, το άρθρο 5 (με τίτλο "Παρακολούθηση δραστηριότητας Μονάδων Μεταμοσχεύσεων") της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. .../2005 Υ.Α. ορίζει ότι α) Εντός του Α' διμήνου κάθε έτους κάθε Μονάδα μεταμόσχευσης υποβάλλει υποχρεωτικά στον ΕΟΜ ετήσια έκθεση για τη δραστηριότητά της με πλήρη πίνακα των μεταμοσχεύσεων που διενήργησε, καθώς και στοιχεία βιωσιμότητα αυτών, β) Η Μονάδα πρέπει να διενεργεί τουλάχιστον δέκα (10) μεταμοσχεύσεις κατ' έτος.
Κατ' εξαίρεση, ο συνολικός αριθμός των μεταμοσχεύσεων κατά το πρώτο έτος της λειτουργίας της μπορεί να είναι μέχρι δέκα (...), δ) Κάθε μεταμόσχευση πτωματική ή από ζώντα δότη δηλώνεται στον ΕΟΜ (...). Ο ΕΟΜ προβαίνει σε ετήσια εκτίμηση και αξιολόγηση του τρόπου λειτουργίας και των αποτελεσμάτων κάθε Μονάδας Μεταμόσχευσης και υποβάλει σχετική έκθεση στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, καθώς και αιτιολογημένη εισήγηση για τη συνέχιση ή μη της λειτουργίας της Μονάδας". Σε συμμόρφωση προς τις ανωτέρω διατάξεις, το εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής υπέβαλε στον ΕΟΜ ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητα της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων και πλέον ειδικότερα, υπέβαλε: α) την από 24-6-2010 έκθεσή του, σύμφωνα με την οποία στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του ΩKK πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 2008, 16 μεταμοσχεύσεις καρδιάς και 3 μεταμοσχεύσεις πνευμόνων, δηλαδή συνολικά 19 μεταμοσχεύσεις, ενώ κατά το έτος 2009 πραγματοποιήθηκαν 8 μεταμοσχεύσεις καρδιάς και 3 μεταμοσχεύσεις πνευμόνων, δηλαδή συνολικά 11 μεταμοσχεύσεις και β) την 21-3-2011 έκθεσή του, σύμφωνα με την οποία στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του εναγόμενου ΩΚΚ πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 2010, 5 μεταμοσχεύσεις καρδιάς και 2 μεταμοσχεύσεις πνευμόνων, ήτοι συνολικά 7 μεταμοσχεύσεις. Η ως άνω μείωση του αριθμού των μεταμοσχεύσεων, ο οποίος κατά το έτος 2010 ήταν μικρότερος του προβλεπομένου από το άρθρο 5 της υπ' αριθμ. .../2005 Υ.Α ορίου των 10 μεταμοσχεύσεων κατ' έτος, οφείλεται στην αντίστοιχη μείωση του , αριθμού των διαθεσίμων οργάνων προς μεταμόσχευση. Έτσι, ενώ το έτος 2008 οι αναφερθέντες δότες οργάνων προς μεταμόσχευση ανήλθαν συνολικά σε 176 (από τους οποίους αξιοποιήθηκαν οι 98), το έτος 2009 μειώθηκαν σε 110 (από τους οποίους αξιοποιήθηκαν οι 71) και το έτος 2010 σε 57 (από τους οποίους αξιοποιήθηκαν οι 45). Αναφορικά με τους πνεύμονες ειδικότερα, λόγω της ιδιαίτερης ευπάθειάς τους, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος να εμφανίσουν βλάβες (λοιμώξεις, μηχανικές κακώσεις) που τους καθιστούν ακατάλληλους για μεταμόσχευση, με αποτέλεσμα κατά το έτος 2010 να υπάρξουν μόλις δύο δότες. Εξαιτίας τούτου, ο τότε Διευθυντής του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος και της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του εναγομένου ΩΚΚ, Α. Μ. , απέστειλε, ως ειπώθηκε ανωτέρω, την από 17-3-2011 επιστολή του στον Πρόεδρο του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων, στην οποία έθετε ότι την ίδια ημέρα (17-3-2011) πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τους ασθενείς που βρίσκονταν στη λίστα αναμονής για μεταμόσχευση πνευμονών και ζητούσε "δεδομένης της γνωστής σπανιότητας προσφοράς πνευμονικών μοσχευμάτων στη χώρα μας και για να προβλεφθούν ενδεχόμενοι θάνατοι των αναμενόμενων στη λίστα αναμονής" να δοθεί άδεια αναχώρησης για μεταμοσχευτικά κέντρα της αλλοδαπής σε επτά ονομαστικά αναφερόμενους ασθενείς (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Μ. Ν.), οι οποίοι λόγω της αστάθειας της κατάστασής τους αντιμετώπιζαν κίνδυνο ζωής στο προσεχές μέλλον, υπενθυμίζοντας παράλληλα, ότι στη λίστα αναμονής του εναγόμενου ΩΚΚ παρέμειναν ακόμα δέκα ασθενείς. Η ως άνω επιστολή εστάλη στον ΕΟΜ συνοδευόμενη από την από 18-3-2011 επιστολή του τότε Προέδρου του ΔΣ του εναγόμενου της υπό στοιχείο Α' αγωγής, Π. Α. , με την ένδειξη "λίαν επείγον" και παράκληση του τελευταίου να εισαχθεί το παραπάνω αίτημα του Α. Μ. προς συζήτηση ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΜ κατά τη συνεδρίασή του την 21-3-2011. Πράγματι, το Δ.Σ του ΕΟΜ, αφού άκουσε τον Διευθυντή του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος και της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του εναγόμενου ΩΚΚ, Α. Μ. , που προσκλήθηκε να παραστεί σε αυτό και εξέθεσε στα μέλη του Δ.Σ τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων, υπέβαλε την από 21-3-2011 Εισήγηση - Πρότασή του προς το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία πρότεινε στον Υπουργό την αναστολή της λειτουργίας του προγράμματος μεταμοσχεύσεων πνευμόνων της Μονάδας Μεταμόσχευσης του εναγόμενου ΩΚΚ για έξι μήνες. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-2011 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με τη οποία, ως εκτέθηκε ανωτέρω, κατόπιν της πρότασης του ΕΟΜ ανακλήθηκε προσωρινά από την 21-3-2011 και για χρονικό διάστημα πέντε μηνών η άδεια λειτουργίας της Μονάδας Μεταμόσχευσης Πνεύμονα του εναγόμενου της υπό στοιχείο Α' αγωγής. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω ουδόλως στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης, καθώς και οποιαδήποτε άλλη παράνομη ή αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά εκ μέρους του εναγόμενου ΩΚΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λειτουργία Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς- Πνευμόνων. Ιδίως αναφορικά με τους επιστημονικούς υπευθύνους της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων, όπως εκτέθηκε, όλα τα πρόσωπα που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέλαβαν τη θέση αυτή, είχαν τα απαιτούμενα προσόντα, ήτοι την ειδικότητα του καρδιοχειρουργού και απαιτούμενη (τουλάχιστον πενταετή) προϋπηρεσία σε αναγνωρισμένη μονάδα μεταμοσχεύσεων, ενώ δεν απαιτείτο, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, να έχουν την ειδικότητα Χειρουργικής Θώρακα ή Πνευμόνων.
Εξάλλου, ως προς τον ιατρό Α. Μ. , ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ΩΚΚ απέκρυψε ή έστω παρασιώπησε την ειδικότητα και την προϋπηρεσία του, αλλά αντιθέτως, είχε αναρτήσει δημοσίως στην ιστοσελίδα του το βιογραφικό του ως άνω ιατρού.
Εξάλλου, οι μεταβολές των προσώπων στη θέση αυτή, αφενός μεν, ουδέποτε είχαν σαν αποτέλεσμα να μείνει η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του εναγόμενου ΩΚΚ χωρίς επιστημονικό υπεύθυνο, αφετέρου δε, γνωστοποιούνταν πάντοτε στους αρμόδιους φορείς, ήτοι στον ΕΟΜ και το Υπουργείο Υγείας και δημοσιεύονταν σε ΦΕΚ, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Επιπροσθέτως, όσον αφορά τον αριθμό των μεταμοσχεύσεων, το ελάχιστο όριο που έθετε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 της .../2005 Υπουργικής Απόφασης, ήτοι 10 μεταμοσχεύσεις ανά έτος, δεν αναφέρεται σε μεταμοσχεύσεις συγκεκριμένου οργάνου (πνευμόνων). Στην προκειμένη δε περίπτωση δε, ο Μ. Ν. νοσηλεύτηκε στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του ΩΚΚ, που ήταν Μονάδα Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων και ο αριθμός των μεταμοσχεύσεων που είχαν πραγματοποιηθεί υπερέβαινε το ως άνω όριο, που έθετε η προαναφερθείσα Υ.Α. , πλην του έτους 2010, οπότε έγιναν συνολικά επτά μεταμοσχεύσεις. Αυτή η μείωση όμως των μεταμοσχεύσεων που διενεργήθηκαν το έτος 2010, ουδόλως μπορεί να αποδοθεί σε ανικανότητα των ιατρών του εναγομένου της υπό στοιχείο Α' κύριας αγωγής ή σε κωλυσιεργία αυτών, αλλά στον πολύ μικρό αριθμό μοσχευμάτων στην Ελλάδα σε σχέση με τον αριθμό των ασθενών. Το εναγόμενο ΩΚΚ, επιπλέον των τακτικών ενημερώσεων του προς τον ΕΟΜ, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, για τον αριθμό των μεταμοσχεύσεων που επιτελούσε ανά έτος (συμπεριλαμβανομένου του έτους 2010) με τις προαναφερόμενες (από 17-3-2011 και 18-3-2011) επιστολές των οργάνων του, Διευθυντή Μονάδας Μεταμοσχεύσεων και Προέδρου ΔΣ αντίστοιχα, προς τον ΕΟΜ αλλά και με αυτοπρόσωπη παρουσία του πρώτου εξ αυτών στην από 21-3-2011 συνεδρίαση τόνισε την οξύτητα του προβλήματος που έθετε σε άμεσο κίνδυνο τις ζωές των ασθενών που ήταν σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση πνευμονικών οργάνων (ζητώντας παράλληλα να δοθεί άδεια αναχώρησης σε μεταμοσχευτικά κέντρα της αλλοδαπής στις πλέον επείγουσες περιπτώσεις ασθενών). Επίσης, σύμφωνα και με όσα ειπώθηκαν ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' κύριας αγωγής ενημέρωσε τον θανόντα Μ. Ν. για την από 21-3-2011 απόφαση του Δ.Σ. του ΕΟΜ να υποβάλει πρόταση στον Υπουργό Υγείας για αναστολή του Προγράμματος Μεταμοσχεύσεως Πνευμόνων, προτρέποντάς τον να απευθυνθεί σε Κέντρα Μεταμοσχεύσεων του εξωτερικού. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο αριθμός των μεταμοσχεύσεων κατά το έτος 2010 ήταν κατώτερος του οριζομένου στην ως άνω Υπουργική Απόφαση ορίου, δεν επέφερε την αυτοδίκαιη παύση της άδειας λειτουργίας της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του εναγομένου ΩΚΚ, αφού για την ανάκληση αυτής απαιτείται, όπως ειπώθηκε ανωτέρω, σχετική απόφαση του Υπουργού Υγείας, ύστερα από πρόταση του ΕΟΜ και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (υπ' αριθμ. ...-2009 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων).
Εξάλλου, τα γενικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει κανείς υπόψη για να τεθεί κάποιος σε λίστα υποψηφίων για μεταμόσχευση πνεύμονα είναι τα ακόλουθα: α) ηλικία, β) ύπαρξη άλλων συστηματικών νοσημάτων, γ) σωματικό βάρος, δ) ψυχο - κοινωνικά κριτήρια, ε) ύπαρξη σκελετο-μυϊκών δυσμορφιών, στ) ύπαρξη νευρολογικών διαταραχών, ζ) λήψη διαφόρων φαρμάκων, η) εθισμός διαφόρων ουσιών (αλκοόλ, καπνός, ναρκωτικών ουσιών κλπ), θ) ύπαρξη συστηματικών λοιμώξεων, ι) ανεπάρκεια άλλων οργάνων, ία) ύπαρξη ιογενών λοιμώξεων, ιβ) παρουσία κακοήθειας. Τα γενικά αυτά κριτήρια πλαισιώνονται και συμπληρώνονται από διάφορες λειτουργικές μελέτες και εργαστηριακές εξετάσεις (αναπνευστικές, λειτουργικές δοκιμασίες, σπιρομετρήσεις, ηλεκτροκαρδιογράφημα, υπέρηχο καρδίας, stress test, δοκιμασία κόπωσης, αξονική τομογραφία κ.α.). Πέραν, όμως, των γενικών κριτηρίων ο ασθενής για να είναι υποψήφιος για μεταμόσχευση πνεύμονα και τοποθέτηση σε λίστα αναμονής, πρέπει να πληροί και τα επιμέρους κριτήρια της πάθησής του. Για τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια οφειλόμενη σε έλλειψη ενζύμου της α1-αντιθριψίνης, τα επιμέρους κριτήρια για να είναι κανείς κατάλληλος για υποψήφιος για μεταμόσχευση πνεύμονα είναι: α) σπειρομετρική μέτρηση FEV1< 25% της προβλεπόμενης τιμής και/ ή β) υπερκαπνία με τιμή αερίων αίματος ΡΟΟ2>ή=55 mm Hg (7.3 kPa) και/ ή γ) πνευμονική υπέρταση με αυξημένες πιέσεις πνευμονικής αρτηρίας (μέση πίεση πνευμονικής αρτηρίας >30 mm Hg ή επιδείνωση αυτής. Με έμφαση και επιλογή των ασθενών με τη μακροχρόνια και επιδεινούμενη χρήση οξυγόνου με τη χειρότερη πρόγνωση ("International Guidelines for the Selection of Lung Transplant Candiidates", American Journal of Respiratory and Critical Care Medicine Vol. 158 No 1 (1998) p.p. 335-339). Για του λόγους αυτούς, οι επιτροπές ασθενών στις λίστες μεταμόσχευσης πνεύμονα είναι πολυμελείς και αποτελούνται (όπως εν προκειμένω) από διαφόρων ειδικοτήτων ιατρών και παραϊατρικού ειδικευμένων στην επιλογή κατάλληλων υποψηφίων προς μεταμόσχευση, ενώ όλες οι αποφάσεις και οι υποψήφιοι ελέγχονται από τον ΕΟΜ. Σύμφωνα δε με τον ιατρικό φάκελο του Μ. Ν. και ειδικότερα τις σπιρομετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο εναγόμενο ΩΚΚ, αποδεικνύεται ότι οι τιμές του FEV1 κυμάνθηκαν μεταξύ 26,32% (την 28-11- 2008) μέχρι 34,18% (την 18-6-2008), στις περισσότερες δε μετρήσεις κυμάνθηκαν κοντά στο 30% με μικρές αποκλίσεις. Στα δε αέρια αίματος η τιμή του PCO2 ήταν 38%, ενώ στο δεξιό καθετηριασμό της καρδιάς η μέση πίεση της πνευμονικής αρτηρίας βρισκόταν στο 28. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι οι ανωτέρω τιμές δεν ξεπέρασαν τα όρια που έχουν οριστεί από τις κατευθυντήριες οδηγίες της επιστημονικής κοινότητας και έχουν υιοθετηθεί από τον ΕΟΜ και, επομένως, ορθώς την 7-10-2008 ο Μ. Ν. χαρακτηρίστηκε ως "πρώιμος" υποψήφιος προς μεταμόσχευση πνεύμονα από την επιτροπή και παραπέμφθηκε για μελλοντική εκτίμηση της κατάστασής του και τακτική παρακολούθηση από τον θεράποντα ιατρό Ι. Κ. , ανά τρίμηνο, η οποία τηρήθηκε ευλαβικά, όπως αποδεικνύεται από τον ιατρικό φάκελο του θανόντα. Σε αυτό το χρονικό διάστημα της παρακολούθησης η επιδείνωση του ασθενούς ήταν σταδιακή. Από τον προμεταμοσχευτικό του εργαστηριακό έλεγχο την 29-11-2010 παρατηρείται μία επιδείνωση στη τιμή της προβλεπόμενης FEV1 στο 25,4% από προηγούμενη μέτρηση 30,81%. Την 31-11-2010 υπολογίστηκε σε αιμοδυναμικό έλεγχο η μέση πίεση της πνευμονικής αρτηρίας PAm=39mmHg. Οι τιμές αυτές πληρούν τα ανωτέρω αναφερόμενα κριτήρια και έτσι αμέσως επομένη ημέρα των εργαστηριακών ως άνω εξετάσεων (30-11-2010), ) ο θεράπων ιατρός Ι. Κ. τον παρουσίασε στην επόμενη συνεδρίαση της Επιτροπής Επιλογής Υποψηφίων προς Μεταμόσχευση Πνεύμονα που θα ελάμβανε χώρα στις 25-1-2011. Την ημέρα εκείνη κρίθηκε ικανός και τοποθετήθηκε ορθώς στη λίστα υποψηφίων προς μεταμόσχευση πνεύμονα.
Εξάλλου, πέρα από τη σταθερή ως άνω επιδείνωση της υγείας του Μ. Ν. , η οποία κατέληξε να φτάσει στις απαιτούμενες εργαστηριακές τιμές που πληρούν τα κριτήρια της ιατρικής κοινότητας για να ενταχθεί στη λίστα για μεταμόσχευση πνεύμονα, η καλούσα της υπό στοιχείο Α' κύριας αγωγής δεν απέδειξε με κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι η επιδείνωση αυτή του συζύγου της είχε επέλθει σε νωρίτερα χρονικό σημείο, στο οποίο έδει να είχε ενταχθεί στη λίστα μεταμοσχεύσεων, αλλά αντίθετα, ισχυρίζεται και αυτή τη συνεχή επιδείνωση της υγείας του, χωρίς να προσδιορίζει άλλο χρονικό σημείο κατά το οποίο τα ως άνω κριτήρια είχαν πληρωθεί για τον σύζυγό της. Παρεκτός τούτου, η μεταμόσχευση πνευμόνων δεν ενδείκνυται να γίνεται σε πρώιμο στάδιο της ασθένειας, πέραν του ότι λόγω της σπανιότητας των δοτών και της ευπάθειας και μη εισέτι καταλληλότητας του οργάνου των πνευμόνων, ένεκα των οποίων πρέπει να τηρείται ευλαβικά η λίστα, με προτεραιότητα των ασθενών που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο της νόσου με μικρό προσδόκιμο ζωής πλέον και, για το λόγο ότι η ίδια η μεταμόσχευση πρέπει να γίνεται αν ο ασθενής δεν έχει μεγάλο προσδόκιμο ζωής χωρίς αυτήν (να μη γίνει νωρίτερα δηλαδή από ότι πρέπει), διότι τα μοσχεύματα αυτά θα παρουσιάσουν επιπλοκές νωρίτερα (λοίμωξη, απόρριψη), κάτι που, ενδεχομένως, οδηγήσει τον ασθενή σε πρόωρη δυσμενή εξέλιξη. Ο δε σύζυγος της καλούσας της υπό στοιχείο Α' αγωγής, σύμφωνα με τα όσα αποδείχθηκαν, δεν ήταν έτοιμος για να μπει στη λίστα αναμονής για μεταμόσχευση πριν το τέλος του έτους 2010, έτος κατά το οποίο, έτσι ή αλλιώς, τα μοσχεύματα πνεύμονα από δότες και οι μεταμοσχεύσεις που πραγματοποιήθηκαν από το εναγόμενο ΩΚΚ ήταν μόλις δύο. Άλλωστε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αν ο Μ. Ν. μετέβαινε εγκαίρως στο εξωτερικό θα είχε αμέσως πρόσβαση σε συμβατό μόσχευμα και θα υποβάλλονταν άμεσα σε μεταμόσχευση πνεύμονα. Σε κάθε δε περίπτωση, είχε ο ίδιος το δικαίωμα κατ' άρθρο 7 παρ. 2 ν. 2737/1999, ήδη από το έτος 2008, όταν χαρακτηρίστηκε από την Επιτροπή ως "πρώιμος" για μεταμόσχευση, να προσφύγει στον ΕΟΜ για να τον παραπέμψει σε άλλο μεταμοσχευτικό κέντρο στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, στα πλαίσια και με τους περιορισμούς όμως της κείμενης νομοθεσίας. Από όλα όσα ειπώθηκαν ανωτέρω, καταδεικνύει ότι ακόμα και εάν ο Μ. Ν. είχε ενταχθεί στη λίστα υποψηφίων για μεταμόσχευση πνεύμονα πριν από το έτος 2010, δεν θα είχε σειρά για μεταμόσχευση ελλείψει δοτών. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, οι προστηθέντες του εναγομένου της υπό στοιχείο Α' αγωγής, ιατροί, δεν προέβησαν, κατά την αναληφθείσα από αυτούς υποχρέωση ιατρικής περίθαλψης του συζύγου της καλούσας της υπό στοιχείο Α' αγωγής, Μ. Ν. , σε καμία πράξη ή παράλειψη, σύμφωνα με τους γενικούς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του και το θάνατό του. Αντιθέτως μάλιστα, ως σταθεροποίηση της κατάστασής του και καθυστέρηση της νόσου είχε προταθεί σε αυτόν η χορήγηση ενδοφλέβια α1-αντιθριψίνης, θεραπευτική μέθοδο που ο ασθενής αρνήθηκε να ακολουθήσει. Άλλωστε, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, οι ως άνω ιατροί, έχουν απαλλαγεί δυνάμει του με αριθμ. .../2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο, για το αδίκημα της έκθεσης σε βάρος του Μ. Ν. , κατά το χρονικό διάστημα από 15-2-2008 έως 12-4-2011.
Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου της υπό στοιχείο Α' κύριας αγωγής, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτό συμπεριφέρθηκε εκτός των πλαισίων που του παρέχονται εκ του νόμου, ούτε αντίθετα στα χρηστά ήθη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών περί ολιγωρίας του ΩΚΚ, μη ανάκλησης της άδειας του ως μεταμοσχευτικού κέντρου, αφού δεν πληρούσε τα κριτήρια και παράλειψης "άλλως πράξαι", ώστε να αποδεσμεύσει τον ασθενή Μ. Ν. και να μπορέσει ο τελευταίος να προσφύγει για μεταμόσχευση σε αντίστοιχο θεραπευτικό κέντρο της αλλοδαπής. Άλλωστε, ο ίδιος μπορούσε να προσφύγει σε τέτοιο κέντρο, έτσι και αλλιώς, χωρίς να χρειάζεται να ανακληθεί η άδεια του εναγομένου ΩΚΚ, το οποίο εξακολουθούσε να εξυπηρετεί τη λίστα των ασθενών του προς μεταμόσχευση ανάλογα με τους δότες και τα μοσχεύματα που υπήρχαν lege artis, οπότε, δεν θεωρείται ότι η μη ανάκληση της άδειός του σε πρότερο διάστημα αντίκειται στο νόμο και τα χρηστά ήθη, από το γεγονός και μόνο ότι ο ανωτέρω ασθενής δεν μπορούσε να καλύψει ιδίοις εξόδοις τη μεταμόσχευση στο εξωτερικό, αφού για τη τήρηση της κείμενης νομοθεσίας δεν ευθύνεται το εναγόμενο. Επιπρόσθετα, δέον να τονισθεί ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ασθενής Μ. Ν. μπορούσε, σε προηγούμενη φάση της ασθένειάς του, να γίνει δεκτός από άλλο μεταμοσχευτικό κέντρο της αλλοδαπής, με τα κριτήρια που ακολουθούνται εκεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η κύρια υπό στοιχείο Α' αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη, γενομένης ταυτόχρονα δεκτής της πρόσθετης παρέμβασης. Μετά δε την απόρριψη της κύριας υπό στοιχείο Α' αγωγής, η παρεμπίπτουσα υπό στοιχείο Β' αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δοθέντος ότι δεν πληρούται η με αυτή τεθείσα "συνθήκη" της παραδοχής της ως άνω κύριας αγωγής και της καταδίκης του κυρίως εναγομένου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος στην καταβολή της θετικής ζημίας και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην καθολική διάδοχο του κυρίως ενάγοντος. ..". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη ορθώς, ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, και δεν παραβίασε τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζει η υπ' αριθμ. .../2005 Υπουργική απόφαση "Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων λειτουργίας των Μονάδων Μεταμόσχευσης συμπαγών Οργάνων, των Μονάδων μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών και διαδικασία χορήγησης και ανάκλησης άδειας λειτουργίας αυτών" αναφορικά με τον ορισμό επιστημονικού υπεύθυνου και την έλλειψη αυτού με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ...-2009 απόφαση του Υπουργείου Υγείας για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε Μονάδα Μεταμόσχευσης Καρδιάς - Πνευμόνων στο "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ , διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα, με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δέχτηκε ότι: 1) Με την υπ'αριθμ. .../1994 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων , εγκρίθηκε η λειτουργία Μονάδος Μεταμόσχευσης Καρδιάς - Πνευμόνων στο εναγόμενο ΩΚΚ η οποία θα λειτουργεί στην Α' Καρδιοχειρουργική Κλινική. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. ...-2005 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, χορηγήθηκε προσωρινά, για χρονικό διάστημα τριών ετών, στο εναγόμενο ΩΚΚ άδεια λειτουργίας Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων, η οποία θα λειτουργούσε ως διατομεακού επιπέδου. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ...- 2009 απόφαση του ως άνω Υπουργού α) χορηγήθηκε οριστική άδεια λειτουργίας στη Μονάδα Μεταμόσχευσης Καρδιάς-Πνευμόνων του εναγόμενου ΩΚΚ, καθώς κρίθηκε ότι πληροί τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζουν οι διατάξεις της οικείας υπ' αριθμ. .../2005 Υπουργικής απόφασης "Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων λειτουργίας των Μονάδων Μεταμόσχευσης συμπαγών Οργάνων, των Μονάδων Μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών και διαδικασία χορήγησης και ανάκλησης άδειας λειτουργίας αυτών", β) προβλέφθηκε ότι η Μονάδα Μεταμόσχευσης Καρδιάς-Πνευμόνων εντάσσεται στα πλαίσια της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου, γ) ορίσθηκε επιστημονικός υπεύθυνος ο Διευθυντής της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής, Π. Σ. , δ) προβλέφθηκε ότι η ως άνω οριστική άδεια ανακαλείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, εφόσον διαπιστωθεί ότι η Μονάδα Μεταμόσχευσης δεν πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και ε) θεσπίσθηκε υποχρέωση του εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, σε κάθε περίπτωση αποχώρησης του Διευθυντή, επιστημονικά υπευθύνου ή μεταβολής των όρων και προϋποθέσεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης, να ενημερώνει άμεσα τους αρμόδιους φορείς και να υποβάλει αίτημα αξιολόγησης εκ νέου της Μονάδας. 2) Με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../2009 Υ.Α. , ο Π. Σ. ορίσθηκε επιστημονικός υπεύθυνος της Μονάδας Μεταμόσχευσης Καρδιάς-Πνευμόνων του ΩΚΚ. 3) Μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του Π. Σ. με το εναγόμενο - πρώτο αναιρεσίβλητο λόγω οικειοθελούς αποχώρησής του, την 9-9-2010 ορίσθηκε νέος επιστημονικός υπεύθυνος προσωρινά και έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας της ανοικτής προκήρυξης για την πλήρωση της ως άνω θέσης, ο καρδιοχειρουργός Γ. Σ. , έτερος Διευθυντής της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του εναγόμενου ΩΚΚ, ο οποίος είχε εμπειρία στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του εναγόμενου - πρώτου αναιρεσίβλητου ΩΚΚ ήδη από το έτος 1994. 4) Η μεταβολή αυτή γνωστοποιήθηκε τόσο στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων όσο και στο Υπουργείο Υγείας διά των υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2010 και ...-2010 επιστολών του Προέδρου του Δ.Σ του εναγόμενου - πρώτου αναιρεσίβλητου. 5) Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της ανοικτής προκήρυξης, στη θέση του Διευθυντή του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος και Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων του εναγόμενου ΩΚΚ προσλήφθηκε την 25-10-2010 ο ιατρός-καρδιοχειρουργός Α. Μ. , ο οποίος είχε πολυετή εμπειρία στις μεταμοσχεύσεις σε κλινικές της Γερμανίας. 6) Η πρόσληψη του Α. Μ. γνωστοποιήθηκε από το εναγόμενο και πρώτο αναιρεσίβλητο ΩΚΚ στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων και στο Υπουργείο Υγείας και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-2011 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία ορίσθηκε επιστημονικά υπεύθυνος ο Α. Μ. , τροποποιώντας ως προς το σημείο αυτό (ήτοι ως προς τον ορισμό επιστημονικού υπευθύνου) με την υπ' αριθμ. ...-2012 απόφαση του Δ.Σ του εναγόμενου ΩΚΚ ορίσθηκε, συναινούντος του Α. Μ. , επιστημονικός υπεύθυνος εκ νέου ο Π. Σ. Τούτο γνωστοποιήθηκε από το εναγόμενο ΩΚΚ στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων και στο Υπουργείο Υγείας και εκδόθηκε η με αριθμ. ...-2012 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία ορίσθηκε επιστημονικός υπεύθυνος ο Π. Σ. , αναπληρωτής Διευθυντής του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος. 7) Αναφορικά με τους επιστημονικούς υπευθύνους της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων, όλα τα πρόσωπα που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέλαβαν τη θέση αυτή, είχαν τα απαιτούμενα προσόντα, ήτοι την ειδικότητα του καρδιοχειρουργού και την απαιτούμενη (τουλάχιστον πενταετή) προϋπηρεσία σε αναγνωρισμένη μονάδα μεταμοσχεύσεων, ενώ δεν απαιτείτο, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, να έχουν την ειδικότητα Χειρουργικής Θώρακα ή Πνευμόνων και 8) Εξάλλου, οι μεταβολές των προσώπων στη θέση αυτή, αφενός μεν, ουδέποτε είχαν σαν αποτέλεσμα να μείνει η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του εναγόμενου ΩΚΚ χωρίς επιστημονικό υπεύθυνο, αφετέρου δε, γνωστοποιούνταν πάντοτε στους αρμόδιους φορείς, ήτοι στον ΕΟΜ και το Υπουργείο Υγείας και δημοσιεύονταν σε ΦΕΚ, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, της αναίρεσής της. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις με τον ως άνω λόγο ότι προκύπτει ότι για το διάστημα από 15-7-2009 (παραίτηση Σ. και δημοσίευση αυτής στο ΦΕΚ) έως 19-6-2011 (δημοσίευση διορισμού Μ. στο ΦΕΚ) το αντίδικο στερείτο επιστημονικώς υπεύθυνου με βάσει την διοικητική άδεια που κατείχε, αφού ο διορισμός του έπρεπε να επικυρωθεί με υπουργική απόφαση και να δημοσιευτεί και για το χρονικό αυτό διάστημα δεν υπήρχε σχετική δημοσίευση στο ΦΕΚ και ως εκ τούτου το Δικαστήριο παραβίασε την υπ' αριθμ. ...-2009 απόφαση του Υπουργείου Υγείας περί χορήγησης άδειας λειτουργίας στο αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτες, καθόσον η ως άνω υπουργική απόφαση περί χορήγησης αδείας λειτουργίας στο αναιρεσίβλητο είναι ατομική και όχι κανονιστική διοικητική πράξη και άρα η τυχόν παραβίαση των όρων της δεν συνιστά παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1642/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 582/1995).
Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και επομένως σύμφωνα με τις κάτωθι ανέλεγκτες παραδοχές του Δικαστηρίου οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, τον τέταρτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του και τον πέμπτο λόγο κατά το οικείο σκέλος του ότι, το εναγόμενο - πρώτο αναιρεσίβλητο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ, καθόσον δεν ανέστειλε την άδεια λειτουργίας του αφού δεν πληρούσε τα κριτήρια για τις ως άνω μεταμοσχεύσεις (ήταν λιγότερες από δέκα) και είχε έλλειψη μοσχευμάτων και ως εκ τούτου έπρεπε να εγκρίνει την μετάβαση του αρχικού ενάγοντος σε μεταμοσχευτικό κέντρο της αλλοδαπής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δέχτηκε ότι : 1) Σύμφωνα με το άρθρο 2 της υπ' αριθμ. .../2005 Υ.Α. , μεταξύ των όρων και προϋποθέσεων λειτουργίας μίας Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων είναι και η στελέχωσή της, πέραν των άλλων και από έναν ιατρό, με βαθμό Διευθυντή, ειδικότητας Καρδιοχειρουργικής, με αποδεδειγμένη εμπειρία σε αναγνωρισμένη μονάδα μεταμόσχευσης της αλλοδαπής ή ημεδαπής διάρκειας τουλάχιστον πέντε (5) ετών.
Εν προκειμένω, Διευθυντής της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου (στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσε κατά τα ως άνω η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς- Πνευμόνων), ήταν από τον Απρίλιο του έτους 1996 έως και την 31-3-2009, ο Π. Α. , ιατρός καρδιοχειρουργός με εμπειρία σε αναγνωρισμένες μονάδες μεταμοσχεύσεων ήδη από το έτος 1978. Ακολούθως, το εναγόμενο ΩΚΚ με την από 31-3-2009 απόφαση του Δ.Σ. , το τμήμα Μεταμοσχεύσεων ανατέθηκε στον ιατρό-νευροχειρουργό Π. Σ. , Διευθυντή της Α' Καρδιοχειρουργικής Κλινικής, ο οποίος είχε εμπειρία δεκατριών (13) ετών (από το έτος 1996) στις μεταμοσχεύσεις και ήταν από τον Ιούνιο του 2003 έως τότε Υποδιευθυντής του Τμήματος Μεταμοσχεύσεων υπό τη διεύθυνση του προαναφερθέντος Π. Α. , ο οποίος με την ίδια ως άνω απόφαση του Δ.Σ ανέλαβε την εποπτεία του προγράμματος, προ και μετεγχειρητικής παρακολούθησης με την ιδιότητα του Ειδικού Συμβούλου 2) αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ΩΚΚ πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λειτουργία Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς- Πνευμόνων. Ιδίως αναφορικά με τους επιστημονικούς υπευθύνους της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων, όπως εκτέθηκε, όλα τα πρόσωπα που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέλαβαν τη θέση αυτή, είχαν τα απαιτούμενα προσόντα, ήτοι την ειδικότητα του καρδιοχειρουργού και απαιτούμενη (τουλάχιστον πενταετή) προϋπηρεσία σε αναγνωρισμένη μονάδα μεταμοσχεύσεων, ενώ δεν απαιτείτο, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, να έχουν την ειδικότητα Χειρουργικής Θώρακα ή Πνευμόνων.
Εξάλλου, ως προς τον ιατρό Α. Μ. , ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ΩΚΚ απέκρυψε ή έστω παρασιώπησε την ειδικότητα και την προϋπηρεσία του, αλλά αντιθέτως, είχε αναρτήσει δημοσίως στην ιστοσελίδα του το βιογραφικό του ως άνω ιατρού. 3) όσον αφορά τον αριθμό των μεταμοσχεύσεων, το ελάχιστο όριο που έθετε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 της .../2005 Υπουργικής Απόφασης, ήτοι 10 μεταμοσχεύσεις ανά έτος, δεν αναφέρεται σε μεταμοσχεύσεις συγκεκριμένου οργάνου (πνευμόνων).
Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο Μ. Ν. νοσηλεύτηκε στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων του ΩΚΚ, που ήταν Μονάδα Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων και ο αριθμός των μεταμοσχεύσεων που είχαν πραγματοποιηθεί υπερέβαινε το ως άνω όριο, που έθετε η προαναφερθείσα Υ.Α. , πλην του έτους 2010, οπότε έγιναν συνολικά επτά μεταμοσχεύσεις. 4) Αυτή η μείωση όμως των μεταμοσχεύσεων που διενεργήθηκαν το έτος 2010, ουδόλως μπορεί να αποδοθεί σε ανικανότητα των ιατρών του εναγόμενου - πρώτου αναιρεσίβλητου ή σε κωλυσιεργία αυτών, αλλά στον πολύ μικρό αριθμό μοσχευμάτων στην Ελλάδα σε σχέση με τον αριθμό των ασθενών. 5) Εξαιτίας τούτου, ο τότε Διευθυντής του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος και της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του εναγομένου ΩΚΚ, Α. Μ. , απέστειλε, την από 17-3-2011 επιστολή του στον Πρόεδρο του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων, στην οποία έθετε ότι την ίδια ημέρα (17-3-2011) πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τους ασθενείς που βρίσκονταν στη λίστα αναμονής για μεταμόσχευση πνευμόνων και ζητούσε "δεδομένης της γνωστής σπανιότητας προσφοράς πνευμονικών μοσχευμάτων στη χώρα μας και για να προβλεφθούν ενδεχόμενοι θάνατοι των αναμενόμενων στη λίστα αναμονής" να δοθεί άδεια αναχώρησης για μεταμοσχευτικά κέντρα της αλλοδαπής σε επτά ονομαστικά αναφερόμενους ασθενείς (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Μ. Ν.), οι οποίοι λόγω της αστάθειας της κατάστασής τους αντιμετώπιζαν κίνδυνο ζωής στο προσεχές μέλλον, υπενθυμίζοντας παράλληλα, ότι στη λίστα αναμονής του εναγόμενου ΩΚΚ παρέμειναν ακόμα δέκα ασθενείς. 6) Η ως άνω επιστολή εστάλη στον ΕΟΜ συνοδευόμενη από την από 18-3-2011 επιστολή του τότε Προέδρου του ΔΣ του εναγόμενου ΩΚΚ Π. Α. , με την ένδειξη "λίαν επείγον" και παράκληση του τελευταίου να εισαχθεί το παραπάνω αίτημα του Α. Μ. προς συζήτηση ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΜ κατά τη συνεδρίασή του την 21-3-2011. 7) Πράγματι, το Δ.Σ του ΕΟΜ, αφού άκουσε τον Διευθυντή του Α' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος και της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του εναγόμενου ΩΚΚ, Α. Μ. , που προσκλήθηκε να παραστεί σε αυτό και εξέθεσε στα μέλη του Δ.Σ τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων, υπέβαλε την από 21-3-2011 Εισήγηση - Πρότασή του προς το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία πρότεινε στον Υπουργό την αναστολή της λειτουργίας του προγράμματος μεταμοσχεύσεων πνευμόνων της Μονάδας Μεταμόσχευσης του εναγόμενου ΩΚΚ για έξι μήνες. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-2011 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με τη οποία, ως εκτέθηκε ανωτέρω, κατόπιν της πρότασης του ΕΟΜ ανακλήθηκε προσωρινά από την 21-3-2011 και για χρονικό διάστημα πέντε μηνών η άδεια λειτουργίας της Μονάδας Μεταμόσχευσης Πνεύμονα του εναγόμενου ΩΚΚ. 8) Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω ουδόλως στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης, καθώς και οποιαδήποτε άλλη παράνομη ή αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά εκ μέρους του εναγόμενου ΩΚΚ. 9) Το εναγόμενο ΩΚΚ, επιπλέον των τακτικών ενημερώσεων του προς τον ΕΟΜ, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, για τον αριθμό των μεταμοσχεύσεων που επιτελούσε ανά έτος (συμπεριλαμβανομένου του έτους 2010) με τις προαναφερόμενες (από 17-3- 2011 και 18-3-2011) επιστολές των οργάνων του, Διευθυντή Μονάδας Μεταμοσχεύσεων και Προέδρου ΔΣ αντίστοιχα, προς τον ΕΟΜ αλλά και με την αυτοπρόσωπη παρουσία του πρώτου εξ αυτών στην από 21-3-2011 συνεδρίαση, τόνισε την οξύτητα του προβλήματος που έθετε σε άμεσο κίνδυνο τις ζωές των ασθενών που ήταν σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση πνευμονικών οργάνων (ζητώντας παράλληλα να δοθεί άδεια αναχώρησης σε μεταμοσχευτικά κέντρα της αλλοδαπής στις πλέον επείγουσες περιπτώσεις ασθενών). 10) Επίσης, σύμφωνα και με όσα ειπώθηκαν ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο αναιρεσίβλητο ενημέρωσε τον Μ. Ν. για την από 21-3-2011 απόφαση του Δ.Σ του ΕΟΜ να υποβάλει πρόταση στον Υπουργό Υγείας για αναστολή του Προγράμματος Μεταμοσχεύσεως Πνευμόνων, προτρέποντάς τον να απευθυνθεί σε Κέντρα Μεταμοσχεύσεων του εξωτερικού. 11) Άλλωστε, το γεγονός ότι ο αριθμός των μεταμοσχεύσεων κατά το έτος 2010 ήταν κατώτερος του οριζομένου στην ως άνω Υπουργική Απόφαση ορίου, δεν επέφερε την αυτοδίκαιη παύση της άδειας λειτουργίας της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του εναγομένου ΩΚΚ, αφού για την ανάκληση αυτής απαιτείται, όπως ειπώθηκε ανωτέρω, σχετική απόφαση του Υπουργού Υγείας, ύστερα από πρόταση του ΕΟΜ και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (υπ' αριθμ. ...-2009 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων).Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο, τον τέταρτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του και τον πέμπτο λόγο κατά το οικείο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, της αναίρεσής της.
Ακολούθως με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ, τις διατάξεις του άρθρου 24 του ΑΝ 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 298,299, 330 εδβ', 914 και 932 ΑΚ και τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν, 2251/1994, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα, με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δέχτηκε ότι: 1) Ο Μ. Ν. του Χ. , γεννηθείς το 1958, έπασχε από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (Πνευμονικό εμφύσημα, λόγω έλλειψης του ενζύμου α1 Αντιθριψίνης). 2) Ο ιατρός πνευμονολόγος του ΩΚΚ Ι. Κ. διαπίστωσε, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις πνευμονολογικές εξετάσεις την 15-2-2008 που διενήργησε, ότι ο ασθενής Μ. Ν. είχε τότε σημαντική ανταπόκριση στη βροχοδιαστολή.3) Ακολούθως, στην εξέταση της 18-6-2008 ο αυτός ιατρός, έκρινε ότι ο ανωτέρω ασθενής είχε ενδείξεις για προμεταμοσχευτικό έλεγχο πνευμόνων. Κατόπιν τούτου, ο Μ. Ν. εισήχθη στο ΩΚΚ την 1-9- 2008, προκειμένου να υποβληθεί σε πλήρη μεταμοσχευτικό έλεγχο, τα αποτελέσματα του οποίου αξιολογήθηκαν από την Επιτροπή Επιλογής Υποψήφιων ληπτών υπό την προεδρία του Π. Α. , που συνεδρίασε την 7-10-2008. Η ως άνω Επιτροπή εξετάζοντας τον ιατρικό φάκελο του Μ. Ν. έκρινε ότι ο τελευταίος ήταν "πρώιμος για να εισαχθεί στη λίστα υποψηφίων για μεταμόσχευση πνεύμονα, γιατί δεν πληρούσε τα καθορισμένα από την ιατρική κοινότητα, την ΥΑ .../1996 (ΦΕΚ ...-1996) και το ν. 2737/1999 (ΦΕΚ ...-1999) κριτήρια ως προς αυτό. 4) Η ανωτέρω επιτροπή περαιτέρω συνέστησε ο ως άνω ασθενής να παρακολουθείται ανά τρίμηνο στα εξωτερικά ιατρεία από τους ,πνευμονολόγους του ΩΚΚ, όπως πράγματι συνέβη. Κατόπιν αυτών των υποδείξεων, ο Μ. Ν. παρακολουθείτο στα εξωτερικά πνευμονολογικά ιατρεία του ΩΚΚ (Εργαστήρια Αναπνευστικής Λειτουργίας) από τον ιατρό, Ι. Κ. ανά τρίμηνο, ενώ σύμφωνα με τα αποτελέσματα των σχετικών εξετάσεων, ο ασθενής εμφάνιζε διακυμάνσεις στην κατάσταση της υγείας του. Πλέον συγκεκριμένα, την 28-11-2008 ο ως άνω ιατρός έκρινε ότι ο ασθενής είναι "ώριμος" για να εισαχθεί στη λίστα υποψηφίων για μεταμόσχευση, ακολούθως διαπιστώθηκε βελτίωση την 10-12-2008, νέα επιδείνωση την 20-2-2009 και, ακολούθως διαπιστωνόταν σταθερά υποκειμενικά ήπια επιδείνωση. 5) Εν τέλει την 24-11-2010 εισήχθη εκ νέου στο ΩΚΚ και υποβλήθηκε σε νέο προμεταμοσχευτικό έλεγχο, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, η δε νοσηλεία του διήρκησε μέχρι την 4-12-2010, για τη συγκεκριμένη αιτία. Η Επιτροπή Επιλογής Υποψηφίων Ληπτών, η οποία συνεδρίασε την 25-1-2011, υπό την προεδρία του νέου Διευθυντή της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς-Πνευμόνων του ΩΚΚ, Α. Μ. , έκρινε αυτή τη φορά ότι ο Μ. Ν. είναι "ώριμος" για εισαγωγή στη λίστα υποψηφίων προς μεταμόσχευση πνευμόνων. 6) Για τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια οφειλόμενη σε έλλειψη ενζύμου της α1-αντιθριψίνης, τα επιμέρους κριτήρια για να είναι κανείς κατάλληλος για υποψήφιος για μεταμόσχευση πνεύμονα είναι: α) σπειρομετρική μέτρηση FEV1< 25% της προβλεπόμενης τιμής και/ ή β) υπερκαπνία με τιμή αερίων αίματος ΡΟΟ2>ή=55 mm Hg (7.3 kPa) και/ ή γ) πνευμονική υπέρταση με αυξημένες πιέσεις πνευμονικής αρτηρίας (μέση πίεση πνευμονικής αρτηρίας >30 mm Hg ή επιδείνωση αυτής. Με έμφαση και επιλογή των ασθενών με τη μακροχρόνια και επιδεινούμενη χρήση οξυγόνου με τη χειρότερη πρόγνωση ("International Guidelines for the Selection of Lung Transplant Candiidates", American Journal of Respiratory and Critical Care Medicine Vol. 158 No 1 (1998) p.p. 335-339). Για του λόγους αυτούς, οι επιτροπές ασθενών στις λίστες μεταμόσχευσης πνεύμονα είναι πολυμελείς και αποτελούνται (όπως εν προκειμένω) από διαφόρων ειδικοτήτων ιατρών και παραϊατρικού ειδικευμένων στην επιλογή κατάλληλων υποψηφίων προς μεταμόσχευση, ενώ όλες οι αποφάσεις και οι υποψήφιοι ελέγχονται από τον ΕΟΜ. 7) Σύμφωνα δε με τον ιατρικό φάκελο του Μ. Ν. και ειδικότερα τις σπιρομετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο εναγόμενο ΩΚΚ, αποδεικνύεται ότι οι τιμές του FEV1 κυμάνθηκαν μεταξύ 26,32% (την 28-11- 2008) μέχρι 34,18% (την 18-6-2008), στις περισσότερες δε μετρήσεις κυμάνθηκαν κοντά στο 30% με μικρές αποκλίσεις. Στα δε αέρια αίματος η τιμή του PCO2 ήταν 38%, ενώ στο δεξιό καθετηριασμό της καρδιάς η μέση πίεση της πνευμονικής αρτηρίας βρισκόταν στο 28. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι οι ανωτέρω τιμές δεν ξεπέρασαν τα όρια που έχουν οριστεί από τις κατευθυντήριες οδηγίες της επιστημονικής κοινότητας και έχουν υιοθετηθεί από τον ΕΟΜ και, επομένως, ορθώς την 7-10-2008 ο Μ. Ν. χαρακτηρίστηκε ως "πρώιμος" υποψήφιος προς μεταμόσχευση πνεύμονα από την επιτροπή και παραπέμφθηκε για μελλοντική εκτίμηση της κατάστασής του και τακτική παρακολούθηση από τον θεράποντα ιατρό Ι. Κ. , ανά τρίμηνο, η οποία τηρήθηκε ευλαβικά, όπως αποδεικνύεται από τον ιατρικό φάκελο του θανόντα. Σε αυτό το χρονικό διάστημα της παρακολούθησης η επιδείνωση του ασθενούς ήταν σταδιακή. 8) Από τον προμεταμοσχευτικό του εργαστηριακό έλεγχο την 29-11-2010 παρατηρείται μία επιδείνωση στη τιμή της προβλεπόμενης FEV1 στο 25,4% από προηγούμενη μέτρηση 30,81%. Την 31-11-2010 υπολογίστηκε σε αιμοδυναμικό έλεγχο η μέση πίεση της πνευμονικής αρτηρίας PAm=39mmHg. Οι τιμές αυτές πληρούν τα ανωτέρω αναφερόμενα κριτήρια και έτσι την αμέσως επομένη ημέρα των εργαστηριακών ως άνω εξετάσεων (30-11-2010), ) ο θεράπων ιατρός Ι. Κ. τον παρουσίασε στην επόμενη συνεδρίαση της Επιτροπής Επιλογής Υποψηφίων προς Μεταμόσχευση Πνεύμονα που θα ελάμβανε χώρα στις 25-1-2011. Την ημέρα εκείνη κρίθηκε ικανός και τοποθετήθηκε ορθώς στη λίστα υποψηφίων προς μεταμόσχευση πνεύμονα. 9) Παρεκτός τούτου, η μεταμόσχευση πνευμόνων δεν ενδείκνυται να γίνεται σε πρώιμο στάδιο της ασθένειας, πέραν του ότι λόγω της σπανιότητας των δοτών και της ευπάθειας και μη εισέτι καταλληλότητας του οργάνου των πνευμόνων, ένεκα των οποίων πρέπει να τηρείται ευλαβικά η λίστα, με προτεραιότητα των ασθενών που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο της νόσου με μικρό προσδόκιμο ζωής πλέον και, για το λόγο ότι η ίδια η μεταμόσχευση πρέπει να γίνεται αν ο ασθενής δεν έχει μεγάλο προσδόκιμο ζωής χωρίς αυτήν (να μη γίνει νωρίτερα δηλαδή από ότι πρέπει), διότι τα μοσχεύματα αυτά θα παρουσιάσουν επιπλοκές νωρίτερα (λοίμωξη, απόρριψη), κάτι που, ενδεχομένως, οδηγήσει τον ασθενή σε πρόωρη δυσμενή εξέλιξη. 10) Οι προστηθέντες του εναγόμενου - πρώτου αναιρεσίβλητου ιατροί, δεν προέβησαν, κατά την αναληφθείσα από αυτούς υποχρέωση ιατρικής περίθαλψης του Μ. Ν. , σε καμία πράξη ή παράλειψη, σύμφωνα με τους γενικούς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του και το θάνατό του. Αντιθέτως μάλιστα, ως σταθεροποίηση της κατάστασής του και καθυστέρηση της νόσου είχε προταθεί σε αυτόν η χορήγηση ενδοφλέβια α1-αντιθριψίνης, θεραπευτική μέθοδο που ο ασθενής αρνήθηκε να ακολουθήσει. 11) Δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτό συμπεριφέρθηκε εκτός του πλαισίου που του παρέχεται εκ του νόμου, ούτε αντίθετα στα χρηστά ήθη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών περί ολιγωρίας του ΩΚΚ, μη ανάκλησης της άδειας του ως μεταμοσχευτικού κέντρου, αφού δεν πληρούσε τα κριτήρια και παράλειψης "άλλως πράξαι", ώστε να αποδεσμεύσει τον ασθενή Μ. Ν. και να μπορέσει ο τελευταίος να προσφύγει για μεταμόσχευση σε αντίστοιχο θεραπευτικό κέντρο της αλλοδαπής. Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και τον πέμπτο λόγο αυτής από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, της αναίρεσής της.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι κάνει αναφορά στο υπ' αριθμ. .../2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο οι ως άνω ιατροί απαλλάχθηκαν για το αδίκημα της έκθεσης σε βάρος του Μ. Ν. Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον η ως άνω αναφορά δεν αποτελεί αιτιολογία, αλλά απλώς επιχείρημα ενισχυτικό του συλλογισμού της αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων , που κατέθεσαν προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας , λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), διότι μπορεί μεν αυτή να απολαύει νομικής βοήθειας με βάση την υπ' αριθμ. 59/2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, ωστόσο η νομική βοήθεια δεν αίρει την υποχρέωση του διαδίκου να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα που επιδικάζονται στον αντίδικό του (άρθρο 9 παρ. 6 ν. 3226/2004), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Η είσπραξη όμως αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 895/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2021 αίτηση της Σ. Μ. για αναίρεση της με αριθμό 3823/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ