ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 489/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 489/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 489/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 489 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 489/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βιολέττα Βασιλάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 31ης-1-2023 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 3-2-2023.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2573/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2085/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1576/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.

Κατόπιν της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η 6060/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-3-2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 31ης Ιανουαρίου 2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό …/2025 Πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα από τον ορισθέντα Εισηγητή Αρεοπαγίτη και την με αριθμό …/2025 Πράξη του Προέδρου Β2' του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου, ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, ο οποίος παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια [...] της γραμματείας του δικαστηρίου.". Η επαναλαμβανόμενη, κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση από 25-3-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 6060/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών διεξήχθη αρχικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 31-1-2023. Οι διάδικοι τότε είχαν παραστεί με δήλωση των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και η αναιρεσίβλητη είχε καταθέσει και προτάσεις (άρθρο 573 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με άρθρο 242 παράγραφος 2 εδάφιο β ΚΠολΔ). Η έκδοση, όμως, απόφασης δεν κατέστη δυνατή από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, ο οποίος ήδη συνταξιοδοτήθηκε. Μετά από αυτό η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμό …/2025 πράξη που εξέδωσε αφαίρεσε τη δικογραφία από το Δικαστή που προαναφέρθηκε (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 307 του ΚΠολΔ) και στη συνέχεια ο Πρόεδρος του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμό …2025 πράξη του όρισε νόμιμα να επαναληφθεί η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...".

Η ίδια εξάλλου διάδικος δεν κατέθεσε δήλωση - σύμφωνα με το άρθρο 242 παράγραφος 2 ΚΠολΔ - ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Όπως περαιτέρω προκύπτει από το από …2025 αποδεικτικό επίδοσης του Ε. Π., Επιμελητή του Αρείου Πάγου, ακριβές υπηρεσιακό αντίγραφο της υπ' αριθμό …/2025 πράξης του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου - με την οποία επαναλαμβάνεται νόμιμα κατά την παραπάνω δικάσιμο η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αντίκλητο της αναιρεσίβλητης, Δημήτριο Αντωνίου, Δικηγόρο Αθηνών, ο οποίος την είχε εκπροσωπήσει νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχική δικάσιμο της 31-1-2023 με δήλωσή του ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Η παραπάνω δικάσιμος, εξάλλου, αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ). Για το λόγο αυτό η ερημοδικία της αναιρεσίβλητης κατά τη σημερινή συζήτηση δεν ασκεί έννομη επιρροή και αυτή δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).

2. Με την από 25-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 6060/4-11-2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663, 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) - επί της από 10-12-2014 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2014 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμό 2573/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία επί της από 6-12-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2013 αγωγής του αναιρεσείοντος, Ι. Δ. του Κ.

Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 27-6-2022, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μέσα στη διετή καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (4-11-2019), που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό, στην προκειμένη περίπτωση, με τις διατάξεις των άρθρων 74 παράγραφος 1 ν. 4690/2020 (Φ.Ε.Κ. Α 104/30-5-2020), 83 παράγραφος 1α ν. 4790/2021 (Φ.Ε.Κ. Α 48/31-3-2021), 25 ν. 4792/2021 (Φ.Ε.Κ. Α 54/9-4-2021) και 49 ν. 4963/2022 (Φ.Ε.Κ. Α 149/30-7-2022) περί αναστολής προθεσμιών ενδίκων μέσων λόγω της πανδημίας covid 19 - επειδή δεν προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 553, 558, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).

3. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Ι. Δ. του Κ., στην από …2013 αγωγή του - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." - εξέθεσε τα εξής : Ότι στις 18-2-2004 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία του ως υπάλληλος στο τμήμα ασφαλείας της επιχείρησής της με την ειδικότητα του φύλακα. Ότι η εναγομένη στις 7-10-2013 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας προς το πρόσωπό του και όχι επειδή, όπως προσχηματικά ισχυριζόταν, συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούσαν στην προκειμένη περίπτωση απολύσεις υπαλλήλων της. Ότι, εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσίβλητη τον είχε απολύσει κατά τη χρονική περίοδο κατά την οποία παρείχε σε αυτή, όπως και όλο το προσωπικό της επιχείρησής της, εκ περιτροπής εργασία, την οποία είχε επιβάλει μονομερώς σε όλο το προσωπικό της επιχείρησής της για να αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα της επιχείρησής της και, περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη, κατά την οικονομική αναδιάρθρωση της επιχείρησής της, επέλεξε να απολύσει τον ίδιο και όχι άλλους συγκρίσιμους με αυτόν εργαζομένους, όπως ειδικότερα ανέφερε στην αγωγή. Με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, μετά από περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι η από 7-10-2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έπασχε από ακυρότητα, πρώτον, επειδή η εναγόμενη τον είχε απολύσει από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό του με προσχηματική επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων και, εν πάση περιπτώσει, δεύτερον, διότι είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του κατά τη χρονική περίοδο κατά την οποία παρείχε σε αυτή εκ περιτροπής εργασία, την οποία είχε επιβάλει μονομερώς σε όλο το προσωπικό της επιχείρησής της για οικονομοτεχνικούς λόγους και, τρίτον, για το λόγο ότι, κατά την αναδιάρθρωση για τους ίδιους λόγους της επιχείρησής της, επέλεξε μη ορθώς να απολύσει τον ίδιο και όχι άλλους συγκρίσιμους με αυτόν εργαζομένους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον επαναπασχολήσει με την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της για την περίπτωση κατά την οποία δεν συμμορφωνόταν με το διατακτικό της απόφασης και, επιπλέον, να επιδικασθούν σε αυτόν, νομιμότοκα, τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην αγωγή για δεδουλευμένες αποδοχές από 4-10-2013 έως 7-10-2013, μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8-10-2013 έως και 31-3-2014, διαφορά Δώρου Χριστουγέννων έτους 2013 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και εξέδωσε την υπ' αριθμό 2753/2014 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε ότι η εναγομένη είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος αδικαιολόγητα και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματός της, διότι ο ενάγων δεν είχε συμμορφωθεί με την απαίτησή της να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του και, εν πάση περιπτώσει, επειδή δεν συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, που δικαιολογούσαν στην προκειμένη περίπτωση, την απόλυση του ενάγοντος. Μετά από αυτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, υποχρέωσε την εναγομένη να τον επαναπασχολήσει με την απειλή χρηματικής ποινής για την περίπτωση κατά την οποία δεν συμμορφωνόταν με το διατακτικό της απόφασης και, επιπλέον, την υποχρέωσε να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα το συνολικό ποσό των 2.520,93 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, για υπόλοιπο μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα και για υπόλοιπο οφειλόμενο Δώρο Χριστουγέννων έτους 2013. Η εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 10-12-2014 έφεση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, την οποία είχε ασκήσει ο εφεσίβλητος-ενάγων εναντίον της. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων και εξέδωσε την υπ' αριθμό 2085/2016 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη στην ουσία με την παραδοχή ότι η από 7-10-2013 καταγγελία τη σύμβασης εργασίας του εφεσιβλήτου-ενάγοντος έπασχε από ακυρότητα, διότι η εργοδότρια είχε καταγγείλει τη σύμβαση αυτή κατά τη χρονική περίοδο κατά την οποία ο εργαζόμενος παρείχε σε αυτήν εκ περιτροπής εργασία, την οποία η ίδια είχε επιβάλει μονομερώς σε όλο το προσωπικό της επιχείρησής της για οικονομοτεχνικούς λόγους. Η εκκαλούσα-εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης την από 26-9-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 2085/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για τους λόγους τους οποίους είχε επικαλεσθεί σε αυτήν. Το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμό 1576/2018 απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την αίτηση, αναίρεσε την υπ' αριθμό 2085/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου υπό άλλη συγκρότηση. Ο εφεσίβλητος-ενάγων με την από 5-3-2019 κλήση του επέσπευσε νόμιμα νέα συζήτηση της έφεσης της αντιδίκου του ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, στη συνέχεια, δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 6060/2019 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε α) ότι η εκκαλούσα-εναγομένη δεν είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας που τη συνέδεε με τον εφεσίβλητο-ενάγοντα από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας προς το πρόσωπό του με συνέπεια η από 7-10-2013 καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης να μην πάσχει από ακυρότητα, β) ότι η καταγγελία της ίδιας σύμβασης του εφεσιβλήτου-ενάγοντος δεν ήταν άκυρη, επειδή είχε λάβει χώρα στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο εργαζόμενος παρείχε στην εργοδότρια εργασία εκ περιτροπής και γ) ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη ως προς το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας, η οποία έγινε από την εκκαλούσα-εναγομένη κατά προφανή κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, διότι κατά την οικονομοτεχνική αναδιάρθρωση της επιχείρησής της προέβη σε μη ορθή επιλογή του απολυτέου, καθόσον ο ενάγων δεν είχε εκθέσει σε αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 111 παράγραφος 2, 216 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ, 648, 669 εδάφιο β' και 281 ΑΚ και, συγκεκριμένα, επειδή ο ενάγων δεν είχε επικαλεσθεί στην αγωγή του τις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες των συγκρίσιμων με αυτόν εργαζομένων, οι οποίοι θα έπρεπε να απολυθούν από τη επιχείρηση της εργοδότριάς του αντί να απολυθεί ο ίδιος, ώστε να κριθεί, στη συνέχεια, αν πράγματι συνέτρεχαν ή όχι κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, τα οποία μπορούσαν να δικαιολογήσουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εκκαλούσα-εναγομένη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι είχαν αποδειχθεί τα εξής: "[...]: Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (αναιρεσείων) προσλήφθηκε στις 18.2.2004 από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος ασφαλείας. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, εντάχθηκε στο Τμήμα Ασφαλείας της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του για την φύλαξη των εγκαταστάσεων αυτής στην … Το καλοκαίρι του 2007 του ανατέθηκε από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, όπως και σε άλλους υπαλλήλους του ίδιου τμήματος, η φύλαξη του εξωτερικού τομέα των εγκαταστάσεων με τη συνοδεία εκπαιδευθέντος σκύλου, πλην όμως ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εξακολουθούσε να εκτελεί σε κάποιες βάρδιες τα καθήκοντά του, ήτοι της φύλαξης και στους εσωτερικούς χώρους, σύμφωνα με τις ανάγκες και ακολουθώντας τις εντολές των προϊσταμένων του. Ως εκ τούτου, η ανάθεση αυτού του ιδιαίτερου καθήκοντος φύλαξης ουδόλως μετέβαλε την ιδιότητά του ως υπαλλήλου ασφαλείας, καθόσον αυτός παρέμεινε ενταγμένος στο Τμήμα Ασφαλείας. Στις 23.1.2013 συμφωνήθηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου κατά 5%, ανερχομένων έκτοτε στο ποσό των 1.490,08 ευρώ. Στο ίδιο ποσοστό μείωσης συμφώνησαν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι του Τμήματος Ασφαλείας. Τον Μάρτιο του 2013, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα επικαλούμενη περιορισμό της οικονομικής της δραστηριότητας, προέβη στην επιβολή μονομερώς στους εργαζομένους του τμήματος αυτού αλλά και σε άλλα τμήματα, του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών κατά το ημερολογιακό έτος 2013. Σύμφωνα με το ανωτέρω σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, το προσωπικό του Τμήματος Ασφαλείας απασχολείτο κατά δύο εργάσιμες ημέρες λιγότερες το μήνα, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του. Δικαιολογητικός λόγος της μονομερούς επιβολής της εκ περιτροπής απασχόλησης στο σύνολο του προσωπικού του τμήματος ήταν η αποφυγή απολύσεων και η διασφάλιση των θέσεων εργασίας. Στις αρχές του Οκτωβρίου 2013, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της, ενημέρωσε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο ότι προβαίνει σε κατάργηση του Τμήματος Ασφαλείας φύλαξης των εξωτερικών χώρων με τη συνοδεία σκύλων, το οποίο συνεπαγόταν την κατάργηση της θέσης εργασίας του. Του ζητήθηκε μάλιστα να υπογράψει επιστολή οικειοθελούς αποχώρησης, κάτι το οποίο ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος αρνήθηκε κατηγορηματικά, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να συνεχίσει την εργασία του στο Τμήμα Ασφαλείας όπου υπηρετούσε. Μετά ταύτα η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα τού κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του με ταυτόχρονη προσφορά της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 9.585,65 ευρώ. Η ανωτέρω καταγγελία δεν καθίσταται άκυρη εκ μόνου του λόγου ότι έγινε διαρκούσης της μονομερώς επιβληθείσης εκ περιτροπής εργασίας, καθώς [...] η επιβαλλόμενη από τον εργοδότη εκ περιτροπής απασχόληση δεν αποκλείει την κατά την διάρκεια ισχύος αυτής καταγγελία από τον εργοδότη της σύμβασης εργασίας του εκ περιτροπής απασχολούμενου, ούτε μετατρέπει σε αιτιώδη την εν λόγω καταγγελία, ούτε τάσσει ως προϋπόθεση αυτής την προηγούμενη διακοπή ή ανάκληση της εκ περιτροπής απασχολήσεως. Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι εντός του έτους 2013 η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα είχε εμφανίσει σημαντική κάμψη της οικονομικής της δραστηριότητας και αναγκάσθηκε για οικονομοτεχνικούς λόγους να προβεί στην αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και στη μείωση του προσωπικού της. Στα πλαίσια αυτής της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της, προέβη και στην ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος [...] η οποία (καταγγελία) δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο ότι ήταν προϊόν εκδίκησης από πλευράς της εργοδότριας, μόνη δε η άρνηση του ενάγοντος να υπογράψει την οικειοθελή αποχώρησή του δεν μπορεί να αποτελεί αιτία για καταγγελία λόγω εκδίκησης, αφού η απομάκρυνση του ενάγοντος [...] από την εργασία του ήταν ήδη ειλημμένη. Η δε επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων από πλευράς της εναγομένης [...] δεν ήταν προσχηματική, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων [...], αλλά ήταν μία πραγματική κατάσταση, καθώς είχε περιορισθεί σημαντικά η οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησης. Επομένως ο πρώτος λόγος που επικαλείται ο ενάγων για την ακυρότητα της απόλυσής του, ήτοι η προσχηματικότητα της επίκλησης οικονομοτεχνικών λόγων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος [...]". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος, ενώ, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αγωγή της τελευταίου κατά της αναιρεσίβλητης ως προς το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της από 7-10-2023 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω καταχρηστικής καταγγελίας με προσχηματική επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων και λόγω καταγγελίας σύμβασης εργασίας τελούσας σε μονομερώς επιβληθείσα εκ περιτροπής απασχόληση, ενώ ήδη το Εφετείο είχε απορρίψει, ως αόριστο, το αγωγικό αίτημα περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη ορθής επιλογής του απολυτέου.

4.α. Το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος ορίζει: "Καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 εδάφιο β, 281 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι οι επιχειρηματικές αποφάσεις του εργοδότη καθαυτές δεν ελέγχονται από τα δικαστήρια, επειδή σε διαφορετική περίπτωση θα παραβιαζόταν το δικαίωμα αυτού να αναπτύσσει ελεύθερα την επιχειρηματική του δραστηριότητα και να προστατεύει τα περιουσιακά του δικαιώματα. Η καταγγελία όμως των συμβάσεων εργασίας ως ενδεχόμενη συνέπεια της εφαρμογής των αποφάσεων αυτών υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Ο συγκεκριμένος έλεγχος περιλαμβάνει δύο στάδια και, ειδικότερα, α) αν πρέπει οπωσδήποτε να γίνουν απολύσεις για οικονομοτεχνικούς λόγους και β) σε τέτοια περίπτωση ποιος υπάλληλος θα απολυθεί. Αν πράγματι πρέπει να γίνουν απολύσεις προσωπικού για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ακολουθεί ο έλεγχος της ορθής επιλογής του προσώπου ή των προσώπων που πρέπει να απολυθούν από τον εργοδότη. Η επιλογή αυτή γίνεται αρχικά μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια εκμετάλλευση και είναι συγκρίσιμοι μεταξύ τους. Συγκρίσιμοι είναι οι εργαζόμενοι, τους οποίους ο υπό απόλυση υπάλληλος μπορεί να αντικαταστήσει στην άσκηση των καθηκόντων τους, χωρίς να τροποποιηθεί για το σκοπό αυτό η σύμβαση εργασίας του. Οι εργαζόμενοι, επομένως, που απασχολούνται σε θέσεις εργασίας που βρίσκονται σε διαφορετική βαθμίδα της υπαλληλικής ιεραρχίας δεν είναι συγκρίσιμοι. Η επιλογή περαιτέρω μεταξύ των προσώπων που προαναφέρθηκαν θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με αντικειμενικά, υπηρεσιακά και κοινωνικοοικονομικά, κριτήρια, επειδή ο εργαζόμενος που θα απολυθεί πρέπει να πλήττεται λιγότερο από την απώλεια της θέσης εργασίας του από τους άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι θα παραμείνουν και θα εξακολουθήσουν να εργάζονται. Τα υπηρεσιακά κριτήρια, τα οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ορθή επιλογή του απολυτέου, είναι τα εξής: Η απόδοση του εργαζομένου, η ικανότητά του στην παροχή εργασίας και τα προσόντα του. Αν οι εργαζόμενοι έχουν όμοια απόδοση, ικανότητα και προσόντα, θα συνεκτιμηθούν η αρχαιότητά τους στην επιχείρηση του εργοδότη, η οικογενειακή και οικονομική τους κατάσταση, η δυνατότητα να εξεύρουν άλλη εργασία και η ηλικία τους, έτσι ώστε να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση του υπαλλήλου ή των υπαλλήλων για τους οποίους η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής. Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κριτήρια που προαναφέρθηκαν καθιστά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αντίθετη με την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής και με την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα να παρίσταται άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ). Ο ενάγων-εργαζόμενος βέβαια μπορεί να επικαλεσθεί στη αγωγή του και επιπλέον στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να καταστήσουν καταχρηστική στην προκειμένη περίπτωση την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ο εργοδότης οφείλει με δική του πρωτοβουλία να λάβει γνώση όσων στοιχείων είναι, κατά το νόμο, δυνατό να πληροφορηθεί για να προβεί σε ορθή επιλογή του απολυτέου. Η αγωγή, τέλος, με την οποία ο ενάγων-εργαζόμενος αιτείται να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής του για το λόγο ότι ο εναγόμενος-εργοδότης, κατά την οικονομοτεχνική αναδιάρθρωση της επιχείρησής του, δεν προέβη σε ορθή επιλογή του απολυτέου, πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους συγκρίσιμους με τον ενάγοντα συναδέλφους του που έπρεπε να απολυθούν αντί να απολυθεί ο ίδιος από την εκμετάλλευση της εναγομένης-εργοδότριάς του, διότι πρόκειται για κριτήρια με ιδιαίτερη βαρύτητα, τα οποία για το λόγο αυτό είναι στο σύνολό τους ικανά και αναγκαία για να εξειδικευθούν στην προκειμένη περίπτωση οι αόριστες νομικές έννοιες της "καλής πίστης" και "χρηστών ηθών" (άρθρο 281 ΑΚ) και για να κριθεί, στη συνέχεια, αν ο εργοδότης κατήγγειλε ακύρως κατά προφανή κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος τη σύμβαση εργασίας του εργαζομένου (πρβλ. για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας ενδεικτικά την ΑΠ 1487/2005). Αν ο ενάγων-εργαζόμενος δεν εκθέσει στην αγωγή του τα ουσιώδη αυτά στοιχεία, η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (άρθρα 111 παράγραφος 2, 216 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ, 648, 669 παράγραφος 2, 281 και 288 ΑΚ, βλ. ΑΠ 956/2023, ΑΠ 1651/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 510/2019, ΑΠ 31/2013).

Εξάλλου, το άρθρο 224 ΚΠολΔ ορίζει τα εξής: "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.". Η διάταξη αυτή απαγορεύει την προσθήκη με τις προτάσεις νέων ισχυρισμών, οι οποίοι είτε μεταβάλλουν το αντικείμενο της δίκης, είτε προσθέτουν νέα κρίσιμα περιστατικά, τα οποία είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με άλλα συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και δικαιολογούν το αίτημά της. Η απλή εξειδίκευση και διευκρίνιση ουσιωδών γεγονότων που περιέχονται στην αγωγή επιτρέπεται (ΑΠ 526/2025, ΑΠ 481/2025).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος - προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται σε αυτή ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν όσα εκτίθενται δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν με τον τρόπο αυτό την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο παρά το νόμο [...] δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 630/2020). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ως άνω ισχυρισμών, ούτε οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019), αλλά ούτε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 1374/2025, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 615/2019). Ακόμη, ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 340/2023, ΑΠ 50/2020) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 340/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, στον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 669 εδάφιο β και 281 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμοί 19 και 17 ΚΠολΔ και να πρέπει, για το λόγο αυτό, να αναιρεθεί, επειδή α) διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, επιπλέον, β) περιέχει για τον ίδιο λόγο και αντιφατικές διατάξεις. Ο αναιρεσείων εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ότι παρείχε την εργασία του σε αυτή ως υπάλληλος του τμήματος φύλαξης των εξωτερικών χώρων των κτιριακών της εγκαταστάσεων με τη συνοδεία ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων, το οποίο η αναιρεσίβλητη κατά την οικονομική αναδιάρθρωση της επιχείρησης της κατήργησε και, ταυτόχρονα, ότι εργαζόταν στο τμήμα ασφαλείας της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης. Ο αναιρεσείων επικαλείται, στη συνέχεια, ότι με τις αντιφατικές αυτές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ως προς τη θέση εργασίας του, δεν μπορεί να προκύψει ότι με την κατάργηση του τμήματος φύλαξης των εξωτερικών χώρων του κτιρίου η αναιρεσίβλητη δεν είχε πλέον ανάγκη να τον απασχολεί, με συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση να καθίσταται ανέφικτο να ελεγχθεί αναιρετικά αν η εργοδότριά του ενήργησε ή όχι κατά κατάχρηση και μάλιστα προφανή (άρθρο 281 ΑΚ) του διευθυντικού της δικαιώματος. Ο αναιρεσείων εκθέτει, τέλος, ότι με τις αντιφατικές αυτές αιτιολογίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιέλαβε κατ' αποτέλεσμα στην αναιρεσιβαλλομένη και αντιφατικές διατάξεις, όπως ειδικότερα επικαλείται στο αναιρετήριο. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σύνολο των προπαρατιθέμενων παραδοχών του που διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε: α) ότι η αναιρεσίβλητη απασχολούσε στην επιχείρησή της υπαλλήλους ενταγμένους στο τμήμα ασφαλείας, οι οποίοι είχαν την υποχρέωση να φυλάσσουν τόσο το εσωτερικό του κτιρίου του καζίνο, όσο και τον εξωτερικό, τον αύλειο, χώρο του, β) ότι η φύλαξη του εξωτερικού χώρου γινόταν από υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης με τη συνοδεία ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων, γ) ότι ο αναιρεσείων παρείχε την εργασία του στην αναιρεσίβλητη ως φύλακας εξωτερικών χώρων, δ) ότι η αναιρεσίβλητη αποφάσισε για οικονομοτεχνικούς λόγους να μην απασχολεί πλέον υπάλληλους της για τη φύλαξη εξωτερικών χώρων και ε) ότι αυτή δεν είχε καταγγείλει, κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επομένως, διέλαβε ότι ο αναιρεσείων παρείχε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη ως υπάλληλος του τμήματος φύλαξης και ότι η αναιρεσίβλητη, κατά την οικονομική αναδιάρθρωση της επιχείρησής της, αποφάσισε να φυλάσσεται μόνον ο εσωτερικός και όχι και ο εξωτερικός χώρος του καζίνο που διατηρεί με συνέπεια να εκλείψει πλέον η ανάγκη να απασχολεί τον αναιρεσείοντα ως φύλακα εξωτερικών χώρων. Το ίδιο δικαστήριο, περαιτέρω, με την παραδοχή αυτή έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος κατά προφανή κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, με συνέπεια μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά το ανωτέρω αίτημά της, την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της αναιρεσίβλητης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επομένως, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη νόμιμη βάση με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες, στην προκειμένη περίπτωση, ζήτημα ότι η αναιρεσίβλητη είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος από επιβεβλημένους για την οικονομοτεχνική αναδιάρθρωση της επιχείρησής της λόγους. Η αναιρεσιβαλλομένη, συνεπώς, απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 669 εδάφιο β και 281 ΑΚ με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η ίδια αιτίαση, περαιτέρω, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή ο αναιρετικός λόγος που προβλέπεται από τη συγκεκριμένη διάταξη ιδρύεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει στο διατακτικό της αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες εμποδίζουν είτε την εκτέλεση της απόφασης, είτε την παραγωγή δεδικασμένου, είτε την επέλευση της διαπλαστικής της ενέργειας (ΑΠ 1635/2024, ΑΠ 183/2023). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, συνεπώς, στο μέτρο που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

4.β. Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περίπτωση α ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Ο αναιρεσείων εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι παρείχε στην αναιρεσίβλητη τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος του τμήματος ασφαλείας των εξωτερικών χώρων των κτιριακών της εγκαταστάσεων, με συνέπεια μετά την κατάργηση του τμήματος αυτού κατά την οικονομική αναδιάρθρωση της επιχείρησής της να δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, μολονότι τόσο ο ίδιος στην αγωγή του, όσο και η αναιρεσίβλητη στις προτάσεις της είχαν επικαλεσθεί ότι αυτή είχε καταργήσει τη φύλαξη των εξωτερικών χώρων της επιχείρησής της, την οποία διενεργούσε και ο ίδιος με περιπολίες με τη συνοδεία σκύλου. Ο αναιρεσείων επικαλείται, στη συνέχεια, ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάμβανε υπόψη τον ισχυρισμό που προαναφέρθηκε θα δεχόταν ότι η αναιρεσίβλητη είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του καταχρηστικά και θα απέρριπτε την έφεση, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως αβάσιμη. Από το σύνολο, όμως, των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε: α) ότι η αναιρεσίβλητη απασχολούσε και τον αναιρεσείοντα ως υπάλληλο ενταγμένο στο τμήμα ασφαλείας της επιχείρησής της με αντικείμενο εργασίας τη φύλαξη του εξωτερικού χώρου των κτιριακών εγκαταστάσεών της, β) ότι η αναιρεσίβλητη αποφάσισε για οικονομοτεχνικούς λόγους να μην φυλάσσονται πλέον οι εξωτερικοί χώροι της επιχείρησής της και γ) ότι δεν υφίστατο πλέον λόγος να απασχολεί στην επιχείρησή της τον αναιρεσείοντα, τον οποίο, για το λόγο αυτό, απέλυσε. Το Εφετείο, επομένως, δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής του, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

4.γ. Στον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν προταθεί και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περίπτωση β ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Ο αναιρεσείων εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 111 παράγραφος 2, 216 παράγραφος 1 α του ΚΠολΔ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 εδάφιο β και 281 ΑΚ - δέχθηκε την έφεση, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής του για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω μη ορθής επιλογής απολυτέου, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν είχε εκθέσει στην αγωγή του τις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες των συγκρίσιμων με αυτόν εργαζομένων, οι οποίοι θα έπρεπε να απολυθούν από τη επιχείρηση της αναιρεσίβλητης αντί να απολυθεί ο ίδιος, ώστε να κριθεί, στη συνέχεια, αν πράγματι συνέτρεχαν ή όχι κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, τα οποία μπορούσαν να δικαιολογήσουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την αναιρεσίβλητη-εργοδότρια. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του: α) ότι είχε περισσότερα προσόντα και ότι ήταν αρχαιότερος και αποδοτικότερος στην εργασία του από τους άλλους συγκρίσιμους με αυτόν υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι εξακολούθησαν να εργάζονται στην επιχείρησή της και αναφέρονταν στην αγωγή και β) ότι, επιπλέον, επικαλέσθηκε την οικογενειακή και οικονομική κατάσταση των ως άνω συγκρίσιμων με αυτόν υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, που εξακολούθησαν να εργάζονται στην επιχείρησή της, ενώ το Εφετείο, εάν ελάμβανε υπόψη τους ισχυρισμούς του αυτούς, θα έκρινε ότι η αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης, ήταν παραδεκτή και θα απέρριπτε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή του του ως παραδεκτή, νόμιμη και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη. Ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής του κατά της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), είχε εκθέσει σε αυτήν (βλ. σελίδες 15-17) τα εξής: " [...] II.Μη ορθή επιλογή του απολυτέου [...].

Εν προκειμένω, όπως προανέφερα [...], εγώ προσλήφθηκα ως υπάλληλος ασφαλείας/φύλακας στο Τμήμα Ασφαλείας της εναγόμενης τον Φεβρουάριο του έτους 2004, η εναγόμενη μετά την πρόσληψή μου προέβην στην πρόσληψη συνολικά 35 υπαλλήλων στο Τμήμα Ασφαλείας της, και επιπλέον διατήρησε στην εκμετάλλευσή της τον [...], παρόλο που προσελήφθη στην εναγομένη το έτος 2011 και επιπλέον ασκεί τα ίδια κύρια και πρόσθετα καθήκοντα με εμένα.

Περαιτέρω δε, η εναγομένη διατήρησε ως υπαλλήλους ασφαλείας, στο Τμήμα Ασφαλείας αυτής ενδεικτικά, τους [...], ο οποίος προσελήφθη το έτος 2011, [...], ο οποίος προσελήφθη το έτος 2009, [...], ο οποίος προσελήφθη το έτος 2008, [...], ο οποίος προσελήφθη το έτος 2009. Όλοι οι ανωτέρω ενδεικτικά αναφερόμενοι υπάλληλοι ασφαλείας της εναγομένης υπολείπονται σε αρχαιότητα στην εναγομένη σημαντικά σε σύγκριση με εμένα. Η απόδοσή τους ήταν μικρότερη σε σύγκριση με εμένα, καθώς σε κάποιους από αυτούς έχουν επιβληθεί αυστηρές πειθαρχικές αποφάσεις. Ενδεικτικά, στον [...] επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της υποχρεωτικής αποχής από την εργασία για τρεις (3) ημέρες. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη [...] το γεγονός ότι η εναγομένη "προτιμά" να συνεχίζει να απασχολεί υπαλλήλους, οι οποίοι δεν διαθέτουν την εκ του νόμου άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας [...] απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου ασφαλείας - φύλακα, όπως συμβαίνει με τον υπάλληλό της [...], ο οποίος πριν από ένα (1) έτος μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ασφαλείας από το Τμήμα Τροφίμων και Ποτών, όπου απασχολούνταν με την ειδικότητα του Σερβιτόρου. Δέον, όπως επισημανθεί ότι, εγώ διαθέτω την ανωτέρω απαιτούμενη άδεια εργασίας για την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου ασφαλείας - φύλακα.

Περαιτέρω, δέον όπως επισημανθεί ότι καθ' όλη τη διάρκεια της 10ετούς απασχόλησής μου στην εναγομένη δεν είχα υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, εκπλήρωνα δε τα καθήκοντά μου με κάθε ευσυνειδησία και επιμέλεια. Παρόλο δε που είμαι ανύπαντρος έχω σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις, καθώς διαμένω μόνος μου και επιπλέον επιβαρύνομαι με τη συντήρηση των γονέων μου, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας και οικονομικά προβλήματα. Συγκεκριμένα, ο πατέρας μου λαμβάνει ως σύνταξη το ποσό των 900,00 €, με μέρος της οποίας αποπληρώνει ένα δάνειο που είχε λάβει το έτος 1999, ενώ η μητέρα μου δεν εργάζεται ούτε και λαμβάνει οιαδήποτε σύνταξη. Από τα ανωτέρω προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι η επιλογή των υπαλλήλων που παρέμειναν δεν έγινε με κριτήρια αντικειμενικά [...], καθώς η εναγόμενη δεν έλαβε υπόψη σε σχέση με τους μη απολυτέους του ίδιου τμήματος, την ικανότητα, τα προσόντα και την υπηρεσιακή απόδοσή μου, τα οποία είναι σαφώς υψηλότερα από τους διατηρούμενους στην εργασία και δεν συνεκτίμησε τα κριτήρια της αρχαιότητας, της προϋπηρεσίας μου και σε πρόσθετα καθήκοντα της επιχείρησης. Στην ουσία, το μόνο στοιχείο στο οποίο "μειονεκτούσα" σε σχέση με τους διατηρηθέντες είναι ότι αφενός δεν εκπαιδεύτηκα ή/και μετεκπαιδεύτηκα στην ιδιωτική σχολή που διατηρεί και διευθύνει ο Διευθυντής του Τμήματος Ασφαλείας, ώστε να τελώ υπό την "προστασία" του όπως ανέλυσα ανωτέρω, ούτε διατηρώ φιλικές και κοινωνικές σχέσεις με αυτόν [...].
Επειδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου είναι άκυρη, ως καταχρηστική, διότι δεν εφαρμόσθηκαν από την εναγομένη αντικειμενικά κριτήρια για την επιλογή των υπαλλήλων που παρέμειναν, όπως επιτάσσει το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς η εναγόμενη δεν έλαβε υπόψη σε σχέση με τους μη απολυτέους του ίδιου τμήματος, ίδιας κατηγορίας και ειδικότητας με εμένα, την ικανότητα, τα προσόντα και την υπηρεσιακή απόδοσή μου, τα οποία είναι σαφώς υψηλότερα από τους διατηρούμενους στην εργασία και δεν συνεκτίμησε τα κριτήρια της αρχαιότητας, της προϋπηρεσίας μου και σε πρόσθετα καθήκοντα της επιχείρησης [...]". Ο αναιρεσείων, συνεπώς, είχε εκθέσει στο δικόγραφο της αγωγής του μόνον ότι είχε περισσότερα προσόντα και ότι ήταν αρχαιότερος και αποδοτικότερος στην εργασία του από τους άλλους συγκρίσιμους με αυτόν υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι εξακολούθησαν να εργάζονται στην επιχείρησή της και κατονομάζονταν στην αγωγή. Ο αναιρεσείων, ωστόσο, δεν είχε εκθέσει στην αγωγή του την ηλικία, την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση των συγκρίσιμων αυτών συναδέλφων του, οι οποίοι παρέμειναν στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης σε αντίθεση με τον ίδιο που απολύθηκε, όπως και αν αυτοί είχαν τη δυνατότητα σε περίπτωση που απομακρύνονταν από την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης να ανεύρουν άλλη εργασία. Η αγωγή, επομένως, έπασχε από αοριστία, επειδή ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί σε αυτήν όλα τα περιστατικά, τα οποία ήταν αναγκαία για να ερευνηθεί στην προκειμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν ή όχι και κοινωνικοοικονομικά κριτήρια που καθιστούσαν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την αναιρεσίβλητη άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη (άρθρο 281 ΑΚ). Επομένως, ο από τον αριθμό 8 περίπτωση β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι είχε περισσότερα προσόντα και ότι ήταν αρχαιότερος και αποδοτικότερος στην εργασία του από τους άλλους συγκρίσιμους με αυτόν υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν για τυπικό λόγο και συγκεκριμένα λόγω αοριστίας. Ο αναιρεσείων βέβαια επιχείρησε να θεραπεύσει την αοριστία του δικογράφου της αγωγής του με την αναφορά α) στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι οι συγκρίσιμοι με αυτόν υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, που παρέμειναν στην επιχείρησή της, ήταν άγαμοι και νεότεροι από αυτόν σε ηλικία και β) στο αναιρετήριο ότι η οικονομική τους κατάσταση ήταν όμοια με τη δική του. Η συμπλήρωση, όμως, των ουσιωδών αυτών στοιχείων, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση εξειδίκευαν - και πάντως όχι πλήρως - τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πραγματοποιήθηκε, όπως ομολογεί ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο (βλ. στη σελίδα 14 του δικογράφου της αναίρεσης), με τις προτάσεις του επί της αγωγής που είχε καταθέσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε πλέον να αμυνθεί κατά της αγωγής. Η συμπλήρωση, επομένως, αυτή είχε συντελεσθεί απαραδέκτως (άρθρα 216 παράγραφος 1 α και 224 ΚΠολΔ). Το δευτεροβάθμιο, συνεπώς, δικαστήριο ορθά δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, τους οποίους ο αναιρεσείων απαραδέκτως είχε περιλάβει στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να καταστήσει ορισμένη την ιστορική της βάση με την αναπλήρωση των στοιχείων που έλειπαν από αυτή και έκρινε, στη συνέχεια, ότι η αγωγή έπασχε από αοριστία ως προς το ανωτέρω αίτημά της. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

5. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-3-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2022 αίτηση του Ι. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 6060/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή