Απόφαση 491 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 491/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." πρώην με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Αταλόγλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. συζύγου Γ. το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καλαφάτη.
Κοινοποιούμενη η αναίρεση προς τους: 1) Γ. Μ. του Δ., κάτοικο ..., 2) Π. - Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ομοίως ως άνω και 3) υπό εκκαθάριση εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." (...) που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, από την διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." (...) και το διακριτικό τίτλο "..." (...), πρώην με την επωνυμία "..." με το διακριτικό τίτλο "..." (...), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2010 αγωγή της υπό εκκαθάριση εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 663/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5632/2020 μη οριστική και 3538/2023 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 08-12-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση, ενώ, αντιθέτως, αν δηλαδή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1351/2023). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 992/2022, ΑΠ 306/2020). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 105/2025, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 368/2019).
Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ, υφίσταται και όταν ο δανειστής, ζητώντας την κατά το άρθρο 939 ΑΚ διάρρηξη της απαλλοτριώσεως που έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο προς τον οποίο έχει διατεθεί το περιουσιακό στοιχείο, διότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των άνω ομοδίκων, ήτοι του οφειλέτη και του τρίτου με τον οποίο έχει συμβληθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 259/2024, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1923/2017).
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ...2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο … Μ. - Α. Ζ., την οποία νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν, από 08.12.2023 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό καταθέσεως ...2023, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3538/2023 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος περί ορισμού: α) δικασίμου της αιτήσεως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και β) προθεσμίας κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο μαζί με κλήση προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για να παραστεί στην παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην τελευταία. Κατά την δικάσιμο αυτή, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά εγγραφής της από το πινάκιο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε και κατέθεσε τη σχετική έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Πλην, όμως, αυτή, η οποία φέρεται ως οφειλέτιδα της αναιρεσείουσας μαζί με τον αναγκαίο ομόδικό της δεύτερο αναιρεσίβλητο-αγοραστή, προς τον οποίο διέθεσε το επίδικο περιουσιακό στοιχείο, θεωρείται αντιπροσωπευόμενη από τον τελευταίο και, επομένως, σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Περαιτέρω, από τις υπ' αρ. ...2024, ...2024 και ...2024 εκθέσεις επιδόσεις των δικαστικών επιμελητριών των δικαστικών περιφερειών … και … με έδρα τα Πρωτοδικεία … και … αντιστοίχως, Ο. Σ. Σ. (η πρώτη) και Μ. - Α. Ζ. (οι λοιπές) τις οποίες νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσείουσα, με την επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3538/2023 τελεσίδικη αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μαζί με κλήση της αναιρεσείουσας προς συζήτηση για την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως προς ους η κοινοποίηση της αιτήσεως αναιρέσεως, αναγκαίους ομοδίκους των αναιρεσιβλήτων στην ανοιγείσα δίκη. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι οι προς ους η κοινοποίηση δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε και κατέθεσαν τη σχετική έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι προαναφερθέντες απολειπόμενοι προς ους η κοινοποίηση αναγκαίοι ομόδικοι των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει ενιαίως και από κοινού με τους λοιπούς στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού αν και δεν παραστάθηκαν, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύονται από τους αναγκαίους ομοδίκους τους.
3.- Με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 3538/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγιναν τυπικά δεκτές η 05.03.2018 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και των λοιπών εκκαλούντων με αυτήν και η από 23.02.2028 έφεση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμόν 663/2016 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η πρώτη έφεση και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η δεύτερη έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 10.11.2010 αγωγή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και είχε διαταχθεί η διάρρηξη, μεταξύ άλλων, της αναφερόμενης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, η οποία καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. ...2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ποσοστού εξ αδιαιρέτου αστικού ακινήτου και, στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο αυτό η άνω αγωγή.
4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια της δικαιοπαροόχου της αναιρεσείουσας στις 20.11.2023 και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε αρμοδίως στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 12.12.2023. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
5.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ προκύπτει ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως, η οποία έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, ήτοι απαίτηση της οποίας έχουν συντελεστεί τα παραγωγικά γεγονότα και είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζητήσεως της σχετικής αγωγής διαρρήξεως (ΑΠ 105/2025, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 869/2021), 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή που έγινε από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρεώσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών ούτε την προτίμηση εκπληρώσεως από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 529/2022), 3) δόλος του οφειλέτη, ήτοι απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτριώσεως, ότι με τη συγκεκριμένη απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξεώς του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία και αποδέχεται (ΑΠ 227/2024), μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτριώσεως αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παραλλήλως και άλλους σκοπούς (ΑΠ 105/2025, ΑΠ 302/2023), 4) βλάβη των δανειστών, ήτοι ανεπάρκεια της εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη οφειλόμενη αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών, αφερεγγυότητα που πρέπει να συντρέχει όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση αλλά και κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής διαρρήξεως, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών (ΑΠ 88/2023) και κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020), που τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σε αυτά οι δανειστές εκτέλεση για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους (ΑΠ 1268/2023), όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα για αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014) και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, η οποία τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή εξ αγχιστείας έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής. Η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1320/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις άνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο που δίκασε εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και συνακόλουθα εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά αυτός δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια της άνω διατάξεως υφίσταται όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019).
6.- Με το πρώτο και τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι με το να απορρίψει το Εφετείο την ένδικη αγωγή της ως προς τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμόν ...2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, δεχόμενο ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο την ύπαρξη οφειλών της πρώτης αναιρεσίβλητης αδελφής του και επιπλέον ότι με τη μεταβίβαση του επιδίκου περιουσιακού της στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μην της απομένει πλέον κανένα περιουσιακό στοιχείο για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ, δια εσφαλμένης ερμηνείας και μη υπαγωγής σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με συνέπεια να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν τελούσε σε γνώση ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη προβαίνει στη δικαιοπραξία αυτή προς βλάβη της δανείστριας τράπεζας και δικαιοπαρόχου της, στερώντας συγχρόνως την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι, ενώ δέχεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά στις οφειλές της, δεν αιτιολόγησε την περιέλευσή της σε καθεστώς αφερεγγυότητας, τη συνάφεια μεταξύ της αφερεγγυότητας αυτής και της ζημίας την οποία υπέστη η δικαιοπάροχός της από τη συγκεκριμένη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, την εκμηδένιση της περιουσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ απαλλοτριώσεως και βλάβης.
7.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με την ένδικη απαλλοτριωτική πράξη και το δεύτερο αναιρεσίβλητο αγοραστή (που πλήττονται εν προκειμένω), δέχτηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμό …2006 σύμβασης πίστωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και της 1ης εναγομένης Ε. συζύγου Γ. Μ., σε συνδυασμό και με τη με αριθμό …2007 πρόσθετη πράξη, χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονταν στη σύμβαση, την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της οποίας εγγυήθηκε ο 3ος εναγόμενος, σύζυγος της 1ης εναγομένης, με την παραπάνω πρόσθετη πράξη, παραιτούμενος της ένστασης διζήσεως καθώς και των λοιπών ενστάσεων του Αστικού Κώδικα. Η παραπάνω απαίτηση της τραπεζικής εταιρίας που απέρρεε από την πίστωση αυτή, μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα εταιρία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "..." (...), με τη με αριθ. πρωτ. …2006 σύμβαση μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003 και των άρθρων 455 επ. ΑΚ, που καταχωρίσθηκε αυθημερόν στον τόμο 3 και αριθμό 186 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η δε ως άνω καταχώρηση επείχε θέση αναγγελίας της μεταβίβασης προς όλους τους οφειλέτες, ενώ με τη με αριθμό …2006 σύμβαση διαχείρισης, που συνήφθη μεταξύ εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." και της Τράπεζας "..." (ΤΡΑΠΕΖΑ ...) διακριτικό τίτλο "..." (...), ανέλαβε η τελευταία για λογαριασμό της παραπάνω εταιρίας τη διαχείριση και είσπραξη όλων των απαιτήσεων που της είχαν μεταβιβαστεί, καταχωρίσθηκε δε η σύμβαση αυτή στο ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … και αριθμό …
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι προς εξυπηρέτηση της πίστωσης αυτής, τηρήθηκε ο με αριθ. ... λογαριασμός, ο οποίος μετά από τις επιμέρους αναλήψεις από την πιστούχο και τις έναντι αυτών καταβολές, εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο. Στις δε 11-02-2010, που το χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε πλέον στο ποσό των 52.805,85 ευρώ, η ενάγουσα έκλεισε οριστικά την πίστωση και το σε βάρος της πιστούχου χρεωστικό κατάλοιπο, ανερχόμενο στο άνω ποσό, μεταφέρθηκε σε οριστική καθυστέρηση σε λογαριασμό της Τράπεζας. Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με την από 11-02-2010 εξώδικη καταγγελία- πρόσκληση- δήλωση, την οποία επέδωσε σε αμφότερους τους 1η και 3° εναγόμενους (οφειλέτιδα και εγγυητή), γνωστοποίησε σ' αυτούς το οριστικό κλείσιμο και το ανωτέρω κατάλοιπο του λογαριασμού καθώς και την καταγγελία της σύμβασης. Ακολούθως, για το παραπάνω συνολικό ποσό των 52.805,85 ευρώ, εκδόθηκε, μετά από αίτηση της ενάγουσας, η με αριθ. …/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της πιστούχου (1ης εναγομένης) και του εγγυητή (3ου εναγόμενου), με την οποία επιτάχθηκαν οι άνω εναγόμενοι να της καταβάλουν το παραπάνω ποσό εντόκως με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων από τις 12-02-2010, ενώ δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί ανακοπή κατ' αυτής, με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, σύμφωνα με το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η συνολική οφειλή της πιστούχου 1ης εναγομένης προς την ενάγουσα, για την οποία εγγυήθηκε ο 3ος εναγόμενος, ανήλθε στο παραπάνω αναφερόμενο συνολικό ποσό των 52.395,26 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με τη με αριθμό …2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και του προσαρτήματος της που αποτελούν ενιαίο σύνολο, η παραπάνω Τράπεζα χορήγησε στην 1η εναγομένη τοκοχρεωλυτικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο, ύψους 120.000 ευρώ, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονταν στη σύμβαση. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, στις 21-07-2008, έγινε εκταμίευση του ποσού του δανείου από την 1" εναγόμενη, η οποία έκτοτε προέβαινε σε επιμέρους καταβολές δόσεων προς την Τράπεζα, προς εξόφληση του δανείου, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που περιέχουν την κίνηση του συναφώς τηρηθέντος λογαριασμού. Εν τω μεταξύ, δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης μεταβίβασης και της σχετικής καταχώρησής της στο ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, επήλθε επίσης μεταβίβαση της παραπάνω απαίτησης στην ενάγουσα, η οποία ως εκδοχέας αυτής, με την από 12-02-2010 εξώδικη καταγγελία της, που επιδόθηκε στην 1η εναγόμενη την 23-02-2010, προέβη σε καταγγελία της παραπάνω σύμβασης, λόγω μη καταβολής των τοκοχρεολυτικών δόσεων των μηνών Δεκεμβρίου 2009 και Ιανουάριου 2010, με αποτέλεσμα να καταστεί απαιτητό, κατά ρητή συμβατική πρόβλεψη, όλο το ανεξόφλητο ποσό του δανείου και να κλείσει ο τηρούμενες λογαριασμός με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της δανειολήπτριας -1ης εναγομένης, ύψους 117.256,44 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από το απόσπασμα και τα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας. Για την απαίτηση αυτή εκδόθηκε η με αριθμό …/2011 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιτάχθηκε η 1η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό των 117.256,44 ευρώ, πλέον τόκων, με εξαμηνιαίο ανατοκισμό από τις 13-02-2010, η οποία επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην 1η εναγόμενη για πρώτη φορά στις 14-02-2012 και για δεύτερη φορά στις 20-07-2015, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή κατ' αυτής, με αποτέλεσμα να καταστεί τελεσίδικη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η οφειλέτιδα 1η εναγομένη, με το με αριθμό …2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ποσοστού εξ αδιαιρέτου αστικού ακινήτου της Συμβολαιογράφου ... Σ. Μ. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον 2° εναγόμενο, αδελφό της, λόγω πώλησης, το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό των 10,71% εξ αδιαιρέτου σε αστικό ακίνητο και δη οικόπεδο μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής αποτελούμενης από: α) το υπόγειο συνολικής επιφάνειας μ2 139,42 συγκείμενο από 2 διαμερίσματα, επιφάνειας μ2 42 του ενός και μ2 97,42 του άλλου, β) το ισόγειο, επιφάνειας μ2 127,29, γ) τον πρώτο (Α') πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας μ2 113,61 και δ) το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από τον υπάρχοντα πρώτο (Α) πάνω από το ισόγειο όροφο, κτισμένης της οικοδομής σε οικόπεδο εμβαδού μ2 184,22, κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου … στο 320 Ο.Τ. και επί της οδού …, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στο με αριθ. …/2002 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου … I. Σ. - Κ., αντί τιμήματος 30.553,60 ευρώ, αντίστοιχου της αντικειμενικής αξίας του. Το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο άνω ακίνητο περιήλθε στην 1η εναγόμενη ως εξής: α) κατά ποσοστό 10,07% εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθ. …2002 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου της Συμβολαιογράφου … Ι. Σ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με τον επισυμβάντα την …2009 θάνατο της δωρήτριας Α. χήρας Φ. Δ., το γένος Κ. Τ., και β) κατά ποσοστό 0,64% εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθμό …2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου … Ε.- Α. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα........Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι τα παραγωγικά περιστατικά και των δύο απαιτήσεων της ενάγουσας είχαν ήδη συντελεστεί προ των μεταβιβάσεων αυτών, έστω κι αν οι απαιτήσεις δεν ήταν ακόμη βέβαιες και εκκαθαρισμένες και εξυπηρετούνταν από την 1η εναγομένη, με μικρές ωστόσο καταβολές.
Πλην όμως, όσον αφορά στη μεταβίβαση στην οποία προέβη η 1η εναγομένη προς τον 2° εναγόμενο αδελφό της, με το με αριθμό …2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ποσοστού εξ αδιαιρέτου αστικού ακινήτου της Συμβολαιογράφου … Σ. Μ. Φ., ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο 2ος εναγόμενος τελούσε σε γνώση ότι η 1η εναγομένη προβαίνει στην δικαιοπραξία αυτή προς βλάβη της δανείστριας Τράπεζας. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο 2ος εναγόμενος αγόρασε το εξ αδιαιρέτου μερίδιο της αδελφής του στο παραπάνω ακίνητο, στο οποίο είχε και ο ίδιος μερίδιο, όπως και άλλα 11 συγγενικά τους πρόσωπα, προερχόμενα τα μερίδια αυτά από απώτερο κοινό τους δικαιοπάροχο, διότι η αδελφή του δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει οικονομικά συμμετέχοντας στη δικαστική διαδικασία τακτοποίησης του ακινήτου στην οποία είχαν προχωρήσει οι υπόλοιποι συγκύριοι (βλ. σχετική αγωγή διανομής) καθώς αντιμετώπιζε παράλληλα σοβαρά προβλήματα υγείας του συζύγου της για τα οποία ο τελευταίος υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά και του τέκνου τους, που απεβίωσε τελικά την …2011. Μόνη η αδελφική σχέση με την 1η εναγομένη δεν είναι ικανή για να δικαιολογήσει γνώση του 2ου εναγομένου για απαλλοτριωτική δικαιοπραξία προς βλάβη της δανείστριας τράπεζας, κατά τα αβασίμως υποστηριζόμενα με την αγωγή, καθώς ο 2ος εναγόμενος ουδεμία επαγγελματική σχέση είχε με την 1η εναγομένη αδελφή του ώστε να γνωρίζει εξ αυτού του λόγου τις επαγγελματικές και επιχειρηματικές κινήσεις της αδελφής του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο 2ος εναγόμενος τελούσε σε γνώση ότι η 1η εναγομένη οφειλέτιδα απαλλοτρίωσε το μερίδιό της επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου προς βλάβη της ενάγουσας, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου του μοναδικού λόγου της με στοιχείο Α έφεσης του 2ου εναγομένου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων σχετικά με την γνώση του για την επίδικη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον έγινε δεκτός ο μοναδικός λόγος της με στοιχείο Α έφεσης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της που απαγγέλει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε με το με αριθμό ...2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ποσοστού εξ αδιαιρέτου αστικού ακινήτου της Συμβολαιογράφου … Σ. Μ. Φ., και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικασθεί στην ουσία της η από 10-11-2010 αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό, να απορριφθεί η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό, δηλαδή το αίτημα της ενάγουσας περί απαγγελίας διάρρηξης της παραπάνω δικαιοπραξίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' ουσίαν την έφεση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως ως προς την ως άνω συγκεκριμένη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία και είχε κάνει δεκτή ως προς αυτήν την αγωγή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας δεχόμενο ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ για τη διάρρηξη αυτής ως καταδολιευτικής, κρατώντας στη συνέχεια και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, μετά την παραδοχή ότι δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις αυτές, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεχόμενο, με την εκτεθείσα ως άνω κρίση του, ότι δεν προέκυπτε δόλος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά την κατάρτιση της προσβαλλόμενης ως καταδολιευτικής ως άνω δικαιοπραξίας, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διάρρηξη αυτής, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, υπάγοντας ορθώς στο πραγματικό τους τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία έκρινε ότι αποδείχθηκαν και δικαιολογούσαν, κατά την ορθή εφαρμογή τους, την απόρριψη των αντίστοιχων ισχυρισμών και εντεύθεν της αγωγής της δικαιοπαροχόχου της αναιρεσείουσας, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εν λόγω διατάξεων ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τούτο, διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο της απαλλοτριώσεως και της εγέρσεως της ένδικης αγωγής ο δεύτερος αναιρεσίβλητος αγοραστής προς τον οποίο η μεταβίβαση: α) δεν τελούσε σε (θετική) γνώση (ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει) της καταδολιευτικής προαιρέσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης αδελφής του να περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η απομένουσα περιουσία της να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων που είχε εις βάρος της η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας και ότι η επίδικη μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε για το σκοπό αυτό, β) ότι αγόρασε το εξ αδιαιρέτου μερίδιο της πρώτης αναιρεσίβλητης στο αναφερόμενο ακίνητο, στο οποίο είχε και ο ίδιος μερίδιο από απώτερο κοινό τους δικαιοπάροχο, όπως και άλλα έντεκα (11) συγγενικά τους πρόσωπα, διότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε, ενόψει της σωρείας των προβλημάτων υγείας του συζύγου της, αλλά και του τέκνου τους που απεβίωσε την …2011, να ανταπεξέλθει από οικονομική άποψη στην δικαστική διαδικασία τακτοποιήσεως του εν λόγω ακινήτου και γ) ότι μόνη η αδελφική σχέση που υφίσταται μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, χωρίς μάλιστα ο δεύτερος αναιρεσίβλητος να συνδέεται με κάποια επαγγελματική σχέση με την πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν αρκούσε για να δικαιολογήσει γνώση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου περί των παραγωγικών γεγονότων του χρέους της πρώτης αναιρεσίβλητης και τον καταδολιευτικό σκοπό της ούτε τη γνώση αυτού περί της προθέσεως βλάβης της δανείστριας τράπεζας εκ μέρους της αδελφής του, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων του ΑΚ ως προς το δόλο (πρόθεση βλάβης της δανείστριας) και ήταν ικανά, συνδυαζόμενα και μη αντικρουόμενα μεταξύ τους, να στηρίξουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου περί της μη καταδολιευτικής φύσεως της επίδικης μεταβιβάσεως και περί της μη συνδρομής περιπτώσεως διαρρήξεως αυτής και δικαιολογούσαν (ενόψει και του ότι η γνώση του τρίτου ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές πρέπει να είναι θετική, δίχως να αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια αυτού) την παραδοχή της εφέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη κατά τούτο της ένδικης αγωγής. Από τις ίδιες ως άνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού σε σχέση με τις προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ρητώς και χωρίς επιφυλάξεις αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή ο δεύτερος αναιρεσίβλητος προέβη στην αγορά του επιδίκου ποσοστού εξ αδιαιρέτου του παραπάνω αστικού ακινήτου αγνοώντας το δόλο της πρώτης αναιρεσίβλητης, δηλαδή την πρόθεσή της να ματαιώσει την προαναφερθείσα απαίτηση της δανείστριας τράπεζας και δικαιοπαροχόχου της αναιρεσείουσας, ενώ προσδιορίζει και την αξία όλων των μεταβιβασθέντων ακινήτων, δίχως να είναι αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης αναφορικά με τα ζητήματα αυτά η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο και τέταρτο σκέλος του, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ περί στοιχειοθετήσεως του στοιχείου του δόλου του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και ανεπαρκών αιτιολογιών, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος λόγος, κατά τα αντίστοιχα ως άνω σκέλη του, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτούς αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ελλιπών αιτιολογιών ως προς την επάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης και την περιέλευσή της σε καθεστώς αφερεγγυότητας κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό κατέλεξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και στα πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από την ίδια εκδοχής ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος γνώριζε την καταδολιευτική πρόθεση της πρώτης αναιρεσίβλητης να ματαιώσει την ένδικη απαίτηση της δανείστριας, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωθεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφές και επαρκώς εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές ότι δηλαδή ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε (ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει με μόνη την αδελφική τους σχέση και την ανυπαρξία επαγγελματικού συνδέσμου) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη αδελφή του επεδίωκε, με την καταρτισθείσα μεταξύ τους δικαιοπραξία, να περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση ώστε η απομένουσα περιουσία της να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των ένδικων απαιτήσεων της δανείστριας και έτσι να ματαιώσει την ικανοποίησή τους.
8.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της παραδεκτής και νόμιμης προτάσεώς τους, συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003), όχι, όμως, και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2086/2017).
Συνεπώς, δεν ιδρύουν το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ούτε όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 127/2018, ΟλΑΠ 469/1984) έστω και αν αυτοί προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε -τυπικό ή ουσιαστικό- λόγο (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/ 2010), είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει και όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017).
9.- Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 περ. β' του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς τη γνώση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που η ίδια όπως εκτιμάται, είχε επικαλεσθεί νομίμως και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, η λήψη του οποίου ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και θα είχε ως συνέπεια να γίνει δεκτή αγωγή της ως προς την ένδικη απαλλοτρίωση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την ανωμοτί κατάθεση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, στην οποία ο ίδιος παραδέχεται ότι γνώριζε τα οικονομικά προβλήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης αδελφής του από το έτος 2008, αλλά και το γεγονός ότι μετά την καταδολιευτική μεταβίβαση δεν της απέμεινε κανένα περιουσιακό στοιχείο, εκ της οποίας αποδεικνυόταν το βάσιμο των αγωγικών ισχυρισμών της ότι αυτός γνώριζε την οικονομική κατάσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τους κρίσιμους χρόνους, την οποία, όμως, και τα αποδεικνυόμενα από αυτήν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν την συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή της κατ' ουσίαν ως προς την απαλλοτρίωση αυτή, ενώ αν την είχε λάβει υπόψη θα έκρινε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος γνώριζε την ύπαρξη των οφειλών της πρώτης αναιρεσίβλητης και ότι με την μεταβίβαση του ποσοστού του επιδίκου ποσοστού του περιουσιακού της στοιχείου θα περιέλθει μετά βεβαιότητας σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος επιχειρείται θεμελίωσή του στον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη της ανωμοτί καταθέσεως του δευτέρου αναιρεσιβλήτου είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου συναρτάται με την ίδρυση της εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας. Καθ' ο μέρος επιχειρείται θεμελίωση του λόγου αυτού επίσης στον αριθμό 8, αλλά και στον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη των αποδεικνυομένων από την κατάθεση αυτή, είναι αβάσιμος, διότι, πέρα του ότι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί, τους οποίους, δήθεν, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του αφού έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και "την ανωμοτί κατάθεση του 2ου εναγομένου...., που εξετάσθηκε νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η κατάθεσή του περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, κάνοντας και ειδική μνεία περί τούτου και αντικρούοντας πλήρως τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί της στοιχειοθετήσεως της γνώσεως του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη αδελφή του προβαίνει στη δικαιοπραξία προς βλάβη της δανείστριας, για τον οποίο δέχθηκε πλήρως αιτιολογημένα ότι αυτός δεν τελούσε σε γνώση. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, καθ' ο μέρος προβάλλονται με το σκέλος αυτό οι αιτιάσεις ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο και τα αποδεικνυόμενα από αυτό συνάγεται όλως αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας και βασιμότητας του εν λόγω μέσου και, υπό την επίκλησή του, επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση αυτού και έτσι πλήττεται ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
10.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ η αίτηση αναιρέσεως για να είναι παραδεκτή πρέπει να θεμελιώνεται σε ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, έστω και αν είναι απαράδεκτος ή αόριστος ο προτεινόμενος λόγος (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 1486/2014). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιον από τους λόγους αναιρέσεως θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Αν ο λόγος αναιρέσεως δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να ιδρυθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 233/2023, ΑΠ 56/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκ των οποίων η πρώτη εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, ήτοι της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1302/2023, ΑΠ 433/2019, ΑΠ 1193/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 83/2020). Οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως και επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1646/2028, ΑΠ 511/2016). Για να είναι ορισμένος ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, γ) το περιεχόμενό τους, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, δ) ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 1419/2023) και δ) να παρατίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1665/2018, ΑΠ 123/2015, ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 324/2009).
11.- Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ. β' του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προς την ανυπαρξία δόλου του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και τη γνώση του σχετικά με τα οικονομικά προβλήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν καθόσον, όπως επικαλείται, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, πέρα του ποσού των 29.000 ευρώ που κατέβαλε στην πρώτη αναιρεσίβλητη για την αγορά του επιδίκου ποσοστού του ακινήτου της, αν και είχε το βάρος αποδείξεως, δεν απέδειξε σε τις ενέργειες, εξώδικες ή δικαστικές, προέβη μαζί με τους λοιπούς κληρονόμους για την τακτοποίηση του επιδίκου και τι ποσό αντιστοιχούσε σε έκαστο κληρονόμο, ώστε το εν λόγω ποσό να μπορεί να δικαιολογήσει την μη εμπλοκή της πρώτης αναιρεσίβλητης, που είχε οικονομικά προβλήματα, στη δικαστική τακτοποίησή του και ούτε απέδειξε την πηγή των εσόδων του. Ωστόσο, η απλή αναφορά στο αναιρετήριο του αριθμού 11 της διατάξεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως εν προκειμένω, δίχως δηλαδή προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν, δεν αρκεί για να ιδρύσει τον θεμελιούμενο στη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, κατόπιν τούτου, ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, είναι απαράδεκτος, προεχόντως ένεκα της αοριστίας του, διότι για τη θεμελίωσή του δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις, τις οποίες το Εφετείο έλαβε δήθεν υπόψη αν και δεν προσκομίσθηκαν με επίκληση, με προσδιορισμό και του περιεχομένου τους, καθώς και ότι έγινε επίκληση αυτών και προσκομιδή τους, ούτε καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τις εν λόγω αποδείξεις και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αλλά και διότι αυτά που εκθέτει η αναιρεσείουσα δεν αποτελούν συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια, η οποία να δύναται να υπαχθεί στην επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά ούτε και σε κάποιον από τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως που περιοριστικώς απαριθμούνται στη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος κατά το άνω σκέλος του είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, η οποία δεν στοιχειοθετείται υπό τις προεκτεθείσες αδόκιμες πάντως αιτιάσεις της αναιρεσείουσας (αφού αυτή δεν ισχυρίζεται ότι πρόκειται για αποδείξεις ή/και αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν προσκομίστηκαν με επίκληση), πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθ.561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
12.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που όμως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 630/2020, ΑΠ867/2019). Ωστόσο, δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρα 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι μεταξύ άλλων και τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, τα οποία περιέχουν την κατάθεση των διαδίκων που εξετάσθηκαν και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα κατέθεσε ο διάδικος ή ο μάρτυρας (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 981/2018, ΑΠ 22/2018, ΑΠ 516/2016, ΑΠ 1843/2014). Για να θεμελιωθεί ο άνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το οποίο φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1417/2023, ΑΠ 1964/2022).
13.- Με το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι με την παραδοχή της ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος τελούσε σε γνώση ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη προβαίνει στην καταδολιευτική δικαιοπραξία προς βλάβη των δανειστών της, παραμόρφωσε ως προς το περιεχόμενό του έγγραφο που προσκόμισε με επίκληση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό και ειδικότερα τα πρακτικά συνεδριάσεως της πρωτοβάθμιας δίκης, καθ' ο μέρος περιέχουν την ανωμοτί κατάθεση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που εκείνος κατέθεσε και περιέχονται στα εν λόγω πρακτικά, ενώ, αν, όπως εκτιμάται, είχε προβεί σε ορθή ανάγνωση των εν λόγω πρακτικών θα είχε κρίνει ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος γνώριζε τα οικονομικά προβλήματα της αδελφής του πρώτης αναιρεσίβλητης και ότι αυτή, μετά την ένδικη καταδολιευτική μεταβίβαση, δεν θα είχε πλέον άλλα περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της δανείστριας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την περιεχόμενη σε αυτά ανωμοτί κατάθεση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, δεν αποτελούν αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως προς τις περιεχόμενες σε αυτά καταθέσεις προσώπων και, επομένως, δεν μπορούν ως προς τις καταθέσεις αυτές να ελεγχθούν για παραμόρφωση του περιεχομένου τους κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ενώ, κατά τα λοιπά, ούτε το Εφετείο στήριξε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα πρακτικά το αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά υπό το πρόσχημα πλημμέλειας εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επιχειρείται στην πραγματικότητα με τον παραπάνω λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
14.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή όταν παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο άνω λόγος αναιρέσεως, αλλά ούτε και λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 50/2024, ΑΠ 544/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) Τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 543/2023, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1011/2018, ΑΠ 860/2018).
Στην περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 242/2023, ΑΠ1285/2021).
15.- Με τους δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 εδ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία απορρέουν, όπως εκτιμάται, από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 παρ. 2 του ΑΚ, ισχυριζόμενη ειδικότερα: 1) με το δεύτερο λόγο ότι, καίτοι από την ανωμοτί κατάθεση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι ο τελευταίος αγόρασε το επίδικο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο ποσό των 29.000 ευρώ, το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 339 και 432 του ιδίου Κώδικα: α) διέλαβε ως αληθινό το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ...2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου … Μ. Φ. - Μ., καταλήγοντας εξ αιτίας αυτού σε πόρισμα επιζήμιο για αυτήν, διότι "το επίδικο ποσοστό 10,71% εξ αδιαιρέτου ενώ δηλώνεται από το δεύτερο αναιρεσίβλητο ότι αγοράστηκε στο ποσό των ευρώ 29.000,00 €, εντούτοις στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας δηλώνεται ότι μεταβιβάστηκε στο ποσό των 30.553,60 ευρώ" και εκ του γεγονότος αυτού καταδεικνύεται βλάβη της πιστώτριας, ενώ, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε χρονική περίοδο όπου η κρίση δεν είχε αρχίσει να εμφανίζει τα σημάδια της και ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη βρίσκεται σε οικονομική ένδεια, μεταβιβάζει το ποσοστό της σε ποσό κατώτερο της αντικειμενικής, ενώ θα μπορούσε να το μεταβιβάσει σε αξία μεγαλύτερη, β) ότι το επίδικο ποσοστό που μεταβιβάσθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο αντί του ποσού των 30.553,60 ευρώ (αντικειμενική αξία) θα μπορούσε, μεταβιβαζόμενο σε τρίτο, να επιτύχει μεγαλύτερη τιμή με την επισήμανση ότι αυτούσιο το ποσοστό αυτό κατά τη σύνταξη πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας θα αντιστοιχεί σε ένα διαμέρισμα επιφάνειας 100 τ.μ. περίπου και εκ τούτου αποδεικνύεται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο δόλος των αναιρεσιβλήτων και γ) ότι, με βάση τα παραπάνω, "το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή εκ των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ειδικότερα για τη διαφορά αυτή δεν απαιτείται γνώση του τρίτου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έσφαλε ως προς αυτό, καθόσον το γεγονός αν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος τελούσε ή όχι σε γνώση ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη προβαίνει στη δικαιοπραξία αυτή προς βλάβη δεν έχει ουδεμία επίδραση στο μέρος αυτό της καταδολιευτικής μεταβιβάσεως, το οποίο το Εφετείο δεν εξέτασε ουδόλως" και στην παρούσα υπόθεση, όπου η επίδικη σύμβαση αγοραπωλησίας εμπεριέχει τα στοιχεία της μικτής συμβάσεως, ήτοι δωρεάς ως προς τη διαφορά του ποσού των 45.816,01 ευρώ που αφορά το επαχθές τμήμα της μεταβιβάσεως από την πραγματική αξία του ακινήτου ποσού 76.369,61 ευρώ και της αγοραπωλησίας ως προς το τίμημα που αναγράφεται στον τίτλο κτήσεως ποσού 30.553,60 ευρώ, δεν απαιτείται γνώση του τρίτου και 2) με τον τρίτο λόγο ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, καθόσον, ενώ δέχεται ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος γνώριζε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά συμμετέχοντας στη δικαστική διαδικασία τακτοποιήσεως του επιδίκου, επειδή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας του συζύγου της, αλλά και του τέκνου τους που απεβίωσε την …2011, δεν αιτιολόγησε ότι εξαιτίας της ενέργειας αυτής προκλήθηκε βλάβη των δανειστών και δεν εξέτασε το γεγονός ότι για την εν λόγω υπόθεση έχουν χωρήσει δύο καταδολιευτικές δικαιοπραξίες στα αδέλφια της πρώτης αναιρεσίβλητης για το ίδιο επίδικο ποσοστό, αφού ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, εν εκκρεμοδικία, μεταβίβασε το ποσοστό που αγόρασε από την πρώτη αναιρεσίβλητη στον άλλον αδελφό τους Α. Τ. στο ύψος και πάλι της αντικειμενικής αξίας του, παραβιάζοντας και τα διδάγματα της κοινής πείρας διότι "η συγγενική σχέση σε συνάρτηση με το μικρό αντάλλαγμα αλλά και τη δεύτερη μεταβίβαση του ιδίου επιδίκου ακινήτου στον έτερο αδελφό Α. Τ. (εις βάρος του οποίου εκκρεμεί δεύτερη αγωγή) θα έπρεπε να οδηγήσουν στην εφαρμογή των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ, με το λογικό συμπέρασμα της αιτιώδους πρόκλησης βλάβης της δικαιοπαρόχου σε συνάρτηση της επίδικης καταδολιευτικής μεταβίβασης και της εκμηδένισης της περιουσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης". Οι λόγοι αυτοί, έτσι όπως είναι διατυπωμένοι, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, ένεκα της αοριστίας τους, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε όμως και η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στους συγκεκριμένους κανόνες δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε. Αλλά και διότι οι προαναφερθείσες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, πέρα του ότι τα επικαλούμενα από αυτήν ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν αποτελούν τέτοια κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αναφέρονται σαφώς όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων, καθότι η αναιρεσείουσα θέτει ως βάση των αιτιάσεών της όχι τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (τις οποίες άλλωστε δεν παραθέτει στο αναιρετήριο), αλλά τις παραδοχές, τις οποίες το Εφετείο, κατά την δική της εκδοχή και κρίση, έπρεπε να συναγάγει από την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Υπό την επίφαση όμως των άνω επικαλούμενων αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το τίμημα κυρίως της αγοραπωλησίας και την αξία μεταβιβάσεως του επίδικου ποσοστού εξ αδιαιρέτου του ακινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
16.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη εις βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί στην προκειμένη απόφαση, αφού η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), ούτε υποβλήθηκε σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.12.2023 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." για αναίρεση της υπ' αριθμόν 3538/2023 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ