Απόφαση 459 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 459 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Κ. του Β. συζ. Θ. Π. και 2) Ε. Π. του Θ. , κατοίκων ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Λίγγρη (ΑΜ ΔΣΑ 22875), με την από 17-3-2025 δήλωση κατ' άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ, που κατατέθηκε στις 18-3-2025 μαζί με υπόμνημα.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Β. συζ. Ε. Γ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική-Αλίκη Κωνσταντέλου (ΑΜ Δ.Σ.Πειραιά 1526), με την από 18-3-2024 δήλωση κατ' άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ, που κατατέθηκε στις 18-3-2025 μαζί με υπόμνημα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ...2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά των νυν αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1224/2018 και 4567/2018 μη οριστικές, 3026/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 487/2023 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι εναγόμενες- εκκαλούσες και νυν αναιρεσείουσες με την με ...2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νυν αναιρεσίβλητη με την με ...2015 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στρεφόμενη κατά των νυν αναιρεσειουσών (αδελφής και ανιψιάς της, αντίστοιχα), ζήτησε α) την αναγνώριση της ακυρότητας των από 25-2-2005 και 12-12-2009 μυστικών διαθηκών της αποβιώσασας στις 21-3-2013 στην Αττική μητέρας της Ε. χήρας Β. Κ. , επειδή βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, β) της αναγνώρισης του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος εκ 50%, καθόσον αυτή και η 1η εναγομένη ήταν τα μοναδικά τέκνα της αποβιώσασας, ο δε σύζυγός της τελευταίας είχε προαποβιώσει, γ) την ακύρωση των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας, στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενες και δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδώσουν τα κληρονομιαία ακίνητα κατά το ποσοστό που αναλογεί στην ενάγουσα. Εκδόθηκαν οι: α) 1224/2018 εν μέρει μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε ως απαράδεκτο ένεκα αοριστίας το αίτημα περί ακύρωσης των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας και κατά τα λοιπά διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, β) 4567/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, που αντικατέστησε τον αρχικώς διορισθέντα πραγματογνώμονα , γ) 3036/23-9-2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά το μέρος που είχε κριθεί κατά τα ανωτέρω νόμιμη και δ) 487/5-9-2023 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ηττηθείσες εναγόμενες-εκκαλούσες. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με ...2023 (που προσδιορίσθηκε με αρ. δικ. ...2024 για την δικάσιμο της 17-9-2025 και με την ...2024 πράξη της Αντιπροέδρου του οικείου Γ' τμήματος για την δικάσιμο την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας) είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός μηνός από την επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης στις 24-10-2023 (βλ. ... και ...2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Ι. Π.) καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο εκ 450 ευρώ (άρθρα 495 §3, 552, 553, 556, 558, 564§1 και 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 36/1988). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007).
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).
ΙΙβ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1411/2025), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1871/2025), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000 , ΟλΑΠ 2/2001). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990), όπως όταν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
ΙΙγ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1716,1730§2 1738, 1739, 1740,1741, 1742 και 1743 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης ο διαθέτης παραδίδει αυτοπροσώπως στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση. Το έγγραφο που εγχειρίζεται ή το περικάλυμμά του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγιστεί με τέτοιο τρόπο μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν. Επ' αυτού του σφραγισμένου εγγράφου ή του περικαλύμματός του ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώσει το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη και τη χρονολογία παραδόσεώς του, η σημείωση δε αυτή πρέπει να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν, τα οποία πρέπει να είναι παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια των παραπάνω διατυπώσεων. Για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης πρέπει να συνταχθεί από τον συμβολαιογράφο πράξη, η οποία πρέπει να περιέχει την ημεροχρονολογία κατάθεσης της, τα στοιχεία του διαθέτη, του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν, να βεβαιώνεται σε αυτήν ότι τηρήθηκαν τα περί παράδοσης του εγγράφου και προφορικής δήλωσης του διαθέτη, τα περί σφράγισης του εγγράφου ή του περικαλύμματός του και της επ' αυτού σημείωσης του συμβολαιογράφου, να βεβαιώνεται ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια της πράξης, να διαβαστεί στο διαθέτη (η πράξη), ενώ ακούν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και τέλος η πράξη αυτή να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν. Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις η μυστική διαθήκη είναι, κατ' άρθρο 1718 ΑΚ, άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1740 §1 εδ. α του ΑΚ, επί μυστικής διαθήκης, το έγγραφο που εγχειρίζεται (στο Συμβολαιογράφο), γραμμένο από το διαθέτη ή από άλλο πρόσωπο (ιδιόγραφη ή αλλόγραφη διαθήκη), πρέπει με την επιφύλαξη της περίπτωσης του άρθρου 1744 ΑΚ, να φέρει την υπογραφή του διαθέτη, ενώ, σύμφωνα με το εδ. β' του ίδιου άρθρου, αν είναι το κείμενο γραμμένο ολικά ή μερικά από άλλον, πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη και σε κάθε ημίφυλλο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση απαιτείται η υπογραφή του διαθέτη, είτε δηλαδή το έγγραφο έχει γραφεί από τον ίδιο ή άλλο πρόσωπο ή με μηχανικό μέσο, δηλαδή ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γραφομηχανή( ΑΠ 1874/2022, ΑΠ 1010/2020).
Κατ' άρθρο δε 1747 ΑΚ σε περίπτωση άκυρης μυστικής διαθήκης, επειδή δεν τηρήθηκαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις για το κύρος της, ισχύει αυτή ως ιδιόγραφη, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις περί εγκυρότητάς της ως ιδιόγραφης, δηλ. οι προβλεπόμενες από το άρθρο 1721 ΑΚ και συγκεκριμένα να έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να έχει χρονολογηθεί και να έχει υπογραφεί από αυτόν. Κατά δε το άρθρο 1722 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να κατατεθεί από το διαθέτη ή αντιπρόσωπό του δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου σε συμβολαιογράφο για φύλαξη, κατά τις κοινές διατάξεις για κατάθεση εγγράφων (ν.2830/2000 Κώδικας Συμβολαιογράφων, χωρίς δηλ. την σύμπραξη μαρτύρων κλπ. εκτός αν ο εγχειρίσας είναι αγράμματος ή αδυνατεί να υπογράψει). Η κατάθεση της ιδιόγραφης διαθήκης στον συμβολαιογράφο δεν αποτελεί συστατικό τύπο αυτής, όπως στην περίπτωση της μυστικής διαθήκης, ο δε τελευταίος θεωρείται σε αυτή την περίπτωση απλά κάτοχος της διαθήκης (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 273/2014).
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 του ΑΚ , είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ.3 του ιδίου κώδικα, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι, μεταξύ άλλων, όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους. Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξη της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί έννομη επιρροή. Κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 1719 αρ. 3 ΑΚ, έλλειψη συνείδησης των πράξεων υπάρχει όταν το πρόσωπο, από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λπ.), δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου, ενώ ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι ίδιες, οι οποίες σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αρ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η γεροντική άνοια και η ολιγοφρένεια (ΑΠ 608/2024,ΑΠ 10/2023). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής (1719 αρ.3 του ΑΚ), με τις προρρηθείσες που αφορούν την μυστική διαθήκη , προκύπτει, ότι, επί μυστικής διαθήκης, η ικανότητα προς σύνταξη της πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται από το συμβολαιογράφο η πράξη για την εγχείρισή της και έως το πέρας αυτής, εφόσον κατά το χρόνο τούτο λαμβάνει χώρα η κατάρτισή της (ΑΠ 412/2013, ΑΠ 1360/2002, ΑΠ 1355/1983). Και τούτο διότι από το χρονικό σημείο εγχείρισης του εγγράφου στον συμβολαιογράφο, οι διατάξεις του (εγγράφου) καθίστανται δηλώσεις βούλησης που ενσωματώνονται στην συμβολαιογραφική πράξη και επομένως η ανικανότητα του διαθέτη που μπορεί να υπήρχε κατά την σύνταξη του εγγράφου δεν επηρεάζει το κύρος της μυστικής διαθήκης. Αντίθετα, επί ιδιόγραφης διαθήκης κρίσιμος χρόνος για το κύρος της κατ' άρθρο 1719 αρ.3 του ΑΚ, είναι αυτός της σύνταξής της από τον διαθέτη.
ΙΙδ. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως ενώπιον του επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 21.3.2013 απεβίωσε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" στο Χαϊδάρι Αττικής, όπου ήταν νοσηλευόμενη, η Ε. Κ. , ηλικίας ... ετών (ημ. γέννησης …-1915), μητέρα της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, γιαγιά από μητέρα της δεύτερης εναγομένης, από "σηπτική καταπληξία-πνευμονία εξ εισρόφησης". ...Η αποβιώσασα άφησε τις ...2005 και ...2009 ιδιόγραφες διαθήκες, από τις οποίες έχει κατατεθεί στη συμβολαιογράφο Κορυδαλλού Ε. συζ. Σ. Χ. και έχει συνταχθεί η υπ' αριθ. ...2009 πράξη κατάθεσης, αντίστοιχα, από την οποία (πράξη κατάθεσης) προκύπτει η πράξη κατάθεσης της ως άνω από ...2005 διαθήκης και η συμβολαιογράφος κατάθεσης, δίχως όμως να προσκομίζεται μετ' επικλήσεως η αντίστοιχη πράξη καταθέσεως (σημ. στην σελίδα 26, όμως της προσβαλλομένης, αναφέρεται η υπ' αριθμ. ...2006 πράξη κατάθεσης της από 25-2-2005 ιδιόγραφης διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου … Ε. Χ. - Κ.). Στις διαθήκες αυτές, οι οποίες δημοσιεύθηκαν από το Ειρηνοδικείο Νίκαιας με τα υπ' αριθ. ...2013 και ...2013 πρακτικά αντίστοιχα, η διαθέτης όρισε:... ..... Βάσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών αποδεικνύεται ότι για την αποβιώσασα διαθέτη Ε. Κ. , από τον θάνατο του συζύγου της (...2005) και έκτοτε, η υγεία, σωματική και πνευματική, έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη, καθώς παρουσίαζε απώλεια μνήμης, σύγχυση των προσώπων που την περιέλαβαν και μειωμένη αντίληψη του περιβάλλοντος, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και να επιμεληθεί των υποθέσεων της, παθήσεις οι οποίες σε συνδυασμό με την προϋπάρχουσα κατάσταση της υγείας της (σωματικής-πνευματικής) έτσι όπως περιγράφεται αναμφίβολα και από τους μάρτυρες, δεν συνιστούν απλή νοητική μείωση, που παθαίνουν πολλές φορές τα άτομα αυτής της ηλικίας και οι οποίες (παθήσεις) από τα τέλη του έτους 2006 επέφεραν "βαρειά ανοϊκή συνδρομή επιλεγμένη με διαταραχές συμπεριφοράς, εγκατεστημένη ΔΕ παραμιδική συνδρομή συνεπεία ΑΕΕ", η οποία διήρκησε μέχρι τον θάνατό της. Επομένως, υπό αυτή την εξελικτική ψυχοσωματική κατάσταση της υγείας της (που δεν συνιστά απλή νοητική μείωση λόγω γήρατος), η οποία ήταν απότοκος των ανοϊκών συμπτωμάτων και βαρειάς ανοϊκής συνδρομής, της κώφωσης, της αδυναμίας βάδισης και αυτοεξυπηρέτησης που επέφεραν μείωση των ψυχοδιανοητικών λειτουργιών και διήρκησαν με βαθμιαία επιδείνωση από τις αρχές του έτους 2005 μέχρι το χρόνο του θανάτου της, η θανούσα Ε. Κ. , δεν ήταν ικανή με λογική σκέψη και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της να συντάξει κατά τον κρίσιμο χρόνο 25-2-2005 και 12-12-2009, έχοντας επίγνωση της σημασίας και του περιεχομένου των επιμέρους διατάξεών της και εύκολα μπορούσε να καθοδηγηθεί και να επηρεαστεί από τα πρόσωπα που είχαν διαρκή παρουσία γύρω της και εν προκειμένω από τις ωφελούμενες εναγόμενες στην απόφασή της για τη διάθεση της περιουσίας της. Η διαταραχή των πνευματικών λειτουργούν της διαθέτιδος και η μειωμένη αντίληψη και κρίση για τις επιχειρούμενες πράξεις, στοιχεία που συνέτρεχαν κατά το χρόνο σύνταξης των επίμαχων διαθηκών, προκύπτουν από ...Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω η Ε. Κ. του Κ. κατά το χρόνο σύνταξης (...2005/...2009) των επίμαχων ιδιόγραφων διαθηκών (ΑΚ 1721, 1722), απόλυτα ανάπηρη κατά ποσοστό άνω του 80% εξαιτίας ανοϊκών συμπτωμάτων, βαρειάς ανοϊκής συνδρομής, κώφωσης, αδυναμίας βάδισης και αυτοεξυπηρετήσεως, μη ιάσιμων και αναστρέψιμων, τελούσε σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και μείωνε σημαντικά την ικανότητά της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και επομένως η από ...2005 και ...2009 ιδιόγραφες διαθήκες συντάχθηκαν από πρόσωπο ανίκανο προς τούτο και, ως εκ τούτου, είναι άκυρες" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της νυν αναιρεσίβλητης, πλην όμως η πρωτόδικη απόφαση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, ρητά αναφέρεται σε μυστικές διαθήκες και όχι ιδιόγραφες, όπως αναφέρει η προσβαλλομένη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι οι από ...2005 και ...2009 διαθήκες της αποβιώσασας Ε. χας Β. Κ. ήταν ιδιόγραφες, που κατατέθηκαν σε συμβολαιογράφο, υπέπεσε: α) στην πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα αιτιώνται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, αφού έλαβε υπόψη πράγματα που ουδόλως προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και δη ότι οι επίδικες διαθήκες είναι ιδιόγραφες, ενώ οι αγωγικοί ισχυρισμοί αναφέρονται όλοι σε μυστικές διαθήκες, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ομοίως και οι λόγοι έφεσης των νυν αναιρεσειουσών, χωρίς μάλιστα να προταθεί από οιονδήποτε διάδικο μετατροπή των μυστικών διαθηκών σε ιδιόγραφες κατ' άρθρο 1747 ΑΚ και β) στην πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβιάζοντας ευθέως τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1719 αρ. 3, 1721-1722, 1738-1743 του ΑΚ, όπως βάσιμα αιτιώνται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, το δε σφάλμα αυτό προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, αφού με την κρίση της ότι πρόκειται για ιδιόγραφες διαθήκες (αναφέρει ρητά τα άρθρα 1721 και 1722 ΑΚ) κατατεθείσες σε συμβολαιογράφο, χωρίς ουδεμία παραδοχή περί μετατροπής και δεχόμενη την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1719 αρ.3 ΑΚ, δηλ. ότι η διαθέτιδα έπασχε από "ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και μείωνε σημαντικά την ικανότητά της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας" κατά την χρονολογία σύνταξης αυτών,που φέρεται αναγεγραμμένη σε αυτές δηλ. ...2005 και ...2009, αντίστοιχα, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1721-1722 ΑΚ για τις ιδιόγραφες διαθήκες, ενώ τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν υπάγονταν σε αυτές και παράλληλα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1738-1743 του ΑΚ για τις μυστικές διαθήκες, οπότε έπρεπε να κρίνει την συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων περί περιορισμού της λειτουργίας της βούλησης ένεκα διανοητικής διαταραχής κατά τον κρίσιμο χρόνο της εγχείρισής τους στον συμβολαιογράφο, και της υπογραφής της σχετικής πράξης εγχείρισης από την διαθέτιδα, παρουσία τριών μαρτύρων , κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη της παρ.
ΙΙγ της παρούσας, δηλ. στις 6-4-2006 και 15-12-2009, αντίστοιχα.
IV. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 §3 Κ.Πολ.Δ. , στις καταθέσασες και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183,191 §2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 487/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αναιρεσείουσες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ