ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 403/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 403/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 403/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 403 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 403 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε." όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΓΗΕ Α.Ε." η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Της αναιρεσίβλητης: μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αιολική Παναχαϊκού Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Αιολική Παναχαϊκού Μ.Α.Ε." κατόπιν μετατροπής από ανώνυμη εταιρεία σε μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία (με προγενέστερη επωνυμία "Αιολική Παναχαϊκού Α.Ε."), η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Μεταξά, ο οποίος ανακάλεσε την από 24-10-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3795/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2024 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 09-04-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 140/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 3795/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και έκανε δεκτή εν μέρει την από 18.12.2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, δημοσιεύτηκε στις 12.5.2023 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 16.6.2024 (άρθρα 144 παρ. 1 και 3, 145 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 §§ 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή τους με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια όσων από τις διοικητικές διαφορές ουσίας δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι`), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων(ΑΕΔ 4/2017, ΑΕΔ 21/2009, ΑΕΔ18/2009, 14/2007, 6/2007, ΑΠ 1269/2025, ΑΠ 1004/2025, ΑΠ 90/2025, ΑΠ 489/2024). Επομένως, σύμβαση δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α` του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (ΑΠ 489/2024, ΑΕΔ 4/2017, ΑΕΔ 8/1992, ΑΕΔ 45/1991, ΑΠ 1269/2025, ΑΠ 1004/2025, ΑΠ 90/2025, ΑΠ 489/2024).

Εξάλλου, μετά την τροποποίηση του νόμου 2773/1999 περί απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις διατάξεις του νόμου 3175/2003 "Αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού, τηλεθέρμανση και άλλες διατάξεις", θεσπίσθηκε το έτος 2005 ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ ΣΗΕ 2005), που εγκρίθηκε με την ΥΑ Δ5-ΗΛ/Β/οικ./8311/2005 (ΦΕΚ Β' 655/17-5-2005) απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με τον οποίο υιοθετήθηκε ένα συγκεκριμένο σχήμα οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι αυτό της υποχρεωτικής χονδρεμπορικής αγοράς. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν επιτρέπονται διμερή συμβόλαια μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά, αντίθετα, το σύνολο των συναλλαγών διεξάγεται μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς, όπου κεντρικός ρόλος αποδίδεται στον "Διαχειριστή του Συστήματος". Ως τέτοιος ορίσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε." ή "Διαχειριστής του Συστήματος", η ίδρυση της οποίας προβλέφθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2773/1999. Ο ΚΔΣ ΣΗΕ 2005 αντικαταστάθηκε από τους νέους Κώδικες που θεσπίσθηκαν το 2012, κατ` εξουσιοδότηση του νόμου 4001/2011, ήτοι τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος (ΚΔΣ) και τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣΗΕ), οι οποίοι εγκρίθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, με απόφαση της ανεξάρτητης αρχής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και ισχύουν από 1.2.2012. Στο πλαίσιό τους, ο παραγωγός πωλεί το παραγόμενο αγαθό, ο δε προμηθευτής αγοράζει τούτο. Με τον τρόπο που είναι οργανωμένη, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύθηκε ανωτέρω, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι παραγωγοί και οι προμηθευτές αυτής δεν συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς συμβάσεις για την πώληση. Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ένα σύστημα υποχρεωτικής κατάρτισης, με προσχώρηση των παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας σε μια αναγκαστική σύμβαση, η οποία ρυθμίζεται με τους κατωτέρω κανόνες, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αντισυμβαλλόμενό τους, ούτε να διαπραγματευθούν τους όρους της σύμβασης. Την οργάνωση της αγοράς διαχειρίζονται στα διάφορα στάδια αυτής, συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, ένας από τους οποίους ήταν, υπό το ισχύον στην κρινόμενη υπόθεση νομικό καθεστώς, η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε." και στη συνέχεια η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΓΗΕ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε η ΔΕΣΜΗΕ με την ολοκλήρωση της μεταφοράς των δραστηριοτήτων της στην ανώνυμη εταιρεία "ΑΔΜΗΕ ΑΕ" με το άρθρο 117 ν. 4001/2011, ήδη μετονομασθείσα με το άρθρο 98 παρ. 5 Ν. 4512/2018, που τροποποίησε το άρθρο 118 του ν. 4001/2011 σε "Διαχειριστή ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ", δηλαδή στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία. Σύμφωνα με την προβλεφθείσα οργάνωση της σχετικής αγοράς οι υποβάλλοντες προσφορές έγχυσης, δηλαδή ιδίως οι παραγωγοί, λαμβάνουν αμοιβή για την ενέργεια που εγχέουν στο Σύστημα και οι Εκπρόσωποι Φορτίου, δηλαδή ιδίως οι προμηθευτές, καταβάλλουν πληρωμές για την ενέργεια που απορροφούν από το Σύστημα. Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνταν μέσω του Λειτουργού της Αγοράς, ήτοι της εταιρίας "ΛΑΓΗΕ ΑΕ", η οποία αποτελούσε τον εκ του νόμου αποκλειστικό εκκαθαριστή της αγοράς (άρθρο 118 ν. 4001/2011) και τον υποχρεωτικό ενδιάμεσο φορέα μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών.

Εξάλλου ο νόμος 3468/2006, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) στο Σύστημα ή το Δίκτυο (άρθρο 9) καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (άρθρο 13), καταργώντας τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του νόμου 2773/1999 (άρθρο 28 παρ. 1 περ. β`, βλ. και άρθρο 27 παρ. 7). Ακολούθως, με τον νόμο 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του νόμου 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα. Για τον σκοπό της εκπληρώσεως των διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας προς μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με το νόμο δε αυτόν (3851/2010) καθορίσθηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 και, περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1 και 2 ν. 3851/2010). Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 3851/2010: "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) ή από μονάδες Συμπαραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. 2. Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής. ... 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε. , καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια". Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου έλαβε χώρα τροποποίηση των προβλέψεων του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 σχετικά με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας.

Περαιτέρω, κατ` εφαρμογήν της προμνησθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του Ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε η απόφαση Α.Υ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ Β` 1497), η οποία ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων (29-7-2011). Με αυτήν καθορίσθηκαν (άρθρο 1) ο τύπος και το συνολικό περιεχόμενο των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος ( τότε ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ) και των παραγωγών, οι οποίοι αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμμετέχοντας στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης, και συνδέονται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο της χώρας. Το άρθρο πρώτο του προτύπου της συμβάσεως προβλέπει ότι η ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από τον σταθμό παραγωγής του και αντίστοιχα ο παραγωγός να πωλεί την ενέργεια αυτή στη ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ, ενώ το άρθρο δεύτερο προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις "του Κώδικα Διαχείρισης Συστήματος και του Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς επίσης και με το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου, που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας". Το άρθρο έβδομο αναφέρεται στην τιμολόγηση της πωλούμενης ηλεκτρικής ενέργειας και ορίζει, εκτός των άλλων, τα εξής: "Ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009 και το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας...". Το άρθρο δωδέκατο, με τίτλο "Λογαριασμοί και Πληρωμές", προβλέπει περαιτέρω τα ακόλουθα: "1. Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ΔΕΣΜΗΕ σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, το Ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία. Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση αέργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ΔΕΣΜΗΕ κατ` αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο, στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ΔΕΣΜΗΕ πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό. Το τιμολόγιο του Παραγωγού αποστέλλεται στο ΔΕΣΜΗΕ για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο ΔΕΣΜΗΕ. 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού. Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος. Σε περίπτωση που τελικά διαπιστωθεί σφάλμα, το συμβαλλόμενο μέρος σε βάρος του οποίου προκύπτει διαφορά, οφείλει να την επιστρέψει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος έντοκα, με το νόμιμο τόκο της υπερημερίας από την ημέρα εξόφλησης των τιμολογίων, μέχρι την ημέρα επιστροφής της διαφοράς. 3. Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο ΔΕΣΜΗΕ οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση. 4. Η εκκαθάριση και οι πληρωμές θα γίνονται από το ΔΕΣΜΗΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας".

Εξάλλου, με το άρθρο 40 του νόμου 2773/1999 συνεστήθη ειδικός λογαριασμός, υπό την διαχείριση της "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ" και μετέπειτα, κατά το άρθρο 143 του νόμου 4001/2001, της "ΛΑΓΗΕ ΑΕ", για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και συμπαραγωγή, με τις τιμές που, κατά τα προαναφερθέντα, ορίζονται με νόμο και δυνάμει των οποίων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι "1. Ο Διαχειριστής του Συστήματος και ο Διαχειριστής του Δικτύου ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με τα άρθρα 35, 36, 37, 38 και 39 μέσω ειδικού Λογαριασμού τον οποίο διαχειρίζεται ο Διαχειριστής του Συστήματος. 2. Ο Διαχειριστής του Συστήματος υποχρεούται να συστήσει το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου 2001 τον ειδικό Λογαριασμό της προηγούμενης παραγράφου. 3. Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι κάτοχοι άδειας παραγωγής και προμήθειας του Συστήματος μέσω της διαδικασίας διευθέτησης των Αποκλίσεων Παραγωγής-Ζήτησης του άρθρου 20, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο Σύστημα από το Διαχειριστή του Συστήματος κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 35, 37 και 38. (β) Τα ποσά που καταβάλλει η Δ.Ε.Η. ως αποκλειστικός Προμηθευτής στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά... (γ)... Το Ειδικό Τέλος για τη Μείωση Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που επιμερίζεται ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια σε κάθε πελάτη, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε. , και η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει ο κάθε πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών πελατών. Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από πρόταση της Ρ.Α.Ε. , που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ...". Ρύθμιση σχετικά με τον αυτό λογαριασμό περιέλαβε και το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, με το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίσθηκαν και τα εξής: (άρθρο 1) Η ΛΑΓΗΕ ΑΕ και η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους κατά τις διατάξεις της περίπτωσης θ` της παραγράφου 2 του άρθρου 118 και της περίπτωσης η` της παραγράφου 2 του άρθρου 129 αντίστοιχα, μέσω του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού, όπως αυτός δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40 του νόμου 2779/1999, τον οποίο διαχειρίζεται η ΛΑΓΗΕ ΑΕ. (άρθρο 2) Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν. 3851/2010, β)...γ)...δ)...ε)...". Ακολούθησε κατά τα έτη 2012 και 2013 η λήψη διαφόρων νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (εφεξής: "Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ"), τα οποία οδήγησαν σε σημαντική μείωση του ρυθμού αύξησής του, όχι όμως και στον πλήρη μηδενισμό του (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014). Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ' του εν λόγω νόμου 4254/2014 "Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 ..." θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της παραγόμενης από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ηλεκτρικής ενέργειας, προς επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η αγορά των Α.Π.Ε. και είχαν οδηγήσει στην έλλειψη ρευστότητας και συνακόλουθα σε μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παραγωγούς, καθώς και η ρύθμιση θεμάτων τιμολόγησης ΣΗΘΥΑ. Οι βασικές αρχές σχεδιασμού των εισαχθεισών ρυθμίσεων συνοψίζονται ως εξής: Διασφάλιση ασφαλούς και φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας. Αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999. Διασφάλιση της βιωσιμότητας του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού χωρίς την δημιουργία νέων ελλειμμάτων, σε μακροχρόνια βάση. Προστασία των καταναλωτών από υπέρμετρες αυξήσεις στο Ειδικό Τέλος Εκπομπής Αερίων Ρύπων (Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ.), το οποίο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα αυξηθεί σημαντικά. Συμμετοχή στα νέα μέτρα όλων των έργων και τεχνολογιών κατά το δυνατόν ανάλογα με τα περιθώρια απόδοσης των σχετικών επενδύσεων, παράγοντας στον οποίο αντικατοπτρίζεται και η συμμετοχή τους στην δημιουργία του ελλείμματος. Θέσπιση κριτηρίων με σκοπό την αξιολόγηση των αποδόσεων των επενδύσεων και της βιωσιμότητας αυτών ... Στο πλαίσιο αυτών των αναγκών και προτεραιοτήτων, με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 της ως άνω παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 έγινε επανακαθορισμός (κατά κανόνα μείωση) των τιμών τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λειτουργούντες σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, με έναρξη εφαρμογής των νέων τιμών την 1η Απριλίου 2014. Στην επόμενη υποπαράγραφο ΙΓ.3, η οποία φέρει τον τίτλο "Παροχή έκπτωσης", ορίζονται τα ακόλουθα (περ. 1): "1. Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ... προβαίνουν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που θα εκδώσουν ο ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών. Οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ υποχρεούνται να εκδώσουν πιστωτικό τιμολόγιο κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) (ν. 4093/2012), με το οποίο παρέχουν έκπτωση επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας α) σε ποσοστό... 2. Μέχρι την έκδοση και παράδοση στο ΛΑΓΗΕ του πιστωτικού τιμολογίου που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται η υποχρέωση του ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και του ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, καταβολής τιμήματος για την ποσότητα ενέργειας που έχει παραδοθεί και δεν έχει εξοφληθεί.". Στην δε υποπαράγραφο ΙΓ.13 προβλέπεται ότι "η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις της". Με τον νεότερο νόμο 4425/2016, με τον οποίο επιχειρείται η αναδιοργάνωση της ελληνικής αγοράς ενέργειας, σε εφαρμογή της νομοθεσίας για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ιδίως των διατάξεων των αναφερόμενων στο άρθρο 4 αυτού Κανονισμών (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προβλέφθηκε ρητώς στο άρθρο 11 παρ. 1, υπό την αρχική του μορφή (πριν την κατάργησή του με τον ν. 4512/2018 και την αντικατάστασή του με νεότερες ρυθμίσεις), ότι πέραν των αρμοδιοτήτων οι οποίες προβλέπονται στους Κανονισμούς (ΕΚ) 714/2009 και (ΕΕ) 2015/1222, οι Διαχειριστές των Αγορών είναι αρμόδιοι για την Κάλυψη, την Εκκαθάριση και το Διακανονισμό των Συναλλαγών, βάσει των κανόνων λειτουργίας των Αγορών του άρθρου 8, όπως καθορίζονται στους επιμέρους Κώδικες. Οι αρμοδιότητες αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, και την κάλυψη των Συναλλαγών, που διενεργούνται στις Αγορές, σε περίπτωση αδυναμίας των Συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις (περ. α), ενώ στην παράγραφο 6 εδ. β του ίδιου άρθρου προβλεπόταν, με μεταβατική διάταξη, ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ των αντίστοιχων Κωδίκων των Αγορών, οι ρυθμίσεις σχετικά με την Κάλυψη των Συναλλαγών καθορίζονται με απόφαση της ΡΑΕ μετά από σχετική εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή, ενώ και στην παράγραφο 2 του άρθρου 16 (μεταβατικές διατάξεις) υπό την αρχική του μορφή προβλεπόταν ότι ο Διαχειριστής του ΕΣΜΗΕ ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 11 μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης και ότι η αρμοδιότητα της ανωτέρω περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 11 (δηλαδή η αρμοδιότητα κάλυψης) δεν αφορούσε ελλείμματα που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία της αγοράς που προβλέπεται στο Ν. 4001/2011. Οι προπαρατιθέμενες νεότερες ρυθμίσεις αφορούν την εκ του νόμου πλέον προβλεπόμενη ευθύνη των διαχειριστών ειδικώς προς κάλυψη των συναλλαγών στην περίπτωση αδυναμίας των συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης, ευθύνη μη περιλαμβάνουσα τα ελλείμματα από τη λειτουργία της αγοράς, η οποία προβλεπόταν στο νόμο 4001/2011 και η θεσπισθείσα αυτή με το νόμο 4425/2016 ευθύνη του διαχειριστή συνεπάγεται πλέον υποχρέωσή του να διαθέτει και εξ ιδίων του τα αναγκαία κεφάλαια προς κάλυψη των τυχόν ελλειμμάτων του ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ, αναβιβάζοντας τη θέση του από απλό διαχειριστή σε επιχειρηματία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας(ΑΠ 1004/2025, ΑΠ 90/2025, ΑΠ 489/2024).

Εξάλλου, με την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ στο Σύστημα Μεταφοράς ή στο Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι, μεταξύ άλλων, στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και την συμβολή στην βιώσιμη ανάπτυξη. Ως εργαλείο όμως για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ στο Σύστημα ή το Δίκτυο ο νομοθέτης δεν επέλεξε την μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής ή διφυούς νομικού προσώπου, ενεργούντος ως φορέως δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, επέλεξε τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας άδειας παραγωγής και της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ αρχικά και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ στη συνέχεια(ή της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, στην περίπτωση που οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών), η οποία χαρακτηρίζεται μάλιστα από τον νόμο ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας" (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 3468/2006). Το γεγονός ότι ουσιώδη στοιχεία της συναπτόμενης σχέσης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας, που εγχέεται στην "δεξαμενή" της χονδρεμπορικής αγοράς, καθορίζονται, και πάλι για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από τον νομοθέτη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη περιστολή της συμβατικής ελευθερίας των εμπλεκομένων μερών, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως συμβατικής σχέσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνήθεις συμβάσεις προσχωρήσεως. Ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για σύμβαση πώλησης, όπως αυτή ρυθμίζεται από τα άρθρα 513 επ. ΑΚ, αλλά για άλλη σύμβαση, που περιλαμβάνει ειδικότερους όρους, ενόψει των χαρακτηριστικών της και ιδίως της ιδιάζουσας θέσης της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ αρχικά και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ στη συνέχεια, οι οποίες ενεργούν κατά κύριο λόγο ως λειτουργοί της αγοράς και όχι ως πραγματικοί αγοραστές, οι οποίες δεν είναι ο πραγματικός χρήστης του προϊόντος ούτε καταβάλλουν την αμοιβή στον παραγωγό από ιδίους πόρους, αλλά την αποδίδουν μέσω του Ειδικού Λογαριασμού, η συναπτόμενη μεταξύ του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ αρχικά και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ στη συνέχεια σχέση αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΟλΣτΕ 1944/2021, ΑΠ 1269/2025, ΑΠ 1004/2025, ΑΠ 90/2025, ΑΠ 489/2024). Κατά συνέπεια, οι διαφορές που προέρχονται από τη σύμβαση μεταξύ παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και των ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ αρχικά και ΛΑΓΗΕ ΑΕ στη συνέχεια, οι οποίες δρουν κατά την κατάρτισή τους ως αντισυμβαλλόμενοι σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (και όχι ως φορείς δημόσιας εξουσίας) λόγω της μη καταβολής ή μη εμπρόθεσμης καταβολής στον παραγωγό του, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιοριζόμενου και οφειλόμενου στον παραγωγό αντιτίμου για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία εγχύθηκε από δικές του πηγές στο σύστημα, προκαλούν διαφορές του ιδιωτικού δικαίου. Στοιχούμενος, άλλωστε, προς την αντίληψη αυτήν, ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή την ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης (και επομένως και των διαφορών από τον προσδιορισμό του οφειλομένου αντιτίμου) είναι τα "πολιτικά Δικαστήρια των Αθηνών". Δεν ασκούν δε επιρροή, από την άποψη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι σκοποί που θάλπονται με τις ως άνω διατάξεις της παραγράφου ΙΓ' του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και συνδέονται με την ομαλή λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού των άρθρων 40 ν. 2773/1999 και 143 ν. 4001/2011, δεδομένου ότι η εξυπηρέτηση των σκοπών δημοσίου συμφέροντος γίνεται δια νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο, όπως στην προκειμένη περίπτωση η ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ αρχικά και ΛΑΓΗΕ ΑΕ στη συνέχεια, δεν ασκεί δημόσια εξουσία, αλλά ενεργεί εντός των πλαισίων της συναλλακτικής δράσης του, επιτυγχανόμενης έτσι της εξυπηρέτησης των σκοπών αυτών με μέσα του ιδιωτικού δικαίου(ΟλΣτΕ 1944/2021, ΑΠ 1269/2025, ΑΠ 1004/2025, ΑΠ 90/2025, ΑΠ 489/2024). Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1269/2025, ΑΠ 90/2025, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1271/2019), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια τής παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 1269/2025, ΑΠ 90/2025, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017).

Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο, ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 1529/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 18.12.2018 αγωγή της κατά της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με την αρχική επωνυμία "Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΓΗΕ ΑΕ", (η οποία μετονομάσθηκε μετά την άσκηση της αγωγής σε "Διαχειριστής ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ" ήδη αναιρεσείουσα), με την οποία ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας [ΑΠΕ], μέσω αιολικού σταθμού που λειτουργεί και εκμεταλλεύεται στη θέση "Τρανή Ρίζα-Βρωμονέρι-Σκατζοχέρι", συνδεδεμένων με το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο. Ότι στο πλαίσιο της δραστηριότητας της αυτής, στις 8.9.2005, σύναψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη, σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στο νόμο και την οικεία υπουργική απόφαση, που καθορίζει το περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης, δυνάμει της οποίας και με τους ειδικότερους περιλαμβανόμενους σ` αυτήν όρους συμφώνησε να πωλεί στην ΔΕΣΜΗΕ την ηλεκτρική ενέργεια που θα παρήγετο από τον ως άνω αιολικό σταθμό της, η δε αντισυμβαλλόμενη εταιρία συμφώνησε να αγοράζει την ενέργεια αυτή έναντι του καθορισθέντος από το νόμο τιμήματος ανά κιλοβατώρα. Ότι συμφωνήθηκε ότι ο τρόπος πληρωμής της θα ελάμβανε χώρα μέσα σε είκοσι [20] ημέρες από την κατάθεση στην εναγόμενη εκάστου σχετικού τιμολογίου και θα οφείλεται τόκος υπερημερίας επί του οφειλόμενου ποσού από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη προειδοποίηση. Ότι αν και η εναγόμενη παρέλαβε ανεπιφύλακτα την παρασχεθείσα από τον ως άνω σταθμό ηλεκτρική ενέργεια, βάσει τιμολογίων πώλησης που εξέδωσε η ενάγουσα, από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2012 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2018, δεν ξόφλησε τα τιμολόγια αυτά, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, κατά την ως άνω δήλη μέρα πληρωμής, ήτοι είκοσι [20] ημέρες από την κατάθεσή τους κατά τα συμφωνηθέντα, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, με συνέπεια να της οφείλει τόκους υπερημερίας, με μόνη της παρέλευση της δήλης αυτής ημέρας εξόφλησης των τιμολογίων. Ότι για τη χρηματοδότηση του κόστους κατασκευής και λειτουργίας του ως άνω σταθμού έχει συνάψει το έτος 2005 με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Alpha Bank Α.Ε.", σύμβαση ομολογιακού δανείου, προς εξασφάλιση δε της δανείστριας τράπεζας για κάθε απαίτησή της παρούσα ή μέλλουσα από τις συμβάσεις αυτές, η ενάγουσα προέβη, σύμφωνα με το Ν.Δ. 17-7/13-8/1923, στην σύναψη με την τράπεζα σύμβαση σύστασης ενεχύρου υπέρ της τράπεζας, με την οποία εκχωρήθηκαν στην τράπεζα οι απαιτήσεις της κατά της εναγομένης, που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Ότι ακολούθως η δανείστρια τράπεζα, αποδεχόμενη σχετικό αίτημά της, σύναψε με την ίδια, στις 23.11.2018, σύμβαση μερικής άρσης ενεχύρου και επανεκχώρησης απαιτήσεων, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα στην εναγομένη, δυνάμει της οποίας η ίδια κατέστη εκ νέου δικαιούχος των επιδίκων απαιτήσεων της. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.206.171,86 ευρώ, που αντιστοιχεί στους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας λόγω καθυστέρησης εξόφλησης εκάστου εκ των αναλυτικά αναφερόμενων στην αγωγή τιμολογίων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθ. 3795/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η υπόθεση δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών αλλά των διοικητικών δικαστηρίων, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή εν μέρει ως αόριστη (κατά το σκέλος που αφορά στα υπ' αριθ. ....2013 , ....2013 και ....2013 τιμολόγια) και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας. Επί δε της εφέσεως που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τον προβληθέντα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, στη συνέχεια δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό του 1.206.171,86€. Με αυτά που δέχθηκε Εφετείο, ότι δηλαδή η διαφορά, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση με την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, που έχει το προπαρατεθέν περιεχόμενο, είναι ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και απέρριψε έτσι τον παραπάνω ισχυρισμό, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, η συναπτόμενη μεταξύ του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ)και της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ σύμβαση αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Κατά συνέπεια, οι προερχόμενες από τη σύμβαση αυτή μεταξύ παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ, η οποία δρα κατά την κατάρτισή της ως αντισυμβαλλόμενος σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας) διαφορές, λόγω της μη καταβολής ή μη εμπρόθεσμης καταβολής στον παραγωγό του, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιοριζόμενου και οφειλόμενου στον παραγωγό αντιτίμου για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία εγχύθηκε από δικές του πηγές στο σύστημα, προκαλούν διαφορές του ιδιωτικού δικαίου. Το γεγονός ότι ουσιώδη στοιχεία της συναπτόμενης σχέσης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας, που εγχέεται στην "δεξαμενή" της χονδρεμπορικής αγοράς, καθορίζονται για λόγους δημοσίου συμφέροντος από τον νομοθέτη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη περιστολή της συμβατικής ελευθερίας των εμπλεκομένων μερών, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως συμβατικής σχέσεως, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνήθεις συμβάσεις προσχωρήσεως. Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιστοίχως τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 200 ΑΚ, 1, 2 ΚΠολΔ και 94 του Συντάγματος, εξαιτίας της οποία κρίθηκε εσφαλμένα ότι η υπόθεση υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο, ότι επίσης παραβιάστηκε.

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί". Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί, είτε διότι εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον είτε διότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας (άρθ. 563 § 2β' ΚΠολΔ, ΑΠ 1527/2025, ΑΠ 1269/2025, ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 347/2021), είτε διότι το τμήμα έλαβε απόφαση για την αίτηση αναίρεσης με πλειοψηφία μιας ψήφου(άρθ. 563 § 2γ' ΚΠολΔ, ΑΠ 1269/2025).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, μετά την κατ' ουσίαν εξέταση των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, εξέτασε και την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα ενώπιον του Εφετείου ένσταση της αναιρεσείουσας εκ του άρθρου 342 ΑΚ, στην οποία αυτή προέβαλε ότι δεν κατέστη υπερήμερη, γιατί η καθυστέρηση εξόφλησης των ποσών των ένδικων τιμολογίων οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη και συγκεκριμένα οφείλεται στην ελλειμματικότητα του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, από τον οποίο αντλούνται τα ποσά, που καταβάλλονται στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, που παράγεται από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τον οποίο λογαριασμό απλώς διαχειρίζεται η ίδια, χωρίς να ευθύνεται για την επάρκεια των κεφαλαίων του. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το Εφετείο με επάλληλες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό απόρριψης, ως αόριστη αι άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμη , η δε απόρριψη αυτή ως προς όλες τις αιτιολογίες της πλήττεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 14, 11 γ' και 19 ΚΠολΔ. Το νομικό ζήτημα, που φέρεται προς κρίση με την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, δηλαδή εάν το γεγονός της ανεπάρκειας ή ελλειμματικότητας διαθέσιμων κεφαλαίων στον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ (του άρθρου 40 του νόμου 2773/1999) συνιστά, ή όχι, εύλογη αιτία καθυστέρησης της πληρωμής του τιμήματος της πωλούμενης ηλεκτρικής ενέργειας και εάν απαλλάσσει, ή όχι, την αναιρεσείουσα από τις συνέπειες της υπερημερίας και, συνακόλουθα, από την υποχρέωσή της για την καταβολή τόκων υπερημερίας, σε περίπτωση παρέλευσης της, συμφωνημένης με τη σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, προθεσμίας για την πληρωμή του τιμήματος, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την με τον αριθμό 378/2025 απόφαση του Α-3 Τμήματος αυτού. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, κατά την πλειοψηφήσασα στο Τμήμα αυτό γνώμη τριών μελών του, κρίθηκε ότι το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα γεγονός της ελλειμματικότητας του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ δεν αποτελεί ζήτημα "εξωγενές" για τον αντισυμβαλλόμενο του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας Λειτουργό της Αγοράς, ούτε συνιστά τυχηρό γεγονός, αλλά ούτε και γεγονός ανώτερης βίας και συνεπώς η από το άρθρο 342 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη Αντίθετα, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα στο Τμήμα αυτό γνώμη δύο μελών του, κρίθηκε ότι τα προαναφερόμενα επικληθέντα και από την αναιρεσείουσα περιστατικά συνιστούν, κατά την έννοια του άρθρου 342 ΑΚ, λόγο που αίρει την υπερημερία της και επιστηρίζει την έλλειψη υπαιτιότητάς της για την εκπρόθεσμη πληρωμή των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης παραγωγού και συνεπώς η από το άρθρο 342 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας είναι νόμιμη. Ενόψει δε, αφενός μεν, του ότι το Τμήμα έλαβε απόφαση για την αίτηση αναίρεσης με πλειοψηφία μιας ψήφου, αφετέρου δε, του γεγονότος ότι το Τμήμα επρόκειτο να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενες αποφάσεις άλλου Τμήματος του Αρείου Πάγου για το ίδιο θέμα, παραπέμφθηκε η επίλυση του νομικού αυτού ζητήματος στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς όλα τα σκέλη του τρίτου λόγου αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η ενδεχόμενη παραπομπή και της κρινόμενης υπόθεσης θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Τέλος, ως προς τον υπολειπόμενο δεύτερο λόγο αναίρεσης, το δικαστήριο τούτο επιφυλάσσεται να αποφανθεί, μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το προαναφερόμενο ζήτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον πρώτο λόγο της από 9.4.2024 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 140/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναβάλλει την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία έχει παραπεμφθεί όμοια υπόθεση με την υπ' αριθ. 378/2025 απόφαση του Α-3 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με το, στο σκεπτικό της παρούσας αναφερθέν, κρίσιμο για την ενότητα της νομολογίας ζήτημα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή