Απόφαση 405 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 405/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Μ. του Η. , κατοίκου ... και 2) Ν. - Δ. Μ. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Στρατοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Μ. του Η. , κατοίκου ... και 2) Ι. Μ. του Η. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παύλο Τοπαλνάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2120/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-03-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 Α, Β και Γ ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 35 παρ. 2 του νόμου 4446/2016, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς επίσης και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει επίσης ότι το ποσό του παραβόλου ανέρχεται στο ποσό των 450 ευρώ, όταν με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση του εφετείου. Με βάση τα προαναφερόμενα, η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης. Εφόσον, όμως, ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται αν δεν κατατεθεί το παράβολο από τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της αναίρεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 242/2025, ΑΠ 825/2022).
Η υπό κρίση από 20-3-2023 αίτηση για την αναίρεση της τελεσίδικης υπ' αριθ. 2120/2022 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης (και μόνον), με την οποία απορρίφθηκε η από 3-3-2022 έφεσή τους κατά της υπ' αριθ. 67/2022 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 25-11-2019 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ'αυτών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 4-11-2022 ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 24-3-2023 (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ) χωρίς το νόμιμο παράβολο όπως σημειώνεται στην έκθεση κατάθεσης του ενδίκου μέσου, το οποίο όμως προσκομίστηκε μεταγενέστερα και πάντως πριν την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. το υπ' αριθ. ... παράβολο ποσού 450 ευρώ (άρθ. 495 § 3 Βδ ΚΠολΔ). Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 § 1 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου, άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Η κατά τα ανωτέρω εικονική δήλωση είναι άκυρη διότι δεν αποδίδει την αληθή βούληση του δηλούντος. Την ακυρότητα αυτή, που είναι απόλυτη, μπορεί να επικαλεσθεί ο δηλών, οι διάδοχοί του, καθώς και κάθε ένας που έχει έννομο συμφέρον εκ της εικονικότητος. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο (ΑΠ 1427/2017). Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015). Ο επικαλούμενος την απόλυτη εικονικότητα φέρει το βάρος αποδείξεως της συνδρομής των προϋποθέσεών της. Ο καθένας από τους κανόνες που θεσπίζουν οι §§ 1 και 2 του άρθ. 138 ΑΚ έχει συγκεκριμένη και διαφορετική, από τον άλλο, αποστολή. Ο πρώτος, προσδιορίζει εννοιολογικά την εικονικότητα εκφράζοντας, συγχρόνως, την αποδοκιμασία του προς αυτή, με το να εκτιμά την εικονική δήλωση βούλησης ή δικαιοπραξία ως άκυρη. Άλλωστε, ο ίδιος κανόνας, προκρίνοντας την ακυρότητα και, άρα, τη μη παραγωγή των έννομων συνεπειών της εικονικής δήλωσης βούλησης ή δικαιοπραξίας, είναι φανερό πως συνιστά κανόνα δικαιοκωλυτικό. Ο δεύτερος κανόνας, έχοντας δεδομένη την έννοια της εικονικότητας και γνωστή την πιο πάνω κύρωση, μεριμνά για την "προαγωγή" σε καταρτισμένη και έγκυρη δικαιοπραξία της νομικής οντότητας που, τυχόν, καλύπτεται κάτω από την εικονική δικαιοπραξία. Με τον τρόπο αυτό, η ίδια διάταξη αξιοποιεί τη βούληση εκείνου ή εκείνων που, επιθυμώντας την παραγωγή των εννόμων συνεπειών ορισμένης δικαιοπραξίας, όχι όμως και την εμφάνισή της στον εξωτερικό κόσμο, μεθοδεύουν την κάλυψή της κάτω από την εικονική. Με τα δεδομένα αυτά, ο κανόνας της ΑΚ 138 § 2 είναι, αναμφίβολα, δικαιοπαραγωγικός. Ετσι, ο δεύτερος προϋποθέτει τον πρώτο, και με την έννοια αυτή είναι συμπληρωματικός του πρώτου. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προηγούμενοι κανόνες ρυθμίζουν την τύχη δύο διαφορετικών δικαιοπραξιών, με αποτέλεσμα ο δεύτερος να μην οδηγεί στην παραγωγή εκείνων των έννομων συνεπειών την επέλευση των οποίων αποκλείει ο πρώτος, γίνεται δεκτό ότι οι ίδιοι κανόνες είναι άσχετοι μεταξύ τους, με άμεσο δικονομικό αποτέλεσμα η επίκληση του δευτέρου κανόνα από τον εναγόμενο να αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 997/2025).
Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του άρθ. 138 ΑΚ συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 180, 513 και 1033 ΑΚ, συνάγονται τα ακολούθα : Σε περίπτωση καταχωρισμένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμβασης πώλησης ενοχικού χαρακτήρα και εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση της πώλησης είναι λόγω της εικονικότητας, δηλαδή λόγω της έλλειψης συναλλακτικής πρόθεσης στα πρόσωπα των μερών, άκυρη, θεωρούμενη γι` αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα και της σύμβασης περί μεταβιβάσεως της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας. Επομένως κρίσιμα ζητήματα για την κατάφαση της εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου είναι η εν γνώσει του πωλητή δήλωση βούλησης περί μεταβίβασης της κυριότητας αυτού, να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής της νομικής του κατάστασης, χωρίς όμως να υπάρχει στον δηλούντα η πρόθεση τέτοιας μεταβολής ,αλλά και η γνώση της εικονικότητας από τον αγοραστή και η συμφωνία τους ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1831/2014, ΑΠ 2088/2013).
Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, κατά το οποίο, άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 625/2018, ΑΠ 563/2016, ΑΠ 304/2016). Αντίθετα, δεν αποτελεί κρίσιμο ζήτημα η καταβολή ή μη του τιμήματος, ο τρόπος της τυχόν καταβολής ή το ύψος αυτού, εφόσον το τίμημα μπορεί να χαρισθεί, να αφεθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση καταβολής να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ` άλλο τρόπο. Το γεγονός, όμως, της μη καταβολής ,είναι δυνατόν να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της πώλησης ή, αντίστροφα, το γεγονός της καταβολής να αποτελέσει τεκμήριο για το ότι η πώληση δεν είναι εικονική (ΑΠ 304/2016, ΑΠ 1153/2011). Ειδικότερα, επειδή ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε και ενός εκ των στοιχείων αυτών την καθιστά άκυρη, το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος, πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, με συνέπεια, εάν η συμφωνία που αφορά το τίμημα έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υπάρχει εικονικότητα κατά την έννοια του άρθρου 138 § 1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής σύμβασης της πώλησης, κατ' επέκταση δε και της εμπράγματης μεταβιβαστικής της κυριότητας του πωληθέντος πράγματος, εάν αφορά ακίνητο, αφού αυτή κατ' άρθρο 1033 ΑΚ είναι αιτιώδης (ΑΠ 187/2013, ΑΠ 1994/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ανεπαρκής αιτιολογία υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή τους, ενώ αντιφατική αιτιολογία υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι όμως και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς εκτίμηση των αποδείξεων , εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (AΠ 110/2018, ΑΠ 251/2017). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Η Π. Μ., μητέρα των εναγόντων και του πρώτου εναγόμενου και γιαγιά του δεύτερου εναγόμενου απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη την ...-2019 σε ηλικία 93 ετών. Προ του θανάτου της, ευρισκόμενη σε καλή διανοητική και ψυχική κατάσταση, όπως δεν αμφισβητείται, προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις τελευταίας βουλήσεως: α) δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2013 δημόσιας διαθήκης της ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Σταφυλά Μαυρίδου, εγκατέστησε κληρονόμους της τα τέκνα της, ως ακολούθως: Στον υιό της Α. Μ. (δεύτερο ενάγοντα) κατέλιπε τα 2/3 των 10/16 που διατηρούσε αφενός στο επί της οδού ... διαμέρισμα και αφετέρου στο επί της οδού ... κατάστημα και στον Ι. Μ. (πρώτο ενάγοντα) κατέλιπε το υπόλοιπο 1/3 των 10/16 επί των ιδίων οριζοντίων ιδιοκτησιών, διευκρινίζοντας ότι στον Α. καταλείπει και τη μερίδα του τρίτου της τέκνου Χ. Μ. (πρώτου εναγόμενου), προκειμένου με τον τρόπο αυτό να αποσβεστεί το χρέος του τελευταίου προς τον πρώτο (Α. Μ.), το οποίο προερχόταν από ανεξόφλητη δανειακή οφειλή. Ωστόσο, βλέποντας η άνω διαθέτης ότι παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε να κατευνάσει τις διαφορές των δύο υιών της, αυτοί συνέχιζαν τη μεταξύ τους δικαστική αντιδικία, στις 21-6-2014 προέβη στην κατάρτιση νεότερης μυστικής διαθήκης, με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμους της ανωτέρω ακίνητης περιουσίας και τα τρία της τέκνα, ισομερώς, ήτοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστο, αναφέροντας ρητά το λόγο για τον οποίο προέβη στην ανωτέρω αλλαγή της προηγούμενης διαθήκης της. Η εν λόγω μυστική διαθήκη δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης την 1-2-2019 από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ελένη Ζωγράφου, με το υπ' αριθμ. ...2019 πρακτικό του δικαστηρίου τούτου. Ακολούθως, μετά τη σύνταξη των παραπάνω διαθηκών και συγκεκριμένα στις 15-12-2017, η Π. Μ. , με το υπ' αριθμ. ...2017 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιφιγένειας Λιμπόνα, που συντάχθηκε στην κατοικία της επί της οδού ... , λόγω επιβάρυνσης της κατάστασης της υγείας της, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι "διορίζει ειδικό αυτής πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της τον Χ. Μ. του Η. και της Π. ... προς τον οποίο χορηγεί την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να προβεί στις παρακάτω ενέργειες: Να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει προς οποιονδήποτε, αντί οποιοσδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει, το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 62,5% εξ αδιαιρέτου από ένα διαμέρισμα του πρώτου εν εσοχή ορόφου (1ου ρετιρέ 8ου τυπικού) με πρόσοψη επί της οδού ... , εμβαδού μετά της αναλογίας των κοινοχρήστων μέτρων τετραγωνικών εξήντα ενός (61 τ.μ.) περίπου...Να εισπράξει το τίμημα, είτε σε μετρητά είτε με επιταγή ή και να πιστώσει με αυτό τους αγοραστές και οποιαδήποτε ασφάλεια... να καταθέτει το τίμημα σε οποιοδήποτε λογαριασμό της εντολέα και σε οποιαδήποτε τράπεζα. Να μεταβιβάσει στους αγοραστές όλα τα δικαιώματα της εντολέα (προσωπικά ή εμπράγματα) και τις συναφείς αγωγές και ενστάσεις της, καθώς και τις αγωγές για την απόδοση του μισθίου...Να υπογράψει την οριστική σύμβαση ή και τυχόν προσύμφωνο, εισπράττοντας αρραβώνα και να συνομολογήσει ποινικές ρήτρες...Η εντολέας δήλωσε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από σήμερα όλες τις πράξεις του πληρεξουσίου της, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από αυτήν την ίδια και ότι το πληρεξούσιο αυτό ισχύει μέχρι να ανακληθεί και να γνωστοποιηθεί νόμιμα η ανάκλησή του...". Με βάση το παραπάνω πληρεξούσιο, ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2018 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, πώλησε στο δεύτερο εναγόμενο υιό του, έναντι τιμήματος 20.000 ευρώ, το οποίο φέρεται να καταβλήθηκε από τον τελευταίο σε προγενέστερο της κατάρτισης της συμβάσεως πωλήσεως χρόνο, τα ποσοστά συγκυριότητας που αυτή διατηρούσε στο επί της οδού ... διαμέρισμα. Στο εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο, μνημονεύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε ως πληρεξούσιος και άμεσος αντιπρόσωπος, όχι μόνο της Π. Μ. , αλλά και του δεύτερου εναγόμενου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2017 πληρεξουσίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ενώ ως αντικειμενική αξία του μεταβιβαζόμενου ιδανικού μεριδίου αναγράφεται το ποσό των 41.956,31 ευρώ. Τέσσερις μήνες μετά τη μεταβίβαση αυτή, και συγκεκριμένα στις 19.7.2018, η εν λόγω διαθέτης προέβη στην κατάρτιση και δεύτερου πληρεξουσίου προς τον ίδιο εξουσιοδοτούμενο υιό της. Με το υπ' αριθμ. ...2018 νέο πληρεξούσιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο ομοίως συντάχθηκε στην κατοικία της, εξουσιοδότησε τον πρώτο εναγόμενο να πωλήσει, υπό τους ίδιους ακριβώς όρους και προϋποθέσεις, και το ποσοστό της κυριότητάς της στο δεύτερο ακίνητό της (κατάστημα) επί της οδού ... , εμβαδού 40 περίπου τ.μ. και να καταθέτει το τίμημα αγοράς σε οποιοδήποτε τραπεζικό της λογαριασμό. Εν συνεχεία, με βάση το άνω πληρεξούσιο, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην κατάρτιση του υπ' αριθμ. ...2018 πωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, με το οποίο φέρεται να μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον δεύτερο εναγόμενο υιό του την ψιλή κυριότητα του ποσοστού των 62,50% εξ αδιαιρέτου που αυτή διατηρούσε κατά πλήρη κυριότητα στο παραπάνω ισόγειο κατάστημα, παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία τούτου εφ'όρου ζωής. Ως τίμημα για την παραπάνω φερόμενη αγοραπωλησία ορίστηκε ομοίως το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο και πάλι εμφανίζεται να κατέβαλε ο δεύτερος εναγόμενος αγοραστής στον άμεσο αντιπρόσωπο της άνω πωλήτριας πατέρα του εκτός του γραφείου της άνω συμβολαιογράφου. Ως αντικειμενική αξία του πιο πάνω ιδανικού μεριδίου ψιλής συγκυριότητας αναγράφεται στο προαναφερθέν συμβόλαιο το ποσό των 111.998,71 ευρώ. Αμφότερες οι παραπάνω συμβάσεις πωλήσεως κρίνονται ως εικονικές, καθόσον τόσο ο πρώτος εναγόμενος ως άμεσος αντιπρόσωπος της πωλήτριας, στο πρόσωπο του οποίου κρίνονται οι προϋποθέσεις της εικονικότητας της δηλώσεως βουλήσεως (ΑΠ 218/2010, ΑΠ 1517/2009, 209/2008 ΤΝΠ ΑΠ), όσο και ο δεύτερος εναγόμενος υιός του ως αγοραστής, ουδέποτε απέβλεψαν στην πώληση των προαναφερθέντων ποσοστών συγκυριότητας επί των ανωτέρω ακινήτων, αλλά στη μεταβίβαση στη μεν πρώτη περίπτωση του ποσοστού εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας, στη δε δεύτερη περίπτωση του ποσοστού εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των ανωτέρω ακινήτων της, χωρίς αντάλλαγμα και μάλιστα χωρίς να υφίσταται υποχρέωση του δεύτερου εναγόμενου αγοραστή να καταβάλει το τίμημα. Το αναγραφέν και στα δύο συμβόλαια πώλησης ότι ο δεύτερος εναγόμενος κατέβαλε για καθένα από τα μεταβιβαζόμενα εμπράγματα δικαιώματα το ποσό των 20.000 ευρώ, ουδόλως αποδεικνύεται. Και τούτο, κατ' αρχάς, διότι και στις δύο περιπτώσεις το αναγραφέν ως καταβληθέν τίμημα ήταν δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την αντικειμενική αξία των μεταβιβασθέντων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αλλά και σε σχέση με την εμπορική τους αξίας η οποία είναι ακόμα μεγαλύτερη, λόγω της θέσης των ακινήτων αυτών σε κεντρικό σημείο της πόλης της Θεσσαλονίκης.
Περαιτέρω, σε καμία από τις δύο μεταβιβάσεις, το τίμημα δεν καταβλήθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου, αλλά αντιθέτως αναγράφεται ότι τούτο καταβλήθηκε κατά δήλωση των συμβαλλομένων εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου σε μετρητά.
Εξάλλου, τα ποσά από τις φερόμενες πωλήσεις, τα οποία θα έπρεπε να ανέρχονται σε 40.000 ευρώ, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι κατατέθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό της πωλήτριας (σημειωτέον ότι στον προσκομιζόμενο τραπεζικό λογαριασμό της στην Ε.Τ.Ε. εισέρρεε αποκλειστικά η σύνταξή της), ούτε ανευρέθησαν εντός της οικίας της μετά το θάνατό της, ούτε αποδεικνύεται ότι διατέθηκαν για την κάλυψη αναγκών της, για τις οποίες (ανάγκες) επαρκούσαν τα έσοδά της που ανέρχονταν σε 1.000 ευρώ μηνιαίως (βλ. δήλωση φορολογίας εισοδήματος για το έτος 2018, σύμφωνα με την οποία η θανούσα, είχε από εισοδήματα από συντάξεις 4.419,96 ευρώ και ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση 7.965 ευρώ). Ούτε, βεβαίως αποδείχθηκε ότι η εν λόγω δικαιούχος ανάλωσε ή θα μπορούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο να αναλώσει τα χρήματα αυτά τους επόμενους τέσσερις (4) μήνες μέχρι το θάνατό της, δοθέντος ότι ήταν υπέργηρη και η ψυχική και διανοητική της κατάσταση ήταν ιδιαιτέρως επιβαρυμένη, ενώ ούτε αποδεικνύεται ότι είχε οφειλές προς τρίτους. Το μόνο ποσό που ανευρέθηκε στην κατοχή της ήταν 5.000 ευρώ, τα οποία διατηρούσε στην οικία της για την κάλυψη των εξόδων κηδείας της. Πέραν όμως τούτων, εάν η Π. Μ. ήθελε να πωλήσει και μεταβιβάσει τα ως άνω εμπράγματα δικαιώματά της στον δεύτερο εναγόμενο εγγονό της, δεν θα προέβαινε στην παροχή πληρεξουσιότητας στον πρώτο εναγόμενο υιό της, για να τα μεταβιβάσει ο ίδιος για λογαριασμό της, αλλά θα προέβαινε απευθείας η ίδια στην πώληση τούτων, για να αποφύγει τα έξοδα για τη σύνταξη των πληρεξουσίων, αλλά και τις επακολουθήσασες αμφισβητήσεις. Αντίθετο συμπέρασμα δε μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου και μητέρα του δεύτερου εξ αυτών Χ. Π. προέβη σε άτυπη γονική παροχή: α) ποσού είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ για την αγορά του ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας της αποβιώσασας για το διαμέρισμα της οδού ... (βλ. την υπ' αριθμ. ...2019 δήλωση φόρου γονικής παροχής προς τη Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς) και β) του ποσού των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ για την αγορά ψιλής κυριότητας ποσοστού εξ αδιαιρέτου του ισογείου καταστήματος της οδού ... (βλ. την υπ' αριθμ. ...2018 δήλωση φόρου γονικής παροχής προς τη Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς), καθώς θα έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να δικαιολογηθεί φορολογικά ότι ο δεύτερος εναγόμενος υιός της διέθετε τα αναγκαία εισοδήματα για να αποκτήσει τα ανωτέρω ακίνητα, καθότι ήταν μη εργαζόμενος φοιτητής και στερούνταν εισοδημάτων. Επιπλέον, για την εικονικότητα των παραπάνω συμβάσεων κατέθεσαν και οι κάτωθι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες. Συγκεκριμένα, η Μ. Μ. και η Δ. Μ. , σύζυγοι των εναγόντων, στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τους κατέθεσαν ότι πρόθεση των εναγομένων ήταν να μεταβιβαστεί όλη η υφιστάμενη τότε περιουσία της Π. Μ. προς τον τελευταίο, με σκοπό να αποκλειστούν τα λοιπά αδέλφια από αυτήν, ότι οι πωλήσεις των ανωτέρω ποσοστών επί των δύο ακινήτων ήταν εικονικές, καθώς ο δεύτερος εναγόμενος δεν κατέβαλε στην πραγματικότητα κανένα τίμημα αγοράς και ότι η ενέργειά τους να της αποσπάσουν τα πληρεξούσια και να μεταβιβάσουν εικονικά τα ποσοστά της στα εν λόγω ακίνητα δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί εάν οι εναγόμενοι δεν εκμεταλλεύονταν την κατάσταση της ψυχικής και διανοητικής της υγεία. Σε απόκρουση του περί εικονικότητας ισχυρισμού των εναγόντων, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η Π. Μ. όφειλε στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 106.080 ευρώ, λόγω δανείου που ο τελευταίος της είχε καταβάλει με αλλεπάλληλες παροχές από το έτος 2000 έως το έτος 2018. Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν του ότι είναι αόριστος, δεν αποδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση, δεν αναιρεί την έλλειψη συμφωνίας καταβολής τιμήματος στις προκείμενες συμβάσεις πωλήσεως, ενώ εάν είχε συμφωνηθεί ότι η απόσβεση του δανείου θα είχε γίνει με τη μεταβίβαση των ποσοστών συγκυριότητας, η βούληση αυτή είναι βέβαιο ότι θα είχε αποτυπωθεί στα ανωτέρω πληρεξούσια ή σε κάποιο άλλο αποδεικτικό έγγραφο. Αντίθετα όμως, από τα ανωτέρω πληρεξούσια συνάγεται ότι η Π. Μ. εξουσιοδοτούσε τον πρώτο εναγόμενο να προβεί σε πραγματικές πωλήσεις των αναφερόμενων περιουσιακών της στοιχείων προς οιονδήποτε τρίτο, έναντι αξιόχρεου τιμήματος το οποίος αυτός, κατά την κρίση του, θα συμφωνούσε και οπωσδήποτε θα κατέθετε σε τραπεζικό της λογαριασμό.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, μετά την ευόδωση της έφεσης των εναγόντων και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά το μέρος που αφορά την απορριπτική διάταξη για την αναγνώριση της εικονικότητας της πώλησης του επί της οδού ... διαμερίσματος, επαναφέρουν παραδεκτά με τις προτάσεις τους (240 ΚΠολΔ) [Κ. Παναγόπουλος σε Κ. Οικονόμου, Η Έφεση, 2017, αρθρ. 522 αρ. 33] τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό τους περί σιωπηρής αναγνώρισης από τους ενάγοντες της συμβάσεως πωλήσεως του εν λόγω διαμερίσματος, επικαλούμενοι ότι αυτοί (ενάγοντες) δύο μήνες μετά το θάνατο της μητέρας τους, παρότι γνώριζαν την επίμαχη σύμβαση πωλήσεως στον δεύτερο εναγόμενο, κατήρτισαν με αυτόν το από 1-3-2019 συμφωνητικό μίσθωσης, με το οποίο συμφώνησαν, με την ιδιότητά τους ως συγκυριών ποσοστού 12,50% έκαστος από την εν λόγω οικία, το οποίο είχαν αποκτήσει από κληρονομική διαδοχή του πατέρα τους Η. Μ. , να του εκμισθώσουν το παραπάνω ποσοστό συγκυριότητάς τους, έναντι συνολικού μηνιαίου μισθώματος 100 ευρώ, χωρίς να επικαλούνται ότι διαθέτουν και επιπλέον ποσοστά συγκυριότητας επί του εν λόγω ακινήτου από την προαναφερθείσα διαθήκη της μητέρας τους. Δηλαδή, κατά τους εναγόμενους, η μη εκμίσθωση του ποσοστού επί του εν λόγω ακινήτου που τους κατέλιπε η θανούσα μητέρα τους με την άνω διαθήκη της, σημαίνει σιωπηρή αναγνώριση της εγκυρότητας της σύμβασης πώλησης του μεριδίου της μητέρας τους στον δεύτερο εναγόμενο. Επί του ισχυρισμού αυτού, λεκτέα τα ακόλουθα: Η ακυρότητα λόγω εικονικότητας αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς η παραίτηση από αυτή είναι ανίσχυρη (ΑΠ 1005/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 124/1994 ΕλΔ 1996.68). Εκ των υστέρων όμως είναι νομικά επιτρεπτή η παραίτηση προβολής της εικονικότητας, η οποία μπορεί να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς, δηλαδή με πράξεις που δεν έγιναν μεν γι' αυτό το σκοπό, συμπερασματικά όμως, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, υποδηλώνουν σαφή βούληση παραίτησης από την εικονικότητας. Αν λοιπόν ο δικαιοπρακτήσας αναγνωρίσει τη δικαιοπραξία ως σπουδαία, στερείται του δικαιώματος να την προβάλλει ως εικονική (ΑΠ 313/1995, Μ. Μαργαρίτη, Επίτομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, 2016, αρθρ. 138-139, αρ. 8). Ενόψει τούτου, ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγομένων πρέπει κατ' αρχήν να θεωρηθεί νόμιμος, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθώς από μόνη της η μη εκμίσθωση στον δεύτερο εναγόμενο του ποσοστού συγκυριότητας που οι ενάγοντες κληρονόμησαν από τη μητέρα τους στο επίδικο διαμέρισμα, δεν αποδεικνύει, κατά την κοινή πείρα και λογική, αναγνώριση της συμβάσεως πωλήσεως των υπόλοιπων ποσοστών προς τον εναγόμενο, καθόσον, κατ' αρχάς δεν αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν τις μεταβιβάσεις αυτές μετά την εκμίσθωση, σε κάθε όμως περίπτωση ουδέποτε συνήνεσαν στην πώληση των μεριδίων της μητέρας τους, αφού εντός του ιδίου έτους άσκησαν την ένδικη αγωγή. Ούτε, εξάλλου το γεγονός ότι λαμβάνουν ένα μέρος του μισθώματος που δικαιούνται βάσει της ανωτέρω συμβάσεως μισθώσεως, εφόσον με την αγωγή τους διεκδικούν και τα λοιπά μισθώματα που αντιστοιχούν στο ποσοστό που κληρονόμησαν, αποδεικνύει την απεμπόλιση των λοιπών δικαιωμάτων τους. Τέλος, απαραδέκτως οι εναγόμενοι επαναφέρουν με τις προτάσεις τους την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση της προσφοράς του ισαξίου, την οποία στηρίζουν στη διάταξη του άρθρου 1836 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ, προς απόκρουση της τρίτης επικουρικής αγωγής μέμψης άστοργου δωρεάς (για τη δυνατότητα άσκησης αγωγής μέμψης άστοργου δωρεάς όταν προσβάλλεται σύμβαση πώλησης ως εικονική και υποκρύπτουσα δωρεά βλ. ΕφΛαρ 44/1991 ΝοΒ 39.1018), καθόσον η αγωγή αυτή δεν μεταβιβάστηκε στο εφετείο (522 ΚΠολΔ), ούτε με τη δική τους έφεση, ούτε με την έφεση που άσκησαν οι αντίδικοί τους. Επομένως, η δήλωση του πρώτου εναγομένου σε αμφότερα τα πωλητήρια συμβόλαια ότι μεταβιβάζει τα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της αντιπροσωπευομένης μητέρας του στον δεύτερο εναγόμενο υιό του, λόγω πωλήσεως, έγινε φαινομενικά και όχι στα σοβαρά. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων και αναγνώρισε την εικονικότητα της σύμβασης πωλήσεως ποσοστών ψιλής συγκυριότητας του επί της οδού ... καταστήματος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2018 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιφιγένειας Λιμπόνα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και θα πρέπει να απορριφθεί τόσο ο σχετικός λόγος έφεσης, όσο και η ...-2022 έφεση των εναγομένων στο σύνολό της ως αβάσιμοι. Όσον αφορά δε την ...-2022 έφεση των εναγόντων, αφού έγινε κατά τα ανωτέρω δεκτή ως βάσιμη και εξαφανίστηκε κατά το μέρος που απέρριψε το αγωγικό αίτημα της αναγνώρισης εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ποσοστών συγκυριότητας του επί της οδού ... διαμερίσματος, θα πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό από το παρόν δικαστήριο, ακολούθως δε να γίνει δεκτή η αγωγή και κατά το μέρος αυτό, αναγνωρισμένης της εικονικότητας και της ανωτέρω συμβάσεως πωλήσεως...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο: α)απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης ποσοστού ψιλής συγκυριότητος που συνήφθη με το υπ' αριθ. ...-2018 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιφιγένειας Λιμπόνα, β) δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την ακυρότητα και της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου όσον αφορά το επι της οδού ... ισόγειο κατάστημα. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 513 και 1033 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας των ενδίκων συμβάσεων πωλήσεως.
Εξάλλου το εφετείο δεν θεμελίωσε την κρίση του περί εικονικότητας των ενδίκων συμβάσεων πωλήσεως αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός της μη καταβολής του τιμήματος εκ μέρους του φερόμενου ως αγοραστή (2ου αναιρεσείοντος) αλλά απλώς χρησιμοποίησε το γεγονός αυτό ως επιχείρημα για το ότι οι συμβάσεις πωλήσεως ήταν εικονικές. Ειδικότερα δέχθηκε ότι: 1) η αποβιώσασα Π. Μ. εξουσιοδότησε τον πρώτο εναγόμενο (1ο αναιρεσείοντα) να προβεί σε πραγματικές πωλήσεις των αναφερόμενων περιουσιακών της στοιχείων προς οιονδήποτε τρίτο, έναντι αξιόχρεου τιμήματος, το οποίος αυτός, κατά την κρίση του, θα συμφωνούσε και οπωσδήποτε θα κατέθετε σε τραπεζικό της λογαριασμό , 2) αντ' αυτού τόσον ο πρώτος εναγόμενος ως άμεσος αντιπρόσωπος της πωλήτριας, όσο και ο δεύτερος εναγόμενος (υιός του) ως αγοραστής, ουδέποτε απέβλεψαν στην πώληση των προαναφερθέντων ποσοστών συγκυριότητας επί των ανωτέρω ακινήτων, αλλά στη μεταβίβαση στη μεν πρώτη περίπτωση του ποσοστού εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας, στη δε δεύτερη περίπτωση του ποσοστού εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των ανωτέρω ακινήτων της, χωρίς αντάλλαγμα και μάλιστα χωρίς να υφίσταται υποχρέωση του δεύτερου εναγόμενου αγοραστή να καταβάλει το τίμημα , 3) τούτο αποδείχθηκε από το ότι και στις δύο περιπτώσεις το αναγραφέν ως καταβληθέν τίμημα ήταν δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την αντικειμενική αξία των μεταβιβασθέντων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, αλλά και σε σχέση με την εμπορική τους αξία, η οποία είναι ακόμα μεγαλύτερη, λόγω της θέσης των ακινήτων αυτών σε κεντρικό σημείο της πόλης της Θεσσαλονίκης , 4) σε καμία από τις δύο μεταβιβάσεις, το τίμημα δεν καταβλήθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου, αλλά αντιθέτως αναγράφεται ότι τούτο καταβλήθηκε κατά δήλωση των συμβαλλομένων εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου σε μετρητά , 5) τα ποσά από τις φερόμενες πωλήσεις, τα οποία θα έπρεπε να ανέρχονται σε 40.000 ευρώ, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι κατατέθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό της πωλήτριας, ούτε ανευρέθησαν εντός της οικίας της μετά το θάνατό της, ούτε αποδεικνύεται ότι διατέθηκαν για την κάλυψη αναγκών της , 6) Δεν αποδείχθηκε ότι η δικαιούχος ανάλωσε ή θα μπορούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο να αναλώσει τα χρήματα αυτά τους επόμενους τέσσερις (4) μήνες μέχρι το θάνατό της, δοθέντος ότι ήταν υπέργηρη και η ψυχική και διανοητική της κατάσταση ήταν ιδιαιτέρως επιβαρυμένη, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι είχε οφειλές προς τρίτους , με συνέπεια αμφότερες οι συμβάσεις πωλήσεως και μεταβιβάσεως των εμπραγμάτων επί των ακινήτων δικαιωμάτων, να είναι άκυρες λόγω εικονικότητος.
Συνεπώς και οι δύο αναιρετικοί λόγοι κατά άπαντα αυτών τα σκέλη, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, κατ` επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Μη υπάρχοντος ετέρου προς έρευνα αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι αυτοί συνδέονται μεταξύ τους με συγγενικό δεσμό δευτέρου βαθμού συγγένειας (179, 183, ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2023 αίτηση των Χ. Μ. και Ν. - Δ. Μ. για την αναίρεση της τελεσίδικης υπ' αριθ. 2120/2022 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ