ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 456/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 456/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 456/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 456 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 456/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Δ. και της Ε. , 2) Ε. Κ. του Δ. και της Ε. , κατοίκων ... , ως καθολικών διαδόχων - κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου, Δ. Κ. του Χ. και της Ε. , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κεχαγιόγλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2015 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Δ. Κ. του Χ. , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2200/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-4-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 3.4.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 2200/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατά του αναιρεσείοντος αγωγή του αρχικώς ενάγοντος, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη μετά το θάνατό του, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι ήδη αναιρεσίβλητοι. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 83 ν. 4790/2021 και 49 ν. 4963/2022). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσης, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856), του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης σ' αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ. και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημoσίων γαιών (εραζΐϊ - εμιριγιέ), γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους - αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν - ιδιώτη - δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σ. 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δ. Α. 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σ. 1276 και των οδηγιών της 23 Μ. 1293 ή 7.2.1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου. Με το Διάταγμα 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Α.Ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και, έτσι, αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 1983/2022, ΑΠ 1931/2022).

Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης κυριότητας. Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποθεί, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/16.5.1926, δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων (απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν. ΔΞΗ' /1912 δικαιοστασίων) δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, γιατί το ακίνητο κατά νόμο έπαυσε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό. Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών, ή, προκειμένου περί αγρών, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 854/2021). Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 854/2021). Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητά τους με την απελευθέρωση των νέων χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.7.1923 που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 Ν.Δ.), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται. Η κυριότητα δε αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημοσίου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σε αυτό μετά το έτος 1914, γιατί κατά το διάστημα μεν από 11.9.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 854/2021).

Εξάλλου, στο άρθρο 52 παρ.3 του ν. 2052/1920 ορίζεται ότι: "3. Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά." Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει στην παρ.1 του ίδιου άρθρου και για τα αδέσποτα ακίνητα. Έτσι θεμελιώθηκε το πρώτον μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις κείμενα στις Νέες Χώρες, σε συνέχεια του αντίστοιχου οθωμανικού τεκμηρίου, είτε αυτά ανήκαν στην κατηγορία των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ), είτε των βακουφικών, είτε των κοινοτικών, είτε των ιδιωτικών (κουρή) εξουσιαζόμενων μόνο βάσει ταπίου.

Εντούτοις, κατ' αναλογική εφαρμογή των ισχυόντων στο Παλαιό Βασίλειο δυνάμει του ΒΔ της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΦΕΚ 69/Α/1836), (το οποίο σημειωτέον δεν ορίζει τι είναι δάσος και δασική έκταση, αλλά προβλέπει διαδικασία αναγνώρισης ιδιωτικών δασών εντός έτους από την δημοσίευσή του, παρελθούσης δε της προθεσμίας, όλα τα δάση θεωρούνται δημόσια, αλλά δεν ισχύει για τις Νέες Χώρες, ΣτΕ 1104/1938, ΑΠ 124/2025), δόθηκε η δυνατότητα στους ιδιώτες τους διαθέτοντες τίτλο (ταπί), με το οποίο εξουσίαζαν δάσος ή δασική έκταση κείμενα στις Νέες Χώρες επί οθωμανικής κυριαρχίας, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους αυτό (εξουσίασης), που στη συνέχεια μετατράπηκε σε κυριότητα, κατά τα ανωτέρω, απευθυνόμενοι στο Διοικητικό Δικαστήριο "παρά τω Υπουργείω Γεωργίας" , που συστάθηκε με το ν. 2201/1920 ( ΦΕΚ Α 133/1920) και εφάρμοζε τα προβλεπόμενα στο ΝΔ της 22.4./16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" (ΦΕΚ Α' 155) (ΑΠ 1100/2014). Προϋπόθεση, όμως, του ως άνω τεκμηρίου κυριότητας είναι η ύπαρξη δάσους κατά τον χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, δηλ. την 1-2-1914. (ΑΠ 124/2025).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Ο Ι. Σ. Μ. , κάτοικος ... , είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσαρούφ) δυνάμει είκοσι τριών (23) ταπίων υπ' αριθμούς 16 έως και 38 του μηνός Απριλίου του Τουρκικού έτους 1316 (καθ' ημάς 1900), επί του αγροκτήματος (τσιφλικιού) γνωστού με το όνομα "..." ή "..." ή "...", που βρίσκεται στην περιφέρεια της άλλοτε Υποδιοίκησης Γευγελής, μετέπειτα Υποδιοίκησης Κιλκίς, του Ειρηνοδικείου "Κιλινδίρ" και μετέπειτα Μουριών και ήδη κτηματική περιφέρεια Πολυκάστρου του Δήμου Παιονίας, αποτελούμενο από καλλιεργήσιμους αγρούς, χειμερινούς και θερινούς βοσκότοπους, δάση και οικοδομές, συνορευόμενο γύρω με τα χωριά Ορέβιτσα (ήδη Πευκόδασος), Μπαγιάφτσα (ήδη Πλατανιά), με τσιφλίκι Χάρτζιν (ήδη Κάστρο) και με την ήδη αποξηρανθείσα λίμνη "...". Η έκταση αυτή δεν ήταν δασική, αλλά αποτελούσε οργανωμένο γεωκτηνοτροφικό κτήμα, το οποίο ο Ι. Σ. Μ. , καλλιεργούσε από το έτος 1900, όταν το απέκτησε ως αγρόκτημα (τσιφλίκι), (βλ. την κατάθεση του μάρτυρας, θείου των εναγόντων, ο οποίος μεγάλωσε στην περιοχή και γνωρίζει την ιστορία των επίδικων ακινήτων). Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η οποιαδήποτε αμφισβήτηση του δικαιώματος εξουσιάσεως του Ι. Σ. Μ. από οποιονδήποτε και συνεπώς αυτός, έως τις 20-5-1917 είχε συμπληρώσει χρόνο κατά πολύ μεγαλύτερο της δεκαετίας στην κατοχή και καλλιέργειά του αγροκτήματος. Συμφώνως με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, πέραν του προπεριγραφόμενου, παράγωγου τρόπου, με την αγορά και την έκδοση των προαναφερόμενων ταπίων και με τον τρόπο αυτό. Η κτήση του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως με αμφότερους τους ανωτέρω τρόπους αναγνωρίστηκε με τη διάταξη 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917 και από το χρόνο ισχύος αυτής και το άρθρο 50 του Ν. 2052/1920. Κατά το ίδιο διάταγμα, οι ρυθμίσεις του οποίου επαναλαμβάνονται στα άρθρα 49 επ. του Ν. 2052/1920, το παραπάνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως, μετά την έκδοση της με αριθμό 116.363/18-12-1920 άδειας της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας - Διεύθυνση Εποικισμού, με την οποία ήρθη η υφιστάμενη από το άρθρο 1 εδ. β' του ν. 924/1917 απαγόρευση δικαιοπραξιών επί ακινήτων των Νέων Χωρών στην οποία ρητά χαρακτηρίζεται ολόκληρη η έκταση αγρόκτημα, με το με αριθμό ...1921 συμβόλαιο πώλησης του τότε συμβολαιογράφου … Γ. Δ. , που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε αυτό στους α) Θ. Κ. του Κ. , κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, β) Π. χήρα Χ. Κ. , το γένος Α. Α. , κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, γ) Α. Κ. του Κ. κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, δ) Γ. Κ. του Κ. κατά ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου, ε) Χ. Μ. του Ι. κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου και στ) Σ. Α. του Ζ. κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου. Μάλιστα, στο παραπάνω συμβόλαιο γίνεται ρητή αναφορά στο γεγονός ότι το τίμημα αφορά το πλήρες ποσοστό κυριότητας επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου και ότι οι αγοραστές παραιτούνται του δικαιώματος τους να αναζητήσουν το μέρος του τιμήματος που αντιστοιχεί στο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου του Ελληνικού Δημοσίου, σε περίπτωση που το τελευταίο ζητήσει να το καταλάβει. Με το με αριθμό ...1922 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου … Κ. Σ. οι παραπάνω αγοραστές προέβησαν στη διανομή του ανωτέρω αγροκτήματος, με την οποία ο Θ. Κ. του Κ. έλαβε το ήμισυ αυτού διαιρετό τμήμα, όπως λεπτομερώς περιγράφεται στο συμβόλαιο, το υπόλοιπο ήμισυ αυτού έλαβαν κοινά και αδιαίρετα οι λοιποί συγκύριοι κατά το αναλογούν σε έκαστο αυτών ποσοστό εξ αδιαιρέτου και, ειδικότερα, 1/8 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους Χ. Μ. του Ι. και Σ. Α. του Ζ. , 1/10 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους Π. χήρα Χ. Κ. και Α. Κ. του Κ. και 1/20 εξ αδιαιρέτου ο Γ. Κ. του Κ. Κατόπιν τούτων, δυνάμει των άρθρων 101-104 του κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4229/1929 εκδοθέντος διατάγματος της 11/12-11-1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938 το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου του όλου αγροκτήματος, που, κατά τα ανωτέρω, είχε περιέλθει κατά συγκυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, περιήλθε αναδρομικά, από την 20-5-1917 αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στον κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου συγκύριο αυτού, Ι. Σ. Μ. και κατ' επέκταση στους ειδικούς διαδόχους του, όπως προβλεπόταν στο με αριθμό ...1921 συμβόλαιο πώλησης. Επομένως, οι Θ. Κ. του Κ. , Χ. Μ. του Ι. , Σ. Α. του Ζ. , Π. χήρα Χ. Κ. , Α. Κ. του Κ. και Γ. Κ. του Κ. κατέστησαν συγκύριοι, αφενός ολόκληρου του περιγραφόμενου στο ίδιο συμβόλαιο αγροκτήματος, κατά τα παραπάνω ποσοστά συγκυριότητας και αφετέρου των επιμέρους διαιρετών τμημάτων αυτού, που καθένας απέκτησε με το με αριθμό ...1922 συμβόλαιο διανομής. Οι ανωτέρω συγκύριοι, με το με αριθμό ...1936 συμβόλαιο διανομής του τότε συμβολαιογράφου … Θ. Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μουριών την 14-9-1970 στον τόμο ... με αριθμό ... , προέβησαν σε διανομή του παραπάνω ακινήτου, στα πλαίσια της οποίας, ο Θ. Κ. του Κ. έλαβε στη νομή και κατοχή του διαιρετό τμήμα του αγροτεμαχίου αυτού, εκτάσεως 3.000 στρεμμάτων περίπου, όπως περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό. Ο τελευταίος (Θ. Κ. του Κ.) αποβίωσε στις ...1937 και οι Κ. Κ. του Θ. , Χ. Κ. του Θ. , Α. Κ. του Θ. και Α. Κ. του Θ. κατέστησαν κύριοι του άνω διαιρετού τμήματος, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, αφενός από κληρονομιά του πατέρα τους, στην οποία υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού και αφετέρου δυνάμει των με αριθμούς ...1938, ...1938, ...1938 και ...1938 συμβολαίων πώλησης του συμβολαιογράφου … Θ. Κ. , που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μουριών στον τόμο ... με αριθμούς ... , ... , ... και ... αντίστοιχα, διαιρετό τμήμα αποτελούμενο από τρία (3) επιμέρους διαιρετά τμήματα του ανωτέρω μείζονος αγροτεμαχίου και, συγκεκριμένα (α) τμήμα πρώτο, οριζόμενο γύρω από την οικία που έκτισε ο αποθανών Θ. Κ. και "άνωθεν ένθα κατασκεύασε βρύση προς το μικρό χανδάκι ένθα προχωρεί και φθάνει μέχρι της οδού (ατραπού) ..., εκείθεν στρέφει την οδό (ατραπό) και φθάνει προς την παλαιά κτισμένη βρύση και όπερ τμήμα χρησιμοποιήθηκε εις αυλακάς και οικόπεδα", (β) τμήμα δεύτερο, "αρχόμενο από το ένα μέρος από τη λίμνη ... φθάνει μία τούφα βατσινιάς προχωρεί εκείθεν ευθεία προς τη γέφυρα τη δεύτερα της παλαιάς σιδηροδρομικής γραμμής, προχωρεί και εκείθεν φθάνει εις την αμαξητήν οδό ... , εκείθεν φθάνει άνωθεν του ... εις το παλαιό πρόχωμα και εκείθεν προχωρεί και φθάνει εις τον μικρό καταβάθρακα, προχωρεί το ρεύμα μετά δεξιά τον μικρό χάνδακα, ον ακολουθεί και φθάνει το μικρό ρεύμα και προχωρεί κατ' ευθείαν τη νεροσειρά επάνω, συναντά ένα μικρό και παλαιό χάνδακα, προχωρεί τον χάνδακα εις του οποίου τη γωνία στρέφει αριστερά, εκείθεν προχωρεί προς τα επάνω και φθάνει εις τα τεθέντα σημεία (όρια), προχωρεί προς τα επάνω, όπου ετέθη μέγας λίθος ως σύνορο, εκείθεν προχωρεί και φθάνει εις τον μικρόν όχθον και εκ του όχθου προχωρεί προς το ρεύμα εις θέση αλουπότρυπες, προχωρεί το ρεύμα κατ' ευθείαν επάνω και φθάνει εις το διάσκελο επάνω και από το διάσκελο κλείει εις το καραούλι με το σύνορο Ορεστιάδος, από δε το έτερο μέρος το τμήμα τούτο έχει όριο τον ποταμό, ον ακολουθεί και φθάνει εις την λίμνη" και (γ) τμήμα τρίτο, "αρχόμενο από την κορυφή του ποταμιού στρέφει προς το ρεύμα γαβρό ή ξηρόρευμα και φθάνει εις κορυφήν (διάσκελο), εκείθεν προχωρεί τον συμμαχικό δρόμο δεξιόθεν του μικρού ρεύματος, προχωρεί δεξιόθεν του αγγλικού δρόμου, προχωρεί κατ' ευθείαν προς την παλαιά σιδηροδρομική γραμμή, ένθα υπάρχει λίθος της σιδηροδρομικής φέρων τον αριθμό οκτώ (8), εκείθεν προχωρεί ευθείαν προς την μικράν αγρίαν συκέαν, προχωρεί και καταλήγει εις την αγρίαν αχλαδέαν κατ' ευθείαν μέσω λίμνης, προς το απέναντι χωρίον Δραγομίρ, ήτοι το τμήμα του ανατολικώς με τεθέντα όρια φθάνει μέχρι των συνόρων Αρτζάλης". Δυνάμει του με αριθμό ...1939 συμβολαίου διανομής κληρονομικού και κοινού ακινήτου, του τότε συμβολαιογράφου … Θ. Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μουριών στον τόμο ... με αριθμό ... , οι εκ των άνω κληρονόμων Κ. και Χ. Κ. του Θ. , έλαβαν , κατά κυριότητα, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, ολόκληρο το πρώτο τμήμα του αγροκτήματος, ολόκληρο το δεύτερο τμήμα του αγροκτήματος, πλην εκτάσεως 30 στρεμμάτων, όπου βρίσκεται το περιφραγμένο δασίλιο του αγροκτήματος και από το τρίτο τμήμα ένα τμήμα τετράγωνο και συνεχές, έκτασης 285 στρεμμάτων και, συγκεκριμένα, το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ της δημοσίας οδού και της λίμνης ... και, ειδικότερα, το τμήμα "εκ της πλευράς που συνορεύει και άρχεται από του αγροκτήματος κληρονόμων Σ. Α. και εκτεινόμενο εις βάθος μέχρι συμπληρώσεως των ανωτέρω 285 στρεμμάτων". Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό ...1949 συμβολαίου διανομής κοινού ακινήτου, του συμβολαιογράφου … Θ. Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μουριών στον τόμο ... με αριθμό ... , ο εκ των συμβαλλομένων Χ. Κ. του Θ. έλαβε κατά κυριότητα από τα παραπάνω τμήματα του αγροκτήματος, τρία διαιρετά τμήματα, ήτοι: 1) από την έκταση του δεύτερου τμήματος α) "εκ μεν της άνωθεν της δημοσίας οδού κείμενης τοιαύτης (βοσκότοπο) το τμήμα που συνορεύει με ιδιοκτησία αδελφών Α." και β) "εκ της κάτωθεν της δημοσίας οδού κειμένης τοιαύτης το τμήμα που συνορεύει με ιδιοκτησία αδελφών Α. και με αποξηρανθείσα γαία Ορεβίτσης όσης εκτάσεως και αν είναι τα τμήματα αυτά εντός των από κοινού υπό των συμβαλλομένων τεθέντων οροσήμων" και 2) από την έκταση των 285 στρεμμάτων του τρίτου τμήματος του αγροκτήματος τμήμα εκτάσεως 130 στρεμμάτων, ήτοι το τμήμα που "συνορεύει με ιδιοκτησία αδελφών Α. και με αποξηρανθείσα γαία Ορεβίτσης και με Δημοσία οδό". Δυνάμει του με αριθμό ...1971 συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Ι. Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μουριών στον τόμο ... με αριθμό ... , ο Χ. Κ. του Θ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στο Γ. Κ. του Χ. , γιο του, από την έκταση της άνωθεν της δημοσίας οδού κείμενης ιδιοκτησίας, όπως περιγράφεται στο με αριθμό ...1949 συμβόλαιο διανομής, αδιαιρέτως, έκταση 100 στρεμμάτων. Ο αρχικώς ενάγων ισχυριζόταν ότι η έκταση αυτή των 100 στρεμμάτων αποτελεί διαιρετό τμήμα του όλου ακινήτου, το οποίο αποτυπώνεται στο από Νοέμβριο 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Β. , που συντάχθηκε με επιμέλεια του αρχικού ενάγοντα να έχει σήμερα συνολική έκταση 39.946 τμ, αποτελούμενη από δύο τμήματα, ένα υπό στοιχείο 23Β εκτάσεως 29.347 τμ και ένα υπό στοιχείο 23Β1 εκτάσεως 10.599 τμ και ολόκληρο συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Κ. με ΚΑΕΚ 26 0623504013 και με ιδιοκτησίες Δ. , Χ. και Ε. Κ. με ΚΑΕΚ 6 062 30 04 009, 26 062 35 04 002 και 26 062 35 04 003.

Ωστόσο, από το παραπάνω συμβόλαιο δωρεάς προκύπτει ότι ο Γ. Κ. δεν απέκτησε διαιρετό τμήμα του περιγραφόμενου στο με αριθμό ...1949 συμβόλαιο διανομής ακινήτου, αλλά ποσοστό εξ αδιαιρέτου επ' αυτού, ίσο με το λόγο των 100 στρεμμάτων προς τη συνολική έκταση αυτού, η οποίο δεν προσδιορίζεται στο συμβόλαιο, αφού αυτό δεν προσδιορίζεται κατ' έκταση, αλλά κατά θέση (άνωθεν της Δημοσίας οδού) και όρια.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται κτήση δικαιώματος κυριότητας από τον Γ. Κ. με παράγωγο τρόπο στο όλο ακίνητο, ούτε όμως και σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου αυτού, αφού αυτό δεν προσδιορίζεται ειδικώς, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να οδηγηθεί σε σχετική κρίση και η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα, κατά το τμήμα της αυτό, το αναφερόμενο στο υπό στοιχείο 23Β1 ακίνητο, ως αβάσιμη. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει κατά κυριότητα, αφενός ως διάδοχο του τουρκικού Δημοσίου και αφετέρου διότι έφερε και εξακολουθεί να φέρει χαρακτήρα δασικής έκτασης, ως τέτοια δε, έχει περιληφθεί στον οριστικό Δασικό Χάρτη των Τ.Κ. Πολυκάστρου και Πευκοδάσους του Δήμου Παιονίας της Περιφερειακής Ενότητας Κιλκίς, που κυρώθηκε με τη με αριθμό ...2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας- Θράκης (Φ.Ε.Κ. 219/29-4-2013 Τεύχος 4ο). Ως προς τον ισχυρισμό ότι το εναγόμενο έχει δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, διότι αυτό αποτελούσε και αποτελεί δασική έκταση, όπως προκύπτει και από τον ισχύοντα, οριστικό Δασικό Χάρτη της περιοχής, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Δασικός Χάρτης κηρύχθηκε μεν οριστικός και έχει, πλέον, πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή ως προς χαρακτήρα μιας έκτασης ως δασικής ή μη δασικής, ωστόσο ο χαρακτηρισμός και μόνο μίας έκτασης ως δασικής ή μη δασικής δεν επιλύει το ζήτημα κυριότητας σε αυτή ενός ιδιώτη ή του Δημοσίου και επέκεινα της ορθότητας ή μη της πρώτης εγγραφής στο Κτηματολόγιο της περιοχής, που ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο της κυρώσεως του Δασικού Χάρτη. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η αμφισβητούμενη έκταση έφερε δασικό χαρακτήρα κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Διατάγματος 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", προκειμένου να ισχύει το τεκμήριο του Διατάγματος, που αφορά την αναγνώριση κυριότητας του Δημοσίου επί εκτάσεων που φέρουν δασικό χαρακτήρα. Ούτε, όμως, αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου ως βοσκότοπου, λιβαδιού ή ως αδέσποτου ακινήτου, αλλά αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι αυτό αποτελούσε οργανωμένο γεωκτηνοτροφικό αγρόκτημα και ως τέτοιο μεταβιβάστηκε στους δικαιοπαρόχους του αρχικού ενάγοντα.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί κυριότητας του επί του επιδίκου είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Γ. Κ. (δικαιοπαροχος του αρχικώς ενάγοντα) κατέστη κύριος του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς νεμόταν και κατείχε αυτό διάνοια κυρίου από το έτος 1971, όταν το απέκτησε με δωρεά, έως το έτος 2003, όταν άρχισε να λειτουργεί στην περιοχή το Εθνικό Κτηματολόγιο, διενεργώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, καλλιεργώντας αυτό με μονοετής καλλιέργειες, περιφράσσοντας και φροντίζοντας το, εκμισθώνοντας το σε τρίτους και καταβάλλοντας τα ανάλογα τέλη, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται, από την από το Νοέμβριο του έτους 2016 τεχνική έκθεση του Δασολόγου - Περιβαλλοντολόγου Θ. Λ. , που συντάχθηκε με την επιμέλεια του αρχικώς ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία στις αεροφωτογραφίες των ετών 1969, 1978,1979, 1996 και 2007, που καλύπτουν το παραπάνω χρονικό διάστημα, το επίδικο φέρει ίχνη καλλιέργειας, σε συνδυασμό με το από το με αριθμό πρωτ. ...2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Π.Ε. Κιλκίς, όπου αναφέρεται ότι από το έτος 1997 τουλάχιστον, έως και το 2005 ο Γ. Κ. καλλιεργούσε το επίδικο, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος ανέφερε ότι από το έτος 1974 η ευρύτερη ιδιοκτησία της οικογένειας είχε μοιραστεί και καθένας καλλιεργούσε ορισμένο κομμάτι, κατά τις μεταξύ τους συμφωνίες. Κατά τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο Γ. Κ. , κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή του Πολυκάστρου Κιλκίς, είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά την ένταξή του στο Κτηματολόγιο το παραπάνω ακίνητο έκτασης 39.946 τμ και κατά το Κτηματολόγιο εκτάσεως 38.727 τμ, έλαβε ΚΑΕΚ 26 062 35 04 023/0/0 και καταχωρίστηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Η αρχική αυτή εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του Γ. Κ. του Χ. και της Ε. , που απεβίωσε στις ...2006 χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε, πλησιέστερο συγγενή και εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, μεταξύ άλλων και τον αρχικώς ενάγοντα Δ. Κ. του Χ. , του οποίου το κληρονομικό δικαίωμα προσβάλλεται, όπως και κατ' επέκταση αυτό των κληρονόμων αυτού, αφού δεν καταχωρείται το δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους. Πρέπει, επομένως, δεκτής γενομένης της αγωγής ως προς την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως ουσία βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογίου στην περιοχή του Πολυκάστρου Κιλκίς, ο Γ. Κ. του Χ. και της Ε. ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και να διαταχθεί η διόρθωση της σχετικής, αρχικής κτηματολογικής εγγραφής. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθώς ερμήνευσε κι εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις τα δε αντίθετα, υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με την έφεση, ως αβάσιμα, όπως και η έφεση, εν συνόλω και ο πρόσθετος αυτής λόγος. Σημειωτέον δε ότι το εκκαλούν επαναφέρει και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου το αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης που θα διαταχθεί από το Δικαστήριο, προκειμένου να ερευνηθεί κατά πόσο το επίδικο ακίνητο εντάσσεται στο σύνολο των ακινήτων που προέκυψαν από τα προαναφερθέντα είκοσι τρία (23) ταπιά υπ' αριθμούς 16 έως και 38 του μηνός Απριλίου του Τουρκικού έτους 1316 (καθ' ημάς 1900), επί του αγροκτήματος (τσιφλικιού) γνωστού με το όνομα "..." ή "..." ή "..." που εκδόθηκαν στο όνομα του Ι. Σ. Μ.

Η τυχόν νέα πραγματογνωμοσύνη ουδέν νέο αποδεικτικό στοιχείο δύναται να προσφέρει στην κρινόμενη υπόθεση, ενόψει μάλιστα ότι με την προαναφερθείσα, από 3-12-2018 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Γ. Μ. , Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού, ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας δυνάμει των 12 και 98/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, δικάζοντος επί της από 25-4-2012 αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α. Κ. του Κ. κ.λ.π. , απαντήθηκε, στον πίνακα που ακολουθεί το "Συμπέρασμα" της πραγματογνωμοσύνης ότι στα συγκεκριμένα ταπιά εντάσσονται 183 ΚΑΕΚ, μεταξύ των οποίων και το ήδη επίδικο. Ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το εκκαλούν είχε γνώση της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, αφού ήταν διάδικος στη δίκη που αυτή αφορούσε, γνώριζε το συμπέρασμα της και το γεγονός ότι το ήδη επίδικο ακίνητο εντάσσεται στα προαναφερθέντα ταπιά, το δε αίτημα για νέα πραγματογνωμοσύνη, χωρίς, μάλιστα, να αναφέρεται οποιοδήποτε στοιχείο δυνάμενο να βλάψει την επιστημονική πληρότητα του ως άνω πραγματογνώμονα, προβάλλεται προς παρέλκυση της δίκης και μόνον και ως εκ τούτου είναι απορριπτέο.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή τη σε βάρος του ασκηθείσα αγωγή, αναγνώρισε ότι κατά τον χρόνο έναρξης της λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή Πολυκάστρου Κιλκίς, ο Γ. Κ. του Χ. και της Ε. (δικαιοπάροχος του αρχικώς ενάγοντος Δ. Κ.), είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πολυκάστρου, ώστε το επίδικο, που έλαβε ΚΑΕΚ 26 062 35 04 023/0/0 και καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, να καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία του Γ. Κ. του Χ. και της Ε. , με τρόπο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", άρθρ. 2 του ν. 147/1914, άρθρ. 2 του υπ' αριθ. 2468/1917 διατάγματος της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917 και άρθρ. 49 επ. ν. 2052/1920 και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Και τούτο διότι, κατά τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο απώτερος δικαιοπάροχος του Γ. Κ. του Χ. και της Ε. , Ι. Σ. Μ. , κάτοικος ... , είχε αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), δυνάμει είκοσι τριών (23) ταπίων υπ' αριθμούς 16 έως και 38 του μηνός Απριλίου του Τουρκικού έτους 1316 (καθ' ημάς 1900), επί ενός αγροκτήματος (τσιφλικιού), γνωστού με το όνομα "..." ή "..." ή "...", που βρίσκεται στην περιφέρεια της άλλοτε Υποδιοίκησης Γευγελής, μετέπειτα Υποδιοίκησης Κιλκίς, του Ειρηνοδικείου "Κιλινδίρ" και μετέπειτα Μουριών και ήδη κτηματική περιφέρεια Πολυκάστρου του Δήμου Παιονίας, το οποίο, κατά τον χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, δηλ. την 1-2-1914, δεν ήταν δασική έκταση, αλλά αποτελούσε οργανωμένο γεωκτηνοτροφικό κτήμα, το οποίο ο Ι. Σ. Μ. καλλιεργούσε από το έτος 1900, όταν το απέκτησε ως αγρόκτημα (τσιφλίκι), χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση του δικαιώματος εξουσίασής του από οποιονδήποτε και συνεπώς αυτός, έως τις 20-5-1917, είχε συμπληρώσει χρόνο κατά πολύ μεγαλύτερο της δεκαετίας στην κατοχή και καλλιέργεια του αγροκτήματος, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης, πέραν του προαναφερθέντος, δηλ. με την έκδοση των άνω ταπίων, και με την επί δεκαετία καλλιέργεια αυτού χωρίς αμφισβήτηση, στη συνέχεια δε το δικαίωμά του διηνεκούς εξουσίασης, μετά την προσάρτηση της Μακεδονίας στην Ελληνική Επικράτεια, μετατράπηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Ακολούθως, μέσω διαδοχικών πράξεων, μεταβιβάστηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου, που εμπίπτει στην προαναφερθείσα έκταση, στον Γ. Κ. του Χ. , ο οποίος κατέστη κύριος αυτού με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς νεμόταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1971 έως το έτος 2003, που άρχισε να λειτουργεί στην περιοχή το Εθνικό Κτηματολόγιο, διενεργώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, καλλιεργώντας αυτό με μονοετείς καλλιέργειες, περιφράσσοντας και φροντίζοντάς το, εκμισθώνοντάς το σε τρίτους και καταβάλλοντας τα ανάλογα τέλη, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.

Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής κυριότητας, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1747/2022). Ενόψει των ανωτέρω, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 117/2020, ΑΠ 1182/2018).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).

Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει το δικαστήριο με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ` αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 338 ΚΠολΔ, επέρριψε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας στο ίδιο και όχι στον ενάγοντα. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας ως αναπόδεικτους και έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Με την κρίση του αυτή, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, καθόσον οι παραπάνω ισχυρισμοί του Δημοσίου αποτελούν, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, ενστάσεις και, επομένως, τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης για τα γεγονότα που τους στηρίζουν, ήτοι του ότι το επίδικο ήταν δημόσια δασική έκταση, η οποία περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του τουρκικού δημοσίου, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις έφερε το ενιστάμενο Δημόσιο, που, ως εναγόμενο, πρόβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς και όχι ο ενάγων. Επομένως, ο παραπάνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.4.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2200/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή