Απόφαση 455 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 455/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ... ΟΕ", που εδρεύει στο ... , επί της οδού ... , με ΑΦΜ ... της ΔΟΥ Αμαρουσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τους από κοινού εκκαθαριστές αυτής: Ι. Α. του Δ. και της Ο. , κάτοικο ... , οδός ... , και Γ. Α. του Δ. και της Ο. , κάτοικο ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Μόμιτσα, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 30-12-2013 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 486/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3168/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-4-2022 αίτησή του. Ορίσθηκε δε αρχικά δικάσιμος για τη συζήτησή της η 18-10-2023 ότε ματαιώθηκε λόγω των Δημοτικών και Περιφερειακών Εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023, και επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν από τη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Ειδικότερα, σε περίπτωση που δεν παρίσταται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κτλ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 2044/2025, ΑΠ 1926/2024, ΑΠ 150/2024, ΑΠ 1359/2022, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016).
Εξάλλου, κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β' αυτού), εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή. Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν για λόγους ανωτέρας βίας, όπως είναι η διενέργεια εκλογών, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η, με πρωτοβουλία του γραμματέα, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολιπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση, είτε να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας. Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 455/2024, ΑΠ 1253/2021, ΑΠ 1121/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης από 21.4.2022 αίτησης αναίρεσης, με επιμέλεια του οποίου και μετά από έγγραφη εντολή της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ζωής Μαυρίδου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 18.10.2023 (άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, βλ. την από 16.6.2022 σημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Χ. Φ. επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της αίτησης), οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, επειδή διενεργήθηκαν οι αυτοδιοικητικές εκλογές της 8ης Οκτωβρίου 2023. Στη συνέχεια, με την από 19.10.2023 πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, επανήλθε αυτεπαγγέλτως προς συζήτηση η υπόθεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και έγινε εγγραφή της στο πινάκιο. Η ημερομηνία της νέας αυτής δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... , στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... για να ενημερωθούν οι διάδικοι. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, το αναιρεσείον δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του επισπεύδοντος αυτήν αναιρεσείοντος (άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 21.4.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκουσίας Δικαιοδοσίας με αριθμό 3168/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και την αντέφεση της αιτούσας - καθ' ης η κύρια παρέμβαση και ήδη αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την υπ' αριθ. 486/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση της αναιρεσίβλητης και είχε απορριφθεί η κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014). Τέλος, η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1230/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με την αίτηση αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 953, 954, 984, 1001, 1002, 1033, 1117 του ΑΚ και του άρθρου 4 ν. 3127/2003, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των επιδίκων ακινήτων με την ιδιάζουσα χρησικτησία των διατάξεων του άρθρου 4 ν. 3127/2003, ενώ η νομή της δεν υπήρξε αδιατάρακτη κατά το χρονικό διάστημα από 19.3.1993 έως 19.3.2003, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, υποβλήθηκε εκ μέρους του η με αριθμό ...2002 δήλωση ιδιοκτησίας και η με αριθμό πρωτ. ...2003 προσφυγή κατά των αναρτηθέντων στοιχείων της Β' Ανάρτησης της Κτηματογράφησης του ΟΤΑ Αγίας Παρασκευής, ενέργειες που συνιστούν διατάραξη της νομής της αναιρεσίβλητης. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, διότι, μολονότι παρατίθενται στο αναιρετήριο το ιστορικό της υπόθεσης και οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες το αναιρεσείον επιστηρίζει την κτήση της κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα και εκτίθενται, επίσης, σ' αυτό οι νομικές απόψεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με την έννοια των αμέσως πιο πάνω διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου, δεν αναφέρονται διεξοδικά, αλλά μόνο αποσπασματικά και επιλεκτικά από το αναιρεσείον, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, ούτε αναφέρονται οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη προκειμένου να θεωρηθεί επαρκώς αιτιολογημένη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν οι αποδιδόμενες στην απόφαση παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου οδήγησαν, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.4.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3168/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ