Απόφαση 401 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 401 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." που εδρεύει στο Ν. Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "KOSMOCAR A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Παρασκευόπουλο και Ευάγγελο Μαμαλάκι, με κοινή δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2293/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-03-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22-3-2024 αίτηση αναίρεσης ( .../2024 , .../2024 , αριθ.δικ. .../2024 ) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 2293/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).
Στην περίπτωση της σύμβασης απλής διανομής, εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 ΑΚ, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συναλλασσόμενους σ' αυτήν. Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, ο εντολέας έχει το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελεύθερα και απεριόριστα, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, καθώς επίσης και να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς επίκληση λόγου ή προθεσμίας. Δεν αποκλείεται πάντως, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, να συμφωνήσουν οι συμβληθέντες (άρθρο 361 ΑΚ), ότι η καταγγελία της σύμβασης θα γίνεται με χρονική προθεσμία. Λόγω της φύσης της σύμβασης εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί, όμως, στον εντολοδόχο διανομέα το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, την οποία υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο εντολοδόχος διανομέας (άρθρο 723 ΑΚ), αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004). Ο διανομέας δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης που αξιώνει η άνω διάταξη (ΑΠ 163/2011). Έτσι, η καταγγελία λύνει τη σύμβαση και ο διανομέας δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα διαφυγόντων κερδών για το χρόνο μετά τη λύση αυτής. Μόνο εάν με τη σύμβαση ορίστηκε προθεσμία για την καταγγελία και δεν την τήρησε ο εντολέας, μπορεί να αξιώσει ο διανομέας αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά του εντολέα η οποία του προκάλεσε ζημία και μόνο για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που ορίστηκε και έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία. Έτσι, στην περίπτωση που η ζημία του διανομέα προήλθε από τον περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του εντολέα, αποκαθίσταται η ζημία του με την παροχή αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά και η σύμβαση εξακολουθούσε και κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που είχε οριστεί και όχι πέραν αυτού. Τούτο διότι η αποθετική ζημία του διανομέα, επειδή η σύμβαση λύνεται ελεύθερα, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της προθεσμίας, είτε στηρίζεται στην ενδοσυμβατική του ευθύνη, είτε σε άλλες διατάξεις, δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας, από την εξακολούθηση της σύμβασης και πέραν αυτής της προθεσμίας για όσο διάστημα επιθυμεί αυτός, αφού η καταγγελία ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης εξάρτησης του διανομέα από αυτόν, δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου, επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης. Έτσι, τυχόν αξίωση του διανομέα για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν είναι νόμιμη. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στην επικαλούμενη από αυτόν απλή προσδοκία για συνέχιση της αορίστου χρόνου σύμβασης και πέραν των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η οποία, όμως, δεν δικαιολογείται, αφού ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει ούτε νομική ούτε συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της, αλλά δικαιούται να καταγγείλει και να λύσει την σύμβαση ελεύθερα και οποτεδήποτε, και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη, πέραν της ως άνω προθεσμίας (ΑΠ 1457/2021, ΑΠ 419/2018). Η σύμβαση απλής διανομής λύεται εάν μεν είναι ορισμένου χρόνου με την παρέλευση του χρόνου αυτού, εάν δε είναι αορίστου χρόνου με καταγγελία των συμβαλλόμενων. Η καταγγελία τέτοιας σύμβασης μπορεί να είναι τακτική, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από της καταγγελίας και δεν συνεπάγεται για τον καταγγέλλοντα επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματος του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά. Τούτο διότι, κάθε πράξη που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού με αυτόν απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αποτελεί παράνομη συμπεριφορά, που κατά το άρθρο 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση (Ολ ΑΠ 13/2004). Έτσι, η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη. Έτσι, μόνο το γεγονός της αιφνίδιας, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την παροχή εύλογης προθεσμίας, διακοπής της συνεργασίας των συμβαλλομένων, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, δεν καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και παράνομη. Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 1457/2021, ΑΠ 1519/2013).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 738/2022,ΑΠ 1472/2021, ΑΠ 255/2010).
Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 302/2023, ΑΠ 166/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"...Η εναγόμενη ιδρύθηκε στις 28.09.1970 δυνάμει της υπ' αριθμ. ....1970 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Τσουκαλά (ΦΕΚ υπ' αρ. 1450 στις 09.11.1970) και είναι επίσημη εισαγωγέας στην Ελλάδα των οχημάτων Volkswagen και Audi και από την 1η Ιουνίου 2016 οχημάτων Skoda. Σκοπός της με βάση το καταστατικό της είναι μεταξύ άλλων: Η εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, δικύκλων (μοτοσικλετών, ποδηλάτων κλπ.) ή άλλων οχημάτων και παντός είδους μηχανημάτων, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, των ανταλλακτικών και εξαρτημάτων όλων αυτών, ελαστικών, λιπαντικών και παντός άλλου συμπληρωματικού ή συναφούς προς αυτά προϊόντος και οι κάθε είδους συντηρήσεις και επισκευές αυτών που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα. Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού της η εναγόμενη εταιρεία συμβάλλεται στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό με ανεξάρτητους διανομείς σε όλη την Ελλάδα, στους οποίους πωλεί οχήματα και ανταλλακτικά Volkswagen, Audi και Skoda, με σκοπό την περαιτέρω μεταπώλησή τους από εκείνους στους καταναλωτές καθώς και την παροχή υπηρεσιών επισκευής στους τελευταίους. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής η εναγόμενη ξεκίνησε το έτος 1978 συνεργασία με την ενάγουσα εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας μεταξύ άλλων την εμπορία αυτοκινήτων καινούριων ή μεταχειρισμένων, την εμπορία ανταλλακτικών VOKSWAGEN - AUDI και τη λειτουργία συνεργείου επισκευής αυτών των αυτοκινήτων. Σε συνέχεια της αρχικής συνεργασίας τους οι διάδικοι υπέγραψαν νέες συμβάσεις" προκειμένου οι όροι αυτών να συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, και δη με τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1400/2002. Συγκεκριμένα, υπέγραψαν τις εξής συμβάσεις συνεργασίας: (α) την από 24.9.2003 με ισχύ από 1.10.2003 Σύμβαση Εμπόρου VW Πωλήσεις (Λυκόβρυση), (β) την από 24.9.2003 με ισχύ από 1.10.2003 Σύμβαση Εμπόρου Ομάδας Προϊόντων "Commerce" (Λυκόβρυση), (γ) την από 24.9.2003 με ισχύ από 1.10.2003 Σύμβαση Εμπόρου Ομάδας Προϊόντων "Life" (Λυκόβρυση), (δ) την από 24.9.2003 με ισχύ από 1.10.2003 Σύμβαση Συνεργάτη Service (Volkswagen Επιβατικά - Λυκόβρυση), (ε) την από 24.9.2003 με ισχύ από 1.10.2003 Σύμβαση Συνεργάτη Service (Volkswagen Επαγγελματικά - Λυκόβρυση), (στ) την από 24.9.2003 με ισχύ από 1.10.2003 Σύμβαση Συνεργάτη Service (Volkswagen Επιβατικά - Ν. Ηράκλειο), (ζ) την από 24.9.2003 με ισχύ από 1.10.2003 Σύμβαση Συνεργάτη Service (Volkswagen Επαγγελματικά - Ν. Ηράκλειο, (η) την από 1.7.2010 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Συνεργάτη Service (Audi - Ν. Ηράκλειο), (θ) την από 24.9.2003 με ισχύ από 1.10.2003 Ευρωπαϊκή Εμπορική Σύμβαση (Audi - Ν. Ηράκλειο), (ι) το από 11.6.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σχετικά με τα πρότυπα AUDI R8, (ια) την από 1.7.2010 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Συνεργάτη Service (Audi - Άγιος Στέφανος) Εκτός από την ανωτέρω συνεργασία με την εναγόμενη, η ενάγουσα είχε και άλλες δραστηριότητες όπως λ.χ. την πώληση μεταχειρισμένων οχημάτων διαφόρων κατασκευαστών καθώς και την ενοικίαση επιβατικών αυτοκινήτων συμβατικών και πολυτελών.
Περαιτέρω, σε σχέση με τη διανομή των καινούριων οχημάτων Volkswagen και Audi, η ενάγουσα, στις 30.11.1992 άρχισε να λειτουργεί ένα κατάστημα στο Γαλάτσι, επί της οδού ... , όπου πωλούσε καινούρια οχήματα VW και Audi και παρείχε υπηρεσίες service στους πελάτες της. Στο ίδιο κατάστημα, η αντίδικος πωλούσε και επισκεύαζε μεταχειρισμένα οχήματα διαφόρων κατασκευαστών. Το 1996, η ενάγουσα μετέφερε όλες τις εμπορικές της δραστηριότητες σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις στο Νέο Ηράκλειο Αττικής, επί της οδού ... , διατηρώντας ωστόσο και το κατάστημα του Γαλατσίου, κυρίως για την πώληση και επισκευή των μεταχειρισμένων οχημάτων. Εν συνεχεία, το 2000, ίδρυσε υποκατάστημα στη Λυκόβρυση Αττικής, επί της οδού ... , για την πώληση αυτοκινήτων και την παροχή υπηρεσιών service σε οχήματα Volkswagen, ενώ το 2006 ίδρυσε νέο υποκατάστημα επί της οδού ... για την πώληση οχημάτων Audi, καθώς και την εταιρία Kent a car με αντικείμενο την ενοικίαση επιβατικών αυτοκινήτων. Μετά από δύο χρόνια, ήτοι το 2008, η ενάγουσα ίδρυσε νέο υποκατάστημα στον Άγιο Στέφανο, επί της εθνικής οδού ... , στο ... και ... , όπου μετέφερε τη δραστηριότητα των πωλήσεων οχημάτων Audi που διατηρούσε στην οδό ... και παράλληλα ανέπτυξε εκεί δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών service, ενώ χρησιμοποίησε τις εγκαταστάσεις της οδού ... για την πώληση αυτοκινήτων Volkswagen. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω καταστήματα ιδρύθηκαν από την ενάγουσα κατόπιν πιέσεων από την πλευρά της εναγομένης. Αντίθετα αυτό έγινε με δική της πρωτοβουλία αναπτύσσοντας ελεύθερα την επιχειρηματική της δραστηριότητα, η οποία εκείνο το χρονικό διάστημα ανθούσε. Εξάλλου, σε κανένα σημείο των συμβάσεων που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων, δεν τίθεται υποχρέωση της ενάγουσας για ανέγερση συγκεκριμένου αριθμού καταστημάτων, παρά μόνον συμφωνήθηκε ότι η ίδια έχει την υποχρέωση ο χώρος λειτουργίας της επιχείρησής της να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μάρκας Volkswagen και Audi, όπως αυτές είχαν καθοριστεί στα ποιοτικά πρότυπα και στις κατευθυντήριες γραμμές (αρ. 10 των εν λόγω συμβάσεων).
Συνεπώς, το αν η αντίδικος θα λειτουργούσε ένα ή περισσότερα σημεία πώλησης ήταν κάτι που εναπόκειτο αποκλειστικά και μόνο στη δική της διακριτική ευχέρεια. Η μοναδική υποχρέωση που βάρυνε την αντίδικο σε περίπτωση που αποφάσιζε να ανεγείρει συμπληρωματικά σημεία πώλησης, ήταν, αφενός να ενημερώσει την εναγόμενη για την ενέργειά της αυτή, αφετέρου τα εν λόγω σημεία να πληρούν τα ποιοτικά πρότυπα VW και Audi που ισχύουν στην ίδια γεωγραφική περιοχή (άρθρο 2 και 10 των συμβάσεων. Μάλιστα, με βάση το άρθρο 2, παρ. 4 των από 24.09.2003 συμβάσεων, μέχρι τις 30.09.2005 δεν επιτρεπόταν στην αντίδικο να ανεγείρει συμπληρωματικά σημεία πώλησης, πέρα από αυτά που αναφέρονται στο Παράρτημα 4 αυτών. Από την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία δεν αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας/εκκαλούσας ότι η εναγόμενη/εφεσίβλητη της επέβαλε επέκταση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας με την δημιουργία νέων υποκαταστημάτων αλλά ότι απλώς έδινε την έγκρισή της όταν η ενάγουσα της ανακοίνωνε την απόφασή της- για μετεγκατάσταση ή κλείσιμο ορισμένων καταστημάτων της, θέτοντας όμως τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να πληρούν οι χώροι τις συμβατικές προδιαγραφές. Στην περίπτωση αυτή έθετε χρονικούς περιορισμούς για την πραγματοποίηση από την ενάγουσα των απαιτούμενων προς τούτο εργασιών.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων έβαινε ομαλά για πολλά χρόνια, μέχρι που η ενάγουσα άρχισε να καθυστερεί την πληρωμή τιμολογίων ανταλλακτικών και οχημάτων που αγόραζε από την εναγόμενη, με αποτέλεσμα το έτος 2010 να έχει δημιουργηθεί οφειλή αυτής ύψους 3.661.854,38 ευρώ. Στο πλαίσιο διακανονισμού της παραπάνω οφειλής, υπογράφηκε το με αριθμό ...-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο η ενάγουσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την οφειλή της και συμφωνήθηκε η εξόφλησή της σε οκτώ εξαμηνιαίες δόσεις, με καταβολή της τελευταίας δόσης στις 30-12-2013, Ωστόσο, πέντε μήνες μετά την υπογραφή του συμφωνητικού, ήτοι στις 30-6-2010, όταν δηλαδή η ενάγουσα όφειλε να πληρώσει την πρώτη δόση του διακανονισμού, ύψους 372.544,97 ευρώ, η ίδια απέστειλε την από 30-6-2010 επιστολή της προς την εναγόμενη, με την οποία ζητούσε να συμψηφιστεί μέρος του ποσού της πρώτης δόσης με την αξία δύο οχημάτων που θα επέστρεφε στην KOSMOCAR, μάρκας Audi Q7 και Volkswagen Golf, συνολικής αξίας 90.876,22 ευρώ, και το υπόλοιπο ποσό της δόσης που απέμενε, δηλαδή το ποσό των 281.668,75 ευρώ, να διακανονιστεί σε δόσεις με τον προτεινόμενο στην επιστολή τρόπο. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 14-7-2010, απέστειλε νέα αναθεωρημένη πρόταση, με την οποία ζητούσε να συμψηφιστεί μέρος του ποσού της πρώτης δόσης, με την αξία του ενός εκ των ανωτέρω οχημάτων και δη με την αξία του Volkswagen Golf, η οποία ανερχόταν σε 23.026,03 ευρώ, και για το υπόλοιπο ποσό της πρώτης δόσης που απέμενε, δηλαδή το ποσό των 349.518,94 ευρώ, να διακανονιστεί η πληρωμή του σε δόσεις κατά τα σε αυτήν αναφερόμενα. Η ενάγουσα πρότεινε επίσης αλλαγή στα ποσά και στις ημερομηνίες των επόμενων δόσεων αποπληρωμής της οφειλής. Η εναγόμενη, προκειμένου να την διευκολύνει, αποδέχτηκε το ως άνω αίτημά της, με την από 14-7- 2010 επιστολή της, και ακολούθως υπέγραψαν την από 19-7-2010 τροποποίηση του αρχικού από 29-1-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού. Στη συνέχεια, τον Ιούνιο του 2011, η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη να αποδεσμευτούν εγγυητικές επιστολές ύψους 1.800.000,00 ευρώ, εκ συνολικού ποσού εγγυητικών επιστολών 3.900.000,00 ευρώ, που είχαν εκδοθεί υπέρ της εναγομένης για την κάλυψη της ανωτέρω απαίτησής της, προκειμένου να ελευθερωθούν κεφάλαια που είχε δεσμεύσει η τράπεζα Marfin Εγνατία για την έκδοσή τους και να χρησιμοποιηθούν για τη δραστηριότητά της. Σε αντικατάσταση αυτών, η ενάγουσα πρότεινε την παραχώρηση προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο πλήρους κυριότητάς της στο Νέο Ηράκλειο Αττικής, επί της οδού ... Η εναγόμενη αποδέχθηκε και αυτό το αίτημα της ενάγουσας και της απέστειλε την από 29.6.2011 επιστολή, στην οποία επισυνάπτονται τα πρωτότυπα σώματα των τριών εγγυητικών επιστολών, τα οποία παρέλαβε ο υπάλληλος της ενάγουσας Θ. Γ. Την προηγούμενη ημέρα είχε εγγράφει κατά της ενάγουσας εταιρείας προσημείωση υποθήκης ποσού 2.000.000 ευρώ στο προαναφερθέν ακίνητό της. Ακολούθως, στις 12-8-2011, η ενάγουσα απέστειλε νέα επιστολή στην εναγόμενη, με την οποία ζητούσε από την τελευταία να αγοράσει το ακίνητό της, στο Νέο Ηράκλειο Αττικής, αντί τιμήματος ύψους 4.500.000,00 ευρώ.
Κατά αυτό τον τρόπο, ουσιαστικά επεδίωκε την εξόφληση της οφειλής της προς την εναγόμενη, η οποία τότε ανερχόταν στο ποσό των 3.500.000,00 ευρώ, δια συμψηφισμού, μέσω του τιμήματος πού η εναγόμενη θα καλούνταν να καταβάλει για την αγορά του ανωτέρω ακινήτου, οπότε ως διαφορά θα καταβαλλόταν μόνον το ποσό του 1.000.000,00 ευρώ. Σύμφωνα με την πρότασή της το ακίνητο θα μισθωνόταν στη συνέχεια από την ίδια αντί του ποσού των 10.000 ευρώ μηνιαίως, ώστε με τον τρόπο αυτό να μπορεί να εξοφλεί τις υποχρεώσεις της από τον διακανονισμό της οφειλής της, με την υποχρέωση της εναγόμενης σε βάθος 5 ετών να της αναμεταβιβάσει το ακίνητο στην ίδια αξία. Όμως η εναγόμενη απέρριψε την παραπάνω πρόταση, διότι εκτιμούσε ότι η πραγματική αξία του ακινήτου ήταν αρκετά μικρότερη και, με βάση την πρόταση της ενάγουσας, ουσιαστικά θα έπρεπε να της καταβάλλουν επιπλέον το ποσό των 1000 ευρώ. Στις 4-10-2011 η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη νέα επιστολή, με την οποία την ενημέρωνε ότι η ρευστότητά της έχει εξαντληθεί και της ζητούσε νέο διακανονισμό για την πληρωμή του ποσού των 700.000,00 ευρώ, με αποπληρωμή αυτού σε 14 μήνες μέσω 14 μηνιαίων ισόποσων επιταγών ύψους 50.000,00 ευρώ εκάστη, ενώ στις 22-11-2011 επίσης απέστειλε τι με την αυτή ημεροχρονολογία επιστολή, με την οποία ευχαριστούσε την εναγόμενη για τη συστηματική βοήθειά της και επιπλέον ζητούσε την καταβολή ποσού 400.000 ευρώ ως οικονομική βοήθεια, για την αντιμετώπιση των έντονων προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε, διότι κατά τους ισχυρισμούς της η ρευστότητά της ήταν πλέον ανύπαρκτη.
Στην τελευταία αυτή επιστολή η εναγόμενη απάντησε με την από 2-12-2011 επιστολή της στην οποία εξέθετε ότι δεν προτίθεται να προβεί σε περαιτέρω χρηματοδότηση της ενάγουσας, αλλά ότι είναι διατεθειμένη να εξετάσει μία αναθεώρηση του μεταξύ τους διακανονισμού αν υποβληθεί από εκείνη μία ρεαλιστική πρόταση. Κατόπιν τούτου, στις αρχές Ιανουάριου 2012, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 30.1.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η ενάγουσα αναγνώρισε ότι το ποσό που οφείλει στην εναγόμενη στο πλαίσιο της εμπορικής τους συνεργασίας ανέρχεται πλέον σε 5.192.527,73 ευρώ. Επίσης, η ενάγουσα και οι εγγυητές αναγνώρισαν με το άνω συμφωνητικό: 1) ότι μέρος της άνω οφειλής ποσού 1.415.999,43 προέρχεται από την τιμολόγηση της εναγόμενης προς την ενάγουσα 67 αυτοκινήτων πελατών VW και AUDI κατά το χρονικό διάστημα από τον- μήνα Οκτώβριο του 2011 έως 30.1.2012, δηλαδή μεγαλύτερο του ενός έτους, για τα οποία η ενάγουσα είχε εισπράξει το πλήρες τίμημα πώλησης από πελάτες λιανικής χωρίς να το αποδώσει, όπως όφειλε, στην KOSMOCAR και 2) ότι μέρος της οφειλής, ήτοι ποσό 382.527, 73 ευρώ προέρχεται από την αγορά ανταλλακτικών και αξεσουάρ μάρκας VW και AUDI, με ημερομηνία αγοράς έως και 30.1.2012, το οποίο η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει στην εναγόμενη, εκδίδοντας τις αναφερόμενες στο συμφωνητικό επιταγές συνολικού ποσού ισόποσου με το άνω οφειλόμενο. Όσον αφορά το υπόλοιπο της οφειλής, δηλαδή ποσό 4.810.000 ευρώ με το συμφωνητικό δόθηκε στην ενάγουσα περίοδος χάριτος έξι (6) μηνών, μετά την παρέλευση της οποίας, ήτοι από τον μήνα Ιούλιο του 2012, η ενάγουσα θα έπρεπε να αρχίσει να καταβάλει τις τριμηνιαίες δόσεις εξόφλησής του, με πρώτη δόση (ήτοι δόση μηνών Ιουλίου - Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2012) πληρωτέα τον Σεπτέμβριο του 2012. Δηλαδή η εξόφληση του υπολοίπου ποσού της οφειλής από την ενάγουσα προς την εναγόμενη θα γινόταν άτοκα με την καταβολή των ακόλουθων ποσών ανά έτος: α) ποσό 260.000 ευρώ το 2012 (β' εξάμηνο), β) ποσό 420.000 ευρώ το 2013, γ) ποσό 480.000 ευρώ το 2014, δ) ποσό 540.000 ευρώ το 2015 και ε) ποσό 3.110.000 ευρώ το 2016. Επιπλέον η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγόμενη επιταγές εκδόσεώς της, η συνολική αξία των οποίων αντιστοιχεί στο υπόλοιπο ποσό της οφειλής (ήτοι ποσό 4.810.000 ευρώ και οι ημερομηνίες των οποίων αντιστοιχούν στις ημερομηνίες καταβολής των δόσεων που αναφέρονται στο συμφωνητικό. Επίσης, λόγω της μη απόδοσης από την ενάγουσα στην εναγόμενη, ποσών που είχε εισπράξει από την πώληση αυτοκινήτων, με το όρο 8 του τελευταίου αυτού συμφωνητικού, με συμφωνία των μερών, άλλαξε η εμπορικής πολιτική αγοράς και εξόφλησης των πωλουμένων εφεξής οχημάτων. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι οι αγορές VW και AUDI γίνονται αποκλειστικά τοις μετρητοίς και σε ότι αφορά τα οχήματα πελατών, η COSMOCAR θα αποστέλλει στην ενάγουσα τα οχήματα πελατών με δελτίο αποστολής και με την αιτιολογία "Προς πώληση" και θα παρακρατείτο πιστοποιητικό ταξινόμησης και όλα τα συνοδευτικά έγγραφα του οχήματος. Η ενάγουσα θα ήταν υπεύθυνη για την άμεση προετοιμασία των οχημάτων για παράδοση στους πελάτες και η εξόφληση θα γίνεται εφεξής με απευθείας κατάθεση των σχετικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγόμενης. Στη συνέχεια, στις 12.4.2012 η ενάγουσα υπέβαλε νέα έγγραφη πρόταση προς την εναγόμενη για την εξόφληση της οφειλής της, με την οποία πρότεινε τα εξής: α) να γίνει είσπραξη των εγγυητικών επιστολών που είχε στα χέρια της η εναγόμενη, ύψους 2.100. 000,00 ευρώ, πριν από τη λήξη τους, σε μερική εξόφληση της οφειλής της, β) να μεταβιβαστούν τα περιουσιακά της στοιχεία στην εναγόμενη (κτίρια - εξοπλισμός - αυτοκίνητα), γ) μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών να κλείσει η ίδια την εταιρεία και δ) να προσληφθούν οι εταίροι της Γ. και Ν. Ρ. στην εναγόμενη. Την εν λόγω πρόταση η εναγόμενη απέρριψε με την από 27-7-2012 επιστολή της, με την οποία υπενθύμιζε στην ενάγουσα όλους τους διακανονισμούς της οφειλής της, οι οποίοι απέβησαν άκαρποι, και γενικά την υποστήριξη που της παρείχε όλο αυτό το χρονικό διάστημα δίνοντάς της ανταλλακτικά επί πιστώσει παρά το γεγονός ότι δεν έχει εξοφλήσει τα αντίστοιχα τιμολόγια. Στις 29-6-2012 ο ορκωτός ελεγκτής κ. Π. , κατόπιν σχετικής εντολής της εναγομένης και σε συμφωνία με την ενάγουσα, βάσει σχετικού όρου των μεταξύ τους ιδιωτικών συμφωνητικών, διενήργησε οικονομικό έλεγχο στα βιβλία της ενάγουσας και ακολούθως γνωστοποίησε εγγράφως στην εναγόμενη με σημείωμά του τα αποτελέσματα του ελέγχου. Βάσει αυτού η ενάγουσα είχε συνολικές υποχρεώσεις ποσού 11.056.000 ευρώ, από το οποίο 1.600.000 αφορούσε δάνεια προς τράπεζες, 4.954.000 οφειλές προς την εναγόμενη, 440.000 ευρώ οφειλές προς το Δημόσιο, 450.000 ευρώ οφειλές προς τρίτους, 112.000 ευρώ προς το προσωπικό και 3.500.000 ευρώ ταμειακό άνοιγμα που αφορά αναλήψεις των εταίρων της ενάγουσας από το ταμείο της. Παρά τούτα στις 10-8-2012, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, υπογράφηκε από τους διαδίκους τροποποίηση των όρων του από 30-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού για τον διακανονισμό της οφειλής της, η οποία την ημερομηνία εκείνη (30.1.2012) ανερχόταν στο ποσό των 5.192.527,73 ευρώ. Με το άρθρο 4 του συμπληρωματικού αυτού συμφωνητικού, η ενάγουσα αναγνώρισε ότι έχει κατ' επανάληψη παραβεί τους όρους του από 30.1.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, αδυνατώντας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν απ' αυτό έναντι της εναγόμενης. Στη συνέχεια οι διάδικες εταιρείες συμφώνησαν ότι η ενάγουσα, αντί της πληρωμής της επιταγής με αριθμό ...-2012, ποσού 60.000,00 ευρώ, η οποία είχε δοθεί για την πληρωμή ανταλλακτικών βάσει του άρθρου 5 του από 30-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, οφείλει να επιστρέψει στην εναγόμενη ανταλλακτικά αξίας 34.166,35 ευρώ και να καταβληθεί σε αυτήν το υπόλοιπο ποσό των 25.883,65 ευρώ, β) ότι το υπόλοιπο της οφειλής ποσού 120.963,36 ευρώ, για το οποίο είχε εκδοθεί η επιταγή με αριθμό ...-2012, ανέρχεται σε 104.953,35 ευρώ, το οποίο εκκρεμεί προς πληρωμή στις 25.8.2012 και γ) ότι για αγορές ανταλλακτικών επί πιστώσει συνολικής αξίας 146.306,36 ευρώ υπάρχει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή 32.787,81 ευρώ. Έτσι η ενάγουσα αναγνώρισε ότι η οφειλή της ανερχόταν εκείνη τη στιγμή σε 5.062.842,37 ευρώ. Τέλος, οι διάδικοι συμφώνησαν να χορηγηθεί πίστωση χρόνου στην ενάγουσα έως τις 30.9.2012, το αργότερο, προκειμένου να προβεί σε εξόφληση ανταλλακτικών ποσού 32.787,81 ευρώ (με ημερομηνία πληρωμής 3.8.2012), 39.180,06 ευρώ (με ημερομηνία πληρωμής 10.8.2012) και 34.212,91 ευρώ (με ημερομηνία πληρωμής 17.8.2012). Η ενάγουσα επανήλθε με νέα (την από 3.9.2012) επιστολή προς την εναγόμενη με την οποία ζητούσε και πάλι διακανονισμό της οφειλής της προς την εναγόμενη, ώστε να μπορεί να υλοποιηθεί ο νέος προϋπολογισμός και τα σχέδια αλλαγών που είχε εκπονήσει Ειδικότερα ζητούσε άνοιγμα πίστωσης αξίας 150.000 ευρώ, διάρκειας 60 ημερών στον κλάδο των ανταλλακτικών. Η εναγόμενη απάντησε στην ανωτέρω επιστολή με την από 14-9-2012 επιστολή της, με την οποία τόνιζε ότι έχει εξαντληθεί κάθε περιθώριο καλοπιστίας με την παροχή επανειλημμένων διευκολύνσεων στην ενάγουσα, δεδομένου ότι στην ουσία την χρηματοδότησε με ποσό που υπερέβη, το τελευταίο εκείνο διάστημα, το ποσό του 1.500.000,00 ευρώ, και για το λόγο αυτό την κάλεσε να τηρήσει τις υποχρεώσεις της από τους όρους του από 10.8.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ της διασαφήνισε ότι μόνον εφόσον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και παράσχει επαρκείς διαβεβαιώσεις ως προς την ρευστότητά της, η εναγομένη θα είναι διατεθειμένη να εξετάσει το ενδεχόμενο μικρής παράτασης του πλάνου αποπληρωμής που περιλαμβανόταν στο από 30-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Ωστόσο, παρά τις υποσχέσεις της ενάγουσας και των εγγυητών της για την πληρωμή της οφειλής τους οι όροι των συμφωνητικών δεν τηρήθηκαν. Ειδικότερα η εναγόμενη εμφάνισε προς είσπραξη της πρώτης δόσης, ποσού 130.000,00 ευρώ, την υπ' αρ. ...-2012 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. , η οποία όμως βρέθηκε ακάλυπτη. Μετά από παράκληση της ενάγουσας, η εναγόμενη δεν προχώρησε στη σφράγιση της επιταγής, αλλά αποδέχτηκε την αντικατάστασή της με άλλη επιταγή, ισόποσης αξίας και μεταγενέστερης λήξης, ήτοι την υπ' αρ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. , με ημερομηνία έκδοσης 22-10-2012, η οποία εμφανίστηκε προς είσπραξη από την εναγόμενη εμπρόθεσμα και νομότυπα στις 29-10-2012, χωρίς όμως και πάλι να υφίσταται επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό της εκδότριας για την κάλυψή της, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να προβεί στη σφράγισή της. Στη συνέχεια, η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα την από 3-10-2012 επιστολή - προειδοποίησή της, με την οποία διαμαρτυρόταν για την παραπάνω συμπεριφορά της και την καλούσε να προβεί στην αποπληρωμή του συνολικώς οφειλόμενου ποσού των 106.180,78 ευρώ και να της παράσχει επαρκείς διαβεβαιώσεις για την ρευστότητά της, οπότε θα μπορούσε να εξετάσει τη δυνατότητα μετάθεσης του χρόνου πληρωμής των επιταγών ποσού 130.000 ευρώ και 25.833,65 ευρώ αντίστοιχα, στο πλαίσιο ενδεχόμενης συνολικής παράτασης του χρόνου αποπληρωμής των δόσεων του διακανονισμού τους ιδιωτικού συμφωνητικού της 27.1.2012. Διαφορετικά την προειδοποιούσε ότι θα ασκούσε κάθε δικαίωμά της που απέρρεε από τα επίδικα ιδιωτικά συμφωνητικά, τις μεταξύ τους συμβάσεις συνεργασίας και το νόμο. Όμως, η ενάγουσα και πάλι δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω υποχρέωσή της και, επειδή η οφειλής της έναντι της εναγόμενης στις 31.10.2012 ανερχόταν σε 5.115.066,49 ευρώ, η τελευταία με την από 31.10.2012 εξώδικη καταγγελία συμβάσεων, διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα την 1.11.2012 (υπ' αριθμ. ...2012 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Μ.), κατήγγειλε όλες τις μεταξύ τους συναφθείσες συμβάσεις εμπόρων και συνεργάτη service και την ενημέρωσε ότι το οφειλόμενο προς αυτήν ποσό, μετά την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, ύψους 2.100.000 ευρώ, ανερχόταν σε3.015.066,49 ευρώ. Στην καταγγελία αυτή γίνεται από την εναγόμενη εκτενής αναφορά στους μεταξύ τους διακανονισμούς και στην επανειλημμένη παραβίασης εκ μέρους της ενάγουσας εκπλήρωσης των οικονομικών της υποχρεώσεων. Μετά την παραπάνω καταγγελία της σύμβασης, η εναγόμενη με την από 2.11.2012 επιστολή της προς την ενάγουσα με θέμα "Χρονοδιάγραμμα ενεργειών", εκτός των άλλων, καλούσε την ενάγουσα να της αποστείλει αναλυτική λίστα ανταλλακτικών, προκειμένου να εκτιμήσει το ενδεχόμενο επαναγοράς τους. Ωστόσο, τα ανταλλακτικά που απέστειλε η ενάγουσα ήταν παλαιά και μη εμπορεύσιμα, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να μην προβεί στην αγορά τους, όπως άλλωστε είχε δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 1γ των μεταξύ τους συμβάσεων. Έναν μήνα αργότερα, η εναγόμενη απέστειλε την από 5-12-2012 επιστολή της υπό στοιχεία ... στην ενάγουσα, με την οποία πραγματοποιήθηκε εκκαθάριση των μεταξύ τους δοσοληψιών, αφού προηγουμένως είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους τα ποσά που θα αφαιρούνταν από το συνολικό ποσό της οφειλής λόγω έκδοσης πιστωτικών τιμολογίων της επιστροφής ανταλλακτικών και της έκπτωσης των εγγυητικών επιστολών. Με βάση αυτή την εκκαθάριση η οφειλή της ενάγουσας διαμορφώθηκε στο ποσό των 2.980.696,48 ευρώ και η εναγομένη επέστρεψε στην ενάγουσα επιταγές αξίας 1.936.090,53 ευρώ, οι οποίες είχαν παραδοθεί από την τελευταία προς μερική αποπληρωμή της οφειλής της. Η ενάγουσα αποδέχτηκε την εκκαθάριση και παρέλαβε τις ανωτέρω επιταγές μέσω του υπαλλήλου της Θ. Γ. Ένα μήνα περίπου αργότερα και συγκεκριμένα στις 8-11-2013 η ενάγουσα απέστειλε στην εναγόμενη επιστολή, με την οποία αναγνωρίζει για μία ακόμα φορά την οφειλή της και της γνωστοποιεί ότι συναινεί στη μεταβίβαση του ακινήτου της, κειμένου επί της οδού ... στην περιοχή του Νέου Ηρακλείου Αττικής, προς εξόφληση της παραπάνω οφειλής της, ενώ ταυτόχρονα ζητά να της παρασχεθεί πίστωση τριών μηνών στον τομέα των ανταλλακτικών, αιτήματα τα οποία η εναγόμενη δεν αποδέχθηκε, γεγονός που γνωστοποίησε στην ενάγουσα με την από 25.1.2013 επιστολή της. Μετά την παρέλευση 1,5 έτους, χωρίς η ενάγουσα να έχει αποπληρώσει την οφειλή της, κατόπιν της από 24.7.2014 αιτήσεως της εναγομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώνονταν η ενάγουσα εταιρεία και οι Ν. Ρ. και Γ. Ρ. , ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, στην καταβολή του ποσού των 2.808.751,66 ευρώ. Από τους καθ' ων η άνω διαταγή πληρωμής ασκήθηκε η από 29-10-2014 (αρ. καταθ. ...2014) ανακοπή για την ακύρωση της παραπάνω διαταγής πληρωμής. Η ενάγουσα δεν αιτήθηκε την αναστολή της εκτέλεσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και έτσι η εναγόμενη δυνάμει αυτής επέβαλε στις 24-10-2014 αναγκαστική κατάσχεση στο ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο βρίσκεται στο Νέο Ηράκλειο Αττικής, επί της οδού ... , στο οποίο στεγάζεται το συνεργείο επισκευής οχημάτων και τα γραφεία της διοίκησης της εταιρίας (υπ' αριθμ. ...2014 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας - οριζοντίων ιδιοκτησιών της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Πρωτοδικείου … Κ. Π. Μ.), επισπεύδοντας έτσι σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με την ενάγουσα, ενήργησε καλόπιστα στο πλαίσιο των ανειλημμένων με τις μεταξύ τους συμβάσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ουδέποτε προσπάθησε να προκαλέσει στην ενάγουσα κατάσταση οικονομικής ασφυξίας και αδυναμίας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις. Αντιθέτως, προσπάθησε να την διευκολύνει, όταν εκείνη δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, παρότι η ενάγουσα είχε επιδείξει αντισυμβατική συμπεριφορά με την είσπραξη των τιμημάτων των παραγγελθέντων εμπορευμάτων από τους πελάτες της, χωρίς να τα καταβάλει στην εναγόμενη. Την σοβαρότερη ένδειξη των καλών της προθέσεων αποτελούν οι πολλοί και συνεχόμενοι διακανονισμοί της οφειλής της ενάγουσας, οι άτοκες ρυθμίσεις της οφειλής, η επιστροφή εγγυητικών επιστολών και η αντικατάσταση επιταγής που δεν πληρώθηκε με άλλη μεταγενέστερης ημερομηνίας εκδόσεως, πρακτικές που, κατά τη κοινή πείρα και λογική και κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές, δείχνουν την πραγματική πρόθεση της εναγομένης να διατηρήσει τη συνεργασία της με την ενάγουσα δίνοντάς της την ευκαιρία να ξεπεράσει τα οικονομικά της προβλήματα.
Εξάλλου, και από το περιεχόμενο των επιστολών που αντάλλασσαν οι διάδικοι στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τον διακανονισμό προκύπτει ότι η ενάγουσα ουδέποτε απέδωσε οποιαδήποτε ευθύνη στην εναγόμενη για τα οικονομικά της προβλήματα, ούτε για τις αιτίες αυτών αναφερόμενη μόνο "σε οξύτατες συνέπειες της οικονομικής κρίσης στο χώρο της εμπορίας αυτοκινήτων", σε "πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα και δυσκολίες ένεκα της οικονομικής κρίσης" και σε "απρόβλεπτες αντιξοότητες". Αντιθέτως συχνά, ακόμα και στις μετά την καταγγελία επιστολές της, είχε εκφράσει την εκτίμησή της προς την εναγόμενη, εξυμνούσε τη μεταξύ τους συνεργασία αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι αυτή γινόταν πάντοτε σε καλόπιστο πνεύμα. Ενόψει των ανωτέρω η καταγγελία των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων συνεργασίας ήταν αναμενόμενη με βάση της προαναφερθείσα εξέλιξη των συναλλακτικών τους σχέσεως και δεν έγινε καταχρηστικά και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ...". Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, ορθώς, το Εφετείο ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 919 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα εν λόγω περιστατικά δεν περιάγουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, ούτε στοιχειοθετείται με βάση τα ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης καθώς επίσης δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 281, 914 και 919 ΑΚ κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικότητας της από 31-10-2012 καταγγελίας των μεταξύ των διαδίκων επίδικων συμβάσεων τα εξής: 1) δεν αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω καταστήματα της αναιρεσείουσας ιδρύθηκαν από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα κατόπιν πιέσεων από την πλευρά της αναιρεσίβλητης εναγομένης. Αντίθετα αυτό έγινε με δική της πρωτοβουλία αναπτύσσοντας ελεύθερα την επιχειρηματική της δραστηριότητα, η οποία εκείνο το χρονικό διάστημα ανθούσε.
Εξάλλου, σε κανένα σημείο των συμβάσεων που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων, δεν τίθεται υποχρέωση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας για ανέγερση συγκεκριμένου αριθμού καταστημάτων, παρά μόνον συμφωνήθηκε ότι η ίδια έχει την υποχρέωση ο χώρος λειτουργίας της επιχείρησής της να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μάρκας Volkswagen και Audi, όπως αυτές είχαν καθοριστεί στα ποιοτικά πρότυπα και στις κατευθυντήριες γραμμές (αρ. 10 των εν λόγω συμβάσεων) και το αν η αναιρεσείουσα θα λειτουργούσε ένα ή περισσότερα σημεία πώλησης ήταν κάτι που εναπόκειτο αποκλειστικά και μόνο στη δική της διακριτική ευχέρεια. Η μοναδική υποχρέωση που βάρυνε την αναιρεσείουσα σε περίπτωση που αποφάσιζε να ανεγείρει συμπληρωματικά σημεία πώλησης, ήταν, αφενός να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη εναγόμενη για την ενέργειά της αυτή, αφετέρου τα εν λόγω σημεία να πληρούν τα ποιοτικά πρότυπα VW και Audi που ισχύουν στην ίδια γεωγραφική περιοχή (άρθρο 2 και 10 των συμβάσεων). Από την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία δεν αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ενάγουσας ότι η αναιρεσίβλητη εναγόμενη της επέβαλε επέκταση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας με την δημιουργία νέων υποκαταστημάτων αλλά ότι απλώς έδινε την έγκρισή της όταν η ενάγουσα της ανακοίνωνε την απόφασή της- για μετεγκατάσταση ή κλείσιμο ορισμένων καταστημάτων της, θέτοντας όμως τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να πληρούν οι χώροι τις συμβατικές προδιαγραφές. 2) Ότι η ενάγουσα άρχισε να καθυστερεί την πληρωμή τιμολογίων ανταλλακτικών και οχημάτων που αγόραζε από την εναγόμενη, με αποτέλεσμα το έτος 2010 να έχει δημιουργηθεί οφειλή αυτής ύψους 3.661.854,38 ευρώ. Στο πλαίσιο διακανονισμού της παραπάνω οφειλής, υπογράφηκε το με αριθμό ...- 2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο η ενάγουσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την οφειλή της και συμφωνήθηκε η εξόφλησή της σε οκτώ εξαμηνιαίες δόσεις, με καταβολή της τελευταίας δόσης στις 30-12-2013. Ωστόσο, πέντε μήνες μετά την υπογραφή του συμφωνητικού, ήτοι στις 30-6-2010, όταν δηλαδή η ενάγουσα όφειλε να πληρώσει την πρώτη δόση του διακανονισμού, ύψους 372.544,97 ευρώ, η ίδια απέστειλε την από 30-6-2010 επιστολή της προς την εναγόμενη, με την οποία ζητούσε να συμψηφιστεί μέρος του ποσού της πρώτης δόσης με την αξία δύο οχημάτων που θα επέστρεφε στην KOSMOCAR, μάρκας Audi Q7 και Volkswagen Golf, συνολικής αξίας 90.876,22 ευρώ, και το υπόλοιπο ποσό της δόσης που απέμενε, δηλαδή το ποσό των 281.668,75 ευρώ, να διακανονιστεί σε δόσεις με τον προτεινόμενο στην επιστολή τρόπο. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 14-7- 2010, απέστειλε νέα αναθεωρημένη πρόταση, με την οποία ζητούσε να συμψηφιστεί μέρος του ποσού της πρώτης δόσης, με την αξία του ενός εκ των ανωτέρω οχημάτων και δη με την αξία του Volkswagen Golf, η οποία ανερχόταν σε 23.026,03 ευρώ, και για το υπόλοιπο ποσό της πρώτης δόσης που απέμενε, δηλαδή το ποσό των 349.518,94 ευρώ, να διακανονιστεί η πληρωμή του σε δόσεις κατά τα σε αυτήν αναφερόμενα. Η ενάγουσα πρότεινε επίσης αλλαγή στα ποσά και στις ημερομηνίες των επόμενων δόσεων αποπληρωμής της οφειλής. Η εναγόμενη, προκειμένου να τη διευκολύνει, αποδέχτηκε το ως άνω αίτημά της, με την από 14-7- 2010 επιστολή της, και ακολούθως υπέγραψαν την από 19-7-2010 τροποποίηση του αρχικού από 29-1-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού. Στη συνέχεια, τον Ιούνιο του 2011, η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη να αποδεσμευτούν εγγυητικές επιστολές ύψους 1.800.000,00 ευρώ, εκ συνολικού ποσού εγγυητικών επιστολών 3.900.000,00 ευρώ, που είχαν εκδοθεί υπέρ της εναγόμενης για την κάλυψη της ανωτέρω απαίτησής της, προκειμένου να ελευθερωθούν κεφάλαια που είχε δεσμεύσει η τράπεζα Marfin Εγνατία για την έκδοσή τους και να χρησιμοποιηθούν για τη δραστηριότητά της. Σε αντικατάσταση αυτών, η ενάγουσα πρότεινε την παραχώρηση προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο πλήρους κυριότητάς της στο Νέο Ηράκλειο Αττικής, επί της οδού ... Η εναγόμενη αποδέχθηκε και αυτό το αίτημα της ενάγουσας και της απέστειλε την από 29.6.2011 επιστολή, στην οποία επισυνάπτονται τα πρωτότυπα σώματα των τριών εγγυητικών επιστολών, τα οποία παρέλαβε ο υπάλληλος της ενάγουσας Θ. Γ. 3) Στις 4-10-2011 η ενάγουσα απέστειλε στην εναγόμενη νέα επιστολή, με την οποία την ενημέρωνε ότι η ρευστότητά της έχει εξαντληθεί και της ζητούσε νέο διακανονισμό για την πληρωμή του ποσού των 700.000,00 ευρώ, με αποπληρωμή αυτού σε 14 μήνες μέσω 14 μηνιαίων ισόποσων επιταγών ύψους 50.000,00 ευρώ εκάστη, ενώ στις 22-11-2011 επίσης απέστειλε τη με την αυτή ημεροχρονολογία επιστολή, με την οποία ευχαριστούσε την εναγόμενη για τη συστηματική βοήθειά της και επιπλέον ζητούσε την καταβολή ποσού 400.000 ευρώ ως οικονομική βοήθεια, για την αντιμετώπιση των έντονων προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε, διότι κατά τους ισχυρισμούς της η ρευστότητά της ήταν πλέον ανύπαρκτη. Στην τελευταία αυτή επιστολή η εναγόμενη απάντησε με την από 2-12-2011 επιστολή της στην οποία εξέθετε ότι δεν προτίθεται να προβεί σε περαιτέρω χρηματοδότηση της ενάγουσας, αλλά ότι είναι διατεθειμένη να εξετάσει μία αναθεώρηση του μεταξύ τους διακανονισμού αν υποβληθεί από εκείνη μία ρεαλιστική πρόταση. Κατόπιν τούτου, στις αρχές Ιανουάριου 2012, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 30.1.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η ενάγουσα αναγνώρισε ότι το ποσό που οφείλει στην εναγόμενη στο πλαίσιο της εμπορικής τους συνεργασίας ανέρχεται πλέον σε 5.192.527,73 ευρώ. 4) στις 10-8-2012, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, υπογράφηκε από τους διαδίκους τροποποίηση των όρων του από 30-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού για το διακανονισμό της οφειλής της, η οποία την ημερομηνία εκείνη (30.1.2012) ανερχόταν στο ποσό των 5.192.527,73 ευρώ. Με το άρθρο 4 του συμπληρωματικού αυτού συμφωνητικού, η ενάγουσα αναγνώρισε ότι έχει κατ' επανάληψη παραβεί τους όρους του από 30.1.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, αδυνατώντας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν απ' αυτό έναντι της εναγόμενης. 5) Τέλος, οι διάδικοι συμφώνησαν να χορηγηθεί πίστωση χρόνου στην ενάγουσα έως τις 30.9.2012, το αργότερο, προκειμένου να προβεί σε εξόφληση ανταλλακτικών ποσού 32.787,81 ευρώ (με ημερομηνία πληρωμής 3.8.2012), 39.180,06 ευρώ (με ημερομηνία πληρωμής 10.8.2012) και 34.212,91 ευρώ (με ημερομηνία πληρωμής 17.8.2012). Η ενάγουσα επανήλθε με νέα (την από 3.9.2012) επιστολή προς την εναγόμενη με την οποία ζητούσε και πάλι διακανονισμό της οφειλής της προς την εναγόμενη, ώστε να μπορεί να υλοποιηθεί ο νέος προϋπολογισμός και τα σχέδια αλλαγών που είχε εκπονήσει. Ειδικότερα ζητούσε άνοιγμα πίστωσης αξίας 150.000 ευρώ, διάρκειας 60 ημερών στον κλάδο των ανταλλακτικών. Η εναγόμενη απάντησε στην ανωτέρω επιστολή με την από 14-9-2012 επιστολή της, με την οποία τόνιζε ότι έχει εξαντληθεί κάθε περιθώριο καλοπιστίας με την παροχή επανειλημμένων διευκολύνσεων στην ενάγουσα, δεδομένου ότι στην ουσία την χρηματοδότησε με ποσό που υπερέβη, το τελευταίο εκείνο διάστημα, το ποσό του 1.500.000,00 ευρώ, και για το λόγο αυτό την κάλεσε να τηρήσει τις υποχρεώσεις της από τους όρους του από 10.8.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ της διασαφήνισε ότι μόνον εφόσον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και παράσχει επαρκείς διαβεβαιώσεις ως προς τη ρευστότητά της, η εναγόμενη θα είναι διατεθειμένη να εξετάσει το ενδεχόμενο μικρής παράτασης του πλάνου αποπληρωμής που περιλαμβανόταν στο από 30-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό. 6) Ωστόσο, παρά τις υποσχέσεις της ενάγουσας και των εγγυητών της για την πληρωμή της οφειλής τους οι όροι των συμφωνητικών δεν τηρήθηκαν. 7) Η εναγόμενη εμφάνισε προς είσπραξη της πρώτης δόσης, ποσού 130.000,00 ευρώ, την υπ' αρ. ...-2012 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. , η οποία όμως βρέθηκε ακάλυπτη. Μετά από παράκληση της ενάγουσας, η εναγόμενη δεν προχώρησε στη σφράγιση της επιταγής, αλλά αποδέχτηκε την αντικατάστασή της με άλλη επιταγή, ισόποσης αξίας και μεταγενέστερης λήξης, ήτοι την υπ' αρ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. , με ημερομηνία έκδοσης 22-10-2012, η οποία εμφανίστηκε προς είσπραξη από την εναγόμενη εμπρόθεσμα και νομότυπα στις 29-10-2012, χωρίς όμως και πάλι να υφίσταται επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό της εκδότριας για την κάλυψή της, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να προβεί στη σφράγισή της. Στη συνέχεια, η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα την από 3-10-2012 επιστολή - προειδοποίησή της, με την οποία διαμαρτυρόταν για την παραπάνω συμπεριφορά της και την καλούσε να προβεί στην αποπληρωμή του συνολικώς οφειλόμενου ποσού των 106.180,78 ευρώ και να της παράσχει επαρκείς διαβεβαιώσεις για τη ρευστότητά της, οπότε θα μπορούσε να εξετάσει τη δυνατότητα μετάθεσης του χρόνου πληρωμής των επιταγών ποσού 130.000 ευρώ και 25.833,65 ευρώ αντίστοιχα, στο πλαίσιο ενδεχόμενης συνολικής παράτασης του χρόνου αποπληρωμής των δόσεων του διακανονισμού του ιδιωτικού συμφωνητικού της 27.1.2012. Διαφορετικά την προειδοποιούσε ότι θα ασκούσε κάθε δικαίωμά της που απέρρεε από τα επίδικα ιδιωτικά συμφωνητικά, τις μεταξύ τους συμβάσεις συνεργασίας και το νόμο. 8) Όμως, η ενάγουσα και πάλι δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω υποχρέωσή της και, επειδή η οφειλή της έναντι της εναγόμενης στις 31.10.2012 ανερχόταν σε 5.115.066,49 ευρώ, η τελευταία με την από 31.10.2012 εξώδικη καταγγελία συμβάσεων, διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα την 1.11.2012 κατήγγειλε όλες τις μεταξύ τους συναφθείσες συμβάσεις εμπόρων και συνεργάτη service και την ενημέρωσε ότι το οφειλόμενο προς αυτήν ποσό, μετά την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, ύψους 2.100.000 ευρώ, ανερχόταν σε 3.015.066,49 ευρώ. Στην καταγγελία αυτή γίνεται από την εναγόμενη εκτενής αναφορά στους μεταξύ τους διακανονισμούς και στην επανειλημμένη παραβίαση εκ μέρους της ενάγουσας εκπλήρωσης των οικονομικών της υποχρεώσεων. 9) Μετά την παραπάνω καταγγελία της σύμβασης, η εναγόμενη με την από 2.11.2012 επιστολή της προς την ενάγουσα με θέμα "Χρονοδιάγραμμα ενεργειών", εκτός των άλλων, καλούσε την ενάγουσα να της αποστείλει αναλυτική λίστα ανταλλακτικών, προκειμένου να εκτιμήσει το ενδεχόμενο επαναγοράς τους. Ωστόσο, τα ανταλλακτικά που απέστειλε η ενάγουσα ήταν παλαιά και μη εμπορεύσιμα, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να μην προβεί στην αγορά τους, όπως άλλωστε είχε δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 1γ των μεταξύ τους συμβάσεων. 10) Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με την ενάγουσα, ενήργησε καλόπιστα στο πλαίσιο των ανειλημμένων με τις μεταξύ τους συμβάσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ουδέποτε προσπάθησε να προκαλέσει στην ενάγουσα κατάσταση οικονομικής ασφυξίας και αδυναμίας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις. Αντιθέτως, προσπάθησε να τη διευκολύνει, όταν εκείνη δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, παρότι η ενάγουσα είχε επιδείξει αντισυμβατική συμπεριφορά με την είσπραξη των τιμημάτων των παραγγελθέντων εμπορευμάτων από τους πελάτες της, χωρίς να τα καταβάλει στην εναγόμενη. Τη σοβαρότερη ένδειξη των καλών της προθέσεων αποτελούν οι πολλοί και συνεχόμενοι διακανονισμοί της οφειλής της ενάγουσας, οι άτοκες ρυθμίσεις της οφειλής, η επιστροφή εγγυητικών επιστολών και η αντικατάσταση επιταγής που δεν πληρώθηκε με άλλη μεταγενέστερης ημερομηνίας εκδόσεως, πρακτικές που, κατά τη κοινή πείρα και λογική και κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές, δείχνουν την πραγματική πρόθεση της εναγόμενης να διατηρήσει τη συνεργασία της με την ενάγουσα δίνοντάς της την ευκαιρία να ξεπεράσει τα οικονομικά της προβλήματα.
Εξάλλου, και από το περιεχόμενο των επιστολών που αντάλλασσαν οι διάδικοι στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το διακανονισμό προκύπτει ότι η ενάγουσα ουδέποτε απέδωσε οποιαδήποτε ευθύνη στην εναγόμενη για τα οικονομικά της προβλήματα, ούτε για τις αιτίες αυτών, αναφερόμενη μόνο "σε οξύτατες συνέπειες της οικονομικής κρίσης στο χώρο της εμπορίας αυτοκινήτων", σε "πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα και δυσκολίες ένεκα της οικονομικής κρίσης" και σε "απρόβλεπτες αντιξοότητες". Αντιθέτως συχνά, ακόμα και στις μετά την καταγγελία επιστολές της, είχε εκφράσει την εκτίμησή της προς την εναγόμενη, εξυμνούσε τη μεταξύ τους συνεργασία αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι αυτή γινόταν πάντοτε σε καλόπιστο πνεύμα. Ενόψει των ανωτέρω η καταγγελία των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων συνεργασίας ήταν αναμενόμενη με βάση τη προαναφερθείσα εξέλιξη των συναλλακτικών τους σχέσεων και δεν έγινε καταχρηστικά και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, της αναίρεσής της για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ και για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία των επίδικων συμβάσεων και ως εκ τούτου ο ως άνω λόγος κατά το ως άνω περιεχόμενό του απορρίπτεται ως αβάσιμος. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις ότι: 1) ".. η προσβαλλόμενη διέλαβε στις παραδοχές της ότι για τα 4/5 περίπου του χρέους είχαν δοθεί επαρκείς εγγυήσεις δηλαδή παραδοχές ικανές για συναχθεί ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την σύμβαση κατά παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ λόγω μη πληρωμής επιταγής ποσού 100.000 ευρώ.." και 2) κατά το χρόνο κορύφωσης της οικονομικής κρίσης υπέγραψαν διακανονισμό κατ'απαίτηση της αναιρεσίβλητης και ότι πρότεινε η αναιρεσείουσα για συμψηφισμό τον εξοπλισμό της που δεν αποδέχτηκε η αναιρεσίβλητη. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση της ως άνω παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται , η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και η οποία δέχθηκε ότι η οφειλή της ενάγουσας έναντι της εναγόμενης στις 31.10.2012 ανερχόταν σε 5.115.066,49 ευρώ και η σοβαρότερη ένδειξη των καλών της προθέσεων της τελευταίας αποτελούν οι πολλοί και συνεχόμενοι διακανονισμοί της οφειλής της ενάγουσας, οι άτοκες ρυθμίσεις της οφειλής, η επιστροφή εγγυητικών επιστολών και η αντικατάσταση επιταγής που δεν πληρώθηκε με άλλη μεταγενέστερης ημερομηνίας εκδόσεως, πρακτικές που, κατά τη κοινή πείρα και λογική και κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές, δείχνουν την πραγματική πρόθεση της εναγόμενης να διατηρήσει τη συνεργασία της με την ενάγουσα δίνοντάς της την ευκαιρία να ξεπεράσει τα οικονομικά της προβλήματα.
Kατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ.1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α` ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αυτό έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα την έκθεση του ελεγκτή Ε. Π. (το προσκομιζόμενο ως σχετικό 30) για το λόγο ότι η έκθεση δεν φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη. Ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η πλημμέλεια για την οποία πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016). Παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξης ή βούλησης).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 177/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1044/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του , η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα της παραμόρφωσης των κατωτέρω επιστολών της αναιρεσίβλητης : 1) της επιστολής ... υπό τον τίτλο "ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ" , 2) της επιστολής ... , 3) της επιστολής ... , 4) της επιστολής ... , 5) της επιστολής ... , 6) της επιστολής ... , 7) της επιστολής ... , 8) της επιστολής ... , 9) της επιστολής ... και 10) της επιστολής ... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα (επιστολές) για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ή εάν κατέληξε σε αυτό από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων, ενώ ο ίδιος λόγος ως προς την 4η, 5η, 6η, 7η , 8η , 9η και 10η των επιστολών είναι επιπλέον απαράδεκτος και για το λόγο ότι δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο τούτων.
Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ύστερα από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και κυρίως των προσκομιζόμενων συμβάσεων και δεν στήριξε την κρίση αυτή αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα (ΑΠ 1001/2018). Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων αυτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση τούτων, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 331/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 88/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τις ως άνω αναφερόμενες επιστολές της αναιρεσίβλητης. Ωστόσο από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη "....την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.....", ".. από την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία.." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος , έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των προαναφερόμενων εγγράφων, πέραν του ότι δεν είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας, κρίση του, ούτε να κάνει ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση τούτων.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2024 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2293/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ