ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 483/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 483/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 483/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 483 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 483/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 08 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Σ. του Α. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Α. του Ι. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-09-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2018 μη οριστική, 11/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2024 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-07-2024 αίτησή τους και τους από 29-10-2025 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22.7.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 115/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Η αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Παραδεκτοί εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1.1.2022, είναι και οι από 29.10.2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο (σχετ. προσκ. με αριθμό ...2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου … , Σ. Χ. Κ.). Πρέπει, συνεπώς, η παραπάνω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της να συνεκδικασθούν, διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 497/2021, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017).
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε. , σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. , που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. , αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου, αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιονδήποτε τρόπο και εξαιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής". Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επιπλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 του Συντάγματος αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ` αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας. Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ` επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθόσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διάθεσης και συζήτησης της πολιτικής δίκης και του βάρους επίκλησης και προσκόμισης των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής απόφασης του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκόμισης και επίκλησης των αποδεικτικών μέσων, κατ` άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα.

Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη, το άρθρο 178 παρ. 2 ΚΠοινΔ ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.ΠοινΔ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ` ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποίθησης για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη, για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα, ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επιπλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής απόφασης δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθώωσης, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθώωσης, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται βάσει της αρχής "ne bis in idem". Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν, δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε, δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο, διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση, ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε, λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, δηλαδή, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 233/2025, ΑΠ 208/2025, ΑΠ 807/2024, ΑΠ 450/2024, ΑΠ 306/2024, ΑΠ 1797/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1639/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 1459/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του ΠΚ (ΑΠ 589/2017, ΑΠ 487/2017, ΑΠ 2049/2014) και, βάσει των διατάξεων των άρθρων, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ, ευθύνεται σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του εντολέα, εφόσον βεβαίως υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εντολοδόχου και της ζημίας του εντολέα (ΑΠ 404/2020). Ειδικότερα, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν το ν. 4619/2019, ''όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου (ως εντολοδόχος, διαχειριστής ξένης περιουσίας κ.λπ.), β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, δηλαδή, είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη που γίνεται, είτε με σύμβαση (εντολής, μίσθωσης, παρακαταθήκης, κ.λπ.), είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη, δηλαδή με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του (ΑΠ 1424/2017), ενώ ο άμεσος ή απλός συνεργός σε αξιόποινη πράξη υπεξαίρεσης, που τέλεσε άλλος, διαπράττει και αυτός αδικοπραξία κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Κατά δε την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, ''αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών''. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι, η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, την οποία εκτιμά το δικαστήριο της ουσίας με βάση τις συνθήκες της αγοράς από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων και επιπλέον ότι συντρέχει μία από τις περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 926 του ΑΚ, κατά την οποία αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία, καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από τον νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ` άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 1882/2024, ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 921/2021, ΑΠ 59/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου, απλού ή διευθυντικού, τράπεζας, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνας ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεσθεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της. Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΚ 780/2019, ΑΠ 1198/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 390/2025, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1882/2024, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 15.9.2014 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος την εις βάρος του τέλεση αξιοποίνων πράξεων εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων (μη διαδίκου εν προκειμένω) με τη συνέργεια του τετάρτου των εναγομένων, προστηθέντος υπαλλήλου της πέμπτης των εναγομένων τραπεζικής εταιρείας, ήδη δευτέρου και πρώτης των αναιρεσειόντων, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να του καταβάλουν το χρηματικό ποσό των 42.100 ευρώ, ως αποζημίωση και αυτό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής του βλάβης, αμφοτέρων των ποσών νομιμοτόκως από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 170/2018 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που ανέστειλε την έκδοση οριστικής απόφασης, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της ποινικής δίκης κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, και δη επί της με αριθμό 166/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ρόδου. Μετά την έκδοση της με αριθμό 63/2019 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο εξέδωσε τη με αριθμό 11/2022 οριστική απόφασή του, επί δε της από 4.7.2022 έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η με αριθμό 115/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το χρηματικό ποσό των 42.100 ευρώ ως αποζημίωση και το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης, διαλαμβάνοντας τις κάτωθι, ως προς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος τους, παραδοχές: " ..Ο πρώτος εναγόμενος Λ. Κ. του Ν. συνδεόταν ήδη από το έτος 1982 με την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "INTERNATIONAL LIFE AEAZ" με σύμβαση έργου ως ασφαλιστικός σύμβουλος αυτής, ιδιότητα που διατήρησε μέχρι το έτος 2004, οπότε και προήχθη σε συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων δυνάμει της από 1.3.2004 μεταξύ τους σύμβασης έργου. Η δεύτερη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία "INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ" και ήδη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "THETIS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "THETIS ΑΕΔΑΚ" εντάχθηκε στον οργανισμό πωλήσεων της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, με αντικείμενο της δραστηριότητάς της την επιδίωξη και προώθηση στην εταιρεία αυτή, αιτήσεων ενδιαφερομένων για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, οι οποίες θα καταρτίζονταν με την διαμεσολάβησή της.

Εξάλλου, δυνάμει της από 3.5.1996 πρόσθετης μεταξύ της "INTERNATIONAL LIFE AEAZ" και του πρώτου εναγομένου αυτός ανέλαβε την διαμεσολάβηση για τη διάθεση και μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγομένης, της οποίας αντιπρόσωπος ήταν η " ΙNTERNATIONAL LIFE AEAZ"... Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, σύμφωνα με την φύση και τον σκοπό της δραστηριότητάς της, εντός του κύκλου της επιχειρηματικής της δράσης, στο πλαίσιο της οποίας είχε διαπλασθεί ένα πλέγμα δεσμευτικών γι' αυτόν καθηκόντων, από τα οποία δεν μπορούσε να αποκλίνει. Επομένως, τον συνέδεε με αυτή σχέση πρόστησης... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Κ. Α. του Ι. , τύγχανε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εκπαιδευτής οδηγών και διατηρούσε σχολή οδηγών στη Ρόδο και επί της οδό ... , στην ίδια δε, οικοδομή διατηρούσε γραφείο και ο πρώτος εναγόμενος, Λ. Κ. , o οποίος δραστηριοποιείτο ως ασφαλιστικός πράκτορας στην ασφαλιστική εταιρεία "INTERNATIONAL LIFE AEAZ" και έτσι γνωρίστηκε με τον ενάγοντα. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε φιλία αλλά και σε συνεργασία επαγγελματική...Από το έτος δε, 1997 οπότε ο πρώτος εναγόμενος είχε δραστηριοποιηθεί επιπροσθέτως και ως πράκτορας της δεύτερης εναγομένης, ο ενάγων και η σύζυγός του, έχοντας εμπιστοσύνη στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος εμφανιζόταν ότι είχε εμπειρία σε χρηματοοικονομικά και επενδυτικά θέματα και τους συμβούλευσε ότι οι επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια είναι ασφαλείς και συμφέρουσες ως προς τις αποδόσεις τους, κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά με την εντολή να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια, χωρίς ωστόσο, να συγκεκριμενοποιήσουν το ακριβές επενδυτικό προϊόν, καθώς δεν είχαν τις εξειδικευμένες προς τούτο γνώσεις. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, ο πρώτος εναγόμενος πράγματι επένδυσε τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας "INTERNATIONAL AΕΔΑΚ" στο όνομα και για λογαριασμό αμφοτέρων των συζύγων, οι οποίοι, γι' αυτές τις επενδύσεις που απέβαιναν επιτυχείς, ελάμβαναν περιοδικά ενημερώσεις από την εν λόγω εταιρεία, στη διεύθυνση της κατοικίας τους... Έτσι μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου είχε δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης, τόσο σε φιλικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο, σχέση, την οποία ωστόσο εκμεταλλεύθηκε προς ίδιον όφελος ο πρώτος εναγόμενος, τελώντας σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία και συγκεκριμένα, υπεξαίρεση εμπιστευμένων σε αυτόν χρηματικών ποσών, υπό την ιδιότητα του επενδυτικού αυτού συμβούλου. Η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά τελέστηκε με δύο διαφορετικούς τρόπους, είχε δε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα, ύψους 50.100 ευρώ και 19.683,07 ευρώ, αντίστοιχα, συνολικά δε, του επέφερε ζημία ποσού 69.783,07 ευρώ. Ειδικότερα: (Α) η πρώτη αδικοπραξία (υπεξαίρεση) που κατ' εξακολούθηση τέλεσε ο πρώτος εναγόμενος σε βάρος του ενάγοντος, είχε σε περιεχόμενο και μεθοδολογία, ως εξής: Ο ενάγων ή η σύζυγός του, Μ. Α. , ενεργούσα καθ' υπόδειξη και εντολή του συζύγου της, προσερχόταν στο υποκατάστημα της πέμπτης εναγομένης Εθνικής Τράπεζας, επί της Πλατείας Κύπρου στην Ρόδο και συγκεκριμένα, στο ταμείο, όπου απασχολείτο ως ταμίας ο τέταρτος εναγόμενος, Γ. Σ. , προκειμένου να καταθέσουν σε λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης διάφορα χρηματικά ποσά, με τα οποία θα ελάμβαναν επενδυτικά προϊόντα και δη, αμοιβαία κεφάλαια. Τα ακριβή χαρακτηριστικά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων δεν γνώριζε ο ενάγων, λόγω της τυφλής εμπιστοσύνης που έτρεφε προς τον πρώτο εναγόμενο, προς τις ικανότητές του και προς τις διαβεβαιώσεις του, ότι οι εν λόγω επενδυτικές τοποθετήσεις των χρημάτων του θα του απέφεραν σίγουρες, εγγυημένες και κερδοφόρες αποδόσεις. Όλες οι καταθέσεις των ανωτέρω χρηματικών ποσών έλαβαν χώρα στο πλαίσιο και σε εκτέλεση της ατύπως και προφορικώς καταρτισθείσας μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου σύμβασης, που είχε ως περιεχόμενο την, για λογαριασμό του πρώτου, επενδυτική τοποθέτηση από τον τελευταίο, χρηματικών ποσών σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης, της οποίας προστηθείς, όπως προεκτέθηκε, ήταν ο πρώτος εναγόμενος. Ωστόσο, τα εν λόγω χρηματικά ποσά ουδέποτε μεταφέρθηκαν διατραπεζικώς στον λογαριασμό της δευτέρας των εναγομένων, για να αγορασθούν στο όνομα του ενάγοντος μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά με την συνδρομή του τετάρτου των εναγομένων, Γ. Σ. , μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος τα χρησιμοποίησε προς ίδιον όφελος και πάντως για σκοπούς ξένους προς την μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντος συμβατική σχέση. Συγκεκριμένα: 1) Στις 2.11.2004 και κατόπιν σύστασης του πρώτου εναγομένου, ο ενάγων μετέβη στο υποκατάστημα της πέμπτης εναγομένης Εθνικής Τράπεζας επί της Πλατείας Κύπρου στη Ρόδο, στο οποίο εργαζόταν ως ταμίας ο τέταρτος των εναγομένων, Γ. Σ. και ανέλαβε από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε εκεί με την σύζυγό του, το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσε σε λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, ως τούτο προκύπτει από το με αριθμό ...2004 ένταλμα πληρωμής της άνω τράπεζας, για να επενδυθεί από τον τελευταίο σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης για λογαριασμό του ενάγοντος, όπως του είχε υποδείξει σχετικώς ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του επενδυτικού του συμβούλου, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη δεν τηρούσε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, κάτι που το γνώριζαν αμφότεροι οι πρώτος και τέταρτος των εναγομένων. Ωστόσο το εν λόγω ποσό ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο πρώτος εναγόμενος και ουδέποτε έγινε χρήση του για τον ως άνω επενδυτικό σκοπό. 2) Στις 9.11.2004 και κατόπιν σύστασης του πρώτου των εναγομένων, ο ενάγων μετέβη στο υποκατάστημα της πέμπτης εναγομένης Εθνικής Τράπεζας επί της Πλατείας Κύπρου στη Ρόδο, στο οποίο εργαζόταν ως ταμίας ο τέταρτος των εναγομένων, Γ. Σ. και ανέλαβε από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε εκεί με την σύζυγό του, το ποσό των 25.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσε σε λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, ως τούτο προκύπτει από το με αριθμό ...2004 ένταλμα πληρωμής της Εθνικής Τράπεζας, για να επενδυθεί από τον τελευταίο σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης για λογαριασμό του ενάγοντος, όπως του είχε υποδείξει σχετικώς ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του επενδυτικού του συμβούλου, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη δεν τηρούσε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, κάτι που γνώριζαν αμφότεροι οι πρώτος και τέταρτος των εναγομένων. Ωστόσο το εν λόγω ποσό ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο πρώτος εναγόμενος και ουδέποτε έγινε χρήση του για τον ως άνω επενδυτικό σκοπό. 3) Στις 25.2.2005 η Μ. Α. , σύζυγος του ενάγοντος, κατόπιν υπόδειξης του τελευταίου, υπόδειξη την οποία έκανε ο ενάγων προς τη σύζυγό του βασιζόμενος στη σχετική σύσταση του πρώτου των εναγομένων προς αυτόν (ενάγοντα) μετέβη στο ανωτέρω υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Ρόδο, στο οποίο εργαζόταν ως ταμίας ο τέταρτος των εναγομένων, Γ. Σ. και ανέλαβε από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε εκεί με τον σύζυγό της, το ποσό των 7.100 ευρώ, το οποίο κατέθεσε σε λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, ως τούτο προκύπτει από το με αριθμό ...2004 ένταλμα πληρωμής της Εθνικής Τράπεζας, για να επενδυθεί από τον τελευταίο σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης για λογαριασμό του ενάγοντος, όπως του είχε υποδείξει σχετικώς ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του επενδυτικού του συμβούλου, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη δεν τηρούσε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, κάτι που γνώριζαν αμφότεροι οι πρώτος και τέταρτος των εναγομένων. Ωστόσο, το εν λόγω ποσό ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο πρώτος εναγόμενος και ουδέποτε έγινε χρήση του για τον ως άνω επενδυτικό σκοπό.(4) Στις 6.6.2008 κατόπιν σύστασης του πρώτου των εναγομένων, ο ενάγων μετέβη στο υποκατάστημα της πέμπτης εναγομένης Εθνικής Τράπεζας επί της Πλατείας Κύπρου στη Ρόδο, και ανέλαβε από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε εκεί με την σύζυγό του, το ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσε σε λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, ως τούτο προκύπτει από το με αριθμό ...2008 γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας, για να επενδυθεί από τον τελευταίο σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης για λογαριασμό του ενάγοντος, όπως του είχε υποδείξει σχετικώς ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του επενδυτικού του συμβούλου, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη δεν τηρούσε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, κάτι που γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος. Ωστόσο και το εν λόγω ποσό ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο πρώτος εναγόμενος και ουδέποτε έγινε χρήση του για τον ως άνω επενδυτικό σκοπό. Σε όλες τις προμνημονευθείσες τραπεζικές συναλλαγές, πλην της τελευταίας, την οποία ρητώς εξαιρεί ο ενάγων στην αγωγή του, ο τέταρτος των εναγομένων Γ. Σ. , ως ταμίας και προστηθείς της πέμπτης των εναγομένων Εθνικής Τράπεζας, παρέδιδε στον ενάγοντα και στη σύζυγό του Μ. Α. , μόνον το σχετικό παραστατικό για την εκάστοτε ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν στην ανωτέρω τράπεζα αμφότεροι ο ενάγων και η σύζυγός του, των χρηματικών ποσών των 10.000 ευρώ, 25.000 ευρώ και 7.100 ευρώ, όχι όμως, και το οικείο αποδεικτικό συναλλαγής (έγγραφο καταθετήριο) των εν λόγω ποσών σε λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, αντιθέτως, ο τέταρτος των εναγομένων διαβεβαίωνε τον ενάγοντα και την σύζυγό του, ότι η συναλλαγή, δηλαδή η κατάθεση των αναληφθέντων χρημάτων σε λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, είχε ήδη πραγματοποιηθεί, καίτοι ο ίδιος είχε ενεργήσει ως ταμίας της Τράπεζας, ώστε αυτά τα χρήματα να μεταφερθούν σε λογαριασμό του πρώτου των εναγομένων, όπως σαφώς περί τούτου κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η Μ. Α. , της οποίας η κατάθεση ως αξιόπιστη ελέγχεται, καθόσον ως σύζυγος του ενάγοντος, γνώριζε τα τεκταινόμενα, ενώ και η ίδια είχε προσωπικά προβεί στην ανάληψη του ανωτέρω ποσού των 7.100 ευρώ, ερχόμενη σε επαφή με τον τέταρτο εναγόμενο, που ήταν γαμβρός του πρώτου εναγομένου (σύζυγος της αδελφής του) στον οποίο συγκεκριμένα τους έστελνε ο πρώτος εναγόμενος " δήθεν για να τους εξυπηρετήσει" , παρά το γεγονός ότι ο τέταρτος εναγόμενος ασχολείτο με συνάλλαγμα (όπως περί αυτού κατέθεσε ο Η. Η.) φρόντιζε δε, αυτός, κατά την σαφή περί αυτού κατάθεση της Μ. Α. , να εκδίδει το μηχανογραφημένo παραστατικό της κατάθεσης, το οποίο όμως, δεν τους παρέδιδε, ώστε στη συνέχεια τα χρήματα να καταλήγουν στον πρώτο εναγόμενο. Συνολικά λοιπόν, με την ανωτέρω μεθοδολογία και την συνέργεια του τετάρτου των εναγομένων, ο πρώτος των εναγομένων, Λ. Κ. , υπό την ιδιότητά του ως ασφαλιστικού, χρηματοοικονομικού και εν γένει επενδυτικού συμβούλου του ενάγοντος και καταχρώμενος την εμπιστοσύνη του τελευταίου προς το πρόσωπό του, λόγω των υποτιθέμενων γνώσεων και εμπειριών του περί τα οικονομικά μεγέθη και τα επενδυτικά προγράμματα, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των (8.000 + 10.000 + 25.000 + 7.100=) 50.100 ευρώ, για την ιδιοποίηση δε, των 42.100 ευρώ ( 50.100-8.000) εξ αυτών, βοηθήθηκε από τον τέταρτο των εναγομένων. Εκ των ανωτέρω, καταφάσκεται η αδικοπρακτική ευθύνη, εκτός του πρώτου των εναγομένων, και του τετάρτου εξ αυτών και της προστήσασας αυτόν, πέμπτης των εναγομένων, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, για δε, τις ανωτέρω πράξεις του οι πρώτος και τέταρτος των εναγομένων, πριν παύσει η εναντίον τους ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, δυνάμει της με αριθμό 63/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κηρύχθηκαν ένοχοι με τη με αριθμό 166/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, που εκτιμάται, όπως και η προρρηθείσα με αριθμό 63/2019 απόφαση, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η κατά τα ανωτέρω συνευθύνη των τετάρτου και πέμπτης των εναγομένων ερείδεται στο γεγονός, ότι ο Γ. Σ. , ως ταμίας της Εθνικής Τράπεζας, όπως προεκτέθηκε, τελούσε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των οργάνων της, κατά την άσκηση των καθηκόντων του και τούτο, διότι η πράξη και συγκεκριμένα, η συνέργεια του τετάρτου των εναγομένων, τελέστηκε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πέμπτη των εναγομένων, η οποία και αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της πράξης αυτής. Στο σημείο αυτό, σε σχέση με τον προβληθέντα από τον τέταρτο των εναγομένων ισχυρισμό "ne bis in idem" θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Δυνάμει της με αριθμό 63/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η σε βάρος του πρώτου και τετάρτου των εναγομένων, Λ. Κ. και Γ. Σ. ποινική δίωξη, η οποία είχε ασκηθεί αφενός σε βάρος του πρώτου των εναγομένων για τις ανωτέρω εκτεθείσες αδικοπρακτικές πράξεις του και αφετέρου σε βάρος του τετάρτου εξ αυτών για την αντίστοιχη άμεση συνέργεια που παρείχε σε αυτές. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η άσκηση της αποζημιωτικής αγωγής δεν ισοδυναμεί με την διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του, και επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής "ne bis in idem", ενόψει και του ότι η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης της αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας φέρεται να προξένησε στον παθόντα -ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις του φερομένου ως παθόντος (ΑΠ 7/2022, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 1252/2022). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην ΕΣΔΑ (άρθρα 6 παρ. 1 και 13) τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (αρθρο 20 παρ.1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και πρόσβασης στο Δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την κατάφαση τέλεσης αδικοπραξίας ή προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 4/2020). Άλλωστε, τυχόν αντίθετη παραδοχή θα ερχόταν σε αντίθεση με προγενέστερες παραδοχές του ΕΔΔΑ, κατά την κρίση του οποίου, μία εκ των θεμελιωδών αρχών, που διέπει το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, είναι και η δυνατότητα οι αστικής φύσεως αξιώσεις να άγονται ενώπιον Δικαστού (ενδεικτικά, obiter dicta σκέψεις σε Τσαλκιτζής κατά Ελλάδος, απόφαση από 16.11.2006, Fayed κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση από 21.9.1994). Πάντα τα περαιτέρω επιρρωνύονται και από τα κριτήρια Engel που το ΕΔΔΑ έθεσε με την νομολογία του, σχετικά με τον χαρακτηρισμό μιάς κύρωσης ως ποινικής. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου Engel το ΕΔΔΑ ελέγχει και λαμβάνει υπόψη του τον σκοπό της κύρωσης που προβλέπει η διάταξη. Σε περίπτωση που ο σκοπός της κύρωσης είναι η χρηματική αποζημίωση λόγω ζημίας, τότε η κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα (ΕΔΔΑ απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας της 23.11.2006, προσφυγή με αριθμό 73053/01). Αν αντιθέτως, ο σκοπός είναι ο κολασμός του δράστη προς αποφυγή υποτροπής του, τότε πρόκειται για κύρωση με ποινικό χαρακτήρα [ΕΔΔΑ απόφαση Zolotukhin κατά Ρωσίας (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 10.2.2009, προσφυγή με αριθμό 14939 παρ. 55) όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση Ezeh και Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 9.10.2003 (προσφυγές με αριθμούς 39665/98 και 40086/98 παρ. 102 και 105) και Maresti κατά Κροατίας παρ. 590] το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε, απορριπτομένου του πέμπτου λόγου της έφεσης.... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος με τους προαναφερόμενους τρόπους, προκάλεσε ζημία στην περιουσία του ενάγοντος, συνολικού ποσού 69.783,07 ευρώ ενώ ο τέταρτος εναγόμενος λόγω της άμεσης συνέργειας και συνδρομής που παρείχε σε ορισμένες από τις αδικοπρακτικές πράξεις του πρώτου εναγομένου συμμετείχε στην προαναφερθείσα περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε στον ενάγοντα κατά το ποσό των 42.100 ευρώ, και όχι αυτό των 50.100 ευρώ, όπως με την εκκαλουμένη κρίθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 106 ΚΠολΔ (το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την αγωγή)...Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των πρώτου και τετάρτου των εναγομένων, για την οποία ευθύνονται ως προστήσαντες αυτούς αντίστοιχα η δεύτερη και πέμπτη των εναγομένων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη α) του βαθμού του δόλου των πρώτου και τετάρτου εναγομένων, οι οποία μετήλθαν απατηλών και δολίων τεχνασμάτων... γ) της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, δ) της αρχής της αναλογικότητας ως γενικής νομικής αρχής και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (αρθ. 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) και ε) του γεγονότος ότι ο ενάγων υπέστη έντονο ψυχικό άλγος, δεδομένου ότι απώλεσε χρήματα, τα οποία είχε νομίμως αποταμιεύσει από την εργασία του, ενώ παραλλήλως ενεπλάκη σε ένα χρονοβόρο και πολυδάπανο δικαστικό αγώνα προς διεκδίκηση των χρημάτων του, πρέπει να υποχρεωθεί ο τέταρτος των εναγομένων, Γ. Σ. να του καταβάλει το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, με το οποίο κρίνεται ότι σταθμίζεται εύλογα και δίκαια αφενός ο σεβασμός της ελευθερίας του ενάγοντος ως προσωπικότητας και αφετέρου το δικαίωμα της περιουσίας των εναγομένων και διασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των διαδίκων μερών, προστατευομένων συγχρόνως, των θεμελιωδών δικαιωμάτων αμφοτέρων των πλευρών, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε...".

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξ αιτίας ευθείας παράβασης των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.2 του ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά την έκδοση αμετάκλητης ποινικής απόφασης που έπαυσε λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη του δευτέρου των αναιρεσειόντων Γ. Σ. για το αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση κακουργηματικής μορφής, ισοδυναμούσης συνεπώς, με αθωωτική απόφαση, εν τούτοις προέβη ανεπίτρεπτα σε ποινικό χαρακτηρισμό των ενεργειών του τελευταίου, με την παραδοχή ότι αυτός τέλεσε την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση, κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πρώτη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, παραβιάζοντας ως εκ τούτου το τεκμήριο αθωότητος αυτού. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο ορθώς ερμηνεύοντας τις φερόμενες ως ευθέως παραβιασθείσες διατάξεις, έκρινε ότι το πολιτικό δικαστήριο έχει μεν υποχρέωση συνεκτίμησης της αθωωτικής ή αυτής που παύει την ποινική δίωξη ποινικής απόφασης χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, πλην όμως, η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την απαλλακτικής φύσης ποινική απόφαση και ότι, ως εκ τούτου, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Εξάλλου, με βάση τις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει, ότι το Εφετείο μη εναρμονιζόμενο με τις παραδοχές της αμετάκλητης με αριθμό 63/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη κατά του δευτέρου των αναιρεσειόντων, λόγω παραγραφής, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική υπεξαίρεση, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με την μη εφαρμογή τους, καθόσον έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την παραπάνω αμετάκλητη ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του δευτέρου των αναιρεσειόντων, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα περί της ποινικής ενοχής του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του, εκ της άνω αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, παραγομένου τεκμηρίου αθωότητάς του. Αντίθετα, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναιρετικώς ανελέγκτως δέχθηκε, ότι ο τέταρτος των εναγομένων (ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων) υπό την ιδιότητά του ως ταμίας υποκαταστήματος της πέμπτης των εναγομένων τραπεζικής εταιρείας (ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων) και συνεπώς, τελών με αυτή σε σχέση πρόστησης, ενήργησε παράνομα και υπαίτια εις βάρος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) και προκάλεσε ως εκ τούτου περιουσιακή ζημία στον τελευταίο, όπως και ηθική του βλάβη, στοιχειοθετουμένης συνεπώς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δευτέρου των αναιρεσειόντων, δεδομένου ότι ευρισκόμενος σε κοινό δόλο με τον πρώτο των εναγομένων Λ. Κ. , έθεσαν σε εφαρμογή μέθοδο παράνομης ιδιοποίησης των χρηματικών ποσών κυριότητος του αναιρεσιβλήτου, από τον Λ. Κ. , με την ανάληψη αυτών από καταθετικούς λογαριασμούς του αναιρεσιβλήτου που είχαν ανοιχθεί στην πρώτη των αναιρεσειόντων τραπεζική εταιρεία, και ακολούθως, την έκδοση των σχετικών μηχανογραφημένων παραστατικών ανάληψης από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος αναρμοδίως προέβαινε στην σχετική ενέργεια, όντας αρμόδιος για τις συναλλαγές με βάση το συνάλλαγμα και στον οποίο κατ' εντολή του Λ. Κ. απευθύνονταν ο αναιρεσίβλητος και η συνδικαιούχος των καταθετικών λογαριασμών σύζυγός του " δήθεν για να τους εξυπηρετήσει", χωρίς όμως αυτός (δεύτερος των αναιρεσειόντων, προστηθείς της πρώτης αυτών) να προβαίνει σε ταυτόχρονη έκδοση μηχανογραφικού παραστατικού κατάθεσης των εν λόγω χρηματικών ποσών στον λογαριασμό της εταιρείας "INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ" δεδομένου ότι τα εν λόγω χρηματικά ποσά παραδίδονταν από τον αναιρεσίβλητο προς επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια που διακινούσε η παραπάνω ΑΕΔΑΚ, αλλά προέβαινε αυτός (δεύτερος των αναιρεσειόντων) σε απλή χειρόγραφη απόδειξη της "δήθεν" κατάθεσης των ποσών στον λογαριασμό της ΑΕΔΑΚ, την οποία, ούτε αυτή παρέδιδε στον καταθέσαντα αναιρεσίβλητο (ή τη σύζυγο αυτού) αλλά παρανόμως και υπαιτίως κατέθετε τα εν λόγω χρηματικά ποσά σε καταθετικό λογαριασμό του Λ. Κ. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δεν έθεσε σε αμφιβολία τις ουσιαστικές κρίσεις της υπόψη αμετάκλητης ποινικής απόφασης, ούτε εξ άλλου διέλαβε παραδοχές καταλογισμού ποινικής ευθύνης εις βάρος του δευτέρου των αναιρεσειόντων, αλλά άσκησε την κυριαρχική εξουσία που παρέχεται βάσει συνταγματικών διατάξεων στα πολιτικά δικαστήρια να εκφέρουν κρίση ανεξάρτητη αυτής των ποινικών για το ίδιο ζήτημα, παραμένοντας εντός των ορίων της πολιτικής δίκης. Ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη του ότι η αιτιολογία του δικαστηρίου κρίνεται από την όλη συλλογιστική της απόφασης και όχι από μεμονωμένα περιστατικά που έγιναν ή δεν έγιναν δεκτά, η διατυπωθείσα παραδοχή της ποινικής αξιολόγησης της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δευτέρου των αναιρεσειόντων ως αμέσου συνεργού στην πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, η ποινική δίωξη του οποίου έπαυσε λόγω παραγραφής, δυνάμει της υπόψη αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, έγινε αποκλειστικά και μόνον διότι το σχετικό ζήτημα βρισκόταν σε άμεση και αναγκαία σχέση με το αντικείμενο της πολιτικής δίκης, και δεν συνιστά χαρακτηρισμό και κρίση σχετιζόμενη με το ποινικό αδίκημα, ούτε πολύ περισσότερο προκαλεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς κρίση του παραπάνω ποινικού δικαστηρίου, ώστε να μην συντρέχει εν προκειμένω παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του δευτέρου των αναιρεσειόντων.

Εξάλλου, με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 922, 926 του ΑΚ και ειδικότερα, ως προς την βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού σχετικά με την αιτιώδη συμμετοχή του δευτέρου των αναιρεσειόντων στην τέλεση της επίμαχης αδικοπραξίας και στην επαγωγή της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, υπό την ειδικότερη έκφανση της άμεσης συνέργειας, καθώς και της παράλληλης ευθύνης της πρώτης των αναιρεσειόντων τραπεζικής εταιρείας, ευθυνομένης αντικειμενικά υπό την ιδιότητά της ως προστήσασας τον δεύτερο των αναιρεσειόντων και της εντεύθεν παθητικής εις ολόκληρον ενοχής αυτών, ως ζημιωσάντων, ως προς ολόκληρο το ποσό της ζημίας, την κρίση του δε αυτή, δικαιολογούσαν οι παραδοχές, ότι ο αναιρεσίβλητος σε εκτέλεση προφορικής σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών και υπηρεσιών με τον ασφαλιστικό και επενδυτικό σύμβουλο, Λ. Κ. και καθ' υπόδειξη του τελευταίου μετέβαινε ο ίδιος (ή η σύζυγός του) στο υποκατάστημα της πρώτης των αναιρεσειόντων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, επί της Πλατείας Κύπρου στη Ρόδο, όπου εργαζόταν ως υπάλληλος, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων και αφού αναλάμβανε από τον κοινό μετά της συζύγου του καταθετικό λογαριασμό που διατηρούσε στην άνω τράπεζα, τα χρηματικά ποσά που κάθε φορά επιθυμούσε να επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια της (μη διαδίκου) δεύτερης εναγομένης ΑΕΔΑΚ, με ταυτόχρονη παράδοση, εκ μέρους του δευτέρου των αναιρεσειόντων που εκτελούσε καθήκοντα ταμία του υποκαταστήματος, του μηχανογραφικού παραστατικού ανάληψης, των χρημάτων του, ακολούθως αποχωρούσε, θεωρώντας, εξ αιτίας της απολύτου εμπιστοσύνης που είχε στον Λ. Κ. , ότι είχε ολοκληρωθεί η επενδυτική του συναλλαγή, χωρίς ο δεύτερος των αναιρεσειόντων να του έχει παραδώσει μηχανογραφικό παραστατικό κατάθεσης των χρημάτων σε λογαριασμό της παραπάνω ΑΕΔΑΚ, η οποία εξ άλλου δεν διέθετε λογαριασμό στην πρώτη αναιρεσείουσα, γεγονός γνωστό σε αμφοτέρους τους συμμετέχοντες στην αδικοπραξία, όπως εξ άλλου, δεν του παρέδιδε ούτε την χειρόγραφη απόδειξη που αυτός συνέτασσε, για την παράδοση των χρημάτων, καθόσον στην πραγματικότητα τα παραδιδόμενα από τον αναιρεσίβλητο (ή τη σύζυγό του) χρηματικά ποσά στον δεύτερο των αναιρεσειόντων, δεν κατευθύνονταν προς κατάθεση σε λογαριασμό της παραπάνω ΑΕΔΑΚ, αλλά σε λογαριασμό του Λ. Κ. , ο οποίος τα χρησιμοποιούσε προς ίδιον όφελος και πάντως, για σκοπούς ξένους προς τη συμβατική σχέση που είχε με τον αναιρεσίβλητο. Με τη μέθοδο δε, αυτή, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, έχοντας κοινό δόλο με τον Λ. Κ. , και παρέχοντας άμεση συνδρομή στον τελευταίο ζημίωσε τον αναιρεσίβλητο κατά το υπεξαιρεθέν ποσό των 42.100 ευρώ, και προκάλεσε σ' αυτόν ηθική βλάβη, της πρώτης των αναιρεσειόντων ευθυνομένης αντικειμενικά για την αδικοπραξία του προστηθέντος υπαλλήλου της, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων. Συνακόλουθα, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης και ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, όπως και ο τρίτος κύριος αναιρετικός λόγος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης των διατάξεων των άρθρων 914 επ.ΑΚ είναι αβάσιμοι. Οι αιτιάσεις δε, που διαλαμβάνονται στους άνω λόγους, ότι δεν αιτιολογείται από ποια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε η μεταφορά των ενδίκων χρηματικών ποσών σε λογαριασμό του Λ. Κ. και με ποιο τρόπο έγινε αυτή, και πόθεν προέκυπτε η γνώση του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων για την πρόθεση της υπεξαίρεσης των χρημάτων από τον Λ. Κ. , υφισταμένου ως μόνου αποδεικτικού μέσου, της μη πειστικής κατάθεσης της συζύγου του αναιρεσιβλήτου, είναι στο σύνολό τους απαράδεκτες, αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα, που θεωρούν ως αληθινά οι αναιρεσείοντες. Ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως "έγγραφα" νοούνται τα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 163/2025). Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 163/2025, ΑΠ 25/2011). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων, που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 470/2025, ΑΠ 163/2025, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 763/2018, ΑΠ 1435/2018, ΑΠ 1412/2017). Με τον δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπό στοιχεία : (α) ...2004 εντάλματος πληρωμής/ανάληψης ποσού 10.000 ευρώ, (β) ...2004 εντάλματος πληρωμής/ανάληψης ποσού 25.000 ευρώ και (γ) ...2005 εντάλματος πληρωμής/ανάληψης ποσού 7.100 ευρώ, καθόσον δέχθηκε, ότι δι' αυτών ο δεύτερος των αναιρεσειόντων προέβη διαδοχικώς σε ισόποση κατάθεση στον λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, ενώ αυτά ήσαν παραστατικά αποδεικνύοντα την ανάληψη των άνω χρηματικών ποσών από τον κοινό καταθετικό λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι παρεκτός του ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, αλλά συνεκτίμησε αυτά με τις λοιπές αποδείξεις, ορθώς προέβη σε ανάγνωση αυτών, καθόσον δέχθηκε, ότι στις 2.11.2004 και στις 9.11.2004 ο αναιρεσίβλητος και στις 25.2.2005 η σύζυγος αυτού, ανέλαβαν τα χρηματικά ποσά των 10.000 ευρώ, 25.000 ευρώ και 7.100 ευρώ, αντιστοίχως, από τον κοινό καταθετικό τους λογαριασμό, που διατηρούσαν στο υποκατάστημα της πρώτης των αναιρεσειόντων ,με ταμία τον δεύτερο αυτών, ο οποίος εξέδωσε για κάθε γενομένη ανάληψη, τα παραπάνω αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής, τα οποία και μόνον αποδείκνυαν την ανάληψη των εν λόγω ποσών, ενώ ακολούθως δέχθηκε ότι τα χρηματικά ποσά στα οποία αφορούσαν τα ανωτέρω εντάλματα , ουδέποτε μεταφέρθηκαν διατραπεζικώς στον λογαριασμό της δευτέρας εναγομένης (INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ) προκειμένου να αγορασθούν στο όνομα του αναιρεσιβλήτου μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά με την συνδρομή του δευτέρου των αναιρεσειόντων Γ. Σ. μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό του Λ. Κ. , ο οποίος τα χρησιμοποίησε προς ίδιον όφελος και πάντως, για σκοπούς ξένους προς την μεταξύ του ιδίου και του αναιρεσιβλήτου συμβατική σχέση, λόγος για τον οποίο ο δεύτερος των αναιρεσειόντων εξέδιδε "χειρόγραφη" απόδειξη είσπραξης (και όχι πληρωμής), την οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν παρέδιδε στον αναιρεσίβλητο, προς απόδειξη κατάθεσης-είσπραξης των άνω ποσών, λαμβανομένου υπόψη του ότι, όπως αποδείχθηκε, η παραπάνω ΑΕΔΑΚ δεν διέθετε καταθετικό ή άλλου είδους λογαριασμό στην πρώτη αναιρεσείουσα, στον οποίο να ελάμβανε χώρα κατάθεση χρηματικών ποσών. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΑΠ 93/2006). "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 851/2015), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 435/2009, ΑΠ 881/1988).Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 625/2008), ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (ΑΠ 1701/2024, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 559/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που του συγκροτούν (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 573/2018). Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι με τις προτάσεις τους του πρώτου βαθμού αρνήθηκαν την ισχυριζόμενη με την ένδικη αγωγή "μεθόδευση" του Λ. Κ. και του δευτέρου των αναιρεσειόντων Γ. Σ. , καθόσον τα χρήματα που ο αναιρεσίβλητος ή ο σύζυγός της αναλάμβαναν παρέδιδαν ιδιοχείρως στον Λ. Κ. , στα πλαίσια συνεργασίας τους, ώστε "...δεχόμενη η προσβαλλομένη ότι τα άνω ποσά κατατέθηκαν από τον δεύτερο εξ ημών στον λογαριασμό του πρώτου των εναγομένων (τέτοια κατάθεση αποδείξαμε ότι δεν έλαβε χώρα) δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα με την αγωγή του, αλλάζοντας έτσι την ιστορική βάση της αγωγής και φέρει τον δεύτερο εξ ημών ως συνεργό όποιας αδικοπραξίας τέλεσε ο πρώτος εναγόμενος εις βάρος του ενάγοντος...". Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως μη ιδρυόμενος, διότι όσα παραπάνω οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ως μη προταθέντες και παρόλα αυτά ληφθέντες υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, αφενός συνιστούν διευκρινιστικά των αγωγικών ισχυρισμών και προκύψαντα από τις αποδείξεις περιστατικά, σε κάθε δε περίπτωση οι αιτιάσεις οι περιλαμβανόμενες στον υπόψη λόγο, δεν συνιστούν παρά ρητές αρνήσεις της ιστορικής βάσης της αγωγής, που όμως, αμφότερα δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Η διάταξη του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προέβλεπε ότι δεν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, καταργήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 Ν. 4335/2015 (ΑΠ 2118/2017). Η κατάργηση αυτή, σε συνδυασμό με την γενική αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου που συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 21 εδ. β ΕισΝΚΠολΔ, κατά την οποία " διαδικαστικές πράξεις απόδειξης που έγιναν κατά τις διατάξεις του δικαίου που ίσχυε πριν από την εισαγωγή ΚΠολΔ, κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό", αφορά και τις μαρτυρικές καταθέσεις, που λήφθηκαν μετά την 1-1-2016, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 4335/2015, ακόμα και αν οι σχετικές αγωγές (όπως η προκείμενη) ασκήθηκαν πριν την ημερομηνία της έναρξης εφαρμογής του ίδιου νόμου. Επομένως, σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, κατά γενική αρχή μεταβατικού δικαίου, το νόμιμο και παραδεκτό αυτών θα κριθεί σύμφωνα με τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 731/2011). Ακόμα και πριν την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 και ενόψει του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, όπως επίσης ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον ίδιο νόμο, είναι δε παρόμοιο, μετά την ισχύ του νόμου αυτού, το άρθρο 340 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα και παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 372/2020, ΑΠ 1469/2019, ΑΠ 1423/2012, ΑΠ 1/2011), γινόταν δεκτό, ότι λαμβάνονται υπόψη και καταθέσεις εξαιρετέων, κατ` άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, μαρτύρων (ΑΠ 455/2014).

Στην έννοια, εξάλλου, των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι, κατ' άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, των οποίων τις καταθέσεις μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 893/2022, ΑΠ 1442/2008). Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως συμφέρον του μάρτυρα, υλικό ή και ηθικό, πάντως, άμεσο και βέβαιο, ως αναπόφευκτη συνέπεια της έκβασης της δίκης, νοείται αυτό που συνέχεται με τις κύριες συνέπειες της απόφασης, ιδίως το δεδικασμένο, την εκτελεστότητα, τη διαπλαστική ενέργεια, ως και τις δευτερεύουσες και αντανακλαστικές ενέργειες της δίκης, που επεκτείνονται και στο μάρτυρα, πράγμα, το οποίο δεν συμβαίνει, όταν ο μάρτυρας είναι συγγενής ή σύζυγος του διαδίκου ή και αναγκαίος ομόδικός του, πολλώ δε μάλλον, όταν αυτός προσδοκά ωφέλεια από την ευνοϊκή για το διάδικο, ο οποίος τον προσάγει ως μάρτυρα, έκβαση της δίκης (ΑΠ 670/2021, ΑΠ 11/2004), ενώ από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403 παρ. 2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή η όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1469/2019, ΑΠ 1540/2008, ΑΠ 581/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης από την περ. γ' του αυτού ως άνω άρθρου (αρθ. 559 αρ. 11), κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη, ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009).
Με τον δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι αντιστοίχως : (α) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την από 18.1.2018 ένορκη, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μαρτυρική κατάθεση της συζύγου του αναιρεσιβλήτου, Μ. Α. , η οποία ήταν εξαιρετέα, ως προσδοκούσα άμεση ωφέλεια από την έκβαση της δίκης, εξ αιτίας ύπαρξης εκκρεμούς δίκης με την ιδία ως ενάγουσα , που είχε την αυτή ιστορική και νομική αιτία και (β) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Η. Η. καθώς και τη με αριθμό 201/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε η παραπάνω αγωγή της Μ. Α.

Στη προκειμένη περίπτωση, ως προς τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η προσβαλλομένη έκρινε ότι "... σημειωτέον ότι η ένορκη κατάθεση της Μ. Α. , συζύγου του ενάγοντος, παραδεκτώς και νομίμως ελήφθη υπ' όψιν απορριπτομένου του δευτέρου λόγου της Α έφεσης των τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων, διότι ναι μεν, η εν λόγω μάρτυρας κατά τον χρόνο της εξέτασής της ήταν σύζυγος του ενάγοντος, πλην όμως, μόνη η ιδιότητά της αυτή δεν αρκεί για να την καταστήσει δυνητικά εξαιρετέα μάρτυρα, κατ' άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση της εν λόγω παραγράφου από το ν. 4335/2015 και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ως εκ του χρόνου κατάθεσης της αγωγής, ιδίως μάλιστα, αν ληφθεί υπ' όψιν το γεγονός ότι η ως άνω μάρτυρας έχει ασκήσει και η ίδια αυτοτελή αγωγή προς αποκατάσταση της προκληθείσας ατομικής, περιουσιακής και μη περιουσιακής ζημίας της, επί της οποίας ήδη εκδόθηκε η με αριθμό 201/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου) με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της, με αποτέλεσμα το άμεσο συμφέρον της να έχει ήδη ικανοποιηθεί με την ανωτέρω απόφαση, οι δε, αντανακλαστικές συνέπειες της προσδοκώμενης ωφέλειας του συζύγου της, δεν στοιχειοθετούν τον κατ' άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ λόγο εξαίρεσής της". Με αυτά που δέχθηκε ορθώς κατ'αποτέλεσμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του την μαρτυρική κατάθεση της Μ. Α. , καθόσον αυτή ελήφθη στις 18.1.2018, δηλαδή, κατά χρόνο που η διάταξη του άρθρου 400 είχε καταργηθεί με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του νόμου 4335/2015, με έναρξη ισχύος του από 1.1.2016 και ήταν εφαρμοστέος και στις αγωγές που είχαν ασκηθεί προ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του, ως εν προκειμένω, παρεκτός του ότι σε κάθε περίπτωση η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή συμφέροντος στο πρόσωπο του μάρτυρος είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Συνεπώς ο δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος.

Εξάλλου, ο ερευνώμενος τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Η. Η. , ρητώς μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως εξ άλλου ρητή μνεία γίνεται και της με αριθμό 201/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ως αποδεικτικών μέσων που το Εφετείο συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, αδιαφόρου όντος του ότι κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που κατά τους αναιρεσείοντες είναι ορθό. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που προκατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο, και να καταδικασθούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (αρθ. 176,183, 189 παρ.1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.7.2024 αίτηση αναίρεσης και τους από 29.10.2025 προσθέτους λόγους αυτής, κατά της με αριθμό 115/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή