ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 425/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 425/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 425/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 425 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 425/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Ε. , κατοίκου ... (περιοχή ...), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Ντέμου - Παππά και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 364/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με αρθρ. 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 6-10-2023, οπότε ματαιώθηκε, λόγω των δημοτικών εκλογών της 8-10-2023 και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 16-10-2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την δικάσιμο αυτή (4-4-2024), όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Όμως, από την με αριθμό ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Δ. Α. , που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο και επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 14-10-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2019) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6-10-2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ως άνω δεύτερη των αναιρεσίβλητων.

Επομένως, πρέπει, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή της, δεδομένου ότι η οίκοθεν εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 260 § 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ), να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ).

2. Με την κρινόμενη από 14-10-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 59/19-7-2019 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων). Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

3. Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 59/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης , που δίκασε ως Εφετείο και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης αίτησή της και συγκεκριμένα με την από 18-9-2013 (αριθμ. καταθ. ...2013) αίτηση, απευθυνόμενη κατά του ήδη αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ζήτησε για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 364/2017 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αίτηση λόγω μη περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 11-1-2018 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 59/2019 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αίτηση ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία αυτής. 4. α. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική, περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1118/2025, ΑΠ 603/2023,ΑΠ 559/2020). Αν δεν υπάρχει καμία ληξιπρόθεσμη απαίτηση ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτηση θα απορριφθεί. Η μόνιμη, όμως αδυναμία έστω και μιας ληξιπρόθεσμης απαίτησης δίνει την δυνατότητα στον οφειλέτη να αξιώσει την προστασία του ν.3869/2010 για όλα του τα χρέη προς όλους τους πιστωτές, ανεξαρτήτως αν έχουν το στοιχείο του ληξιπροθέσμου όλα τα χρέη του. Στη ρύθμιση του νόμου δύναται να υπαχθεί και χρέος από σύμβαση εγγύησης και ο εγγυητής, εφόσον βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία που θα καταλάβει και το μη ληξιπρόθεσμο χρέος από εγγύηση και να απαλλαγεί από τα χρέη υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν και για τον πρωτοφειλέτη, καθώς αυτός ευθύνεται έναντι των πιστωτών για το αρχικώς συμφωνημένο από τον πρωτοφειλέτη χρέος μη δυνάμενος να εεπικαλεσθεί την υπαγωγή του οφειλέτη στη διαδικασία του ν.3869/2010, η οποία είναι προσωποπαγής δηλαδή ενεργεί υποκειμενικά και όχι αντικειμενικά τόσο ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής και ρύθμισης όσο και ως προς τις συνέπειες υπαγωγής και ρύθμισης.

Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης, δηλαδή, όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1190/2023,ΑΠ 1482/2022,ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό, δε, της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1329/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 785/2022,ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1035/2021). Ακολούθως, στη ρύθμιση του νόμου δύναται να υπαχθεί και χρέος από σύμβαση εγγύησης και ο εγγυητής , εφόσον βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία που θα καταλάβει και το μη καταστάν ακόμη ληξιπρόθεσμο χρέος από την εγγύηση και να απαλλαγεί από τα χρέη υπο τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν και για τον πρωτοφειλέτη, καθώς αυτός ευθύνεται έναντι των πιστωτών για το αρχικώς συμφωνημένο από τον πρωτοφειλέτη χρέος μη δυνάμενος να επικαλεσθεί την υπαγωγή του οφειλέτη στη διαδικασία του ν.3869/2010, η οποία είναι προσωποπαγής δηλαδή ενεργεί υποκειμενικά και όχι αντικειμενικά τόσο ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής και ρύθμισης όσο και ως προς τις συνέπειες υπαγωγής και ρύθμισης.

β. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021, ΑΠ 424/2024). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).

Εξάλλου, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και για αποφάσεις ειρηνοδικείου από τους αριθμούς 1 και 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ), πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1000/2024, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 1887/2023, ΑΠ 1398/2023,ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 522/2024,ΑΠ575/2023, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1351/2021).

5. Στην ερευνώμενη υπόθεση, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου , που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 59/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "....Η εκκαλούσα- αιτούσα είναι σήμερα 52 ετών, διαζευγμένη (...) από τον Κ. Ν. του Γ. , και από το γάμο της είχε απέκτησε 2 τέκνα, σήμερα και τα δύο ενήλικα. Εργάζεται ως δημοτική υπάλληλος με την ειδικότητα της ψυχολόγου στο Τμήμα Κοινωνικής Προστασίας του Δήμου Ρεθύμνης, από την εργασία της δε αυτή λαμβάνει καθαρές μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης στο ποσό των 1.336,11 ευρώ, πλέον ποσού 54,57 € που ήδη παρακρατείται υπέρ του πρώτου εφεσίβλητου. Πέραν τούτου, ουδέν άλλο εισόδημα αποδείχθηκε ότι διαθέτει η αιτούσα.

Περαιτέρω, όπως δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση και δεν αμφισβητήθηκε ειδικά με λόγο έφεσης, είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος σε ποσοστό 100% εξ αδιαιρέτου, μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας- διαμερίσματος, και συγκεκριμένα ενός διαμερίσματος του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου με στοιχεία Άλφα Κεφαλαίο Δύο (Δ-2), η οποία βρίσκεται σε οικοδομή που έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εκτάσεως 500,18 τ.μ., κείμενο στην κτηματική περιφέρεια του δ.δ. Ατσιποπούλου της πρώην ομώνυμης κοινότητας, επαρχίας Ρεθύμνης, του νυν Δήμου Νικηφόρου Φωκά Νομού Ρεθύμνης, και στη θέση "ΡΟΥΠΑΚΙΑ" εντός των ορίων του οικισμού Ατσιποπούλου, και η οποία οριζόντια ιδιοκτησία αποτελείται από τέσσερα δωμάτια και λουτρό, έχει εμβαδό 94,70 τ.μ. , ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 290/1000 και συνορεύει.... Στην εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία ανήκουν ως παρακολουθήματα και κατ' αποκλειστική χρήση: α) η με στοιχεία Π-1 ανοικτή θέση στάθμευσης, εμβαδού 12,50 τ.μ. και β)... η με στοιχεία Π-2 ανοικτή θέση στάθμευσης, εμβαδού 12,50 τ.μ. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητά της δυνάμει του με αρ. .... ... Το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία της. Την εξαίρεση της εκποίησης της ανωτέρω κατοικίας παραδεκτά τη ζητεί η εκκαλούσα,....

Περαιτέρω, ομοίως όπως δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση και δεν αμφισβητήθηκε με λόγο έφεσης, η εκκαλούσα διαθέτει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της τα ακόλουθα ακίνητα: 1) ...2) ...3)... 4)... 5)..., και 6) .....

Περαιτέρω, η εκκαλούσα διαθέτει τα εξής περιουσιακά στοιχεία: α)...., β) απαίτηση ύψους κατά κεφάλαιο 103.909,40 ευρώ σε βάρος του πρώην συζύγου της Κ. Ν. του Γ. , λόγω συμμετοχής στα αποκτήματα κατά την διάρκεια του γάμου τους. Η υποχρέωση του πρώην συζύγου της αιτούσας για την καταβολή του ποσού αυτού έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα με την με αρ 23/2015 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Πλην όμως, μέχρι σήμερα η εκκαλούσα δεν έχει επιδιώξει την είσπραξή της με οιονδήποτε τρόπο. Ομοίως, όπως δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση και δεν αμφισβητήθηκε με λόγο έφεσης, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η εκκαλούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη από τους καθών πιστωτές, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, πλην όσων είναι εξασφαλισμένα με εμπράγματη ασφάλεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο της ενήμερης οφειλής έως την έκδοση οριστικής απόφασης (...): 1) Από το πρώτο των εφεσιβλήτων- καθών (ΤΠΔ) έλαβε στεγαστικό δάνειο, δυνάμει του με αρ. λογ. ... στεγαστικού δανείου, το οποίο συνήφθη στις 8.9.2010, από το οποίο όφειλε στις 30.6.2013 το ποσό των 104.818,48 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, στις δε 30.6.2015 105.015,55 €, όπως προκύπτει από το με αριθμό ...2015 έγγραφο του πρώτου των εφεσιβλήτων. 2) Συνεβλήθη με την δεύτερη των καθών (ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ) στην με αρ. ... σύμβαση επιχειρηματικής πίστης υπέρ του πρώην συζύγου της, από την οποία όφειλε στις 23.9.2013 το ποσό των 51.239,21 ευρώ. Σημειωτέον ότι για το ύψος της εν λόγω οφειλής δεν λαμβάνεται υπόψη η από 9.5.2016 επικαιροποιημένη κατάσταση οφειλών που χορήγησε η δεύτερη των καθ' ων για τον λόγο ότι, όπως προκύπτει από αυτήν, συνεχίζεται ο εκτοκισμός της οφειλής, παρότι πρόκειται για μη ενέγγυα πίστωση. 3) Από την δεύτερη των εφεσιβλήτων- καθών (ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ) έλαβε πίστωση με την με αρ. ... πιστωτική κάρτα, από την οποία όφειλε στις 23.9.2013, το ποσό των 224,67 ευρώ συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, και στις 9-5-2016 το ποσό των 201,31 ευρώ, κατόπιν καταβολών. Σημειώνεται ότι το υπ' αριθμόν 3 χρέος έχει ήδη εξοφληθεί, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα και δεν αμφισβητήθηκε από την δεύτερη εφεσίβλητη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα έχει περιέλθει σε πραγματική, μόνιμη και διαρκή αδυναμία να αποπληρώσει τις ως άνω χρηματικές οφειλές της, η οποία δεν οφείλεται σε δόλο της. Ειδικότερα, ως είρηται, είναι διαζευγμένη με τον Κ. Ν. του Γ. , και από το γάμο της είχε απέκτησε 2 τέκνα, σήμερα και τα δύο ενήλικα. Η μεγάλη της κόρη είναι νεαρή δικηγόρος, με επισφαλή και μικρά εισοδήματα, με αποτέλεσμα να τη συνδράμει οικονομικά η εκκαλούσα τακτικά αποστέλλοντάς της ποσά της τάξης των 300- 400 ευρώ. Ο γιος της ήδη έχει αποκατασταθεί επαγγελματικά και δεν χρειάζεται τη στήριξή της. Ο πρώην σύζυγός της δεν ήταν συνεπής στην καταβολή διατροφής και η εκκαλούσα αναγκάστηκε να αναλάβει μόνη της τη διατροφή των τέκνων της. Εργαζόταν και εργάζεται ως ψυχολόγος στον δημόσιο τομέα. Προ κρίσης είχε εισοδήματα της τάξης των 1.750 € περίπου μηνιαίως. Με αυτό το δεδομένο, έλαβε το ως άνω υπ' αριθμόν 1 στεγαστικό δάνειο από το πρώτο εφεσίβλητο το έτος 2010, προκειμένου να αποκτήσει την πρώτη της κατοικία, όπως αυτή περιγράφηκε ανωτέρω. Ωστόσο, εξαιτίας της προϊούσας οικονομικής κρίσης και της συνεπακόλουθης μείωσης των εισοδημάτων όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα, είδε τον μισθό της να μειώνεται και σήμερα τελικά έχει εισόδημα 1.336,11 ευρώ, πλέον ποσού 54,57 € που ήδη παρακρατείται υπέρ του πρώτου εφεσίβλητου, κατόπιν της έκδοσης προσωρινής διαταγής επί της κρινόμενης αιτήσεως. Πριν την έναρξη της διαδικασίας υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010, η δόση προς το πρώτο εφεσίβλητο ανερχόταν στο ποσό των 545,67 €. Αν συνυπολογιστεί μόνο αυτό το δεδομένο, πράγματι τα εισοδήματά της αρκούν για την αξιοπρεπή συντήρησή της και την κάλυψη των αναγκών της. Ωστόσο, εκτός της ανωτέρω οφειλής είναι και εγγυήτρια σε αλληλόχρεο λογαριασμό με οφειλέτη τον πρώην σύζυγό της, το ύψος του οποίου ανερχόταν στις 23.9.2013 το ποσό των.51.239,21 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ήδη ο πρώην σύζυγός της έχει και αυτός υποβάλει αίτηση υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010 (αριθμός κατάθεσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου ...2017), η οποία, μεταξύ άλλων, στρέφεται: α) κατά της εδώ δεύτερης εφεσίβλητης- καθών, και για το ως άνω χρέος, στο οποίο η εδώ εκκαλούσα είναι εγγυήτρια, ύψους στις 1.7.2016 72.872,06 € (κεφάλαιο: 36.718,81 €, τόκοι: 36.155,25 €), και β) κατά της εδώ εκκαλούσας, για την απαίτηση ύψους 103.909,40 € δυνάμει της με αριθμό 23/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ήδη δε εκδόθηκε και προσωρινή διαταγή στις 29.11.2017 από την Ειρηνοδίκη Ρεθύμνου, που απαγορεύει στους πιστωτές του ως άνω κάθε νομική και πραγματική μεταβολή της περιουσίας του, με την υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του ποσού 400 € μηνιαίως, το οποίο θα κατανέμεται σε αυτούς συμμέτρως. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η εκκαλούσα, πέραν της ήδη ληξιπρόθεσμης οφειλής σε βάρος της προς το πρώτο εφεσίβλητο, βαρύνεται και με την οφειλή της ως εγγυήτριας προς το δεύτερο εφεσίβλητο, για την οποία ο πρωτοφειλέτης έχει ήδη καταθέσει αίτημα υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Επομένως, πρόδηλο καθίσταται, ότι για το ως άνω χρέος υπάρχει πιθανότητα ο πρωτοφειλέτης να τεθεί υπό την προστασία του ως άνω νόμου, η δε εκκαλούσα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 12 αυτού, να υποχρεωθεί ως εγγυήτρια στην καταβολή του στο άμεσο μέλλον, ενώ ήδη βαρύνεται με οφειλή που την εξουθενώνει οικονομικά. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη (γεγονός που ανέκυψε μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης), καθώς και ότι: α) η απαίτηση ύψους 103.909 είναι επισφαλής και πλέον δεν μπορεί να κινηθεί δικαστικά προς είσπραξή της, β) η εκκαλούσα πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα και ινομυαλγία, που την αναγκάζουν σε πρόσθετα έξοδα, γ) το γεγονός ότι ανέθρεψε δύο τέκνα χωρίς να καταβάλλεται διατροφή από τον πρώην σύζυγό της, η δε κόρη της είναι νεαρή δικηγόρος στην Αθήνα, με επισφαλή εισοδήματα, κάτι που αναγκάζει την εκκαλούσα να συνεχίζει να την ενισχύει οικονομικά, παρά την ενηλικίωσή της, το παρόν Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η ήδη ληξιπρόθεσμη απαίτηση προς το πρώτο εφεσίβλητο, σε συνδυασμό με την δεύτερη απαίτηση, στην οποία είναι εγγυήτρια, ήδη ο πρωτοφειλέτης ζήτησε την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και είναι βέβαιο ότι θα καταστεί απαιτητή στο άμεσο μέλλον, καθώς και τις εν γένει λοιπές οικονομικές και λοιπές περιστάσεις (προβλήματα υγείας, μοναδικό εισόδημα ένας μισθός, μη εισέτι αποκατάσταση ενός από τα δύο τέκνα), δικαιολογεί την κρίση ότι η εκκαλούσα έχει περιέλθει σε διαρκή και μόνιμη αδυναμία πληρωμών, η οποία δεν οφείλεται σε δόλο της.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το ενώπιον αυτού προσαχθέν αποδεικτικό υλικό, κρίνοντας τα αντίθετα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού του πρώτου και έκτου λόγου της έφεσης. Με βάση τα ανωτέρω, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, καθ' ότι βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών της. Θα εφαρμοστούν δε για την τυχόν ρύθμιση των χρεών της αιτούσας τα άρθρα 8 και 9 του ν.3869/2010, με τη μορφή που είχαν πριν από την τροποποίησή τους με το ν. 4336/2015, εφόσον ο τελευταίος καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2, μόνο τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (ΦΕΚ A 94/14.8.2015)......". Με αυτές τις παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε την έφεση της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αίτηση.

6. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και το πρώτο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι 1) παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, καθώς δέχθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ενώ δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου α) τόσο της οφειλής της έναντι του ιδίου, διότι παρεχόταν και εξακολουθεί να παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής του ύψους της μηνιαίας δόσης στο δυνάμενο να καταβληθεί ποσό, β) όσο και της οφειλής της από σύμβαση εγγύησης έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης πιστώτριας τράπεζας καθώς δεν εκφέρει κρίση περί του εάν η σχετική οφειλή είναι ληξιπρόθεσμη, 2) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 904 παρ. 2 ΚΠολΔ και της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 δέχθηκε ότι είναι επισφαλής η απαίτηση της αιτούσας για συμμετοχή στα αποκτήματα του συζύγου της ύψους 103.909 ευρώ και συνακόλουθα ότι βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, παρότι αυτή (η απαίτηση) είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις, αλλά περιορισμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος ελέγχεται ως αβάσιμος καθ' όλα τα σκέλη αυτού. Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 καθόσον 1) α) η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν στερείται τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν (ΑΠ 1898/2024, ΑΠ 250/2024, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1203/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 897/2020).

Περαιτέρω β) η αιτίαση περί παραβίασης της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του άρθρου 3869/2010, λόγω του ότι ουδεμία εκ των οφειλών της αιτούσας ήταν ληξιπρόθεσμη και συνακόλουθα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στη ρύθμιση του νόμου, αφενός μεν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα η οφειλή της αιτούσας έναντι του αναιρεσείοντος είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και αφετέρου διότι, όσον αφορά την εκ της σύμβασης εγγύησης οφειλή της αιτούσας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και ο εγγυητής, εφόσον βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία που θα καταλάβει και το μη καταστάν ακόμη ληξιπρόθεσμο χρέος από την εγγύηση και να απαλλαγεί από τα χρέη υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν και για τον πρωτοφειλέτη, καθώς αυτός ευθύνεται έναντι των πιστωτών για το αρχικώς συμφωνημένο από τον πρωτοφειλέτη χρέος μη δυνάμενος να επικαλεσθεί την υπαγωγή του οφειλέτη στη διαδικασία του ν.3869/2010, η οποία είναι προσωποπαγής δηλαδή ενεργεί υποκειμενικά και όχι αντικειμενικά τόσο ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής και ρύθμισης όσο και ως προς τις συνέπειες υπαγωγής και ρύθμισης.

Τέλος, αναφορικά με την ως άνω υπό στοιχ. 2 αιτίαση, αυτή στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Διότι, η έναντι του πρώην συζύγου της απαίτηση της αιτούσας ύψους 103.909,40 ευρώ από συμμετοχή στα αποκτήματα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση του συζύγου της για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, ενώ δυνάμει της προαναφερθείσας από 29-11-2017 προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδίκη Ρεθύμνης έχει απαγορευθεί κάθε νομική και πραγματική μεταβολή της περιουσίας του και επομένως δεν δύναται να επισπευσθεί κατ' αυτού αναγκαστική εκτέλεση. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι η εν λόγω απαίτηση της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και αντίστοιχα το σχετικό χρέος του καθ'ού η απαίτηση συζύγου της εντάσσεται στη διαδικασία του ν. 3869/2010 και δεν αποτελεί απαίτηση, την οποία δεν δύναται να συμπεριλάβει ο τελευταίος στην σχετική αίτηση του αφού δεν αποτελεί περίπτωση που εξαιρείται της υπαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 3869/2010.

Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ επικαλούμενο ότι η προσβαλλόμενη με αντιφατική αιτιολογία κατέληξε στο συμπέρασμα περί περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις, αλλά περιορισμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην παραδοχή περί περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, η αιτούσα με καθαρό μηνιαίο εισόδημα ύψους 1390,68 ευρώ και δαπάνες διαβίωσης 850 ευρώ μηνιαίως αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι των πιστωτών της, ενόψει του ότι μόνο η έναντι του αναιρεσείοντος απαιτούμενη μηνιαία δόση ανέρχεται στο ύψος των 547 ευρώ.

7. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναίρεσης παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση κατ' αρθρ. 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998. Τέλος, δεν ορίζεται και διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2019) αίτηση αναίρεσης κατά της 59/19-7-2019 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή