ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 402/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 402/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 402/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 402 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 402 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Σ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κυριακή Πακιρτζίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CrediaBank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία" και το δ.τ. "CrediaBank" (πρώην "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ATTICA BANK" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 1594/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 881/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-4-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 1-4-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 881/28-4-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η από 3-5-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2021) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", μετονομασθείσας ήδη σε "CrediaBank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", κατά της υπ' αριθ. 1594/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ0 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι η διαδικαστική διαδρομή αυτής έχει ως εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, καθώς και ο μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη, Ε. Ρ. , άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 4-2-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2020) αγωγή τους κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας. Με την ως άνω αγωγή, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε ως υπάλληλος της αναιρεσίβλητης από την 1-2-2005 μέχρι την 5-2-2016, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, λόγω υποβολής σε βάρος του έγκλησης για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας. Ότι την εν λόγω καταγγελία προσέβαλε ως καταχρηστική με την από 7-3-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2016) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή η έγκληση ήταν ψευδής και προσχηματική και υποβλήθηκε εν γνώσει των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης περί της αναλήθειας των περιεχόμενων σ' αυτήν ισχυρισμών. Ότι ακολούθως, με την υπ' αριθ. 6312/12-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, κρίθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης και η εναγομένη είχε την υποχρέωση, μέσα σε εύλογη προθεσμία από την έκδοση της αθωωτικής απόφασης, άλλως αφότου αυτός της γνωστοποίησε την ως άνω απόφαση, να του καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, πλην όμως δεν το έπραξε, καίτοι γνώριζε την απαλλαγή του, εφόσον είχε παρασταθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και επιπλέον της κοινοποιήθηκε η από 20-1-2020 εξώδικη όχλησή του, με την οποία της γνωστοποιούσε την αθώωσή του και την καλούσε να τον επαναπροσλάβει. Ότι εξαιτίας της μη καταβολής, εντός ευλόγου χρόνου, της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, η από 5-2-2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κατέστη άκυρη και, επομένως, η εναγομένη εργοδότρια περιήλθε σε υπερημερία. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη α) να τον απασχολεί στη θέση και με τους όρους και συνθήκες εργασίας που τον απασχολούσε προ της καταγγελίας, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί, και β) να του καταβάλει, για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12-11-2019 έως 12-11-2020, το συνολικό ποσό 52.443,71 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας, αφότου κάθε επιμέρους παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, επικουρικά δε, εφόσον κριθεί έγκυρη η ένδικη καταγγελία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 40.531,75 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από τη δημοσίευση της ως άνω αθωωτικής απόφασης, ήτοι από 12-11-2019, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 1594/2021 απόφασή του, αφού προηγήθηκε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής εκ μέρους του (ομοδίκου του αναιρεσείοντος) Ε. Ρ. , ως προς τον οποίο κήρυξε καταργημένη τη δίκη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, αναγνώρισε την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και υποχρέωσε την εναγομένη α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 40.111,56 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 23-1-2020 έως 12-11-2020, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της διακρίσεις. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη άσκησε την από 3-5-2021 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 881/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη κατά την κύρια βάση της και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την επικουρική.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 7 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να απολύσει μισθωτό, κατά του οποίου είτε έχει υποβληθεί μήνυση από τον ίδιο για αξιόποινη πράξη που έχει σχέση με την παροχή της εργασίας είτε έχει απαγγελθεί κατηγορία για άλλη αξιόποινη πράξη σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, χωρίς να καταβάλει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, την προβλεπόμενη αποζημίωση. Αν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ` αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση για τη λύση της σύμβασης. Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον εργαζόμενο, η οποία συντελείται με κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης και την ταυτόχρονη δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης. Είναι δε ισοδύναμη με δήλωση επιθυμίας για είσπραξη της οφειλόμενης αποζημίωσης, η δήλωση του απολυμένου εργαζομένου προς τον εργοδότη, με την οποία ζητείται η επαναπρόσληψή του στην ίδια θέση, από την οποία είχε απολυθεί, εφόσον και η δήλωση αυτή συνιστά όχληση του εργοδότη, προκειμένου να αρθεί η εκκρεμότητα από την προηγούμενη άτακτη καταγγελία και να εκδηλωθεί η βούλησή του, είτε για αναβίωση της εργασιακής σύμβασης, με την επαναπρόσληψη, είτε για οριστικοποίηση της λύσης της, με την καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ 991/2015, 1829/1999). Για να διατηρήσει το κύρος της καταγγελίας και να αποτρέψει την περιέλευσή του σε υπερημερία, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση αμέσως ή, πάντως, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από τη λήψη της, κατά τα προαναφερόμενα, όχλησης του εργαζομένου, εκτός αν επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής σύμβασης με επαναπρόσληψη του τελευταίου (ΑΠ 390/2021, 991/2015, 1106/2000, 1829/1999). Και μόνο αν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής απόφασης, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας, αναβιώνει η εργασιακή σχέση και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης (ΑΠ 1030/2020, 1340/2018, 930/2017, 444/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, ΑΠ 1040/2022, 485/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, 4/2021, 1/2021, ΑΠ 1745/2024, 518/2022). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1762/2024, 19/2020, 2/2020).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 και 338 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής ούτε δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τον διάδικο, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδοντας στην επικαλούμενη με την αγωγή έννομη σχέση τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και την υπάγει στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής. Επομένως, δεν ιδρύεται, κατ' αρχήν, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στην περίπτωση που το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα επικαλούμενα με την αγωγή περιστατικά, καταλήγει σε διαφορετικό νομικό συμπέρασμα από εκείνο του διαδίκου. Αντιθέτως, όμως, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης, αφενός μεν από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, στην περίπτωση εσφαλμένης υπαγωγής στον προσήκοντα κανόνα των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, αφετέρου δε από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, τα οποία επιδρούν στην κρίση για τη νομική βασιμότητα, καθόσον τότε πρόκειται περί προσθήκης, αυτεπαγγέλτως, βάσης εναγωγής, χωρίς να έχει επικαλεσθεί αυτήν ο ενάγων (ΑΠ 1030/2020, 952/2000, ΑΠ 373/1989, ΑΠ 1017/1988). Ειδικότερα, εάν η εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκούμενου με αυτή δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 2095/2022, 203/2019, 1596/2017, 1063/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι, ενώ η αγωγή του είχε ως κύρια βάση την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης εντός ευλόγου χρόνου από την επίδοση στη εναγομένη της από 20-1-2020 εξώδικης όχλησης αυτού μαζί με την υπ' αριθ. 6312/2019 αθωωτική απόφαση, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι με την αγωγή του επικαλέστηκε ως λόγο ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας (και) το γεγονός ότι αυτή ήταν ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση και εχθρότητα, προς καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, απορρίπτοντας στη συνέχεια την αγωγή ως απαράδεκτη κατά την κύρια βάση της, λόγω παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, υποπίπτοντας έτσι στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της (ήτοι κατά το μέρος αυτής που αφορά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "....Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, σύμφωνα με το οποίο ζητείται να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η από 5-2-2016 καταγγελία λόγω της μη επαναπασχόλησης μετά την αθώωσή του ή της μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, που όφειλε η εναγομένη μετά την ως άνω αθωωτική απόφαση, ενώ επιπλέον ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας αναπτύσσεται, από την 5η έως την 37η σελ. της αγωγής, ο ισχυρισμός ότι η ως άνω μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες, παρά το αβάσιμο της κατηγορίας, δηλαδή ήταν ψεύτικη και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση και εχθρότητα, για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, έχει υποπέσει στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, η οποία άρχισε από την αναφερόμενη ημερομηνία απόλυσής του (6-2-2016), η δε αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 4-2-2020, δηλαδή πολύ χρόνο μετά την εκπνοή της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, που άρχισε από την επομένη ημέρα (6-2-2016) της κοινοποιήσεως από την εναγομένη στον ενάγοντα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και έληξε την 7-5-2016. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή ασκήθηκε εντός των ορίων της ως άνω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και γι' αυτό πρέπει, αφού εξαφανιστεί, κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή, να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη αναφορικά με το κύριο αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα.....".

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δέχθηκε ότι με την κύρια βάση της αγωγής προβάλλεται ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας το γεγονός ότι ήταν ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση και εχθρότητα, προς καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του ενάγοντος, απορρίπτοντας στη συνέχεια την αγωγή ως απαράδεκτη κατά την ως άνω (ανύπαρκτη) κύρια βάση της, λόγω παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, ήτοι έλαβε υπόψη του βάση που δεν περιεχόταν στην αγωγή, αλλά διηγηματικά μόνο αναφέρονταν σ' αυτήν γεγονότα καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης, τα οποία αποτέλεσαν τη βάση προγενέστερης (ήτοι της από 7-3-2016) αγωγής του ενάγοντος κατ' αυτής, ενώ η μοναδική κύρια βάση της ένδικης αγωγής ήταν η μη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης εντός ευλόγου χρόνου από την επίδοση στη εναγομένη της από 20-1-2020 εξώδικης όχλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος μαζί με την υπ' αριθ. 6312/2019 αθωωτική απόφαση.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά την πρώτη, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το απορριπτικό σκέλος της που αφορά την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του κριθέντος ως βάσιμου λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της υπό κρίση αίτησης, οι οποίοι βάλλουν κατά του ιδίου ως άνω απορριπτικού σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης.

IV. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 881/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή