ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 411/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 411/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 411/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 411 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 411 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: M. - A. G. (Μ. - Α. Γ.), κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Κωνσταντίνο Ταμπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2015 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη, ανέγνωσε την από 28-03-2024 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Παναγιώτας Γκουδή-Νινέ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 176/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024). Από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο επίδοσης της αναίρεσης με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στη πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 313/2025, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1578/2021). Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 457/2025, ΑΠ 313/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου … , με έδρα το Πρωτοδικείο … , Κ. Τ. , την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου αυτού ακριβές αντίγραφο της αρ. πρωτ. ... βεβαίωσης αναβολής της συζήτησης της από 21-12-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 107/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (29-9-2025) στην οποία είχε αναβληθεί η υπόθεση από την αρχική δικάσιμο της 8-4-2024, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του αναιρεσίβλητου Γιασεμή Καραγιάννη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα του αντίκλητου αυτής για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), της με αριθ. 107/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτόν (αναιρεσίβλητο) προς τον αναιρεσείοντα η τυχόν αντικατάστασή της.

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 21-12-2015 αίτηση αναίρεσης (με αριθμό κατάθεσης .../2015, αριθ.δικ. .../2022) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα ως άνω με αριθμό 107/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 A.K. , με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, και κατά τη διάταξη του άρθρου 807 Α.Κ. , αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1807/2007). Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρεώσεως για καταβολή τόκων, αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν (ΑΠ 1349/2023). Με την καταβολή η ενοχή του αποσβήνεται (άρθρο 416 ΑΚ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1382/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 302/2023, ΑΠ 166/2016). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής, των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών ( ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : "...Το Σεπτέμβριο 1998 στη Ρόδο καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων άτυπη σύμβαση έντοκου δανείου, δυνάμει της οποίας κατά το χρονικό διάστημα από 8.10.1998 μέχρι 22.1.1999 ο ενάγων (αναιρεσείων), κάτοικος ... , μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο), κάτοικο ... , το συνολικό χρηματικό ποσό των 60.000 λιρών Αγγλίας, με τη συμφωνία να του επιστραφεί το ποσό αυτό σε δραχμές με τους νομίμους τόκους του μέχρι τον Ιούνιο 2000. Ο εναγόμενος, προς εκπλήρωση της υποχρέωσής του για επιστροφή του δανείου, κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα το κεφάλαιο του δανείου, ποσού 60.000 ευρώ (εννοεί λίρες), καθώς και τους νομίμους τόκους του, όπως αποδεικνύεται ιδίως από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον εναγόμενο από 2.11.1998, 2.12.1998, 2.1.1999, 2.2.1999, 2.3.1999, 2.4.1999, 2.5.1999, 2.6.1999, 2.7.1999, 2.8.1999, 2.9.1999, 2.10.1999, 2.11.1999, 2.12.1999, 2.1.2000, 2.2.2000, 2.3.2000, 2.4.2000, 2.5.2000, 2.6.2000 και 2.7.2000 εξοφλητικές αποδείξεις που αφορούν σε καταβολή μηνιαίων τόκων, ποσού 320.000 δραχμών, και φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, και την από 12.7.2000 εξοφλητική απόδειξη, ποσού 60.000 λιρών Αγγλίας, η οποία φέρει τις υπογραφές αμφοτέρων των συμβαλλομένων διαδίκων. Ο ενάγων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του στην προαναφερθείσα από 12.7.2000 εξοφλητική απόδειξη. Για τη διερεύνηση του ισχυρισμού του αυτού διατάχθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη από τη γραφολόγο Ι. Β. - Π. , η οποία στην από 28.8.2006 έκθεσή της καταλήγει ρητά στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην επίμαχη εξοφλητική απόδειξη έχει χαραχθεί από τον ενάγοντα και ως εκ τούτου είναι γνήσια. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην ίδια κρίση, περί της γνησιότητας της υπογραφής του ενάγοντος στην επίμαχη απόδειξη, κατέληξε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου που το με το υπ' αριθμ. .../2007 βούλευμα του - το οποίο επικυρώθηκε, κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως, με το υπ' αριθμ. .../2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου- αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του εναγομένου για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απόπειρα απάτης ενώπιον δικαστηρίου, πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν στη Ρόδο το Σεπτέμβριο 2003 εις βάρος του ενάγοντος. Τέλος, ο ενάγων στην παρούσα δίκη, χωρίς να αμφισβητεί τη γνησιότητα της υπογραφής του στην επίμαχη εξοφλητική απόδειξη, θέτει σε αμφισβήτηση τη νοητική του κατάσταση κατά το χρόνο υπογραφής της εν λόγω απόδειξης, προσκομίζοντας προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του την από 5.9.2012 γνωμάτευση του γραφολόγου S. T.- S. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος, ο οποίος δεν προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό, αλλά προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και δη όχι με λόγο έφεσης αλλά με τις προτάσεις του στην κατ' έφεση δίκη και επί πλέον χωρίς να γίνεται επίκληση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, έπρεπε η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε σε όμοια κρίση, δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως απέρριψε την αγωγή του. Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 806, 807 και 416 του ΑΚ , δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι , α) στη Ρόδο το Σεπτέμβριο του έτους 1998 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων άτυπη σύμβαση έντοκου δανείου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων (αναιρεσείων) μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο), κατά το χρονικό διάστημα από 8.10.1998 μέχρι 22.1.1999, το συνολικό χρηματικό ποσό των 60.000 λιρών Αγγλίας, με τη συμφωνία να του επιστραφεί το ποσό αυτό σε δραχμές με τους νόμιμους τόκους του μέχρι τον Ιούνιο 2000, β) ο εναγόμενος κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα το κεφάλαιο του δανείου και τους νόμιμους τόκους του και συγκεκριμένα τμηματικά τους νόμιμους τόκους, κατά το χρονικό διάστημα από 2.11.1998 έως 2.7.2000, λαμβάνοντας εξοφλητικές αποδείξεις που αφορούν σε καταβολή μηνιαίων τόκων, ποσού 320.000 δραχμών και φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος και την 12-7-2000 το κεφάλαιο ποσού 60.000 λιρών Αγγλίας, λαμβάνοντας την από 12.7.2000 εξοφλητική απόδειξη, η οποία φέρει τις υπογραφές αμφοτέρων των συμβαλλομένων διαδίκων και γ) ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η υπογραφή στην προαναφερθείσα από 12.7.2000 εξοφλητική απόδειξη δεν είναι δική του αποκρούεται από την από 28.8.2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Ι. Β. - Π. , η οποία ρητά καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η υπογραφή στην επίμαχη εξοφλητική απόδειξη έχει χαραχθεί από τον ενάγοντα και είναι γνήσια υπογραφή του. Από τις παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, ενώ συμφωνήθηκε να επιστραφεί το ποσό του δανείου σε δραχμές, τελικά την 12-7-2000 αυτό επιστράφηκε σε λίρες Αγγλίας, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται, αφού αναφέρεται ότι η καταβολή αυτή έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα υπογράφοντας τη σχετική εξοφλητική απόδειξη. Επομένως ο περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθμ.19, περί αντιφατικών αιτιολογιών απορρίπτεται, ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1 και 2, 522 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό μπορεί, ως εκκαλών, να προβάλει το πρώτον στην κατ` έφεση δίκη νέους ισχυρισμούς μόνο με την έφεση ή το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και εφόσον επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ που καθιστούν παραδεκτή τη βραδεία προβολή τους. Η προβολή νέου ισχυρισμού με τις προτάσεις του εκκαλούντος είναι απαράδεκτη ( ΑΠ 88/2011, Α.Π. 1771/2007, 2070/2007, 468/2007, 409/2002, 984/1992). Διαφορετικά, όμως, έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων, που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα-εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο (ΑΠ 458/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων- ενάγων -εκκαλών πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του που προβλήθηκε ενώπιον του με τις προτάσεις του, ότι κατά το χρόνο της σύνταξης της φερόμενης εξοφλητικής απόδειξης είχε σημαντική μείωση της συνείδησής του λόγω φαρμακευτικών ουσιών που είχε διοχετεύσει ο αντίδικος στον οργανισμό του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και του δικογράφου της από 1-11-2011 έφεσης του αναιρεσείοντος - ενάγοντος - εκκαλούντος, και των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου προκύπτει ότι, ο τελευταίος πρότεινε το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και όχι με λόγο έφεσης τον ως άνω ισχυρισμό και επομένως ορθώς το Εφετείο τον απέρριψε κατά τα ανωτέρω ως απαράδεκτο.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, διότι ο αναιρεσίβλητος εξαιτίας της ερημοδικίας του ,δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-12-2015 αίτηση του M. - A. G. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 107/2015 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή