ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 421/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 421/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 421/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 421 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 421/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ορσαλίας Σουροπάνη, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. , η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: C. W. του F. , κατοίκου ... , που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1338/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 627/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τα άρθρα 59 του Ν. 5221/2025 και 112 του Ν. 5264/2025, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη, όμως, ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της ένδικης από 26-1-2022 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2022 αίτησης αναίρεσης, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επισπεύδεται με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από το επιδοθέν στο αναιρεσείον επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, με την από 13-1-2025 επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή Θ. Χ. , μετά από γραπτή παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, Νικολάου Κατράκη, ο οποίος είχε πληρεξουσιότητα προς επίσπευση της συζήτησης, δυνάμει της από 3-9-2024 εξουσιοδότησης του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα θεωρημένης για το γνήσιο της υπογραφής του από το Προξενικό γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδας στη Μανίλα. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην ορισθείσα ως άνω δικάσιμο (21-10-2025), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου που νομίμως επισπεύδει τη συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 627/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση ούτε άλλωστε το παριστάμενο αναιρεσείον επικαλείται επίδοση αυτής, δημοσιεύθηκε στις 28-1-2020 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 31-1-2022, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, δεδομένου ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 § 1 του ν. 4690/2020 και 83 § 1α' του ν. 4790/2021, όπως η τελευταία ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, τα χρονικά διαστήματα επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας από 13-3-2020 ως 31-5-2020 και από 7-11-2020 ως 5-4-2021, αντίστοιχα, λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της επιδημικής νόσου του κορωνοϊού, δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ενώ με το άρθρο 49 § 1 του ν. 4963/2022 ορίζεται ότι "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες [......] της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", και, επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 § 3 του ΚΠολΔ, για την άσκηση της αναίρεσης, δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε αυτή.

Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 14-3-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2017) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών, εργαζόμενος ως φύλακας - θυρωρός στην Ελληνική Πρεσβεία στο Βατικανό, δυνάμει της από 13-5-1996 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι η μηνιαία αντιμισθία του (επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής), μετά τις επελθούσες μειώσεις με βάση τους Ν. 3833/2010 και 3845/2010, διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.867,50 ευρώ και ότι ακολούθως, δυνάμει της ΥΑ ...-10, όπως παραδεκτά ως προς το σημείο τούτο διευκρινίστηκε η αγωγή με τις πρωτόδικες προτάσεις του (άρθρο 224 ΚΠολΔ), μειώθηκε περαιτέρω από 1-10-2010 και εφεξής κατά 367,50 ευρώ μηνιαίως, με βάση το άρθρο 13 του Ν. 2162/1993, που ορίζει ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει προσωπικού, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον η μείωση δικαιολογείται από τις επιτόπιες συνθήκες. Ότι η ανωτέρω Υπουργική Απόφαση, η οποία αναφέρεται γενικώς και αορίστως στις δημοσιονομικές συνθήκες της Ελλάδας και στην προσπάθεια εξυγίανσης αυτών, καθώς και σε λόγους ανώτερης βίας που δεν εξειδικεύονται, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού με αυτή δεν γίνεται καμία αναφορά στις συνθήκες της αγοράς εργασίας της Ιταλίας, οι οποίες αποκλειστικά και μόνο έπρεπε να ληφθούν υπόψη, συνεπώς αντίκειται και στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και, ως εκ τούτου, είναι παράνομη και καταχρηστική. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε, κατόπιν τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το συνολικό ποσό των (367,50 ευρώ Χ 78 μήνες =) 28.664 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις περικοπές της μηνιαίας αντιμισθίας του κατά το ποσό των 367,50 ευρώ από τον Οκτώβριο του 2010 έως και τον Μάρτιο του 2017, ήτοι επί 78 μήνες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1338/2018 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 6.982,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις δεκαεννέα (19) μηνών, ήτοι Σεπτεμβρίου 2015 έως και Μαρτίου 2017, ενώ απέρριψε τις απαιτήσεις του προγενέστερου χρονικού διαστήματος, επειδή είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Μετά από έφεση του εναγομένου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 627/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση αίτησή του.

ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των αναγκαίων για τη θεμελίωση του δικαιώματος πραγματικών περιστατικών, του οποίου η προστασία ζητείται και των οποίων πρέπει να γίνεται αναφορά με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, 597/2015). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2020, 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής, της ποιοτικής και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1321/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, παρότι υπήρχε νομική αοριστία, αφού με αυτή γίνεται επίκληση των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, καθώς και των άρθρων 13 του Ν. 2162/1993 και 129 παρ. 2 του Ν. 3566/2007, το δε Εφετείο έκρινε ως εφαρμοστέες τις διατάξεις των άρθρων 13 του Ν. 2162/1993, 131 παρ. 1, 10 και 11 του Ν. 419/1976 και 149 του Ν. 3566/2007, ενώ η ένδικη αγωγή δεν διαλαμβάνει κανένα κρίσιμο περιστατικό ως πραγματικό όρο εφαρμογής των διατάξεων περί επιδόματος, ως διακριτής έννοιας έναντι της μηνιαίας αντιμισθίας, και δη με προσδιορισμό του συγκεκριμένου ποσού που αντιστοιχεί σε μέρος της ως άνω αντιμισθίας. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής και το υποβληθέν αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσέδωσε στα αναφερόμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπήγαγε τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στις, κατά την κρίση του, εφαρμοστέες διατάξεις, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης, το γεγονός δε ότι στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και σε άλλες διατάξεις, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία, ειδικότερα δε, αναφέρονται στο δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του ασκηθέντος με αυτή δικαιώματος του ενάγοντος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 18/2008, 15/2006, ΑΠ 19/2025, 1756/2024). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: ".... Ο ενάγων, με την από 13-5-1996 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσελήφθη από το εναγόμενο, ως φύλακας - θυρωρός στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Βατικανό. Η ένδικη σύμβαση υπεγράφη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 419/1976 περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών από τον Προϊστάμενο της Διπλωματικής Αρχής, ο οποίος ενήργησε, υπό την ιδιότητά του αυτή, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου. Με τον πρώτο όρο της σύμβασης ορίστηκε ότι ο ενάγων προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με μηνιαία αποζημίωση που καθορίζεται στην υπ' αρ. ...-96 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, η οποία (αποζημίωση) θα καταβάλλεται κάθε δύο μήνες και υπόκειται στις νόμιμες κρατήσεις. Το έτος 2010, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και 3 παρ. 1 του ν. 3845/2010 περικόπηκαν οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων, με συνέπεια να μειωθεί και το επίδομα του ενάγοντος από το ποσό των 2.075 ευρώ στο ποσό των 1.867,50 ευρώ. Ως προς τις μειώσεις αυτές το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι έγιναν νομίμως και δεν ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο, εφόσον ο ενάγων δεν έχει ασκήσει έφεση. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η ...-2010 Υπουργική Απόφαση, με την οποία μειώθηκε, από την 1η-10-2010 το ύψος της μηνιαίας αντιμισθίας του αντιδίκου στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως. Η μείωση της μηνιαίας αντιμισθίας του ενάγοντος δεν αιτιολογείται στην ως άνω απόφαση, στην οποία, μάλιστα, δεν γίνεται οιαδήποτε μνεία των συνθηκών που επικρατούν στο Βατικανό (επιτόπιες συνθήκες), οι οποίες έπρεπε να ληφθούν υπόψη, προκειμένου να λάβει χώρα η ως άνω περικοπή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Πρέπει να επισημανθεί ότι από τον προσκομιζόμενο στα Ιταλικά, από 11-4-2007 Εθνικό Κανονισμό των εργασιακών σχέσεων των απασχολούμενων σε Πρεσβείες, Προξενεία, Αντιπροσωπείες και Μορφωτικά Ινστιτούτα στην Ιταλία, που επικαλείται το εναγόμενο (λαμβάνεται υπόψη ως μη πληρούν τα στοιχεία του νόμου αποδεικτικό μέσο και εκτιμάται ελεύθερα), δεν προκύπτει οιοδήποτε στοιχείο για τις συνθήκες που επικρατούν στο Βατικανό, όπου υπηρετεί ο ενάγων. Έστω και αν ο μισθός των εργαζομένων στην Ιταλία, που ασχολούνται με παρόμοια με τον ενάγοντα καθήκοντα ανερχόταν, το έτος 2008, στο ποσό των 1.247,74 ευρώ, δεν ασκεί επιρροή, διότι, πέραν του ότι αναφέρεται σε προγενέστερο χρονικό διάστημα, δεν αρκεί από μόνο αυτόν τον Κανονισμό να κριθούν όλες οι επικρατούσες, ειδικά στο Βατικανό, συνθήκες. Άλλωστε, από το νόμο, η αντιμισθία των υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό, δεν βρίσκεται σε συνάρτηση με τον μισθό των εργαζομένων στο κράτος όπου υπηρετούν, διότι στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε ρητή αναφορά. Τέλος, ούτε το εναγόμενο αναφέρει ποιες είναι οι επιτόπιες εκείνες συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη μείωση της αντιμισθίας του ενάγοντος. Εφόσον λοιπόν δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία αυτή μείωση της αντιμισθίας του ενάγοντα, ποσού 367,50 ευρώ, δικαιολογείται από τις επιτόπιες συνθήκες, αυτή έγινε παρά το νόμο.....".

Με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα, αν οι επιτόπιες συνθήκες που επικρατούσαν στο Βατικανό κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι κατά τον χρόνο έκδοσης της ΥΑ ...-2010, δικαιολογούσαν ή όχι τη μείωση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται αφενός μεν ότι από τον προσκομισθέντα από 11-4-2007 Εθνικό Κανονισμό των εργασιακών σχέσεων των απασχολουμένων σε Πρεσβείες, Προξενεία, Αντιπροσωπείες και Μορφωτικά Ινστιτούτα στην Ιταλία δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο για τις συνθήκες που επικρατούν στο Βατικανό, χωρίς ωστόσο να αναφέρει, έστω συνοπτικά, το περιεχόμενο του εν λόγω Κανονισμού αναφορικά με τις εργασιακές σχέσεις των απασχολουμένων σε Πρεσβείες στην Ιταλία, όπως εν προκειμένω ο αναιρεσίβλητος, αφετέρου δε, όλως αντιφατικώς, ότι ο ως άνω Κανονισμός δεν αρκεί από μόνος του, προκειμένου να κριθούν οι επικρατούσες στο Βατικανό συνθήκες σε σχέση με τα προαναφερόμενα εργασιακά ζητήματα, χωρίς να προσδιορίζει τα επιπλέον στοιχεία που απαιτούνται προς απόδειξη των επιτόπιων συνθηκών του Βατικανού.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 του Ν. 2162/1993.

V. Μετά από αυτά, και αφού παρέλκει η εξέταση του τρίτου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης ποσού 500 ευρώ σε βάρος του Δημοσίου, καθόσον αυτός καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 σε συνδ. προς την παρ. 2 του άρθρου μόνου της υπ' αριθ. 134423 της 8-12-1992/20-1-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 627/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2026.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή