ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 480/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 480/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 480/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 480 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 480/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Τ. του Γ. , 2) Φ. συζύγου Π. Τ. , το γένος Ν. Τ. , 3) Ε. Τ. του Θ. , 4) Γ. Τ. του Θ. , αμφότεροι 3ος και 4η ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος Θ. Τ. του Γ. , 5) Χ. Μ. του Μ. , 6) Ε. συζύγου Χ. Μ. , το γένος Γ. Τ. , 7) Σ. Μ. του Χ. , 8) Μ. Μ. του Χ. , και 9) Θ. Μ. του Μ. , κατοίκων ... Όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ευάγγελο Λύτρα, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-11-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Δημήτριο Γκολέμη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "AWB ΕΛΛΑΣ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." με Α.Φ.Μ. ... , που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) μονοπρόσωπης εταιρείας με την επωνυμία "AWB ΕΛΛΑΣ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με Α.Φ.Μ. ... , που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "OVB Holding AG", που εδρεύει στην Κολωνία της Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ιωάννη Δεληκωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ. , Γεώργιο Κοπακάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-11-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και τον Νικόλαο Καραμητσάνη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Ευάγγελος Λύτρας, αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε πως ο τρίτος και ο τέταρτος των αναιρεσειόντων παρίστανται ως εκ διαθήκης κληρονόμοι, και όχι ως εξ αδιαθέτου όπως λανθασμένα αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-07-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4189/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 04-01-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων εταιρείων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4.1.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 4189/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η με αριθμό 13/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' αποδοχή ως βασίμων κατ' ουσίαν (α) της από 4.9.2018 έφεσης των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων και (β) της από 10.10.2018 έφεσης της τρίτης εναγομένης (ήδη αναιρεσιβλήτων) διακρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη η από 22.7.2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων επενδυτών, με την οποία αυτοί ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, αντικειμενικά ευθυνομένων, να τους καταβάλουν τα στην αγωγή χρηματικά ποσά, επικαλούμενοι την εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων και προστηθέντων υπαλλήλων αυτών, πλημμελή εκπλήρωση σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, αδικοπραξία, παραβίαση των διατάξεων για τη προστασία του καταναλωτή και κατάχρηση νομικής προσωπικότητας. Η αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1263/2025, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1263/2025, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1651/2024, ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1007/2019). Υπαιτιότητα του υποχρέου υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 484/2024, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 831/2021). Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.2251/1994, όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στη συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του. Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1565/2023, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 693/2020).

Κατά δε, τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία. Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του. Αδιάφορο επίσης είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας ( ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 93/2019, ΑΠ 368/2011, ΑΠ 355/2013), ώστε, εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου, κατά την έννοια του άρθρου 922 του ΑΚ, η μετάθεση της ευθύνης σ' αυτόν (ΑΠ 1764/2023). Από την ίδια διάταξη (922 ΑΚ) προκύπτει ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση των υποθέσεών του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σ' αυτόν (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 9/2011). Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012). Σχέση πρόστησης υπάρχει και μεταξύ της εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρείας αφενός και του συνεργάτη της τελευταίας (ασφαλιστικού συμβούλου ή πράκτορος) αφετέρου, εφόσον αυτές διατηρούν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτού. Και ναι μεν, από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν. 1969/1991, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ. 433/1993 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 παρ. 5 του v.2533/1997, ως προς το οποίο, μετά την κατάργησή του με το άρθ. 47 παρ. 2 και 3 ν.3283/2004 εφαρμόζονταν οι αντίστοιχες, ως προς το περιεχόμενο των καταργημένων διατάξεων, διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι ως αντιπρόσωποι των εταιριών διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου κινητών αξιών κατά τη διάθεση τίτλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων μπορούν να ενεργούν μόνον τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), όχι δε, και φυσικά πρόσωπα, πλην όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα αυτά αποκλείονται οπωσδήποτε από το δίκτυο διάθεσης των τίτλων. Απλώς, η ανάμειξή τους δεν επιτρέπεται να γίνει κατ` εκπροσώπηση της εταιρείας διαχείρισης, αφού τούτο αντίκειται στην ανωτέρω δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν.1969/1991 και, συνεπώς, η τελευταία δεν ευθύνεται συμβατικώς έναντι του τρίτου, που συνήψε σύμβαση αγοράς τέτοιων τίτλων με φυσικό πρόσωπο, ευθύνεται όμως κατά το άρθρο 922 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις ( ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 1359/2019, AΠ 188/2015, ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1671/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του Ν.1969/1991, όπως ίσχυσαν, συνάγεται ότι, μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε, αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν, εξ αδιαιρέτου, σε περισσότερα πρόσωπα και καθίστανται, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται για το σκοπό αυτό. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου, προκύπτει, ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλασματικά μερίδια, η δε, συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή, είναι η τράπεζα. Για την πώληση και την, εντεύθεν, απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων (ΑΠ 418/2016, ΑΠ 1396/2011, 331/2010).

Με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. , που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ` αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.". Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προεκτέθηκαν), κατ` αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα, κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6. 1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις, ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 63/2022, ΑΠ 128/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1028/2015,ΑΠ 1738/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018).

Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται -με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών- από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις -έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, για την ανεύρεση της αληθούς έννοιας αυτού, ιδίως μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων (π.χ. της αξιοπιστίας των μαρτύρων), τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ' αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 607/2023, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 334/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 444/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Τέλος, οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά στην πραγματικότητα (υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) να πλήττουν αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1350/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' επιτρεπτή επισκόπησή της (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής, τα εξής: Με την με αριθμό ...1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας...εγκρίθηκε η εγκατάσταση στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις των α.ν. 89/1967 και 378/1968 της υπεράκτιας εταιρείας "HEDLEY FINΑNCE LIMITED" με έδρα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI) η οποία σύμφωνα με το καταστατικό της έχει αντικείμενο επενδυτικές εργασίες σε ξένο συνάλλαγμα, απόκτηση και κατοχή μετοχών, χρεογράφων, συναλλαγματικών, υποχρεώσεων ή αξιογράφων στο όνομα της εταιρείας ή οποιουδήποτε εξουσιοδοτημένου οργανισμού. Η παραπάνω έγκριση δόθηκε... υπό τον όρο ότι το γραφείο που θα εγκατασταθεί στην Ελλάδα, θα ασχολείται αποκλειστικά με τον συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων της εταιρείας και με την ρητή απαγόρευση της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας στον ελληνικό χώρο. Η εταιρεία ... γνωστοποίησε ότι νόμιμος εκπρόσωπός της στην Ελλάδα είναι ο Κ. Ν. και ξεκίνησε την λειτουργία του γραφείου της που εγκατέστησε στην Γλυφάδα, στην οδό ... , σε υπερπολυτελές μισθωμένο τριώροφο κτίριο... όπου απασχολούνταν 60 και πλέον άτομα... η δε επωνυμία της εταιρείας "HEDLEY FINΑNCE LIMITED" συνοδευόταν από την παραπλανητική ένδειξη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ", έτσι ώστε να δημιουργείται η εικόνα της οικονομικής ευμάρειας, αλλά και συναίσθημα ασφαλείας και εμπιστοσύνης στους ενδιαφερόμενους επενδυτές...Τη διοίκηση και διαχείριση "εν τοις πράγμασι" της εταιρείας "HEDLEY FINΑNCE LIMITED" αποδείχθηκε ότι είχε ο Β. Τ. με συνδιαχειριστές, κατά περίπτωση, τον αδελφό του Δ. Τ. και τον Κ. Ν. , του τελευταίου ήδη θανόντος. Οι Β. και Δ. Τ. , από κοινού με τον Κ. Ν. , και υπό την καθοδήγηση του πρώτου (Β. Τ.) αποφάσισαν ως συνδιαχειριστές με την συγκρότηση μιας ομάδας ανθρώπων έμπειρων στα χρηματοοικονομικά, με την συνδρομή και καθοδήγηση ακόμη και πανεπιστημιακών καθηγητών... με την οργάνωση και διεξαγωγή συνεδρίων και σεμιναρίων, με την έκδοση πληθώρας εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων και την συνεργασία με αξιόπιστα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να εξαπατήσουν ανυποψίαστους αλλά και έμπειρους επενδυτές-πελάτες, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομα περιουσιακά οφέλη...Συγκεκριμένα, είτε οι ίδιοι, είτε μέσω των συνεργατών και υπαλλήλων τους, παρουσίασαν την εταιρεία "HEDLEY FINΑNCE LIMITED" ως μεγάλο διεθνή επενδυτικό όμιλο (ΤΗΕ ΗΕDLEY GROUP) με τεράστιο κύκλο επενδυτικών δραστηριοτήτων, κυρίως στο Λονδίνο (οδός ...) ο οποίος διέθετε εξειδικευμένο επιτελείο οικονομικών αναλυτών, με πολύχρονη εμπειρία και φήμη, ότι εποπτευόταν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ελεγχόταν από το Υπουργείο Οικονομικών, εκμεταλλευόμενοι προς τούτο, το γεγονός της χορήγησης άδειας εγκατάστασης γραφείου στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις όμως του ν. 89/1967 και 378/1968 που δεν τήρησαν, τις οποίες όμως, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν οι υποψήφιοι επενδυτές, αφού δεν ενημερώνονταν σχετικά περί της αδείας αυτής. Οι ως άνω συνδιαχειριστές της εταιρείας "HEDLEY FINΑNCE LIMITED"προκειμένου να υλοποιήσουν το προαναφερθέν σχέδιό τους, απευθύνθηκαν σε άλλη υπεράκτια εταιρεία σύστασης εταιρειών κατ' εντολή πελάτη... η οποία δημιούργησε την εταιρεία με την επωνυμία "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" με δηλωθείσα έδρα στο ... στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, επίσημο αντιπρόσωπο την εταιρεία "OVERSEAS MANAGEMENT COMPANY", διευθυντή επενδύσεων την επίσης υπεράκτια εταιρεία " MATRIX ASSET MANAGEMENT" και σύμβουλο επενδύσεων την υπεράκτια εταιρεία "MATRIX FINANCIAL SERVICE". Το μόνο δε, φυσικό πρόσωπο που εμφανιζόταν ήταν ο Άγγλος υπήκοος H. D. H. , ως διευθυντής και νομικός σύμβουλος της εταιρείας, λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας (δικηγόρος) ο οποίος, κατά το άνοιγμα των λογαριασμών της ως άνω εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου, καταθέτει την από 18.9.2022 δήλωσή του ότι θα διακινεί 300.000 έως 500.000 δολάρια ΗΠΑ ετησίως, για την αντιμετώπιση των λειτουργικών αναγκών της εταιρείας...Με εντολή προς την άνω εταιρεία "OVERSEAS MANAGEMENT COMPANY",από τους παραπάνω συνδιαχειριστές, δημιούργησαν και έθεσαν σε κυκλοφορία, εξαφαλίζοντας καταστατικό και εγγραφή στο σχετικό μητρώο των εταιρικών υποθέσεων, ένα χρηματοοικονομικό προϊόν με την ονομασία "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND", τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, διακινούμενο από την άνω υπεράκτια εταιρεία "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED"... Mάλιστα, η εταιρεία "HEDLEY FINΑNCE LIMITED" εμφανιζόταν ως διαχειρίστρια του αμοιβαίου αυτού κεφαλαίου...Θεματοφύλακας του ως άνω χρηματοοικονομικού προϊόντος "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" και καταθέτρια τράπεζα εμφανιζόταν αρχικά η βρετανική τράπεζα "ROYAL BANK OF SCOTLAND" και αργότερα, περί τις αρχές του 2002, ορίστηκε ως θεματοφύλακας και καταθέτρια τράπεζα η ελβετική τράπεζα "PRIVATE BANK OF SWITZERLAND"...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με σκοπό την προώθηση του άνω χρηματοοικονομικού προϊόντος "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" από κοινού οι Β. και Δ. Τ. (και με τον ήδη θανόντα Κ. Ν.) με την βοήθεια των υπαλλήλων τους εκτύπωσαν ενημερωτικά φυλλάδια της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" για το συγκεκριμένο προϊόν τα οποία διανέμονταν στους ενδιαφερομένους υποψηφίους επενδυτές, και στα οποία παρουσίαζαν την εταιρεία, το επενδυτικό προϊόν, τον τρόπο επένδυσης, την επιλογή των εταιρειών στις οποίες γίνονταν οι επενδύσεις, την διαχείριση των κεφαλαίων, τη διαδικασία επένδυσης, την ασφάλεια του κεφαλαίου, τις αποδόσεις των παρελθόντων ετών, τους ορκωτούς λογιστές, νομικούς συμβούλους και ασφαλιστικούς οργανισμούς. Το κείμενο των φυλλαδίων αυτών ήταν έντεχνα διατυπωμένο ώστε να δημιουργεί εμπιστοσύνη στο διαφημιζόμενο προϊόν και να το καθιστά ελκυστικό, φαινομενικά πολύ προσοδοφόρο και απόλυτα ασφαλές, περιείχε δε, οικονομικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία, οι αποδόσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου τα προηγούμενα έτη ανέρχονταν σε ποσοστά 12-14%. Επί πλέον υπήρχε η διαβεβαίωση της διασποράς του κινδύνου, ότι δηλαδή, με τα χρήματα που επενδύονταν θα αγοράζονταν διάφορα προϊόντα, όπως, ομόλογα, διεθνείς μετοχές, ξένο συνάλλαγμα και παράγωγα (συμβόλαια προθεσμιακής εκπλήρωσης και δικαίωμα προαίρεσης) και μάλιστα γινόταν σύγκριση των συνεχώς αυξανομένων αποδόσεων του εν λόγω αμοιβαίου κεφαλαίου με άλλα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα εκείνη τη χρονική περίοδο, ώστε το "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" να εμφανίζεται ως το πλέον επικερδές...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για την εξυπηρέτηση των παραπάνω σκοπών τους οι συνδιαχειριστές ... είχαν ανοίξει λογαριασμό για τις καταθέσεις των επενδυτών στις τράπεζες....με δικαιούχους τις εταιρείες "HEDLEY FINΑNCE LIMITED" και "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED"... Όλοι αυτοί οι λογαριασμοί είχαν κοινή τραπεζική κατάθεση εμβασμάτων (swift address) RBS GB 2L η οποία αναγραφόταν και στην παραπάνω επιστολή προς υποψηφίους επενδυτές.... Αποδεικνύεται ότι ουδέποτε έγινε αποτίμηση και έλεγχος από την φερόμενη ως θεματοφύλακα τράπεζα του νόμιμου υπολογισμού της αξίας των μεριδίων του φερομένου ως αμοιβαίου κεφαλαίου, ούτε διασφαλίστηκε από αυτήν η καταβολή του αντιτίμου της συμμετοχής σ'αυτό. Ούτε άλλωστε, υπήρξε κανονισμός του αμοιβαίου κεφαλαίου, την τήρηση του οποίου ελέγχει η φερόμενη ως θεματοφύλακας τράπεζα. Δεν προσκομίστηκε δε, ούτε μία εντολή της "HEDLEY FINANCE LIMITED" φερομένης ως εταιρείας διαχείρισης, αλλά ούτε και της "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" που εμφανιζόταν ως οργανισμός διαχείρισης αμοιβαίου κεφαλαίου σχετικά με αγορά και πώληση χρεογράφων ή μετοχών, ή πραγματοποίηση έστω και μίας από τις επενδύσεις που παρουσιάζονταν στα προαναφερόμενα διαφημιστικά έντυπα και βέβαια δεν προέκυψε οποιαδήποτε μεσολάβηση της φερόμενης ως θεματοφύλακα τράπεζας στην εκτέλεση μιας τέτοιας εντολής. Πέραν αυτών, δεν αποδείχθηκε αν υπήρχαν συγκεκριμένα πρόσωπα που αποτελούσαν την ομάδα διαχείρισης του αμοιβαίου κεφαλαίου, και η οποία έδιδε εντολές αγοράς ή πώλησης μεριδίων...Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" δεν έφερε ούτε ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία που απαιτούνταν για να αποτελεί αμοιβαίο κεφάλαιο, είτε τούτο διακινείτο στην Ελλάδα, είτε στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε εκτός αυτών. Δεν είχε καταχωρηθεί σε καμία αρμοδία αρχή κανενός κράτους ως αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν ήταν αδειοδοτημένο, δεν αντιπροσώπευε τίποτε, και δεν ήταν στην ουσία τίποτε περισσότερο από μία εξωχώρια (offshore) εταιρεία των Βρετανικών Παρθένων Νήσων χωρίς περιουσία, που όπως ανακοινώθηκε αργότερα στο επενδυτικό κοινό, με το από 14.8.2003 έγγραφο της αρμόδιας επιτροπής εμπορίου και κεφαλαιαγοράς των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, η εταιρεία "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" δεν είναι νόμιμο αμοιβαίο κεφάλαιο, αφού δεν έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της και γι' αυτό συνιστάται εξαιρετική προσοχή κατά τις συναλλαγές με την αντίστοιχη εταιρεία. Οι ανώνυμες μετοχές που ελάμβαναν οι επενδυτές δεν ενσωμάτωναν καμία αξία και δεν είχαν αντίκρυσμα, αφού η έλλειψη κανονισμού αμοιβαίου κεφαλαίου, η έλλειψη θεματοφύλακα και η μη εκτέλεση εντολών επενδύσεων μετέτρεπαν τα χρήματα των φερομένων ως επενδυτών σε απλές τραπεζικές καταθέσεις στους λογαριασμούς της βρετανικής τράπεζας "ROYAL BANK OF SCOTLAND" ή άλλων τραπεζών όπου υπήρχαν λογαριασμοί των εταιρειών που αναφέρθηκαν παραπάνω. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το αμοιβαίο αυτό κεφάλαιο είχε ενταχθεί σε κάποια αγορά μαζί με άλλα όμοια προϊόντα ή ότι παρουσιαζόταν στους πίνακες κάποιας διεθνούς πλατφόρμας ενημέρωσης, η σε ειδικό προς τούτο έντυπο, ώστε να μπορούν οι επενδυτές να παρακολουθούν την πορεία του, δεδομένου ότι μοναδική πηγή ενημέρωσής τους ήταν οι απλές ενημερωτικές επιστολές, οι οποίες είτε προερχόμενες από την "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" είτε από την "HEDLEY FINANCE LIMITED", ουδεμία πραγματική εικόνα αποτύπωναν, αφού κατά συνέπεια όλων των παραπάνω, δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικές αποδόσεις των φερομένων επενδύσεων καθόσον δεν πραγματοποιούνταν τέτοιες, τα σχετικά ενημερωτικά έγγραφα (statements) που παραλάμβαναν οι φερόμενοι επενδυτές ήσαν εικονικά και μοναδικό σκοπό είχαν να τους παραπλανήσουν με το δέλεαρ της μεγιστοποίησης των κερδών τους και έτσι, είτε να επενδύσουν και άλλα χρήματα, είτε να επανεπενδύσουν τα χρήματά τους και συγχρόνως να γίνουν διαφημιστές προσέλκυσης και νέων επενδυτών. Σημειώνεται, ότι στην αλληλογραφία που ελάμβαναν οι επενδυτές, άλλοτε εμφανίζονταν ως έδρα του συγκεκριμένου αμοιβαίου κεφαλαίου οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι και άλλοτε το Λονδίνο στην ίδια προαναφερθείσα διεύθυνση (οδός ...). Ακόμη και η παρεχόμενη στα σχετικά διαφημιστικά έντυπα διαβεβαίωση περί απαλλαγής των υποσχόμενων κερδών των επενδυτών από την φορολογία ήταν ψευδής, διότι σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 2238/1994 απαλλάσσονται από την φορολογία τα κέρδη των αμοιβαίων κεφαλαίων που είναι εγκατεστημένα σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου, οι οποίες προσδιορίζονται συγκεκριμένα, και στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι.

Εξάλλου ακόμη και η εμφανιζόμενη από τους συνδιαχειριστές, είτε από τους ίδιους, είτε μέσω των συνεργατών τους, είτε μέσω των διαφημιστικών εντύπων που κυκλοφόρησαν ευρύτατα, ασφάλιση στον διεθνή ασφαλιστικό κολοσσό Lloyd's στον οποίο φερόταν να διασφαλίζεται η "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" για οικονομικές παροχές, για ευθύνες και υποχρεώσεις διευθυντών και υπαλλήλων και για τις αποδόσεις, δεν υπήρξε ποτέ και οι ως αν διαβεβαιώσεις ήσαν απολύτως ψευδείς, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, υπήρξε μεν μία σύμβαση ασφάλισης με την ως άνω εταιρεία για το χρονικό διάστημα από 18.10.2001 έως 17.10.2002 η οποία όμως, δεν κάλυπτε τα επενδυόμενα κεφάλαια, ούτε τις αποδόσεις αλλά μόνον τη περίπτωση απιστίας υπαλλήλου, επί πλέον δε, ακόμη και αυτή η σύμβαση ασφάλισης ακυρώθηκε από τον Απρίλιο του 2002, συγκεκριμένα από 18.4.2002 λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων. Οι δε, βεβαιώσεις ασφάλισης τις οποίες παραλάμβαναν οι επενδυτές μετά την καταβολή των χρημάτων τους, φαινομενικά μέσω της "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" στην πραγματικότητα προέρχονταν από το Λονδίνο, όχι όμως όπως από τους LLOYD'S, αλλά από τον ασφαλιστικό πράκτορα G. A. , ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν πιστοποιημένος μεσίτης ασφαλειών των LLOYD'S κατά τον επίδικο χρόνο...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ούτε η offshore εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED", είχε νόμιμο δικαίωμα να αντιπροσωπεύει, να διαχειρίζεται και να διακινεί στην Ελλάδα χρηματοοικονομικά προϊόντα, όπως το συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο, ακόμη και αν αυτό ήταν νόμιμο και υπαρκτό, αφού ως εταιρεία του α.ν. 89/1967 απαγορευόταν ρητά να ασκεί οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα στην Ελλάδα, αλλά και οπουδήποτε αλλού, αφού δεν είχε τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν, παρά μόνον, περιορισμένη και ειδική δικαιοκτητική ικανότητα. Επίσης, η εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED", όπως και η εταιρεία "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" δεν είχαν δικαίωμα να διαφημίζουν το παραπάνω αμοιβαίο κεφάλαιο στην Ελλάδα, καθόσον και για την διαφήμιση υπόκειντο στις αντίστοιχες με την διαφήμιση διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, τις οποίες δεν πληρούσαν. Μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησε το ΣΔΟΕ στην Μεγάλη Βρετανία οι άνω εταιρείες δεν ήταν καν γνωστές στις αρμόδιες αγγλικές εποπτικές αρχές, ως υπαρκτές και νομίμως λειτουργούσες, ακόμη και ως εξωχώριες εταιρείες... σε κάθε περίπτωση, δεν προέκυψε ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες είχαν οποιαδήποτε σχέση με κάποιο υπαρκτό και νομίμως διακινούμενο αμοιβαίο κεφάλαιο... Επί πλέον αποδείχθηκε ότι για την υλοποίηση των προαναφερομένων σκοπών τους, οι από τους ως άνω συνδιαχειριστές, Β. Τ. και Κ. Ν. , άνοιξαν στην Ευρωπαϊκή Λαϊκή Τράπεζα, με δικαιούχο την εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED", αφού κατέθεσαν τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα, τους παρακάτω τραπεζικούς λογαριασμούς, δραχμικούς, δολαριακούς, σε αγγλικές λίρες και άλλα νομίσματα, προκειμένου να δώσουν την μεγαλύτερη δυνατή ευχέρεια κατάθεσης από οποιονδήποτε επενδυτή σε οποιονδήποτε νόμισμα εκείνος επιθυμούσε...Παράλληλα, με σκοπό τη διακίνηση του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού προϊόντος, οι προαναφερθέντες διαχειριστές, με το δίκτυο των υπαλλήλων που προσέλαβαν άρχισαν να εξαπλώνονται μέσα από συνεργασίες με εταιρείες και ασφαλιστικούς πράκτορες, επιδιώκοντας να καταρτίσουν όσο το δυνατόν περισσότερες χρηματοοικονομικές συμφωνίες, όπως και πράγματι πέτυχαν... Η πρώτη εναγομένη εταιρεία που δραστηριοποιήθηκε ενεργά στην προώθηση και όλη διακίνηση του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού προϊόντος "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" συνεστήθη νομίμως το έτος 1993 από την γερμανική εταιρεία ... με αντικείμενο σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της "... πωλήσεις προϊόντων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, στεγαστικών ταμιευτηρίων, τραπεζών, αμοιβαίων κεφαλαίων και άλλων ομοειδών επιχειρήσεων για δικό της λογαριασμό έναντι αμοιβής και η παροχή service στους πελάτες". Τα μέλη της ανωτέρω ετερρόρυθμης εταιρείας είναι αφενός η γερμανική εταιρεία και αφετέρου η ελληνική ΕΠΕ "OVB ΕΛΛΑΣ ΠΑΝΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΙΚΉ ΕΠΕ -ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΊ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ" με την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου που ασκεί την διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρείας διά των δικών της διαχειριστών... Στις 1.10.1999 η πρώτη εναγομένη αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεσολαβεί αντί αμοιβής για σύσταση υποψηφίων πελατών προς την "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED"με σκοπό την προώθηση προθεσμιακών χρηματοοικονομικών προϊόντων, συμβάσεων προθεσμιακών αγορών συναλλάγματος και συμβολαίων option. Ο Σ. Γ. ορίστηκε για πρώτη φορά λειτουργικός διαχειριστής της "ΠΑΝΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΙΚΉ ΕΠΕ -ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΊ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ" ...μαζί βέβαια με τον ένα από τους δύο προηγούμενους λειτουργικούς διαχειριστές, τον M. - E. F. Η συνεργασία της OVB ΕΛΛΑΣ με την "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" ήταν στη πραγματικότητα συνεργασία με την "HEDLEY FINANCE LIMITED", αφού η τελευταία είχε αναλάβει την διαχείρισή τους...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε από τα έγγραφα που κατασχέθηκαν στα γραφεία της "HEDLEY FINANCE LIMITED", στη Γλυφάδα, ότι για την πραγματοποίηση της φερόμενης επένδυσης στο φερόμενο ως αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" είχε καθιερωθεί από τους συνδιαχειριστές της "HEDLEY FINANCE LIMITED" και καταγραφόταν στα σχετικά διαφημιστικά έντυπα συγκεκριμένη διαδικασία επένδυσης, για την οποία μάλιστα, διοργανώνονταν και σχετικά σεμινάρια στα συνεργαζόμενα πρόσωπα ασφαλιστικών πρακτόρων. Η διαδικασία αυτή η οποία ήταν κοινή για όλους τους συνεργαζόμενους πράκτορες, είτε ανεξάρτητους, είτε συνδεόμενους με το φερόμενο ως αμοιβαίο κεφάλαιο μέσω της OVB ΕΛΛΑΣ ήταν η ακόλουθη: Ο εκάστοτε συνεργάτης που προωθούσε το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν στον υποψήφιο επενδυτή, έχοντας εφοδιασθεί από την "HEDLEY FINANCE LIMITED" ή την OVB ΕΛΛΑΣ με σχετικά διαφημιστικά φυλλάδια, αντίγραφο από το μοναδικό υπαρκτό συμβόλαιο των LLOYD'S εφόσον το ζητούσε, αίτηση συμμετοχής και σύμβαση κάλυψης, πρότεινε την συγκεκριμένη επένδυση στον υποψήφιο επενδυτή. Εάν ο επενδυτής δεχόταν να επενδύσει υπέγραφε όλα τα σχετικά έγγραφα και κατέθετε το συμφωνημένο προς επένδυση ποσό με έμβασμα στην ROYAL BANK OF SCOTLAND σε κάποιον από τους αναφερόμενους στην αίτηση συμμετοχής λογαριασμούς της "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" και έτσι ξεκινούσε η επένδυσή του. Τα έγγραφα δε που ο επενδυτής είχε υπογράψει, μαζί με το αποδεικτικό κατάθεσης του εμβάσματος, τα παρέδιδε ο ίδιος ο συνεργάτης ή τα έστελνε με κούριερ, αν ήταν ανεξάρτητος συνεργάτης στο μπάκ όφις της "HEDLEY FINANCE LIMITED" στη Γλυφάδα και αν ήταν συνεργάτης μέσω της OVB ΕΛΛΑΣ που στη συνέχεια τα έστελνε στο μπακ όφις της "HEDLEY FINANCE LIMITED". Το συγκεκριμένο τμήμα-γραφείο της "HEDLEY FINANCE LIMITED", το μπακ όφις φωτοτυπούσε όλα τα σχετικά με την συγκεκριμένη επένδυση έγγραφα και στη συνέχεια ανοιγόταν φάκελος για τον κάθε επενδυτή, ενώ τα πρωτότυπα έγγραφα παραδίδονταν στην ρεσεψιόν για να σταλούν στο γραφείο της "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" στο Λονδίνο. Ωστόσο δεν υπήρχε έδρα των εταιρειών αυτών στο Λονδίνο. Αυτή ήταν τυπικά η διαδικασία όταν η επένδυση γινόταν με έμβασμα προς την ROYAL BANK OF SCOTLAND και στη μετέπειτα φερόμενη ως θεματοφύλακα τράπεζα PRIVATE BANK OF SWITZERLAND. Υπήρχε όμως η δυνατότητα να γίνει η επένδυση και με την κατάθεση χρημάτων σε άλλες τράπεζες στην Ελλάδα, όπου τηρούνταν λογαριασμοί στο όνομα είτε της "HEDLEY FINANCE LIMITED", είτε της "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" ακόμη όμως και με παράδοση επιταγής, στα γραφεία των εταιρειών αυτών στην οδό ... και επί πλέον και με μετρητά χρήματα, που επίσης παραδίδονταν στους υπαλλήλους της "HEDLEY FINANCE LIMITED". Η καταβολή όμως των ποσών που επενδύονταν, είτε με μετρητά, είτε με επιταγές, είτε άμεσα από τους επενδυτές, είτε μέσω των ασφαλιστικών πρακτόρων, αυτά (επιταγές-μετρητά) παραδίδονταν στην συνέχεια στον Β. Τ. και τηρούνταν αντίγραφα ή βεβαιώσεις στο μπακ όφις, ενώ χορηγούνταν στον επενδυτή ή στον συνεργάτη άλλη βεβαίωση που έφερε το λογότυπο της "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" για την κατάθεση της επιταγής, ή την είσπραξη των μετρητών υπογεγραμμένη από τον υπάλληλο που είχε παραλάβει το σώμα της επιταγής ή τα μετρητά. Στη συνέχεια, μετά την πραγματοποίηση της επένδυσης, με οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους τρόπους, κάθε επενδυτής ελάμβανε ένα φάκελο προερχόμενο από την "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" ο οποίος όμως, είχε προηγουμένως περάσει από την "HEDLEY FINANCE LIMITED" της οδού ... στην Γλυφάδα. Ο φάκελος ανέγραφε το όνομα του επενδυτή και περιείχε ευχαριστήρια επιστολή για τη συμμετοχή του στο αμοιβαίο κεφάλαιο, διατυπωμένο στην αγγλική, αλλά και στην ελληνική γλώσσα, έγγραφη πιστωτική έγκριση της επένδυσης, τους τίτλους (ανώνυμους) δηλαδή, τα μερίδια που αντιστοιχούσαν στον επενδυτή και βεβαίωση ασφάλισης στην Lloyd's αν το ζητούσαν οι επενδυτές, που κατονόμαζε τον συγκεκριμένο επενδυτή και το ποσό της επένδυσής του, και η οποία έφερε στη θέση της υπογραφής, είτε την επωνυμία μόνον της αναφερθείσας παραπάνω εταιρείας ... SPECIAL RISKS είτε την υπογραφή του ασφαλιστικού πράκτορα G. A.....Στη συνέχεια μετά από κάθε επένδυση ο επενδυτής παραλάμβανε με φάκελο προερχόμενο από την "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" ο οποίος όμως, είχε προηγουμένως περάσει από την "HEDLEY FINANCE LIMITED" της οδού ... στη Γλυφάδα και τις λεγόμενες ενημερώσεις (statements)σε τακτά χρονικά διαστήματα.. από τις οποίες προέκυπτε ότι σε ορισμένους επενδυτές είχαν αποδοθεί κάποια χρηματικά ποσά, ως προερχόμενα από αποδόσεις των επενδύσεών τους, ώστε να φαίνεται ότι οι αποδόσεις αποδίδουν...Όμως πέραν των όσων ανωτέρω εκτέθηκαν, δεν προέκυψε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να συνάγεται ότι όλη αυτή η αλληλογραφία διακινείτο μεταξύ Λονδίνου και Γλυφάδας, πολύ δε, περισσότερο, ότι συνδεόταν και αφορούσε πραγματικές επενδύσεις με νομίμως υφιστάμενο οργανισμό συλλογικών επενδύσεων. Ήτοι, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, η ύπαρξη διαχειριστικής ομάδας του αμοιβαίου κεφαλαίου "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" και τα αποτελούντα αυτή πρόσωπα, ο τόπος εγκατάστασης αυτής, ο τρόπος λειτουργίας της, σχετικά με την διαχείριση του χαρτοφυλακίου των επενδυτών, δηλαδή, σε ποια συγκεκριμένα προϊόντα τοποθετείτο αυτό (ομόλογα, μετοχές, προθεσμιακές καταθέσεις, παράγωγα) σύμφωνα με τις προφορικές διαβεβαιώσεις των συνεργατών της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED" αλλά και τα ενημερωτικά φυλλάδια με τα οποία διαφημιζόταν το εν λόγω προϊόν και υποσχόταν διασπορά κινδύνου με αγορά μετοχών διεθνών χρηματιστηρίων, ομολόγων, συναλλάγματος και παραγώγων με εγγυημένο κεφάλαιο και αποδόσεις... Δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο πράγματι αλληλογραφία προερχόμενη από το εξωτερικό, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε και η έρευνα του ΣΔΟΕ αναφορικά με τα έντυπα της "HEDLEY FINANCE LIMITED" την εκτύπωση των οποίων διαπιστώθηκε ότι είχε αναλάβει το τυπογραφείο του Κ. Μ. , από το έτος 1997 μέχρι τις αρχές του έτους 2003 με εντολή του Β. Τ. Επίσης αποδείχθηκε ότι μετά την πραγματοποίηση κάθε επένδυσης, και με δεδομένο ότι η διάρκειά της ήταν ενός έτους, με τις ψευδείς παραστάσεις περί ολοκλήρωσης της διαδικασίας επένδυσης, αλλά και της καλής πορείας αυτής, με τις ψευδείς ενημερώσεις για την απόδοσή της, πείθονταν οι επενδυτές να μην ζητούν ρευστοποίηση των επενδύσεών τους, αλλά να επανεπενδύουν το ποσό (κεφάλαιο και αποδόσεις) που φέρονταν μέχρι τότε να έχουν συγκεντρώσει...Ειδικότερα, ως προς την προκειμένη υπόθεση διακίνησης του φερομένου ως αμοιβαίου κεφαλαίου "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" μέσω του δικτύου OVB αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη είχε δημιουργήσει ένα καλά οργανωμένο πολυάριθμο δίκτυο με συνεργαζόμενα στελέχη, όπου υπήρχε ιεραρχία, με διάφορες διαβαθμίσεις... τα οποία αμείβονταν από αυτή με προμήθεια. Στο δίκτυο αυτό, στέλεχος ήταν ο Σ. Α. και συγκεκριμένα αυτός κατείχε τη θέση του τοπικού οργανωτικού συντονιστή στις Σέρρες από τον Νοέμβριο του 1996 έχοντας συνάψει με αυτή την από 1.11.1996 σύμβαση έργου ως ελεύθερος συνεργάτης-ανεξάρτητος εμπορικός διαμεσολαβητής. Ωστόσο, από τους όρους της οικείας σύμβασης προκύπτει ότι η όλη επαγγελματική του δραστηριότητα κινείτο υπό τις σαφείς οδηγίες της πρώτης εναγομένης που λάμβανε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της, με τον οποίο βρισκόταν σε συνεχή συνεργασία και επικοινωνία...
Συνεπώς, παρείχε στην πρώτη εναγομένη υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών της και προώθησης των συμφερόντων της, εφόσον ενεργούσε υπό τον έλεγχό της ή έστω υπό την επίβλεψή της...

Συνεπώς, η σύμβαση έργου που είχε συνάψει με την 1η εναγομένη ως ελεύθερος και ανεξάρτητος συνεργάτης, δεν αναιρούσε την σχέση πρόστησης-βοηθού εκπλήρωσης μεταξύ τους, αφού η δραστηριότητά του εντασσόταν στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό κύκλο δράσης αυτής ως κυρίας της υπόθεσης...Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ο Σ. Α. ήρθε σε επαφή με τους ενάγοντες, οι οποίοι βάσει των διαβεβαιώσεων περί της φερεγγυότητας, νομιμότητας και σταθερής απόδοσης (του εν λόγω αμοιβαίου κεφαλαίου) πείσθηκαν και επένδυσαν στο εν λόγω προϊόν συνάπτοντας έτσι με την πρώτη εναγομένη άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών... Ειδικότερα, οι ενάγοντες ... επένδυσαν στο αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" τα κάτωθι ποσά: Ο πρώτος ενάγων ... Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μέχρι και τα μέσα περίπου του έτους 2001 η πορεία των δήθεν επενδύσεων στο φερόμενο ως αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" στην εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED" στη Γλυφάδα εξελισσόταν με τους ρυθμούς, τους τρόπους και τη διαδικασία που προαναφέρθηκαν, με συνεχή διατήρηση της εικόνας για τη σταθερή και ανοδική πορεία των επενδύσεων, με την χορήγηση των σχετικών παραστατικών , την ανελλιπή ενημέρωση των επενδυτών με τη αποστολή των σχετικών ευχαριστηρίων επιστολών και των ενημερώσεων πάντα σε στενή συνεργασία με την ασφαλιστική εταιρεία OVB ΕΛΛΑΣ και του ανεπτυγμένου δικτύου της σε όλη την Ελλάδα, αλλα και μέσω των ανεξάρτητων συνεργατών. Η αντίστροφη πορεία για την δραστηριότητα της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED" άρχισε, όταν αρκετοί επενδυτές, μετά την συμπλήρωση του έτους από τον χρόνο της επένδυσής τους, δεν δέχονταν να επανεπενδύσουν, όπως προσπαθούσαν να τους πείσουν όλοι οι εργαζόμενοι στην εταιρεία υπάλληλοι και στελέχη, οι συνεργαζόμενοι ασφαλιστικοί πράκτορες και οι ανεξάρτητοι, αλλά και οι διαχειριστές και οι συνεργάτες της OVB ΕΛΛΑΣ, αλλά ζητούσαν την απόδοση του κεφαλαίου τους και των κερδών τους, υποβάλλοντας σχετικές αιτήσεις ρευστοποίησης...Όταν αυξήθηκε ο αριθμός των αιτήσεων ρευστοποίησης, η "HEDLEY FINANCE LIMITED" διά των διαχειριστών της, προσπάθησε αρχικά να κερδίσει χρόνο με καθυστερήσεις ρευστοποιήσεων για τις οποίες οι υπάλληλοί της και οι λοιποί συνεργάτες της είχαν εντολές να αιτιολογούν με ψευδείς, αλλά αληθοφανείς, ακόμη και διαφορετικές ο καθένας δικαιολογίες...Οι υπεύθυνοι της "HEDLEY FINANCE LIMITED" προσπαθούσαν να αποκρύψουν ακόμη και από τους υπαλλήλους τους ότι η παράνομη δραστηριότητά της είχε γίνει αντιληπτή από τις αρμόδιες προς τούτο αρχές, αφού είχε ήδη πραγματοποιηθεί από τις 15.1.2002 έλεγχος από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) στα γραφεία της "HEDLEY FINANCE LIMITED" στη Γλυφάδα, αλλά και στην οικία του ενός εκ των συνδιαχειριστών της, του Β. Τ. και στα γραφεία της OVB EΛΛΑΣ στην Αγία Παρασκευή... Με τη με αριθμό ...2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ανακλήθηκε η έγκριση της εγκατάστασης γραφείου της ("HEDLEY FINANCE LIMITED") στην Ελλάδα...πλην όμως αυτή παρά την εν λόγω απαγόρευση δεν συμμορφώθηκε, αλλά συνέχισε την λειτουργία της και διέκοψε κάθε δραστηριότητα στην Ελλάδα κλείνοντας τα γραφεία της στη Γλυφάδα, μόλις στα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2002, έχοντας αφήσει απλήρωτους όχι μόνον τους επενδυτές της, αλλά και τους υπαλλήλους της. Εκ των ανωτέρω αποδειχθέντων συνάγεται ότι από τον Μάϊο του 2001 και στο εξής έληξε οποιαδήποτε συμβατική σχέση συνέδεε τους ενάγοντες με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, οι συνεχιζόμενες επενδύσεις ή επανεπενδύσεις κεφαλαίων τους στο αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" για το μετά τον Μάιο 2001 χρονικό διάστημα, αφορούσαν πλέον σε συνεργασία τους με τον Σ. Α. ατομικά (μη διάδικο στη παρούσα δίκη)...Ως προς την τήρηση των αρχών του ΚΔΕΠΕΥ εκ μέρους της πρώτης εναγομένης διά των προστηθέντων συνεργατών της, που λάμβαναν οδηγίες και βρίσκονταν υπό την εποπτεία του νομίμου εκπροσώπου της και κυρίως ως προς την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας του επιδίκου αμοιβαίου κεφαλαίου, αποδείχθηκαν τα κάτωθι: Από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη είχε λάβει από την διαχειρίστρια εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED" και από την εταιρεία "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" προς ενημέρωση αυτής τόσο για την νόμιμη λειτουργία των άνω εταιρειών, όσο και για την νόμιμη έκδοση του επιδίκου αμοιβαίου κεφαλαίου, την φερεγγυότητά του, την φύση του, των ασφαλίσεων που παρείχε, των αποδόσεών του κ.λπ. τα εξής έγγραφα: (1) Μνημόνιο και Ιδρυτικό καταστατικό της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" από το οποίο προκύπτει ότι ιδρύθηκε στις 23.10.1996 με έδρα τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και μετοχικό κεφάλαιο 30.000.000 δολάρια ΗΠΑ (2) Απόσπασμα καταχώρησης της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, με ημερομηνία σύστασης στις 28.10.1996 και μετοχικό κεφάλαιο 60.000.000 δολάρια ΗΠΑ (3) Απόσπασμα καταχώρησης της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED" στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, με ημερομηνία σύστασης στις 25.7.1996 και μετοχικό κεφάλαιο 20.000.000 δολάρια ΗΠΑ (4) έντυπα παρουσίασης της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED" (5) έντυπα παρουσίασης της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" (6) έντυπα της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" με αναλυτική ενημέρωση για τη διαδικασία της αγοράς μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, με επισυναπτόμενα σχέδια εντύπων επιστολής εκδήλωσης ενδιαφέροντος και αίτησης συμμετοχής, έντυπο πιστωτικής έγκρισης, επιστολής επιβεβαίωσης της είσπραξης των χρημάτων, επιστολής ρευστοποίησης και κατάστασης λογαριασμού, καθώς και δείγμα των χρεωγράφων (τίτλων των μεριδίων) (7) σχέδια αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND", έγκρισης της επένδυσης, ευχαριστήριας επιστολής για την επένδυση και τίτλου που βεβαιώνει την επένδυση (8) εκτυπώσεις από την ιστοσελίδα της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" στο διαδίκτυο, με αναφορά στο έτος 1997 και με την ηλεκτρονική της διεύθυνση στο διαδίκτυο, όπου υπάρχουν οδηγίες για τον τρόπο πληρωμής, πληροφορίες για την εταιρεία και το αμοιβαίο κεφάλαιο, για τη διαδικασία επένδυσης και την ασφάλιση στους LLOYD'S (9) ενημερωτική επιστολή της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" προς τους επενδυτές με ημερομηνία Ιανουαρίου 1997, (10) επιστολή υπογεγραμμένη από τον G. A. , ως εκπρόσωπο της εταιρείας ασφαλειών SPECIAL RISKS LTD προς την εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED" στην οποία αναφέρεται ότι έχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο στους LLOYD'S του Λονδίνου (11) εξαμηνιαία έκθεση έτους 2000 της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" με τις αποδόσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου (12) ενημερωτικά φυλλάδια της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" προορισμένα για τους ενδιαφερομένους επενδυτές, που περιλάμβαναν αναλυτικές πληροφορίες για την άνω εταιρεία και το συγκεκριμένο προϊόν... ειδικότερα δε, αναφέρεται ότι η εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED" είναι ο διαχειριστής του αμοιβαίου κεφαλαίου και θεματοφύλακας η ROYAL BANK OF SCOTLAND (13) τηλεομοιοτυπικό έγγραφο του G. A. προς την Ν. Κ. , υπεύθυνη της "HEDLEY FINANCE LIMITED" με ημερομηνία 3.4.2001 προς την πρώτη εναγομένη, με την οποία της ανακοινώνει τις ετήσιες ανοδικές αποδόσεις του επιδίκου αμοιβαίου κεφαλαίου των ετών 1997 έως και 2000 (15) εκτύπωση από την ιστοσελίδα της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" στο διαδίκτυο με ημερομηνία 22.2.2001, με πληροφοριακά στοιχεία για το αμοιβαίο κεφάλαιο (16) επιστολή των βρετανών νομικών συμβούλων της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" H. K. με ημερομηνία 31.5.2001 που απευθύνεται προς κάθε ενδιαφερόμενο και με σκοπό προσέλκυσης επενδυτών, με την οποία ενημερώνει για την ίδρυση της άνω εταιρείας, την έδρα της στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και ότι παρέχει εγγυήσεις και (17) επιστολή της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" με ημερομηνία 21.5.2001 ότι είναι ασφαλισμένη στους LLOYD'S για ποσό 10.000.000 δολάρια ΗΠΑ. Από το περιεχόμενο του άνω υλικού και κυρίως του ενημερωτικού φυλλαδίου προς τους επενδυτές, το οποίο διοχέτευε η πρώτη εναγομένη στους συνεργάτες της, όπως και στον Σ. Α. , προκύπτει ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες, ανεξαρτήτως αν ήσαν ορθές, ήσαν πλήρεις, εύλογα κατανοητές και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια για το επίπεδο γνώσης, την ηλικία, το επάγγελμα, την οικονομική και περιουσιακή κατάσταση και επενδυτική εμπειρία των εναγόντων, ο δε κίνδυνος διακινδύνευσης ήταν ελάχιστος, αφού το επίδικο ομόλογο φερόταν ως σταθερής απόδοσης κατά την ενημέρωση που είχαν λάβει τα στελέχη της πρώτης εναγομένης, θεματοφύλακας φερόταν η ROYAL BANK OF SCOTLAND και ασφαλίστρια εταιρεία ο ασφαλιστικός οργανισμός LLOYD'S του Λονδίνου.
Συνεπώς, οι παρεχόμενες πληροφορίες και συμβουλές προς τους ενάγοντες ήταν πλήρεις, κατανοητές και προσαρμοσμένες στο πρόσωπό τους (κατάλληλες) εφόσον είχαν συντηρητικό επενδυτικό προφίλ και βούληση για σταθερές αποδόσεις, ως το επίδικο προϊόν διαφημιζόταν, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτό ήταν υπαρκτό.
Συνεπώς, ερευνητέο είναι κατά πόσο η πρώτη εναγομένη διά του νομίμου εκπροσώπου της και οι συνεργάτες αυτής, γνώριζαν ότι το προϊόν ήταν ανύπαρκτο ή θα μπορούσαν να το γνωρίζουν, κατόπιν επιμελούς ελέγχου της νομιμότητας και φερεγγυότητας των εταιρειών "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" και "HEDLEY FINANCE LIMITED" που το διακινούσαν. Όπως αποδείχθηκε, για την διαχειρίστρια του επιδίκου Α/Κ εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED" με την με αριθμό ....1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ... εγκρίθηκε η εγκατάστασή της στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των α.ν. 89/1967 και 378/1968 και πράγματι εγκαταστάθηκε αυτή σε υπερπολυτελή γραφεία στη Γλυφάδα Αττικής.

Συνεπώς, για την πρώτη εναγομένη επρόκειτο για μία υπαρκτή, νομίμως λειτουργούσα εταιρεία με έγκριση της αρμόδιας δημόσιας αρχής. Το δε, καταστατικό της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" σε συνδυασμό με τα αποσπάσματα καταχώρησης τόσο της άνω εταιρείας, όσο και της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED" στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, αλλά και σε συνδυασμό με το αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του προϊόντος στον ασφαλιστικό οργανισμό LLOYD'S που είχε παρασχεθεί στην πρώτη εναγομένη, τα συνοδευόμενα εκτενή έντυπα παρουσίασης τόσο των άνω εταιρειών, όσο και του επιδίκου αμοιβαίου κεφαλαίου, η συνεχής και συστηματική διαφήμισή του μέσω και του διαδικτύου, η διακίνηση και προώθησή του ήδη από το έτος 1997, ο έλεγχος των ισολογισμών των άνω εταιρειών από ορκωτούς λογιστές και η προώθηση του προϊόντος από πλήθος ασφαλιστικών συμβούλων στην Ελλάδα, έδωσαν στην πρώτη εναγομένη επαρκή στοιχεία νομιμοφάνειας και φερεγγυότητας του προϊόντος και των εταιρειών που το διαχειρίζονταν. Άλλωστε, η ίδια η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στην οποία έχει ανατεθεί ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς και καθορίζει με αποφάσεις της, τις περιπτώσεις επιβολής τακτικών ή εκτάκτων ελέγχων, υποχρεώνοντας τα ελεγχόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα να υποβάλλουν σε αυτή στοιχεία αναγκαία για την άσκηση του ελέγχου, μετά από επίσκεψή της στα γραφεία της "HEDLEY FINANCE LIMITED", διαπίστωσε ότι πράγματι η "HEDLEY FINANCE LIMITED",ήταν αλλοδαπή εταιρεία εγκατεστημένη στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν 89/1967, ωστόσο έκρινε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία διαφεύγει της αρμοδιότητάς της και έτσι δεν έδωσε την ανάλογη βαρύτητα στο γεγονός ότι αυτή, αν και εταιρεία του α.ν. 89/1967 φερόταν ως αντιπρόσωπος και διαχειρίστρια αμοιβαίου κεφαλαίου στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να μην προβεί σε οποιονδήποτε έλεγχο αυτής, ακόμη και τυπικό, παρότι στα γραφεία της στην Γλυφάδα υπήρχαν σφραγίδες και έγγραφα της "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" και του αμοιβαίου κεφαλαίου "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" που αποδείκνυαν ότι η "HEDLEY FINANCE LIMITED" διακινούσε στην Ελληνική αγορά το αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" για το οποίο είχε υπογράψει και σχετική σύμβαση, που όμως η διακίνησή του ως εμπορική πράξη δεν επιτρεπόταν στην Ελλάδα... Άλλωστε, μέχρι τον Μάιο του 2001 δεν είχε εμφανισθεί οποιοδήποτε πρόβλημα ή υποψία περί της παράνομης διακίνησης του επιδίκου προϊόντος και των εταιρειών που το διαχειρίζονταν στην ελληνική αγορά, οπότε η πρώτη εναγομένη με τα εχέγγυα που της παρείχαν οι πληροφορίες και τα έγγραφα... σχετικά με την νομιμότητα και φερεγγυότητα των άνω εταιρειών, συμβούλευε και πληροφορούσε ανάλογα τους επενδυτές. Ούτε αποδείχθηκε ότι περιήλθαν σε γνώση της πληροφορίες τέτοιες που της δημιούργησαν ευλόγως αμφιβολίες και υποψίες για τη γνησιότητα και τη νόμιμη διακίνηση του προϊόντος και παρά ταύτα αμέλησε να τις ελέγξει κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών ή παρέλειψε να ενημερώσει περί τούτων τους υποψηφίους πελάτες-επενδυτές. Πολύ δε, περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε ότι το επίδικο κεφάλαιο ήταν ανύπαρκτο, και παρά ταύτα, συνέχιζε να το προωθεί και να προτρέπει τους επενδυτές στην αγορά του. Το γεγονός δε, ότι η πρώτη εναγομένη... διέθετε μερίδια του πιο πάνω αμοιβαίου κεφαλαίου άνευ αδείας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 49 γ' του ν. 1969/1991 και της επιβλήθηκε πρόστιμο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς...δεν συνδέεται αιτιωδώς αφενός με την ζημία των εναγόντων, ούτε τεκμαίρεται εξ αυτού η γνώση της ότι αυτό ήταν ανύπαρκτο. Άλλωστε, από το έτος 1997 που άρχισε η διακίνηση του εν λόγω Α/Κ στην Ελλάδα μέχρι και τα τέλη περίπου του 2002 που σταμάτησαν να καταβάλλονται τόκοι στους επενδυτές, καμία από τις αρμόδιες ελεγκτικές και εποπτικές αρχές (Υπουργείο Οικονομίας και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς) δεν είχαν υποπτευθεί ή ανακοινώσει δημοσίως οτιδήποτε σχετικό με την παράνομη λειτουργία του εν λόγω Α/Κ. Τουναντίον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρότι ήλεγξε τον Μάιο του 2001 την πρώτη εναγομένη, αν διέθετε σχετική άδεια για την διάθεση του Α/Κ και έλαβε γνώση της διάθεσης του εν λόγω προϊόντος, δεν προέβη σε περαιτέρω ουσιαστικό έλεγχο, ούτε σε ενημέρωση των συναλλασσομένων περί της μη νόμιμης διάθεσής του. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η παρουσίαση, προώθηση και διακίνηση του επιδίκου προϊόντος, είχε οργανωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε ακόμη και οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές αδυνατούσαν να εντοπίσουν εγκαίρως την παράνομη διάθεσή του, πόσο δε μάλλον, η πρώτη εναγομένη που δεν διέθετε την ανάλογη ελεγκτική υποδομή.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη παραβίασε τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, ήτοι ότι έδρασε παράνομα και υπαίτια υπό την έννοια των άρθρων 288,299,330,914 του ΑΚ επιφέροντας αιτιωδώς ζημία στους ενάγοντες. Ούτε αποδείχθηκε ότι παρέβη τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας, ήτοι της κοινωνικώς επιβεβλημένης υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων ασφαλείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων και εν προκειμένω των εναγόντων που απορρέει και από τα άρθρα 281 και 288 του ΑΚ, ειδικότερη μορφή της οποίας αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης των εναγόντων εκ μέρους της πρώτης εναγομένης. Τις υποχρεώσεις αυτές τήρησε η πρώτη εναγομένη, εφόσον παρείχε καλόπιστα στους ενάγοντες διά του νομίμου εκπροσώπου της και των προστηθέντων συνεργατών της την ενημέρωση που λάμβανε από τις διαχειρίστριες εταιρείες του Α/Κ, οι οποίες και παρήγαγαν την σχετική (αν και απατηλή) πληροφόρηση και διαφήμιση του εν λόγω προϊόντος. Άλλωστε, δεν ήταν κατά τα ευλόγως αναμενόμενα, δυνατόν να υποπτευθεί αλλά και να ελέγξει το κατ' ουσίαν νόμιμο της δράσης του, λόγω της εξαιρετικής οργάνωσης του απατηλού σχεδίου των ιδρυτών και διαχειριστών του. Συνακόλουθα, δεν παραβίασε η πρώτη εναγομένη ούτε την διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, εφόσον οι προϋποθέσεις παραβίασής της, δεν διαφέρουν από εκείνες στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας... Ειδικότερα, ως προς τους νόμιμους διαχειριστές της πρώτης εναγομένης, Σ. Γ. και M. - E. F. αποδείχθηκαν τα εξής: Ο Σ. Γ. ανέλαβε λειτουργικός διαχειριστής της πρώτης εναγομένης, τον Φεβρουάριο του 2000 δυνάμει του με αριθμό .../2000 συμβολαίου νέας τροποποίησης του καταστατικού της πρώτης εναγομένης... Λειτουργικός διαχειριστής της πρώτης εναγομένης ήταν μαζί με τον Σ. Γ. και ο M. - E. F. Ωστόσο, οι μεταξύ της εναγομένης και της των εταιρειών "HEDLEY FINANCE LIMITED" και "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" συμβάσεις σχετικά με την συνεργασία για την προώθηση και διακίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" είχαν ημερομηνία 1.10.1999, όταν δηλαδή, λειτουργικός διαχειριστής της πρώτης εναγομένης στην Ελλάδα ήταν ο Ν. Ν. , μαζί πάλι με τον M. - E. F. Δηλαδή, ο Σ. Γ. , όταν ανέλαβε την συνδιαχείριση της εταιρείας βρήκε μία ήδη διαμορφωμένη κατάσταση, με συγκεκριμένους όρους, αφού αρμόδιοι ήταν οι προηγούμενοι αυτού διαχειριστές για τον έλεγχο της νομιμότητας και φερεγγυότητας των εν λόγω συμβάσεων και των συμβληθεισών ως άνω εταιρειών, όπως και του προς διακίνηση προϊόντος. Άλλωστε, όταν τον μήνα Μάϊο του 2001, κατόπιν ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κρίθηκε ότι η πρώτη εναγομένη διακινούσε το επίδικο αμοιβαίο κεφάλαιο, κατά παράβαση του άρθρου 10 του ν. 867/1979, του άρθρου 49 γ' του ν. 1969/1991 και του άρθρου 4 του ν. 2396/1996 αντέδρασε άμεσα και δήλωσε προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Ε.Κ.) με την από 1.6.2001 επιστολή του, την άμεση διακοπή κάθε διακίνησης του εν λόγω προϊόντος. Μετά δε, την επιβολή με τη με αριθμό ...2001 απόφαση της Ε.Κ. προστίμου σε βάρος της πρώτης εναγομένης ποσού 10.000.000 δραχμών, ο Σ. Γ. υπό την άνω ιδιότητά του, ενήργησε να καταβληθεί άμεσα το πρόστιμο στη ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής, ζήτησε δε, από τους συνεργαζόμενους με την εταιρεία ασφαλιστικούς πράκτορες να επιστρέψουν στην εταιρεία όλα τα σχετικά με το επίδικο αμοιβαίο κεφάλαιο έντυπα, όπως και έγινε...ενημερώνοντας παράλληλα και την εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED" σχετικά με την άνω απόφαση της Ε.Κ. και την επιβολή του προστίμου. Επί πλέον, ζήτησε να αφαιρεθεί ο λογότυπος της εταιρείας από όλα τα διαφημιστικά έντυπα και το σχετικό με το επίδικο Α/Κ υλικό, όπως και από τους κωδικούς αριθμούς των επενδυτών. Όπως, άλλωστε επιβεβαιώθηκε και από τους υπαλλήλους της Ε.Κ. , μετά τον μήνα Μάιο του 2001, δεν υπήρξε άλλη καταγγελία σε βάρος της πρώτης εναγομένης, για διακίνηση του εν λόγω Α/Κ και η πρώτη εναγομένη ανέστειλε οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετικά με το αμοιβαίο αυτό κεφάλαιο....Όσον αφορά δε τους Σ. Γ. και τον M. - E. F. , από την άρση του απορρήτου των τραπεζικών λογαριασμών των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω διέθεταν προσωπικούς λογαριασμούς στην τράπεζα ALPHA BANK (υποκατάστημα Κολωνακίου) όπου εισέρχονταν οι συμφωνηθείσες προμήθειες, αφού ο τηρούμενος στο άνω υποκατάστημα λογαριασμός ήταν εταιρικός, με αποκλειστικό δικαιούχο την πρώτη εναγομένη και όλες οι προμήθειες καταβλήθηκαν στην εταιρεία και σε κανένα άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενώ κατόπιν ελέγχου από τους ορκωτούς λογιστές των τραπεζικών λογαριασμών του Σ. Γ. και της συζύγου του Β. Μ. , δεν διαπιστώθηκε κατάθεση οποιουδήποτε ποσού από τις εταιρείες "HEDLEY FINANCE LIMITED" και "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" ή από άλλο φυσικό εμπλεκόμενο στην απάτη πρόσωπο. Ούτε αποδείχθηκε πως ο Σ. Γ. γνώριζε ότι το συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο ήταν ανύπαρκτο και συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στο απατηλό σχέδιο που είχαν οργανώσει οι αδελφοί Τ. και οι στενοί συνεργάτες τους...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο M. - E. F. υπό την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή, ήταν συνδιαχειριστής της πρώτης εναγομένης, όπως ήταν παράλληλα και συνδιευθυντής όλων των θυγατρικών εταιρειών του ομίλου OVB στην Αυστρία, Ελβετία, Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Κροατία και Ιταλία, καθώς, κατά τη διάρθρωση της μητρικής εταιρείας και των θυγατρικών της, όλες αυτές οι εταιρείες λειτουργούσαν με δύο διευθυντές, ο ένας εκ των οποίων προερχόταν από τη χώρα που έδρευε η θυγατρική, όπως εν προκειμένω, ο Σ. Γ. στην Ελλάδα. Η αποστολή του ήταν κυρίως να ελέγχει τις δαπάνες και τα έσοδα κάθε θυγατρικής και δεν είχε λειτουργική αρμοδιότητα σχετικά με την επιλογή των προϊόντων πώλησης από τη θυγατρική εταιρεία, όπως εν προκειμένω του επιδίκου Α/Κ. Η καθημερινή δηλαδή, διαχείριση της ελληνικής θυγατρικής εταιρείας (πρώτης εναγομένης) γινόταν από τον Έλληνα διευθυντή-διαχειριστή, καθώς ο M. - E. F. ήταν μόνιμος κάτοικος Γερμανίας και επισκεπτόταν αραιά την Ελλάδα μέχρι και το 1999, ενώ από το 2000 και μετά, δεν επανήλθε στην Ελλάδα, λόγω των καθηκόντων του ως προέδρου του ΔΣ του γερμανικού ομίλου. Ως προελέχθη και για τον Σ. Γ. , από τον εταιρικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα Κολωνακίου, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε κίνηση χρημάτων προς ατομικό του λογαριασμό, ενώ επίσης δεν αποδείχθηκε ότι συμμετείχε στην διαφήμιση του προϊόντος. Οι επικοινωνίες του περιορίζονταν μόνον με τον Σ. Γ. , από τον οποίο και ενημερώνονταν σχετικά με την πορεία της θυγατρικής αυτής εταιρείας και δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε επικοινωνία του με τους αδελφούς Τ. ή των συνεργατών τους. Ούτε βεβαίως, αποδείχθηκε, ότι γνώριζε ότι το επίδικο προϊόν ήταν ανύπαρκτο, εφόσον η επιλογή των προς πώληση προϊόντων της ελληνικής θυγατρικής εταιρείας, υπαγόταν στην λειτουργική αρμοδιότητα του Έλληνα συνδιαχειριστή. Κατόπιν των ανωτέρω... ως προς την δυνατότητα άσκησης ελέγχου επί της νομιμότητας του επιδίκου Α/Κ και των διαχειριστριών αυτού εταιρειών, δεν αποδείχθηκε για αμφοτέρους τους συνδιαχειριστές της πρώτης εναγομένης, ότι αυτοί, παρότι υποχρεούνταν ατομικά υπό την άνω ιδιότητά τους, κατά το καταστατικό της εταιρείας και κατά τον νόμο, να ασκούν τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στα επενδυτικά προϊόντα που προωθούσαν, εν τούτοις παρέλειψαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, να το πράξουν προς προστασία των πελατών τους και αποφυγή πρόκλησης ζημίας του, και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους τους σε βάρος των εναγόντων, για την οποία ευθύνεται κατ' άρθρο 71 του ΑΚ το νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγομένης...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 71,281,288,298,299,330,914,922 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των διατάξεων του άρθρου 8 ν. 2251/1994 και αυτές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, ούτε, εξ άλλου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω διατάξεων, έχει δε, τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Συγκεκριμένα, δέχθηκε, ότι η επικαλούμενη ζημία των αναιρεσειόντων υπό την ιδιότητά τους ως επενδυτών, δεν προήλθε από παράνομη και υπαίτια (της υπαιτιότητας προσδιοριζομένης είτε σε δόλο είτε σε αμέλεια) συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων και προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ετερόρρυθμης εταιρείας, της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ως ομορρύθμου μέλους της πρώτης η οποία (πρώτη) ανήκε στον εταιρικό όμιλο της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, εξ αιτίας της οποίας οι αναιρεσίβλητες θα ευθύνονταν αντικειμενικά και εις ολόκληρον έναντι των αναιρεσειόντων. Τούτο διότι, δέχθηκε : (α) ότι η ζημία των αναιρεσειόντων προήλθε από την παράνομη, υπαίτια και επί πλέον αξιόποινη από κοινού δράση των (μη διαδίκων εν προκειμένω) αδελφών Β. και Δ. Τ. μετά του Κ. Ν. , οι οποίοι ενεργούντες με κοινό δόλο προέβησαν στην ίδρυση των εξωχώριων (έδρα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους) εταιρειών "HEDLEY FINANCE LIMITED" και "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" με αντικείμενο επενδυτικές εργασίες σε ξένο συνάλλαγμα, ειδικώς δε, η δεύτερη με σκοπό την πώληση μεριδίων υπεράκτιων αμοιβαίων κεφαλαίων, και ακολούθως εμφάνισαν ψευδώς, ως δήθεν νομίμως και νομοτύπως ιδρυθέν ένα χρηματοοικονομικό προϊόν, στο οποίο έδωσαν την ονομασία "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND", τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου (Α/Κ) εμφάνισαν δε, ως δήθεν διαχειρίστρια αυτού την εξωχώρια εταιρεία "HEDLEY FINANCE LIMITED", για την οποία έλαβαν άδεια εγκατάστασης γραφείου στην Ελλάδα, αποκρύπτοντας όμως, ότι η άδεια αυτή είχε ληφθεί με την ρητή απαγόρευση της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας της εταιρείας αυτής στην ημεδαπή, όπως τούτο προέβλεπαν οι αναγκαστικοί νόμοι 89/1967 και 378/1968, ως θεματοφύλακα του ενδίκου Α/Κ την αλλοδαπή τράπεζα "ROYAL BANK OF SCOTLAND" και ως ασφαλίστρια αυτού, την διεθνώς αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία "LLOYD'S" του Λονδίνου, έχοντας δε, τα ίδια ως άνω φυσικά πρόσωπα, σκοπό, να προωθήσουν το παραπάνω, ανύπαρκτο στη πραγματικότητα, χρηματοοικονομικό προϊόν, εκτύπωσαν ενημερωτικά φυλλάδια με ψευδές περιεχόμενο, συναφώς προς τις ιδιότητες της επένδυσης και με λεπτομερείς οδηγίες της διαδικασίας απόκτησής του, έντεχνα διατυπωμένο, ώστε να εξασφαλίζεται η προσέλευση των υποψηφίων επενδυτών, και η περαιτέρω εμπιστοσύνη τους ως προς την ασφάλεια της κυκλοφορίας του και την προσοδοφόρα απόδοσή του. (β) Ότι στους επενδυτές, που, παραπλανηθέντες πείσθηκαν από την απατηλή ενημέρωση που ελάμβαναν από το ψευδές περιεχόμενο του έντυπου ενημερωτικού υλικού, αλλά και από την προφορική τους ενημέρωση μέσω σεμιναρίων που διοργάνωναν τακτικά σε πολυτελή ξενοδοχεία των Αθηνών στελέχη, υπάλληλοι αλλά και συνεργαζόμενες εταιρείες, και ακολούθως προέβησαν στην υπόψη επένδυση και κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά σε πληθώρα καταθετικών λογαριασμών, που τα παραπάνω φυσικά πρόσωπα είχαν ανοίξει σε διάφορες τράπεζες, με κοινή τραπεζική διεύθυνση εμβασμάτων, και σε διάφορα νομίσματα, παρέδιδαν, δήθεν, ως εκ της λειτουργίας του χαρτοφυλακίου που δημιουργούσαν από το υπόψη αμοιβαίο κεφάλαιο, μετοχές που δεν ενσωμάτωναν καμία αξία και δεν είχαν αντίκρυσμα, αφού μη υφισταμένου του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος, αναγκαίως, δεν πραγματοποιούνταν συναλλαγές παράγουσες αποδόσεις, τα δε σχετικά ενημερωτικά έντυπα (statements) που σε τακτά χρονικά διαστήματα λάμβαναν οι επενδυτές για να πληροφορηθούν την πορεία του χαρτοφυλακίου τους, ήσαν εικονικά. (γ) Ότι μεταξύ της εταιρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (υπό την παλαιότερη επωνυμία αυτής) καταρτίστηκε σύμβαση επονομαζόμενη "Συμφωνία Χρηματομεσίτη Παρουσιαστή", δυνάμει της οποίας η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, δραστηριοποιήθηκε ενεργά στην προώθηση και όλη διακίνηση, μεταξύ άλλων, και του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού προϊόντος "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" έχοντας ως λειτουργικούς διαχειριστές αυτής, τους Σ. Γ. και τον ήδη διαχειριστή αυτής M. - E. F. , και ακολουθούσε, όπως όλοι οι συνεργαζόμενοι πράκτορες, συγκεκριμένη διαδικασία που είχε καθιερωθεί από τους διαχειριστές της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED", η οποία (διαδικασία) ως τελικό αποτέλεσμα είχε, τα χρήματα είτε μετρητά, είτε εμβάσματα, είτε αξιόγραφα, που αφορούσαν τις καταβολές για την δημιουργία χαρτοφυλακίου των επενδυτών και εν προκειμένω των αναιρεσειόντων, να καταλήγουν άλλοτε στα χέρια του Β. Τ. , άλλοτε σε τραπεζικούς λογαριασμούς του ιδίου ή συγγενικών του προσώπων ή λογαριασμούς εταιρειών συμφερόντων του ιδίου ή του αδελφού του, Δ. Τ. (δ) Ότι στο καλώς, ιεραρχικά οργανωμένο, πολυπρόσωπο δίκτυο συνεργαζομένων και αμειβομένων με προμήθεια, στελεχών, που είχε δημιουργήσει η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, στέλεχος ήταν και ο Σ. Α. , ως τοπικός οργανωτικός συντονιστής στη πόλη των Σερρών, βάσει της από 1.11.1996 σύμβασης έργου που είχε συνάψει με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως ελεύθερος συνεργάτης-ανεξάρτητος εμπορικός διαμεσολαβητής, πλην όμως, ότι αυτός ενεργώντας στη πραγματικότητα υπό τον πλήρη έλεγχο και επίβλεψή της, έφερε την ιδιότητα του προστηθέντος αυτής, και ότι αυτός, υπό την ιδιότητα αυτή, συνήψε με τους αναιρεσείοντες, κατοίκους ... , άτυπες συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών, δυνάμει των οποίων οι τελευταίοι, αποδεχόμενοι την εκ μέρους του προταθείσα επενδυτική επιλογή, επένδυσαν στο αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENTS FUND" τα χρηματικά ποσά που διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη ακολουθώντας την προτεινόμενη σ'αυτούς διαδικασία (ε) Ότι η ψευδής εικόνα για τη σταθερά ανοδική πορεία της υπόψη επένδυσης διατηρήθηκε μέχρι τον μήνα Μάιο του έτους 2001, οπότε κατέστη φανερό στους επενδυτές το παράνομο της δραστηριότητας της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED", επιληφθείσας αρμοδίως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του ΣΔΟΕ, εκ των οποίων η μεν πρώτη, κατ' εσφαλμένη κρίση, αποφάνθηκε ότι η ανωτέρω εταιρεία διαφεύγει της αρμοδιότητός της, πλην επέβαλε πρόστιμο 10.000.000 δραχμών, στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία, εξ αιτίας της μεσολάβησής της για την διάθεση προς το επενδυτικό κοινό μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν διάφορες ΑΕΔΑΚ, μεταξύ των οποίων και η "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" κατά παράβαση του άρθρου 4 του ν. 2396/1996, το δε, δεύτερο, διαπίστωσε την ένδικη επενδυτική απάτη, χαρακτηρίζοντας αυτή "τόσο καλοστημένη" ώστε να είναι σχεδόν αδύνατο να εξακριβωθεί η δαιδαλώδης διαδρομή της. (στ) Ότι από του μηνός Μαΐου 2001 έληξε κάθε συμβατική σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία, οποιαδήποτε δε, συνεχιζόμενη επένδυση ή επανεπένδυση αυτών στο υπόψη αμοιβαίο κεφάλαιο, έλαβε χώρα με συνεργασία του Σ. Α. ατομικώς (μη διάδικο εν προκειμένω), (ζ) Ότι τέλος, δεν αποδείχθηκε, ότι οι παραπάνω νόμιμοι εκπρόσωποι και συνεργάτες-προστηθέντες της πρώτης των αναιρεσιβλήτων είχαν υποψιαστεί οτιδήποτε αρνητικό, σχετικά με την ύπαρξη και τη νομιμότητα της διακίνησης του επιδίκου επενδυτικού προϊόντος στην ελληνική αγορά, που να τους επέβαλε να προβούν στη σχετική έρευνα, ούτε πολύ περισσότερο, ότι γνώριζαν ή μπορούσαν ενόψει και της έλλειψης ελεγκτικής υποδομής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, να γνωρίζουν ή να όφειλαν να γνωρίζουν μετά από ίδια έρευνα του επενδυτικού περιβάλλοντος, την ανυπαρξία του ενδίκου αμοιβαίου κεφαλαίου και ότι παρά την επιλήψιμη γνώση τους, συνέχιζαν να το προωθούν και να προτρέπουν επενδυτές να το αγοράσουν, δεδομένης της νομιμοφάνειας και φερεγγυότητας του προϊόντος, των εταιρειών που το διαχειρίζονταν, και της εξαιρετικής οργάνωσης της συγκεκριμένης απάτης εκ μέρους των ιδρυτών και διαχειριστών του ενδίκου Α/Κ, και δη, κατά τέτοιο σύνθετο και δαιδαλώδη τρόπο, ώστε ακόμη και οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές να μην είναι σε θέση να εντοπίσουν την εν λόγω παρανομία.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στους πρώτο (ως προς αμφότερα τα σκέλη του) και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται ως αβάσιμες. Ειδικότερα: Ενόψει του ότι η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής δραστηριότητας των ατόμων, οργανούμενης με την παράλειψη λήψης μέτρων επιμέλειας για τη μη πρόκληση ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων, όπως και η παράβαση της αρχής του ΚΔΕΠΕΥ για παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών για το αντικείμενο της επένδυσης, θεμελιούμενης σε επιμελή έρευνα για την απόδοση, ρευστότητα και ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης, συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, αναγκαίο στοιχείο του πραγματικού της είναι η υπαιτιότητα υπό τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας, στοιχείο, το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξε στα εκπροσωπούντα την πρώτη των αναιρεσιβλήτων φυσικά πρόσωπα, ούτε στους προστηθέντες αυτής, ώστε, μη συντρέχοντος του στοιχείου της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των ανωτέρω, να μη μπορεί να θεμελιωθεί αποδεικτικώς υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας ως νομικού προσώπου. Τούτο, παρεκτός, και πέραν του ότι δεν νοείται λογικώς "ορθή" περιγραφή ανυπάρκτου επενδυτικού προϊόντος, το οποίο κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ως "ανύπαρκτο" δεν παρείχε απόδοση, (ευλόγως εφόσον η απόδοση αφορούσε σε ανύπαρκτο συλλογικό επενδυτικό σχήμα), με συνέπεια η συγκέντρωση των κεφαλαίων των επενδυτών (μεταξύ αυτών και των αναιρεσειόντων) να αποτελούν απλές τραπεζικές καταθέσεις στις τράπεζες όπου υπήρχαν λογαριασμοί των εταιρειών Hedley και Goldsmith.

Εξάλλου, η παροχή "ορθής" ενημέρωσης των επενδυτών ως υποχρέωση της ΕΠΕΥ δεν εξικνείται μέχρι του σημείου της προηγούμενης διερεύνησης τυχόν ποινικών αδικημάτων, όπως στη προκειμένη ιστορούμενη περίπτωση σοβαρής επενδυτικής απάτης, υποχρέωση που ανήκει κατά περίπτωση στους αρμόδιους κρατικούς φορείς, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν κατέστη δυνατό εξ αιτίας της πολυπλοκότητος της οργανωτικής δράσης των πράγματι υπαιτίων να την εξακριβώσουν πλήρως.

Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης, για παράλειψη εφαρμογής των διδαγμάτων της κοινής πείρας που διέπουν τις επενδυτικές συναλλαγές, (αρθ.559 αρ.1 ΚΠολΔ) και δη, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, (1) ότι ο επενδυτικός σύμβουλος διαθέτει πείρα και εξειδικευμένες γνώσεις στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών για τις οποίες αμείβεται με υψηλές προμήθειες, (2) ότι ο επενδυτικός σύμβουλος που λειτουργεί σε πλαίσια διεθνούς δικτύου αλλοδαπής εταιρείας έχει πρόσβαση σε πολυάριθμες πηγές πληροφόρησης ως προς το αντικείμενο της επένδυσης, σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο (3) ότι ο επενδυτικός σύμβουλος έχει στη διάθεσή του τα μέσα και τους συνεργάτες προκειμένου να είναι σε θέση να συλλέξει πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης και το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την προώθησή του στην αγορά (4) ότι ο επενδυτικός σύμβουλος αντλεί πληροφορίες για το επενδυτικό προϊόν (εν προκειμένω αμοιβαίο κεφάλαιο) όχι μόνο από την εκδότρια αυτού εταιρεία αλλά και από τρίτες πηγές, (5) ότι ο επενδυτικός σύμβουλος γνωρίζει ποία στοιχεία απαιτούνται για την χορήγηση άδειας σύστασης αμοιβαίου κεφαλαίου , (6) ότι ο επενδυτικός σύμβουλος σε περίπτωση που δεν είναι σε θέση να ανεύρει ίδιες πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης οφείλει να ενημερώσει τον επενδυτή για τους ιδιαίτερους κινδύνους που εγκυμονεί το προϊόν, και (7) ότι ευλόγως ο επενδυτής λαμβάνει αποφάσεις για την επένδυσή του βάσει των συμβουλών του επενδυτικού συμβούλου, τις οποίες εμπιστεύεται, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, καθόσον τα παραπάνω αναφερόμενα δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας, όπως η έννοια αυτών προπαρατέθηκε, ούτε εξ άλλου είναι χρήσιμα για την ερμηνεία μη κατονομαζομένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά συνιστούν επιχειρηματολογία σχετιζόμενη με την απόδειξη κρισίμων γεγονότων και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η εντοπιζόμενη από τους αναιρεσείοντες αντιφατικότητα των παραδοχών, για το λόγο ότι η προσβαλλομένη ταυτοχρόνως δέχεται, ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν θα ήταν σε θέση να διαγνώσει την ανυπαρξία του ενδίκου Α/Κ και την παράνομη διάθεση ανυπάρκτου επενδυτικού προϊόντος στην αγορά, αλλά και ότι αν γινόταν έλεγχος από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές, θα είχε διαπιστωθεί η ανυπαρξία του επιδίκου Α/Κ, είναι αλυσιτελείς, ως αφορώσες την διερευνητική δράση δημοσίων φορέων και όχι των νομίμων εκπροσώπων και προστηθέντων οργάνων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως υποχρέων στη προστασία των συμφερόντων των πελατών τους. Όσα δε, επί πλέον των ανωτέρω αιτιώνται οι αναιρεσείοντες στα πλαίσια των παραπάνω αναιρετικών λόγων, αναφέρονται σε πραγματικά επιχειρήματα του Εφετείου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ώστε να ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο (αρ. 14 άρθ. 559 ΚΠολΔ) και εν ταυτώ, ότι δεν έλαβε υπόψη της πραγματικό ισχυρισμό (αρ. 8 αρθ. 559 ΚΠολΔ) και εσφαλμένως συνήγαγε ομολογία (αρθ. 11 β' αρθ. 559 ΚΠολΔ) και τούτο διότι, με τη με αριθμό 13/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της προκειμένης διαφοράς, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και επιδικάστηκαν τα σε αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά υπέρ των τελευταίων, κηρύχθηκε δε, η απόφαση αυτή εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, ακολούθως δε, διότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκανε δεκτό το αίτημα των εκκαλουσών εταιρειών (ήδη αναιρεσιβλήτων) κατ' άρθρο 914 ΚΠολΔ, επαναφοράς των πραγμάτων στη προηγούμενη κατάσταση, υποχρεώνοντας τους εφεσιβλήτους- ενάγοντες που ηττήθηκαν να επιστρέψουν το ποσό που οι εκκαλούσες-εναγόμενες εκουσίως κατέβαλαν σε εκτέλεση της παραπάνω προσωρινά εκτελεστής απόφασης, το οποίο όμως (αίτημα επαναφοράς) έπασχε από αοριστία, ενώ, ουδεμία καταβολή έγινε από τις αναιρεσίβλητες εταιρείες, οι δε, αναιρεσείοντες αρνήθηκαν τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί εκουσίας καταβολής των προσωρινώς επιδικασθέντων, μη συναγομένης συνεπώς ομολογίας περί τούτου. Ο λόγος αυτός, ελέγχεται ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι τελεσίδικες αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο στα πλαίσια διαγνωστικής δίκης, και όχι οι παρεμπίπτουσες αποφάσεις επί αιτημάτων όπως το ένδικο, αλλά και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς υποβολή του, μετά την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα. Μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που προκατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο, και να καταδικασθούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (αρθ. 176,183, 189 παρ.1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.1.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4189/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή