Απόφαση 422 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 422/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. Π. του Ν. , κατοίκου ... , 2) Ν. - Α. Σ. του Δ. , κατοίκου ... και 3) Δ. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 6-11-2023 προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 9-11-2023 προτάσεις.
Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 16-10-2023 προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ο. Π. του Ν. , κατοίκου ..., 2) Ν. - Α. Σ. του Δ. , κατοίκου ... και 3) Δ. Κ. του Γ. , κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 6-11-2023 προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2011 αγωγή των ήδη Α αναιρεσειόντων και την από 2-12-2013 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της ήδη Α αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3715/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι Α αναιρεσείοντες με την από 18-7-2019 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 519/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 6130/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α αναιρεσείοντες με την από 18-4-2023 αίτηση τους και η Β αναιρεσείουσα με την από 20-4-2023 αίτησή της. Με τις υπ' αριθμ. .../2025 και .../2025 Πράξεις του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 702/2024, 156/2024, 936/2018, 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 1-4-2025 υπ' αριθ. .../2025 και .../2025 πράξεις του Προέδρου του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτές και συνίστανται στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί των από 18-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023) και από 20-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023) αντιστοίχων αιτήσεων αναίρεσης, που είχαν συζητηθεί στη δικάσιμο της 7-11-2023, ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-11-2025) με σκοπό την επανάληψη της συζήτησης. Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης (και ερήμην του εκκαλούντος Π. Β. του Ν. , ο οποίος δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 6130/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δικάσαντος ως Δικαστηρίου της παραπομπής μετά την έκδοση της με αριθμό 519/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 6148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων της πρώτης αναίρεσης, στις 23-3-2023, όπως αυτοί ισχυρίζονται με την κρινόμενη αίτησή τους, χωρίς να αμφισβητείται τούτο από την αντίδικό τους, αμφότερες δε οι αιτήσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 21-4-2023, συνεπώς είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι η διαδικαστική διαδρομή αυτής έχει ως εξής: Οι αρχικώς ενάγοντες (συνολικά 6), μεταξύ των οποίων οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης και αναιρεσίβλητοι της δεύτερης (αρχικώς πρώτη, πέμπτη και έκτος των εναγόντων, αντίστοιχα), άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-6-2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2011) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκαν στην αλλοδαπή τράπεζα "AMERICAN EXPRESS BANKING CORP." μέχρι την 30-6-2009, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, λόγω παύσης των εργασιών της στην Ελλάδα, κατά τον χρόνο δε της απόλυσής τους κατείχαν τις θέσεις και ελάμβαναν τις αποδοχές που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή. Ότι δυνάμει του άρθρου 14 της από 17-5-1984 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που συνήφθη μεταξύ τριάντα τριών (33) τραπεζών και της ΟΤΟΕ, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 1483/1984 (ΦΕΚ 153/8-10-1984) και έχει αποκτήσει ισχύ νόμου, την οποία έχει συνυπογράψει και η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, η τελευταία υποχρεούται να τους απορροφήσει. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν Α) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τους απορροφήσει με ένταξη στο προσωπικό της και Β) ι. να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, στη θέση, με τον βαθμό και με τις αποδοχές που είχαν κατά τον χρόνο της απόλυσής τους, με απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ για τον καθένα και για κάθε ημέρα άρνησής της να τους απασχολεί πραγματικά και ιι. να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 7-6-2011 έως 13-12-2013, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης (και ερήμην δύο προσεπικληθεισών ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, μη διαδίκων στη δίκη αυτή), η υπ' αριθ. 3715/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από όλους τους ενάγοντες (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι) η από 21-9-2015 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...2015 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 6148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, καθόσον έκρινε ότι ο προαναφερθείς όρος 14 της από 17-5-1984 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας έχει ενοχικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα και ότι, συνεπώς, δεν γεννά αγώγιμη αξίωση σε βάρος των συμβληθεισών τραπεζών. Κατόπιν άσκησης της από 18-6-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης, εκ μέρους τεσσάρων εναγόντων - εκκαλούντων μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι, εκδόθηκε η με αριθμό 519/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκρινε ότι ο επίμαχος όρος της ως άνω ΕΣΣΕ (ΟΤΟΕ - Τραπεζών) είναι κανονιστικός, δεδομένου ότι ρυθμίζει το ζήτημα της πρόσληψης, από τις συμβληθείσες στην εν λόγω ΕΣΣΕ τράπεζες, των υπαλλήλων που απολύονται από τις ξένες τράπεζες εξαιτίας παύσης των εργασιών τους στην Ελλάδα, και όχι ενοχικός και ότι, ως εκ τούτου, γεννά αγώγιμη αξίωση των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι, κατά των συμβληθεισών σ' αυτή τραπεζών, υπό την επιφύλαξη της τυχόν απαιτούμενης κυβερνητικής έγκρισης, συνακόλουθα δε, ότι το Εφετείο έσφαλε μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 14 της από 17-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ, 25 παρ. 2 του Ν. 1483/1984, 2 και 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 και Ν. 3239/1955, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, και αφού δέχθηκε τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση. Ακολούθως, με την από 26-7-2021 κλήση των τεσσάρων εκκαλούντων - αναιρεσειόντων της από 18-6-2019 αίτησης αναίρεσης, μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι, η υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6130/2022 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης (και ερήμην του εκκαλούντος Π. Β. του Ν. , ο οποίος δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση ως προς τους παρασταθέντες εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσιβλήτους και, αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς αυτούς και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να τους απορροφήσει, με ένταξη στο προσωπικό της, με συμβάσεις και σε θέσεις αντίστοιχες εκείνων που είχαν στην αλλοδαπή Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS BANKING CORP." και με τις ανάλογες των θέσεων που θα ενταχθούν αποδοχές, ενώ έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, όπως και πρωτοδίκως, ως προς το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας, καθώς και ως προς το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους απασχολεί. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "......Η αγωγή, ως προς το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία υποχρεούται να απορροφήσει, με ένταξη στο προσωπικό της, τους ενάγοντες, βάσει του όρου 14 της δημοσιευθείσης στο ΦΕΚ Β' 356/5.6.1984 και κυρωθείσης με τον Ν. 1483/1984, από 17/5/1984 Σ.Σ.Ε. μεταξύ Ο.Τ.Ο.Ε. και (33) Τραπεζών, τυγχάνει νόμιμη, με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 1, 2 και 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990, Ν 3239/1955, 25 παρ. 2 Ν.1483/1984 και 14 της ως άνω Σ.Σ.Ε. (βλ. και άρθρο 8 της από 14/5/2013 Σ.Σ.Ε. μεταξύ Ο.Τ.Ο.Ε. - Τραπεζών, για τα έτη 2013-2015) και ερευνητέα περαιτέρω κατ' ουσίαν -σημειωτέον δε ότι, ως εκ του κανονιστικού του χαρακτήρα, ο υπ' όψιν όρος συνεπάγεται άμεση και αναγκαστική δέσμευση (άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990) υπέρ και εις βάρος ενός εκάστου απολυθέντος και εργοδότη (τράπεζας), αντίστοιχα, δίχως να είναι αναγκαία η επίκληση των διατάξεων περί γνησίας υπέρ τρίτου συμβάσεως-, τούτο δε ισχύει και για τον τέταρτο καλούντα (ενν. τον τρίτο των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων Δ. Κ.), δικηγόρο με έμμισθη εντολή, που παρείχε στην ως άνω αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία τις υπηρεσίες του, έναντι πάγιας αντιμισθίας, τελούσε, δηλαδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπό συνθήκες παρόμοιες με αυτές των υπολοίπων καλούντων (άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 1876/1990), είναι, όμως, η αγωγή απορριπτέα ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημά της περί μισθών υπερημερίας, όπερ προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό και ως προς το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγόμενη τράπεζα να απασχολεί τους ενάγοντες. (......) προέκυψαν τα ως κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη και η τρίτη των καλούντων (ενν. τις πρώτη και δεύτερη των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, Ο. Π. και Ν. - Α. Σ. , αντίστοιχα) είχαν προσληφθεί από την αλλοδαπή Τράπεζα "AMERICAN ΕXPRΕSS BANKING CORP." τα έτη 1995 και 1998, αντίστοιχα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλοι, ο δε τέταρτος καλών είχε, επίσης, προσληφθεί από την άνω Τράπεζα, το έτος 1990, με σύμβαση έμμισθης εντολής, ως νομικός σύμβουλος με πάγια αντιμισθία, και οι τρεις δε, λόγω παύσης εργασιών της εργοδότριάς τους στην Ελλάδα, απολύθηκαν στις 30/6/2009, όπως αποδεικνύεται εκ των από 30/6/2009 προσκομιζόμενων και επικαλούμενων εγγράφων περί καταγγελίας των συμβάσεών τους, έλαβαν δε, κατά την αποχώρηση από την εργασία τους, τα (μικτά) ποσά των 306.000 ευρώ η πρώτη, των 139.823 ευρώ η τρίτη και των 263.725 ευρώ o τέταρτος των καλούντων, όπως προκύπτει δε, από τα προσκομιζόμενα συμφωνητικά συμβιβασμού, σε συνδυασμό με όλα τα τεθέντα την κρίση ταυ Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά στοιχεία, οι υπόψη συμβιβασμοί δεν αφορούν σε "εθελούσια έξοδο" των ανωτέρω εναγόντων από την υπηρεσία έναντι των άνω χρηματικών ποσών, ως ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά σε συμφωνία των διαδίκων για το ύψος των αποζημιώσεων απόλυσής τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν, εκτός από τις νόμιμες αποζημιώσεις για την καταγγελία των συμβάσεών τους, και επιπλέον ποσά που τους κατέβαλε η εργοδότρια τραπεζική εταιρεία, ώστε να καλυφθούν τυχόν αξιώσεις από τις συμβάσεις τους και για να μην αμφισβητηθεί η εγκυρότητα των καταγγελιών, δεν είχαν, δηλαδή, οι ενάγοντες την επιλογή να συνεχίσουν να εργάζονται ή να αποχωρήσουν από την εργασία τους, λαμβάνοντας τα παραπάνω ποσά, όπως συμβαίνει στα προγράμματα εθελουσίας εξόδου από την υπηρεσία, καθώς η απόλυσή τους, λόγω της παύσης των εργασιών της εργοδότριάς τους στην Ελλάδα, είχε αποφασιστεί και ήταν δεδομένη ήδη κατά τον χρόνο που συμφώνησαν εν σχέσει με το ύψος των αποζημιώσεών τους, είναι δε χαρακτηριστική η διαλαμβανόμενη στο από 18/6/2009 έγγραφο προς το προσωπικό διευκρίνιση τού Γενικού Διευθυντή της Τράπεζας, Κ. Κ. , κατά την οποία "είτε εργαζόμενος επιλέξει εμπροθέσμως να εισπράξει την αυξημένη αποζημίωση και να λύσει συμβιβαστικώς κάθε τυχόν διαφορά του με την Τράπεζα, είτε όχι, η σύμβαση εργασίας του θα λυθεί με καταγγελία από μέρους της Τράπεζας (απόλυση)". Κατ' ακολουθίαν, ουδαμώς αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συναινετικής αποχώρησης των εναγόντων από την εργασία τους, αυτοί δε, σαφώς εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της από 17/5/1984 Σ.Σ.Ε. μεταξύ Ο.Τ.Ο.Ε. και Τραπεζών και έχουν άμεσο δικαίωμα πρόσληψης -το οποίο προκύπτει από την κανονιστική ρύθμιση, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, του όρου 14 της άνω ΣΣΕ- σε βάρος (και) της εναγομένης Εθνικής Τράπεζας (μη απαιτουμένης προηγούμενης κυβερνητικής έγκρισης προς τούτο, αφού πρόκειται για ιδιωτική τράπεζα), όπως και η ίδια, άλλωστε, αναγνωρίζει στο από 23/3/2010 έγγραφό της προς τον σύλλογο υπαλλήλων της "AMERICAN EXPRESS BANKING CORP.", ως προς δε τον ισχυρισμό της ότι δεν βαρύνεται μόνον αυτή με την υποχρέωση πρόσληψης των εναγόντων, αλλά και οι υπόλοιπες Τράπεζες που υπέγραψαν την ως άνω Σ.Σ.Ε. και ότι πρόκειται για διαιρετή παροχή, για την οποία θα έπρεπε οι ενάγοντες να απευθυνθούν στην Ο.Τ.Ο.Ε. , κρίνεται πως η επίδικη υποχρέωση αφορά σε αδιαίρετη παροχή -που μπορεί να απαιτηθεί από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, κατά την προτίμηση του δανειστή (άρθρα 494 παρ. 1 και 482 ΑΚ)-, διαφορετικά, η εφαρμογή του όρου 14 της 17-5-1984 Σ.Σ.Ε. θα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τις υπόχρεες Τράπεζες και αυτός θα καθίστατο, τελικά, ανεφάρμοστος....".
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο της από 18-4-2023 αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 14 της από 17-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ, 25 παρ. 2 του Ν. 1483/1984, 2 και 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 και Ν. 3239/1955, με την απόρριψη ως νόμω αβάσιμου του αιτήματός τους να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους απασχολεί. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα το Εφετείο, καίτοι δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του όρου 14 της από 17-5-1984 ΕΣΣΕ και ότι, συνεπώς, η εναγομένη υποχρεούται να τους απορροφήσει, με το να κρίνει απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο το αίτημά τους να υποχρεωθεί η τελευταία να τους απασχολεί, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, εφόσον, ενόψει της κανονιστικής ισχύος του όρου 14 της ανωτέρω ΕΣΣΕ, γεννάται άμεση αξίωση τούτων για πρόσληψη, ήτοι για κατάρτιση συμβάσεων εργασίας και συνεπώς για απασχόλησή τους (με καταβολή των αποδοχών τους), δια της οποίας και μόνον ολοκληρώνεται η "απορρόφηση" που διαλαμβάνει ο ανωτέρω όρος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σκέλος της, με το οποίο κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή ως προς το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία να απασχολεί τους ενάγοντες, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του κριθέντος ως βάσιμου πρώτου λόγου παρέλκει η έρευνα των λοιπών (δευτέρου και τρίτου) λόγων της από 18-4-2023 αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι βάλλουν κατά του ιδίου ως άνω σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία σημειωτέον ότι δεν προσβάλλεται κατά το μέρος που με αυτήν κρίθηκε μη νόμιμο το αίτημα της ένδικης αγωγής για επιδίκαση μισθών υπερημερίας.
IV. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρο 648 παρ.1 ΑΚ) μπορεί να λυθεί είτε με καταγγελία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, η οποία είναι μονομερής και αναιτιώδης δικαιοπραξία, μπορεί δε να γίνει και από τον εργαζόμενο, ρητά ή σιωπηρά (οικειοθελής αποχώρηση) (ΑΠ 1400/2021, ΑΠ 1594/2017, ΑΠ 2238/2013) ή με σύμβαση και δη με νεότερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών (εργοδότη και εργαζομένου), που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ισχύουσας και στο εργατικό δίκαιο αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου (ΑΠ 1786/2025, 853/2024, 1650/2022, 573/2018).
Περαιτέρω, και η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου (άρθρα 42 επ. του Ν. 4194/2013), όπως κάθε διαρκής ενοχική σύμβαση, μπορεί να λυθεί, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 651 και 669 ΑΚ, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα δηλ. από τους προβλεπόμενους γι' αυτήν ειδικούς τρόπους λύσης, και με αντίθετη συμφωνία, η οποία αποτελεί κοινό τρόπο λύσης των διαρκών ενοχικών συμβάσεων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 185, 189, 192 και 195 ΑΚ, για την κατάρτιση σύμβασης κατ' άρθρο 361 ΑΚ απαιτείται πρόταση (που δεσμεύει τον προτείνοντα καθ' όλο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχθεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση), αποδοχή αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων, και περιέλευση της αποδοχής στον προτείνοντα μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει και, αν δεν είχε τάξει, έως τη στιγμή που κατά τις περιστάσεις ήταν υποχρεωμένος να την περιμένει, από την οποία και συντελείται η σύμβαση (ΑΠ 845/2019, 60/2015, 1085/2010).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της από 20-4-2023 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία επικαλείται την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παραβίαση εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 14 της από 17-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ, κυρωθείσας με το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1483/1983, και 871 ΑΚ, η οποία συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα του τρόπου λύσης των συμβάσεων εργασίας/έμμισθης εντολής των αναιρεσιβλήτων. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αφενός μεν ότι οι συμβάσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων καταγγέλθηκαν εγγράφως από την εναγομένη αλλοδαπή Τράπεζα στις 30-6-2009 με καταβολή σ' αυτούς του ποσού των 306.000 ευρώ, 139.823 ευρώ και 263.725 ευρώ αντίστοιχα, αφετέρου δε ότι υπεγράφησαν μεταξύ των ιδίων ως άνω διαδίκων συμφωνητικά συμβιβασμού, τα οποία δεν αφορούν σε "εθελουσία έξοδο" των εναγόντων από την υπηρεσία, αλλά στο ύψος των αποζημιώσεων απόλυσής τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν, εκτός από τις νόμιμες αποζημιώσεις για την καταγγελία των συμβάσεών τους, επιπλέον ποσά που τους κατέβαλε η εργοδότρια Τράπεζα, ώστε να καλυφθούν τυχόν αξιώσεις από τις συμβάσεις τους και να μην αμφισβητηθεί η εγκυρότητα των καταγγελιών, πλην όμως δεν διαλαμβάνει στο σκεπτικό της απόφασής του, με πληρότητα, το περιεχόμενο των επίμαχων συμφωνητικών, ώστε να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο το αντικείμενο του καταρτισθέντος συμβιβασμού, ενώ δεν αναφέρει τα ποσά που συμφωνήθηκε, με αυτά, να καταβληθούν στους ενάγοντες ούτε τα ποσά της οφειλόμενης σε έκαστο τούτων νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, την οποία (νόμιμη αποζημίωση) υπερβαίνουν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, τα ως άνω συμφωνηθέντα να καταβληθούν σ' αυτούς ποσά. Ούτε αναφέρει άλλωστε την ημερομηνία κατάρτισης των εν λόγω συμφωνητικών συμβιβασμού, ώστε να προκύπτει αν αυτά προηγήθηκαν της καταγγελίας των ένδικων συμβάσεων ή έπονται αυτής, ζήτημα κρίσιμο εν προκειμένω, αφού η τυχόν προηγηθείσα συναινετική λύση των ένδικων συμβάσεων με τα ως άνω συμφωνητικά καθιστά άνευ σημασίας τη μεταγενέστερη έγγραφη καταγγελία, η οποία προϋποθέτει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα υφισταμένη κατά τον χρόνο αυτής σύμβαση. Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του ελλιπείς αιτιολογίες, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι συμβάσεις των εναγόντων (εργασίας για τις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων και έμμισθης εντολής για τον τρίτο εξ αυτών) λύθηκαν με καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης, οι οποίες (ελλιπείς αιτιολογίες) καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 της από 17-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ, κυρωθείσας με το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1483/1983, και 871 ΑΚ.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της από 20-4-2023 αναίρεσης αναίρεσης.
V. 1) Το άρθρο 14 της από 17-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1483/1983, ορίζει ότι "Οι τράπεζες, όπως έκαναν και στο παρελθόν, θα απορροφούν και στο μέλλον τους απολυομένους υπαλλήλους από τις ξένες τράπεζες όταν οι απολύσεις γίνονται εξ αιτίας παύσης των εργασιών τους στην Ελλάδα. Θα προηγείται, όπου απαιτείται, κυβερνητική έγκριση". Η απορρέουσα από το άρθρο αυτό υποχρέωση των τραπεζών προς απορρόφηση των απολυομένων υπαλλήλων των ξένων τραπεζών, καίτοι θεσπίζεται ως συλλογική, εν τούτοις δεν είναι διαιρετή, με την έννοια της υποχρέωσης απορρόφησης εκ μέρους εκάστης των συμβαλλομένων τραπεζών ίσου αριθμού εκ του συνόλου των εκάστοτε απολυομένων υπαλλήλων ούτε νοείται, άλλωστε, ταυτόχρονη απορρόφηση των απολυομένων εκ μέρους όλων των συμβαλλομένων τραπεζών.
Εξάλλου, η ως άνω ΕΣΣΕ δεν διαλαμβάνει ειδική ρύθμιση περί ισομερούς κατανομής των εκάστοτε απολυομένων υπαλλήλων των ξένων τραπεζών μεταξύ των 33 συμβληθεισών τραπεζών, ορίζοντας συγχρόνως και το αρμόδιο όργανο προς λήψη και υλοποίηση της σχετικής απόφασης. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο απολυθείς υπάλληλος δικαιούται να επιλέξει ο ίδιος, μεταξύ των ως άνω 33 τραπεζών, εκείνη από την οποία επιθυμεί να απορροφηθεί, η δε τελευταία θα μπορεί να αποκρούσει αυτή την επιλογή ως καταχρηστική, εφόσον συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προς τούτο προϋποθέσεις.
2) Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 7 παρ. 1, 8, 42 επ. του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208/23.9.2013), που είναι ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις του άρθρων 1, 63, 92 Α επ. του προϊσχύσαντος ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων", το οποίο (Ν.Δ.) ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (2009), ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός και όταν παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου, η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών, με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του ν. 4194/2013 και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις των άρθρων 42 έως 46 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΟλΑΠ 45/2002, ΑΠ 34/2024, 821/2022, 417/2021, 308/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 με τίτλο "Έκταση εφαρμογής του νόμου" ορίζονται τα εξής: "1. Ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στην γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ' οίκον εργαζόμενοι. 2. Εφαρμόζεται επίσης και σε φυσικά πρόσωπα τα οποία, αν και δεν συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, παρέχουν εργασία υπό συνθήκες εξάρτησης και εμφανίζουν ανάγκη προστασίας αντίστοιχη με αυτή των εργαζομένων".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της από 20-4-2023 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, 14 της από 17-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1483/1984, 480, 482 και 494 παρ. 1 του ΑΚ, η οποία πλημμέλεια συνίσταται στο ότι: α) ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων, που είχε την ιδιότητα του δικηγόρου και απασχολήθηκε με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις της από 17-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ, επειδή δεν παρείχε εξαρτημένη εργασία στην τελευταία και β) η υποχρέωση απορρόφησης των απολυομένων, με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 της προαναφερόμενης ΕΣΣΕ, βαρύνει εξίσου όλες τις τράπεζες και όχι μόνο την αναιρεσείουσα και επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η εναγομένη έχει την υποχρέωση να απορροφήσει τους ενάγοντες, παραβίασε τη διάταξη του 480 ΑΚ, ερμηνεύοντας εσφαλμένα και μη εφαρμόζοντας αυτήν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. V.1 νομική σκέψη. Ως προς το πρώτο σκέλος του, ο ίδιος λόγος είναι βάσιμος, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. V.2 νομική σκέψη, καθόσον οι δικηγόροι, που συνδέονται με τις τράπεζες με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, δεν παρέχουν εξαρτημένη εργασία και, ως εκ τούτου, δεν υπάγονται αυτοδικαίως στις τραπεζικές ΣΣΕ, όπως η επίμαχη από 17-5-1984 ΕΣΣΕ, εκτός αν υπάρχει ειδική προς τούτο συμφωνία, της οποίας δεν γίνεται επίκληση εν προκειμένω.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς τον τρίτο των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, Δ. Κ., ο οποίος δεν καταλαμβάνεται από τον όρο 14 της από 17-5-1984 ΣΣΕ, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, 14 της από 17-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1483/1984, 480, 482 και 494 παρ. 1 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 1, 63 και 92Α επ. του Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων".
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας να απορροφήσει τους ενάγοντες, με ένταξη στο προσωπικό της, με συμβάσεις και σε θέσεις αντίστοιχες εκείνων που είχαν στην αλλοδαπή Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS BANKING CORP." και με τις ανάλογες των θέσεων που θα ενταχθούν αποδοχές. Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των κριθέντων ως βάσιμων δευτέρου και τρίτου (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγων της από 20-4-2023 αίτησης αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αυτής, ο οποίος βάλλει κατά του ιδίου ως άνω σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δεδομένου ότι αναιρείται η απόφαση του Εφετείου που δίκασε ως δικαστήριο της παραπομπής, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ' του ΚΠολΔ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς τον σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατά τη νέα δικάσιμο οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Τέλος οι αναιρεσίβλητοι εκάστης αναίρεσης, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αντιστοίχων αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή νόμιμου σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 18-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023) και 20-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 6130/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Διακρατεί την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη της από 18-4-2023 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους της από 20-4-2023 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ