ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 407/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 407/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 407/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 407 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 407/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 08 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Ζ. του Κ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ε. Ζ. , με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάστανο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις αγωγές: α) από 17-04-2010 της ήδη αναιρεσίβλητης και β) από 09-07-2011 του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2018 μη οριστική, 126/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-04-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος (ΑΠ 88/2024), η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε , είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες(ΑΠ 88/2024). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 88/2024, ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 88/2024, ΑΠ 1382/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 88/2024, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 473/2021, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017) και επίσης σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 140/2010), διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος λόγω της αοριστίας του ως απαράδεκτος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 140/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) έμπορος αυτοκινήτων στα Ιωάννινα, με σύμβαση στις 11-12-2006 ανέθεσε την λειτουργία του συνεργείου της στον ενάγοντα(ήδη αναιρεσείοντα) μηχανικό αυτοκινήτων για εργασίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δεκαετής με δικαίωμα καταγγελίας υπό εκατέρου των μερών για σπουδαίο λόγο και επί ποινή ρήτρας για την περίπτωση μη ύπαρξης τούτου (ενν. σπουδαίου λόγου) ύψους είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Ο ενάγων θα λειτουργούσε ως ανεξάρτητος επαγγελματίας με δελτίο παροχής υπηρεσιών, εκδιδόμενα προς την ενάγουσα και αμοιβή ποσοστού 70% επί του ποσού που κάθε πελάτης κατέβαλε στην ενάγουσα, του υπολοίπου 30% ανήκοντος στην τελευταία. Δηλαδή το όχημα του πελάτη καταχωρούνταν στο βιβλίου εισόδου- εξόδου του συνεργείου "... ΕΠΕ", ο πελάτης κατέβαλε την αμοιβή επισκευής στην υποδοχή της ενάγουσας, ο ενάγων εξέδιδε απόδειξη στο όνομα αυτής (... ΕΠΕ) με τις εργασίες, αξία αμοιβής του χωρίς ΦΠΑ, την ένδειξη έκπτωση 30% που αφορούσε προμήθεια της ενάγουσας και εν συνεχεία υπολόγιζε την αμοιβή σε ποσοστό 70% της καθαρής αξίας της εργασίας του και προσέθετε τον αναλογούντα ΦΠΑ. Οι αποδείξεις αυτές καταχωρίζονταν στο λογιστήριο της τελευταίας και στο τέλος κάθε μήνα γινόταν η εκκαθάριση και καταβαλλόταν η συμφωνηθείσα αμοιβή. Περί το έτος 2008 οι σχέσεις των μερών διερράγησαν λόγω μη τήρησης υπό του ενάγοντος ωραρίου, μη συμπλήρωσης εντύπων, μη χρήσης φόρμας εργασίας και γαντιών και μη έγκαιρης πληρωμής των αμοιβών υπό της εναγούσης και μετά από καταγγελία της σύμβασης στις 15-7-2009 ο ενάγων αποχώρησε συλλέγοντας και τα εργαλεία του και παρέδωσε το χώρο στην ενάγουσα. Η καταγγελία αυτή εγένετο για σπουδαίο λόγο καθώς μεταξύ των διαδίκων εξέλειπε η αμοιβαία εμπιστοσύνη...(ενν. που) καθιστούσε την συνεργασία αδύνατη...Το γεγονός αυτό καθιστά ουσιαστικά αβάσιμη την αξίωση της ενάγουσας για ποσό... 20.000 ευρώ από κατάπτωση της ποινικής ρήτρας. Επίσης, αβάσιμη είναι και η αξίωση της ενάγουσας όπως υποχρεωθεί ο Λ. Ζ. να της καταβάλει 972,82 ευρώ για αποδείξεις που αυτός εισέπραξε και δεν της απέδωσε το άνω ποσό, που αναλογούσε στο 30% του αθροίσματος των και εδικαιούτο εκ της συμβάσεώς τους. Τούτο διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο Λ. Ζ. ούτε είχε ταμειακή διαχείριση, ούτε μπορούσε να έχει, αφού αυτή ανήκε πλήρως στο λογιστήριο της ενάγουσας, άλλωστε ανάγονται σε εξωτερικές εργασίες, που παρέσχε σε τρίτους εκτός του συνεργείου της. Επίσης, η αξίωση της ενάγουσας να της καταβληθούν 4.488,88 ευρώ για διάφορα εργαλεία που φέρεται ο ενάγων να αφαίρεσε κατά την αποχώρησή του διότι τα εργαλεία αυτά ανήκαν κατά κυριότητα στον τελευταίο και τούτο προκύπτει και από τη μεταξύ τους 11-12-2006 σύμβαση. Η αξίωση του ενάγοντος να καταβάλει σ' αυτόν η εναγόμενη... (ήδη αναιρεσίβλητη) 17.876,96 ευρώ, ως φερόμενη υπερήμερη στις αμοιβές του για εργασίες που εξετέλεσε τυγχάνει ουσία αβάσιμη, διότι απεδείχθη ότι ο ενάγων το διάστημα 4-8-2008 έως 13-7-2009 εξέδωσε αποδείξεις συνόλου 25.514,58 ευρώ. Εκ του ποσού αυτού εδικαιούτο17.714,58 ευρώ αφαιρουμένης της αναλογίας 30% που ανήκε στην ενάγουσα και ποσού 6.000 ευρώ που ομολογεί αγωγικώς ότι έλαβε και 1.800 ευρώ, (ενν.που) όφειλε στην εναγομένη (ενάγουσα) από αγορά ανταλλακτικών καθ' ομολογίαν επίσης. Για το διάστημα 4-8-2008 έως 13-7-2009 ο ενάγων εξέδωσε και αποδείξεις 162,38 ευρώ και συνολικά εδικαιούτο 17.876,96 ευρώ. Ωστόσο, προκύπτει με αποδείξεις φέρουσες της υπογραφή του ότι έλαβε 17.951,72 ευρώ έχοντας εξοφληθεί και δη 1) την 5-2-2009 απόδειξη 3.751,72 ευρώ, 2) την 30-2-2009 απόδειξη 7.400 ευρώ, 3) την 30-4-2009 ποσού 4.300 ευρώ, 4) την 31-5-2009 απόδειξη ποσού 2.500 ευρώ (3.751,72+7.400+4.300+2.500=17.951,72). Οι αιτιολογίες των αποδείξεων αυτών ως έναντι λογαριασμού ή εξόφληση Ζ. έως την 31-12-2008 είναι αδιάφορες, ανεξαρτήτως υπό ποιου εγγράφησαν, ως μη έχουσες έννομη επιρροή και μη δυνάμενες να αλλοιώσουν το άθροισμα του ακριβώς ληφθέντος (17.951,72) ποσού καθιστώσες την αγωγική αξιώση ως εξοφληθείσα ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, η αξίωση του ενάγοντος για ποινική ρήτρα 20.000 ευρώ είναι αβάσιμη δεδομένου ότι όπως προεξετέθη υφίστατο σπουδαίος λόγος όπως η ενάγουσα καταγγείλει την σύμβαση". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις τόσο του αναιρεσείοντος, όσο και της αναιρεσίβλητης, έκαστος των οποίων παραπονείτο για την απόρριψη με την εκκαλουμένη απόφαση της αντίστοιχης αγωγής του κατά του άλλου και επικύρωσε την απόφαση αυτή. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου μη κατονομαζόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και έτσι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή του, τόσο κατά το ποσό των 17.876,96 ευρώ, που ζητεί ως αμοιβή του για τις παρασχεθείσες στην εναγομένη-ήδη αναιρεσίβλητη υπηρεσίες του για το χρονικό διάστημα από 4-8-2009 έως 13-7-2009, με βάση την μεταξύ τους από 11-12-2006 σύμβαση, όσο και κατά το ποσό των 20.000 ευρώ, που ζητεί ως ποινική ρήτρα, γιατί κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο την σύμβαση αυτή. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι γιατί είναι αόριστοι, δεδομένου ότι δεν καθορίζονται, ως προς την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της και ως προς την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια επίσης η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, αλλά υπό την επίκληση των από το άρθρο αυτό πλημμελειών, ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι πρέπει α) να γίνει ουσιαστικά δεκτή η ένσταση εξόφλησης, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη ως προς το αιτούμενο με την αγωγή του αναιρεσείοντος ποσό των 17.876,96 ευρώ και β) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της ίδιας αγωγής για καταβολή ως ποινική ρήτρα του ποσού των 20.000 ευρώ, επειδή έγινε δεκτό ότι, πέραν του αναιρεσείοντος, που είχε σπουδαίο λόγο να καταγγείλει την σύμβαση, όπως και την κατήγγειλε, τέτοιο σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης είχε και η αναιρεσίβλητη γιατί η διάρρηξη των σχέσεων των διαδίκων και η αδυναμία συνεργασίας τους από το έτος 2008 και εφεξής επήλθε και λόγω της μη τήρησης από τον αναιρεσείοντα του ωραρίου εργασίας, της μη συμπλήρωσης εντύπων και της μη χρήσης φόρμας εργασίας και γαντιών από αυτόν.

Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση(ΑΠ 1732/2025, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 80/2023, ΑΠ 133/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, "Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που περιέχει τη μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή στο αρχαιότερο. Αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα". Η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και γι` αυτό ο καταλογισμός μπορεί να ρυθμιστεί διαφορετικά, με συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ρητή ή σιωπηρή, είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή (ΑΠ 1732/2025, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1342/2022). Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης, όμως, μπορεί να συμφωνήσει, ρητά ή σιωπηρά, στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 ΑΚ, αλλά κατά τη συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 361 του ιδίου Κώδικα (ΑΠ 847/2023, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1147/2020), αυτός δε, που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού, αποδεικνύει αυτήν (ΑΠ 847/2023, ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1147/2020). Έτσι υπάρχει, συμπερασματικά συναγόμενη, (σιωπηρή) αποδοχή της πρότασης καταλογισμού του δανειστή από τον οφειλέτη, όταν ο τελευταίος δεν όρισε κατά την καταβολή κάτι σχετικό, ενώ ο δανειστής προσδιόρισε που θα καταλογιστεί το καταβαλλόμενο και ο οφειλέτης, χωρίς να φέρει αντίρρηση, προέβη στην καταβολή (ΑΠ 847/2023, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1093/2017). Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α` του άρθρου 422 ΑΚ μονομερές προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β` του ίδιου άρθρου κριτήρια, κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β` του άρθ. 422 ΑΚ (ΑΠ 1732/2025, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1342/2022), το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά, όχι μόνο, όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 1732/2025, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1147/2020). Έτσι, ενόψει και της ρύθμισης του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, εάν ο εναγόμενος οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, ισχυρισθεί, κατ` ένσταση, ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη. Ο δανειστής, αποδεχόμενος την καταβολή, αμυνόμενος, μπορεί, κατ` αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, στην περίπτωση δε αυτή, ο δανειστής, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται, είναι υποχρεωμένος ν` αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα (ΑΠ 1732/2025, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 559/2022, ΑΠ 133/2022). Ειδικότερα, όπως σε κάθε ένσταση, πρέπει ν` αναφέρονται από το δανειστή, που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα που, κατά νόμο, την θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από τo δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα ν` αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, γιατί αλλιώς η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη(ΑΠ 666/2020, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 575/2015). Αν αποδειχθεί η ύπαρξη του άλλου χρέους, ο εναγόμενος οφείλει, προτείνων σχετική επαντένσταση, να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε, είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν άσκησης από αυτόν του σχετικού μονομερούς δικαιώματος επιλογής, είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ. β` ΑΚ σειρά (ΑΠ 1732/2025, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 559/2022, ΑΠ 133/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018). Επίσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελούν "πράγματα", η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 851/2015, 10/2008). ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 109/2012).

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8(όχι δε και 3, που επικαλείται) του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τους κατωτέρω ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς του και έτσι απέρριψε την αγωγή του και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: α) τον προβληθέντα με την προσθήκη των προτάσεων του και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης πραγματικό ισχυρισμό του ότι οι αποδείξεις πληρωμής προς αυτόν, τις οποίες προσκόμισε η αναιρεσίβλητη για να γίνει δεκτή η ένσταση εξόφλησης, που προέβαλε, δεν αφορούν τις επίδικες με την αγωγή του συναλλαγές τους από την μεταξύ τους σύμβαση, αλλά μη επίδικες παρασχεθείσες στην αναιρεσίβλητη υπηρεσίες του με βάση την ίδια σύμβαση για το χρονικό διάστημα πριν τις 4-8-2008, β) τα αναφερόμενα στην από 5-12-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο δικαστικός γραφολόγος Π. Τ. , ο οποίος διορίστηκε με την 60/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, μετά από προβληθείσα από τον ίδιο ένστασης πλαστότητας της από 5-2-2009 επίδικης απόδειξης πληρωμής, ποσού 3.751,72 ευρώ ως προς το εάν η φράση "εξόφληση έως και 31-12- 2008", που περιέχεται σε αυτήν, τέθηκε από τον ίδιο, ή από κάποιον από τους διαχειριστές της αναιρεσίβλητης Ν. και Γ. Κ. , ή από κάποιο άλλο πρόσωπο, στην οποία έκθεση ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι η φράση αυτή δεν γράφτηκε από τον ίδιο, ή από τους Ν. και Γ. Κ. , αλλά από τρίτο πρόσωπο, με πιθανότητα όμως να χρησιμοποιήθηκε στην επίδικη εγγραφή ο ίδιος στυλογράφος, αλλά με χρονική καθυστέρηση και έτσι επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη αυτή φράση συμπληρώθηκε εκ των υστέρων από υπάλληλο της αναιρεσίβλητης, κατ' εντολή των ανωτέρω διαχειριστών της και γ) ότι η αναιρεσίβλητη, δεν είχε σπουδαίο λόγο να καταγγείλει την σύμβαση, η δε καταγγελία της από τον ίδιο έγινε γιατί αυτή παραβίασε κατάφωρα τους όρους της σύμβασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα τρία μέρη του: Κατά το πρώτο μέρος γιατί η προβληθείσα πρωτοδίκως με την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσείοντος αντένσταση, ότι οι επικαλούμενες με την ένσταση εξόφλησης, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, καταβολές της συνολικού ποσού 17.951,72 ευρώ, δεν αφορούν το επίδικο χρέος της αλλά προγενέστερα (πριν τις 4-8-2008) χρέη της για αμοιβές του, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει για το ορισμένο του εν λόγω ισχυρισμού, όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 422 ΑΚ, αναλυτικά τις προγενέστερες οφειλές της αναιρεσίβλητης, που προέρχονται από παρασχεθείσες πριν τις 4-8-2008 υπηρεσίες του, ούτε το ύψος αυτών και με την αιτιολογία αυτή απορρίφθηκε η αντένσταση και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνεπώς η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη αυτή, δεν ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, γιατί δεν αποτελούν "πράγματα" οι αόριστοι και γι' αυτό απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και για τους οποίους συνεπώς το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Κατά το δεύτερο μέρος ο λόγος είναι αβάσιμος γιατί η ένσταση πλαστότητας, που προέβαλε ο αναιρεσείων, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, το οποίο την έκρινε αλυσιτελή, δεχόμενο ότι "οι αιτιολογίες των αποδείξεων αυτών ως έναντι λογαριασμού ή εξόφληση Ζ. έως την 31-12-2008 είναι αδιάφορες, ανεξαρτήτως υπό ποίου εγγράφησαν, ως μη έχουσες έννομη επιρροή και μη δυνάμενες να αλλοιώσουν το άθροισμα του ακριβώς ληφθέντος (17.951,72) ποσού καθιστώσες την αγωγική αξιώση ως εξοφληθείσα ουσιαστικά αβάσιμη", ενώ με τα λοιπά αναφερόμενα στο μέρος αυτό πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι πρέπει να γίνει ουσιαστικά δεκτή η ένσταση εξόφλησης, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη ως προς το αιτούμενο με την αγωγή του αναιρεσείοντος ποσό των 17.876,96 ευρώ. Τέλος κατά το τρίτο μέρος ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί καταβολής σε αυτόν του ποσού των 20.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα εξετάστηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ενώ με τα λοιπά αναφερόμενα στο μέρος αυτό πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά σχετική ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 22-4-2024 αίτηση του Λ. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 126/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή