Απόφαση 423 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 423 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Τ. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Μήτσουρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Μη κεδροσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "Σχολές Αμερικανικής Παροικίας Αθηνών" (American Community Schools of Athens), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Έλλης Ανδριανάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Β) Του αναιρεσείοντος: Μη κεδροσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "Σχολές Αμερικανκής Παροικίας Αθηνών" (American Community Schools of Athens), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Έλλης Ανδριανάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Τ. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Μήτσουρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2011 αγωγή του ήδη Α αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1620/2015 μη οριστική και 238/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 987/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο Α αναιρεσείων με την από 26-6-2024 αίτησή του και το Β αναιρεσείον με την από 28-6-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Οι πληρεξούσιοι των Α και Β αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των Α και Β αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1358/2024, 1151/2024, 3/2022, 205/2020).
Εν προκειμένω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 28-6-2024 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...2024 αίτησης αναίρεσης του εφεσιβλήτου - εναγομένου μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "Σχολές Αμερικανικής Παροικίας Αθηνών" κατά του εκκαλούντος - ενάγοντος Τ. Κ. και β) της από 26-6-2024 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...2024 αίτησης αναίρεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος κατά του εφεσιβλήτου - εναγομένου, με τις οποίες προσβάλλεται η υπ' αριθ. 987/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 20-6-2023 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 238/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 28-11-2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2011) αγωγή αυτού κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, ενώ κηρύχθηκε βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, Σ. Γ. (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη), λόγω θανάτου αυτού. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο εναγόμενο σωματείο στις 5-6-2024, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο αυτής με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή Α. Α. , και οι ένδικες αιτήσεις ασκήθηκαν την 1-7-2023 και την 3-7-2024, αντίστοιχα. Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, παραδεκτώς επισκοπούμενα κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Τ. Κ. (ήδη αναιρεσείων της δεύτερης αναίρεσης και αναιρεσίβλητος της πρώτης) άσκησε κατά του μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "Σχολές Αμερικανικής Παροικίας Αθηνών" (ήδη αναιρεσείοντος της πρώτης αναίρεσης και αναιρεσιβλήτου της δεύτερης) και κατά του Σ. Γ. (μη διαδίκου, όπως προελέχθη, στην παρούσα αναιρετική δίκη), την από 28-11-2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2011) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από το εναγόμενο σωματείο την 1-7-2008, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία από 1-7-2010 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου του εκπαιδευτηρίου του εναγομένου, απασχολήθηκε δε έως την 21-9-2011, οπότε το τελευταίο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, την οποία δήλωσε ότι συμψηφίζει με το αχρεωστήτως καταβληθέν προς αυτόν επίδομα πτυχίου. Ότι, παρά το γεγονός ότι είχε προσληφθεί ως υπάλληλος γραφείου, στην πραγματικότητα ασκούσε καθήκοντα συντονιστή δραστηριοτήτων των εγκαταστάσεων του εκπαιδευτηρίου και ειδικότερα, ήταν επικεφαλής του θυρωρείου εισόδου - εξόδου του Εκπαιδευτηρίου και άμεσος ιεραρχικά προϊστάμενος του προσωπικού φύλαξης που διέθετε στις υπηρεσίες του Εκπαιδευτηρίου η εκάστοτε εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Ότι πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και συγκεκριμένα περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2011, το εναγόμενο δια του Προέδρου του (αρχικώς δευτέρου εναγομένου) τον υποβίβασε από τη θέση του συντονιστή δραστηριοτήτων των εγκαταστάσεων του Εκπαιδευτηρίου σε εκείνη του υπαλλήλου του Τμήματος συντήρησης εγκαταστάσεων, επικαλούμενο σχετικώς τα αναφερόμενα στην αγωγή γεγονότα. Ότι η ως άνω μετακίνηση συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι έγινε στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη του, η άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι καταχρηστική, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή. Ότι αυτός διαμαρτυρήθηκε στο εναγόμενο για τον υποβιβασμό του, ωστόσο ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα ως υπάλληλος του Τμήματος συντήρησης εγκαταστάσεων του Εκπαιδευτηρίου και άσκησε αυτά έως την 29-8-2011, οπότε το εναγόμενο του επέδωσε εξώδικη δήλωση, με την οποία ισχυριζόταν ότι αυτός απείχε αδικαιολόγητα από την εργασία του από την 1-8-2011 και επιπλέον τον καλούσε να προσκομίσει, εντός τριών ημερών από την επίδοση, αντίγραφο του πτυχίου, του οποίου αυτός κατά την αρχική πρόσληψή του είχε ισχυριστεί ότι είναι κάτοχος, δηλώνοντάς του συγχρόνως ότι, αν δεν προσκομίσει τούτο εντός της ανωτέρω προθεσμίας, θα κινηθεί δικαστικώς εναντίον του. Ότι η ως άνω εξώδικη δήλωση του εναγομένου, με την οποία επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, συνιστά καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη, με επίκληση ψευδών περιστατικών που αποσκοπούν στην αποφυγή καταβολής σ' αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ότι μετά ταύτα, την 21-9-2011 το εναγόμενο του επέδωσε την με ίδια ημερομηνία καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με την οποία του δήλωνε ότι συμψηφίζει την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 2.985,17 ευρώ, με ανταπαίτησή της, ποσού 7.917,76 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο επίδομα πτυχίου που αχρεωστήτως κατέβαλλε σ' αυτόν καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε: α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 29-8-2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 29-8-2011 έως 16-9-2013 το ποσό των 35.822,08 ευρώ, επικουρικά δε, εφόσον κριθεί ότι η δεύτερη από 21-9-2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι νόμιμη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 29-8-2011 έως 21-9-2011, το ποσό των 869,89 ευρώ, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 21-9-2011 καταγγελίας και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, με τους όρους που ίσχυαν πριν την 21-9-2011, και να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 21-9-2011 έως 16-9-2013 το ποσό των 35.566,21 ευρώ, επικουρικά δε, εφόσον κριθεί έγκυρη η εν λόγω καταγγελία, να του καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 2.985,17 ευρώ, γ) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 11.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του με την ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, με την από 29-8-2011 παράνομη και προσβλητική απόλυσή του και με την από 21-9-2011 παράνομη απόλυσή του, όλα δε τα ως άνω υπό στοιχ. α', β' και γ' ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, και δ) να απειληθεί χρηματική ποινή ποσού 100 ευρώ ημερησίως και προσωπική κράτηση ενός έτους κατά του δευτέρου εναγομένου, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου του πρώτου εναγομένου, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του πρώτου με την απόφαση που θα εκδοθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 238/2023 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο, ενώ κήρυξε τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, λόγω θανάτου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 20-6-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023) έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 987/2024 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η εκ μέρους του πρώτου εναγομένου από 21-9-2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, υποχρέωσε δε το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, με τους προ της απόλυσης εργασιακούς όρους (καθήκοντα βοηθητικού προσωπικού, ωράριο και αποδοχές), και να του καταβάλει το ποσό των 5.117,44 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, ενώ αναγνώρισε (λόγω μερικής τροπής πρωτοδίκως του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό) την υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.279,36 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναρεσείοντες με τις κρινόμενες (αντίθετες) αιτήσεις.
ΙΙΙ. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: ".....Ο ενάγων απασχολήθηκε στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο - σχολείο του πρώτου εναγόμενου σωματείου, αρχικώς με δύο έγγραφες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πρώτη διάρκειας από 1-7-2008 έως 30-6-2009 και η δεύτερη διάρκειας από 1-7-2009 έως 30-6-2010, η οποία μετά τη λήξη της ανανεώθηκε προφορικώς, μετατρεπόμενη σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Αντικείμενο εργασίας του ενάγοντας ήταν η άσκηση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας, φύλαξης και προστασίας των προσώπων και εγκαταστάσεων του εκπαιδευτηρίου, υπό την έννοια των άρθρων 1 παρ. 1 α' έως γ', 2 και 3 σε συνδ. με 3 παρ. 2 εδ. β' Ν. 2518/1997, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 3 Ν. 3707/2008, τα οποία και πράγματι εκτελούσε (τουναντίον, ουδέποτε απασχολήθηκε με ειδικότητα "υπαλλήλου γραφείου", όπως αναγραφόταν στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ή "επιμελητή κτιρίων - θυρωρού"......).
Περαιτέρω, την 14-1-2011 ο ενάγων μετέβη στο κατάστημα Αγίας Παρασκευής της Τράπεζας "ALPHA BANK", προκειμένου να προβεί σε κατάθεση εισπράξεων του εκπαιδευτηρίου σε μετρητά ποσού 16.350 ευρώ, στον εκεί τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου εναγόμενου, μετά από σχετική εντολή αυτού. Εντούτοις, η ταμίας του τραπεζικού καταστήματος, μαζί με τα αποδεικτικά έγγραφα της συναλλαγής, εκ λάθους επέστρεψε στον ενάγοντα - ο ίδιος παρέλαβε δε και αναχώρησε από το τραπεζικό κατάστημα - μία δεσμίδα με χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 10.000 ευρώ, εκ των εισπράξεων 16.350 ευρώ που της είχε αρχικά παραδώσει. Αρχικά η ταμίας υπέλαβε, λόγω πλάνης, ότι είχε εισπράξει το σύνολο των 16.350 ευρώ, πλην όμως κατά το κλείσιμο του ταμείου ημέρας διαπιστώθηκε το έλλειμμα των 10.000 ευρώ, εντοπίσθηκε δε τούτο στη συναλλαγή με τον ενάγοντα, κατόπιν ελέγχου από το βίντεο του κλειστού κυκλώματος καταγραφής συναλλαγών του τραπεζικού καταστήματος. Τότε, η τράπεζα "ALPHA BANK" ειδοποίησε για την εν θέματι διαφορά το πρώτο εναγόμενο και τον ενάγοντα, ο δε τελευταίος ενημέρωσε ότι, μετά από τον έλεγχο που διενέργησε στα προσωπικά του πράγματα, δεν διαπίστωσε να έχει παραλάβει την εν λόγω δεσμίδα χαρτονομισμάτων.
Πλην όμως, την επόμενη ημέρα, ο ενάγων επικοινώνησε με τον υποδιευθυντή του ανωτέρω καταστήματος, τον ενημέρωσε ότι βρήκε τα χρήματα και του παρέδωσε τη δεσμίδα των 10.000 ευρώ [.....]. Ο ενάγων, κληθείς από το πρώτο εναγόμενο για το εν θέματι ζήτημα σε απολογία, ουσιαστικά επιβεβαίωσε τα ανωτέρω περιστατικά, προσθέτοντας όμως ότι: α) δεν είχε αντιληφθεί ότι του παραδόθηκε από την ταμία ούτε ότι ο ίδιος παρέλαβε τη δεσμίδα χαρτονομισμάτων των 10.000 ευρώ και β) μετά την αναχώρησή του από το τραπεζικό κατάστημα, είχε απωλέσει, επί της διασταύρωσης των οδών ... στο Κολωνάκι, ένα τσαντάκι με εντός του τη δεσμίδα χαρτονομισμάτων των 10.000 ευρώ, γεγονός που ενθυμήθηκε την επομένη 15-1-2011, οπότε μετέβη στο ανωτέρω σημείο και βρήκε πεταμένη την εν λόγω δεσμίδα δίπλα από κάδο απορριμμάτων [.....]. Κατόπιν τούτων, το πρώτο εναγόμενο γνωστοποίησε γραπτώς στον ενάγοντα ότι, κρίνοντας ως ανεπαρκείς και μη πειστικές τις έγγραφες εξηγήσεις του, ενεργώντας δε στα πλαίσια της καλής πίστης και της επιεικούς άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος, εφεξής θα τον απασχολεί σε εργασίες βοηθητικού προσωπικού εντός των εγκαταστάσεων του εκπαιδευτηρίου, με τις ίδιες αποδοχές και ώρες εργασίας (βλ. το από 21-1-2011 έγγραφο του δεύτερου εναγόμενου, προέδρου των σχολών του πρώτου εναγόμενου, προς τον ενάγοντα, όπου συνυπέγραψε ο τελευταίος ότι έλαβε γνώση αυθημερόν, χωρίς να διατυπώσει καμία διαμαρτυρία ή επιφύλαξη). Το προαναφερθέν περιστατικό της τραπεζικής συναλλαγής της 14-1-2011, ασχέτως της ηθελημένης ή αθέλητης εκ μέρους του ενάγοντος παραλαβής του ποσού των 10.000 ευρώ από την ταμία του τραπεζικού καταστήματος, εύλογα κλόνισε την εμπιστοσύνη του πρώτου εναγόμενου προς εκείνον, όσον αφορά την επιμελή εκτέλεση των καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας και φύλαξης, με συνέπεια η από 21-1-2011 υπηρεσιακή υποβάθμιση του ενάγοντος - πολλώ μάλλον καθώς ο ίδιος την αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα - να μη συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, επομένως δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανωτέρω αιτία [.....]. Μεταγενέστερα, ο ενάγων έλαβε αναρρωτικές άδειες τα διαστήματα 20 έως 25/6/2011 και 14 έως 23/7/2011 [.....], ενώ έκτοτε απουσίασε αδικαιολόγητα από την εργασία του μέχρι τα τέλη Αυγούστου 2011, χωρίς να λάβει άδεια άνευ αποδοχών από τη διευθύντρια ανθρωπίνου δυναμικού (όπως ισχυρίσθηκε αργότερα με την από 8-9-2011 εξώδικη δήλωσή του) και μάλιστα όχι γραπτώς κατά την πάγια πρακτική του πρώτου εναγόμενου για τη χορήγηση αδειών στο προσωπικό του, αλλά προφορικώς σε τηλεφωνική επικοινωνία του με εκείνη (όπως υποστηρίζει με την κρινόμενη αγωγή), καθώς διαψεύδεται από την εν λόγω διευθύντρια, Ι. Κ. , η οποία αναφέρει στην ένορκη κατάθεσή της, ότι ο ενάγων όφειλε να ζητήσει - πλην όμως ουδέποτε το έπραξε και συνεπώς δεν έλαβε - άδεια άνευ αποδοχών αρμοδίως μόνο από τον άμεσο προϊστάμενό του, Α. Ν. Μετά τούτα, την 29-8-2011 το πρώτο εναγόμενο επέδωσε στον ενάγοντα την από 26-8-2011 εξώδικη δήλωσή του, όπου αναφερόταν στην ανωτέρω αδικαιολόγητη απουσία του ενάγοντος, ενώ ακόμη τον καλούσε να προσκομίσει εντός τριημέρου το πτυχίο Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών - που είχε δηλώσει εκείνος ότι κατείχε κατά την πρόσληψη και βάσει του οποίου, όπως ισχυριζόταν το πρώτο εναγόμενο, κατέβαλε σ' αυτόν επίδομα πτυχίου 18% επί των αποδοχών του - διαφορετικά επιφυλάσσεται να προσφύγει στα αρμόδια ποινικά και πολιτικά δικαστήρια για παράνομη είσπραξη του εν λόγω επιδόματος. Η εν λόγω εξώδικη δήλωση του πρώτου εναγόμενου, καθώς είναι α) αφενός βάσιμη, αναφορικά με την αδικαιολόγητη απουσία του ενάγοντος και β) αφετέρου ενημερωτική για την ενάσκηση - βάσιμων κατά την αντίληψη του δηλούντος - αστικών και ποινικών αξιώσεων, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών όρων, υπό την έννοια της ηθικής μείωσης του ενάγοντος ως εργαζόμενου, επομένως δεν δικαιούται να τη θεωρήσει αυτός ως εργοδοτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας και μάλιστα άκυρη λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης (όπως αβάσιμα επικαλέστηκε με την από 8-9-2011 εξώδικη δήλωσή του). Συνακόλουθα, το πρώτο αίτημα της αγωγής, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 29-8-2011 (δήθεν) καταγγελίας και επιδίκασης μισθών υπερημερίας ποσού 35.822,06 ευρώ για το διάστημα 29/8/2011 - 16/9/2013, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο, ομοίως δε και το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκ της - δήθεν - μονομερούς βλαπτικής μεταβολής [.....]. Τελικώς, το πρώτο εναγόμενο με την από 21-9-2011 εξώδικη δήλωση, που επέδωσε αυθημερόν στον ενάγοντα, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς όμως να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 2.985,17 ευρώ, καθώς επικαλέστηκε μονομερή συμψηφισμό με ανταπαίτηση ποσού 7.917,76 ευρώ από αχρεωστήτως καταβληθέν επίδομα πτυχίου 18%.
Πλην όμως, η ασκηθείσα για την εν λόγω ανταπαίτηση από 20-9-2011 (αριθ. κατάθεσης ...2011) αγωγή του πρώτου εναγόμενου κατά του ενάγοντος απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθ. 599/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, η δε κατ' αυτής ασκηθείσα από 19-2-2013 (αριθ. κατάθεσης .../2013) έφεση του πρώτου εναγόμενου απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 7573/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκ της οποίας παράγεται δεδικασμένο κατ' άρθρα 321, 322 παρ. 1 εδ. α', 324, 325 αριθ. 1 και 332 ΚΠολΔ στην παρούσα δίκη, κατά συνέπεια, ελλείψει βάσιμης ανταπαίτησης που να επιφέρει συμψηφισμό της, οφείλεται η ως άνω αποζημίωση απόλυσης από το πρώτο εναγόμενο προς τον ενάγοντα.
Περαιτέρω, ο ενάγων κατείχε την υπ' αριθ. πρωτ. ...1998 άδεια εργασίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, η οποία απαιτούνταν, κατ' άρθρα 1 παρ. 1 α' έως γ', 2 και 3, 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1, 2, 4, 5 και 6 Ν. 2518/1997, για το προσωπικό ασφαλείας και φύλαξης των ιδιωτικών επιχειρήσεων, η δε ισχύς της παρατάθηκε για μία 5ετία μέχρι την 23-10-2008 (όπως ο ίδιος ισχυρίζεται με τη προσθήκη - αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών του, χωρίς να αντικρούεται ειδικώς από το πρώτο εναγόμενο), με συνέπεια κατά την αρχική πρόσληψη του ενάγοντος από το πρώτο εναγόμενο, την 1-7-2008, να έχει καταρτισθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας. Επειδή, όμως, έκτοτε η εν λόγω άδεια εργασίας δεν ανανεώθηκε (καθώς ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει αντίστοιχα έγγραφα), η αρχική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου κατέστη άκυρη από 23-10-2008, ενώ για τον ίδιο λόγο εξαρχής άκυρη ήταν η αμέσως επόμενη από 1-7-2009 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, μετά δε την πάροδο της συμφωνημένης διάρκειας αυτής, από 30-6-2010 μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επίσης άκυρη για όσο χρονικό διάστημα ο ενάγων απασχολούνταν με καθήκοντα φύλαξης και ασφαλείας. Εντούτοις, αφότου ανατέθηκαν στον ενάγοντα από 21-1-2011 καθήκοντα βοηθητικού προσωπικού εντός των εγκαταστάσεων του εκπαιδευτηρίου, απασχόληση για την οποία δεν απαιτείται η προαναφερθείσα άδειο εργασίας, η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου συνεχίσθηκε πλέον ως έγκυρη. Υφίσταται, δηλαδή, από την αρχική πρόσληψη (1-7-2008) μέχρι την απόλυση (21-9-2011) του ενάγοντος, μία ενιαία εργασιακή σχέση αορίστου χρόνου, ασχέτως αν κατά περιόδους ήταν άλλοτε έγκυρη και άλλοτε άκυρη. Η δε αλλαγή καθηκόντων του ενάγοντος από 21-1-2011, καθώς παρέμειναν ίδιοι οι λοιποί όροι εργασίας (ιδίως αποδοχές και ωράριο), ουδόλως αποτελεί συμφωνία των διαδίκων - τέτοια εξάλλου δεν καταγράφηκε στο έγγραφο που συνυπέγραψαν την ανωτέρω ημερομηνία - για λύση της άκυρης εργασιακής σχέσης (προσωπικού ασφαλείας και φύλαξης) και κατάρτιση νέας έγκυρης σύμβασης εργασίας (βοηθητικού προσωπικού), με συνέπεια να μην εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 εδ. α' Ν. 3899/2010, περί απαλλαγής από την υποχρέωση αποζημίωσης για εργοδοτική καταγγελία εντός της δοκιμαστικής περιόδου 12 μηνών από την ημέρα ισχύος της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση), καθώς στη κρινόμενη περίπτωση διήρκεσε πλέον των 3 ετών, από την αρχική πρόσληψη (1-7-2008) μέχρι την απόλυση (21-9-2011) του ενάγοντος, η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την οποία απασχολήθηκε στο πρώτο εναγόμενο, επομένως δικαιούται αποζημίωση απόλυσης. Επειδή όμως το πρώτο εναγόμενο, επικαλούμενο αβάσιμα συμψηφισμό, δεν κατέβαλε αποζημίωση απόλυσης, η εκ μέρους του από 21-9-2011 καταγγελία είναι άκυρη, κατά συνέπεια υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με τους προ της απόλυσης εργασιακούς όρους (καθήκοντα - ήτοι βοηθητικού προσωπικού - ωράριο και αποδοχές) και να καταβάλει σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας για χρονικό διάστημα μόνο 4 μηνών - και όχι 2 ετών όπως ζητείται με την αγωγή - μετά την καταγγελία, ήτοι ποσό 6.396,80 ευρώ [(μικτές αποδοχές 1.279,36 ευρώ Χ 4 μήνες=5.117,44 ευρώ) + 1.279,36 ευρώ δώρο Χριστουγέννων 2011], επειδή για το περαιτέρω αιτούμενο χρονικό διάστημα 18 μηνών η αξίωση μισθών υπερημερίας ασκείται καταχρηστικώς, ήτοι υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, δεδομένου ότι ο ενάγων μετά την πάροδο 4μήνου από την απόλυση παρέμεινε θεληματικά άνεργος για να εισπράττει μισθούς υπερημερίας, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία, ενόψει της ηλικίας του (γεννηθείς την ...1966), της προϋπηρεσίας του σε παρόμοια καθήκοντα (15ετής από 4-9-1996) και των τυπικών προσόντων του (πτυχιούχος πολεμικών τεχνών), μπορούσε να ανεύρει και παράσχει ευχερώς, λαμβάνοντας τις ίδιες, όπως κατά τον χρόνο απόλυσής του, αποδοχές, με πρόσληψή του ως προσωπικό ασφαλείας και φύλαξης σε αντίστοιχες ιδιωτικές επιχειρήσεις που προσέφεραν τέτοιες θέσεις απασχόλησης, όπως προκύπτει από αγγελίες εύρεσης εργασίας Ιανουαρίου 2012 που προσκομίζει το πρώτο εναγόμενο (ζήτημα επί του οποίου δεν προβάλλει ειδικώς αντιρρήσεις ο ενάγων με τις προτάσεις του σε πρώτο και δεύτερο βαθμό), κατά παραδοχή ως εν μέρει βάσιμων κατ' ουσίαν, αφενός του δεύτερου αιτήματος της αγωγής [.....], αφετέρου της ένστασης, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, του πρώτου εναγόμενου με τις πρωτόδικες προτάσεις του (που επαναφέρει με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις του), ενώ τέλος, ο ενάγων δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς η απόλυσή του δεν συνοδεύτηκε από εργοδοτική συμπεριφορά μειωτική για την τιμή και υπόληψη αυτού [.....]".
IV. Επί των λόγων της από 26-6-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2024) αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος. Κατά το άρθρο 656 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013 και καταλαμβάνει, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου, και τις εκκρεμείς υποθέσεις, "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν τον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού". Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού. Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει: α) την εργασία που ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε ο εργαζόμενος από την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη, δηλαδή τις αποδοχές που θα λάμβανε από την παροχή της εργασίας του αυτής. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση για να είναι αιτιολογημένη (ΑΠ 793/2025, 244/2025, 287/2024, 1072/2023, 855/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 22/2025, 1690/2024, 746/2024, 64/2022, 19/2022). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 15/2006, ΑΠ 22/2025, 1690/2024, 746/2024, 64/2022, 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 656 ΑΚ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει μισθούς υπερημερίας για το πέραν των τεσσάρων μηνών από την ένδικη καταγγελία (της 21ης Σεπτεμβρίου 2011) χρονικό διάστημα, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασής του α) αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχεται αφενός ότι ο ενάγων θα μπορούσε ευχερώς να ανεύρει εργασία ως προσωπικό ασφαλείας και φύλαξης σε αντίστοιχες ιδιωτικές επιχειρήσεις και αφετέρου ότι αυτός στερείτο της απαιτούμενης από το νόμο άδειας για την άσκηση του ως άνω επαγγέλματος και β) ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η μη απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη οφειλόταν σε κακοβουλία ούτε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του αντιδίκου του και της κακόβουλης εκ μέρους του αποφυγής ανεύρεσης άλλης εργασίας ούτε, τέλος, την ωφέλεια που θα αποκόμιζε από αυτήν. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την υπό στοιχ. α' αιτίαση περί αντιφατικών αιτιολογιών είναι βάσιμος, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων, μετά την πάροδο τετραμήνου από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, μπορούσε ευχερώς να ανεύρει εργασία ως προσωπικό ασφαλείας και φύλαξης σε αντίστοιχες ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες κατά τον χρόνο εκείνο προσέφεραν θέσεις απασχόλησης, δέχεται επίσης, όλως αντιφατικώς, ότι ο ενάγων δεν διέθετε, κατά το χρόνο της απόλυσής του, την απαιτούμενη άδεια άσκησης του ως άνω επαγγέλματος, εφόσον η άδεια που αυτός κατείχε, έληξε στις 23-10-2008 και έκτοτε δεν είχε ανανεωθεί, χωρίς να διαλαμβάνει στο σκεπτικό της απόφασής του, αν ο τελευταίος είχε τις απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις και μπορούσε ευχερώς να εφοδιαστεί με την εν λόγω άδεια. Οι ως άνω αντιφατικές παραδοχές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 656 ΑΚ.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της από 26-6-2024 αίτησης αναίρεσης ως προς την περί αντιφατικών αιτιολογιών αιτίαση του δευτέρου σκέλους του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτού παρέλκει η εξέταση του ιδίου λόγου ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του δευτέρου σκέλους του, καθώς και ως προς το πρώτο σκέλος αυτού από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ενώ παρέλκει η εξέταση και του δευτέρου (τελευταίου) λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που βάλλει κατά του ιδίου ως άνω σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο έγινε δεκτή η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση του άρθρου 281 σε συνδ. με το άρθρο 656 ΑΚ.
V. Επί των λόγων της 28-6-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2024) αίτησης αναίρεσης του εναγομένου.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επιπροσθέτως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 72/2025, 978/2020, 403/2019, 884/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 656 ΑΚ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι ο ενάγων απουσίαζε από την εργασία του αδικαιολόγητα ολόκληρο τον μήνα Αύγουστο του 2011, ότι η από 26-8-2011 εξώδικη δήλωση, που του επέδωσε το εναγόμενο, ήταν βάσιμη σε σχέση με αυτό το θέμα, ότι υπήρχαν εκ μέρους του εναγομένου συχνές προειδοποιήσεις προς τον ενάγοντα, τις οποίες αυτός εξακολουθητικά αγνοούσε, πράγμα που υποδήλωνε μια ενσυνείδητη παραβατική συμπεριφορά, και, τέλος, ενώ δέχτηκε ότι η αδικαιολόγητη απουσία του εναγομένου συνεχίστηκε μέχρι τις 21-9-2011, εν τούτοις α) δέχτηκε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, ως καταχρηστικό (πρώτος λόγος) και β) υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος (τρίτος λόγος), ενώ θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα της αγωγής ως καταχρηστικό. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. V νομική σκέψη, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι προέβαλε τους ως άνω ισχυρισμούς παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ότι ακολούθως επανέφερε αυτούς παραδεκτά στο Εφετείο ή ότι προέβαλε αυτούς παραδεκτά στο Εφετείο για πρώτη φορά, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι: "..... ο τρόπος με τον οποίο ο αντίδικος επιδίωξε την απόλυσή του, προκειμένου να λάβει την αποζημίωση απολύσεως, περιγράφεται στην από 26-8-2011 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκλησή μας προς τον αντίδικο, την οποία ενσωματώσαμε ολόκληρη στις προτάσεις μας, που καταθέσαμε στον εκδόν την αναρεσιβαλλομένη Δικαστήριο. Επίσης, με την ενσωμάτωση στις προτάσεις μας ολοκλήρου του κειμένου της από 8-9-2011 εξώδικης απάντησης του αντιδίκου, αποδείξαμε μετά βεβαιότητος την πρόθεσή του να μας εξωθήσει σε καταγγελία, προκειμένου να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως. Επίσης, με την ενσωμάτωση στις προτάσεις μας ολοκλήρου του κειμένου της από 13-9-2011 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας - πρόσκλησής μας...... αποδείξαμε τον καταχρηστικό σκοπό του αντιδίκου να μας εξαναγκάσει σε καταγγελία της συμβάσεώς του, προκειμένου να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως, ειδάλλως να διεκδικήσει μισθούς υπερημερίας .....", ενώ με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ισχυρίζεται ότι: "..... Αντίστοιχα καταχρηστική ήταν και η αξίωσή του να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, την οποία αξίωση άνευ καμίας αιτιολογίας δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη. Πόσο μάλλον ήταν καταχρηστική η σχετική αξίωση του αντιδίκου και όφειλε η αναιρεσιβαλλομένη να την απορρίψει, όταν έχουν παρέλθει ήδη 13 συναπτά έτη από την φερόμενη σαν άκυρη από 21-9-2011 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αντιδίκου.....".
Σε κάθε περίπτωση όμως, από την επισκόπηση των κατατεθεισών από 18-5-2021 και 17-10-2023 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, κατά τη συζήτηση της αγωγής και της έφεσης του αντιδίκου του, προκύπτει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί ουδόλως προβλήθηκαν στα δικαστήρια της ουσίας, καθόσον η περιεχόμενη στις προτάσεις του εναγομένου - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος σωματείου ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ αφορούσε μόνο την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας και όχι α) το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής αποζημίωσης και β) το αίτημα αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου.
VI. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19, αληθώς δε μόνο από τον αριθμό 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 656 ΑΚ, η οποία πλημμέλεια συνίσταται στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε ότι ο ενάγων δικαιούται αποδοχές υπερημερίας τεσσάρων μηνών από την απόλυσή του, πλέον επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 2011, ενώ έκρινε καταχρηστική τη σχετική αξίωσή του μόνο για το εφεξής χρονικό διάστημα. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων, ενόψει της ηλικίας, της προϋπηρεσίας και των εν γένει προσόντων του, μπορούσε να ανεύρει ευχερώς άλλη εργασία, δεν αιτιολογεί την κρίση του ότι η μη ανεύρεση από αυτόν άλλης εργασίας ήταν κακόβουλη όχι εξαρχής, ήτοι αφότου καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, αλλά μετά την πάροδο τετραμήνου από την απόλυσή του και εφεξής, αφού δεν διαλαμβάνει στο σκεπτικό της απόφασής του περιστατικά που να καθιστούν εύλογο το διάστημα των τεσσάρων μηνών προς ανεύρεση από τον ενάγοντα άλλης κατάλληλης γι' αυτόν εργασίας, ώστε η διεκδίκηση από αυτόν αποδοχών υπερημερίας για το εν λόγω το διάστημα να μην είναι καταχρηστική. Οι ως άνω ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 656 Α.Κ.
VII. Κατόπιν αυτών, γενομένων δεκτών του πρώτου λόγου της από 26-6-2024 αίτησης αναίρεσης ως προς την περί αντιφατικών αιτιολογιών αιτίαση του δευτέρου σκέλους του, καθώς και του δευτέρου λόγου της από 28-6-2024 αίτησης αναίρεσης, που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της που αφορά την προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι αμφοτέρων των αιτήσεων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις α) από 28-6-2024 και με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2024 και β) από 26-6-2024 και με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2024 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 987/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο της από 28-6-2024 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ
και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο της από 26-6-2024 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ