ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 492/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 492/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 492/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 492 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 492/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γλυκερία Μπόντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2019 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7390/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 529/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-08-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την υπό κρίσιν, από 22.08.2022 (και με αριθμό καταθέσεως ...2022) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθμ. 529/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή, πλην απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12.11.2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμόν 7390/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 13.12.2019 ανακοπή αυτού κατά της αναιρεσίβλητης και της από 12.12.2019 επιταγής προς εκτέλεση παρά πόδας του επιδοθέντος αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. …/2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιτάσσεται ο αναιρεσείων, ο οποίος συμβλήθηκε ως εγγυητής στην αναφερόμενη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου υπέρ της πιστούχου και μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "...", να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της αναφερόμενης αλλοδαπής εταιρείας, ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", το συνολικό ποσό των 763.705,69 ευρώ, πλέον τόκων, πλην του κεφαλαίου των τόκων, από της επιδόσεως της επιταγής και έως την εξόφληση.

2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 11.03.2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 25.08.2022 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

3.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δυνάμει εκτελεστού τίτλου, μεταξύ των οποίων και η διαταγή πληρωμής, αναγκαστική εκτέλεση, προϋποθέτει να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014). Η χρηματική απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη ακόμη και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά τούτο μπορεί να εξευρεθεί κατόπιν διενέργειας μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014).

Στην αντίθετη περίπτωση, η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτελέσεως. Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτελέσεως είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της εκτάσεως, του είδους και του περιεχομένου της αξιώσεως που ενσωματώνει. Κατά συνέπεια αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 1419/1919, ΑΠ 758/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1124/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 924 εδ. β' του ΚΠολΔ η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση και συγχρόνως αποτελεί προδικασία της εκτελεστικής διαδικασίας, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαιτήσεως, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της εκτελέσεως και κατ` αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (ΑΠ 1766/2024, ΑΠ 959/2019). Ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή προς πληρωμή, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόμο ή τη σύμβαση, το δε ποσό των τόκων που θα καταβληθεί μπορεί να ανευρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό με βάση το ποσοστό αυτού κατά το χρονικό διάσημα που θα παρέλθει μέχρι την ημέρα της εξοφλήσεως της επιταγής. Εφόσον γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η σχετική επιταγή εμφανίζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή ακόμη την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων (ΑΠ 906/2006), ενώ το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ενεργοποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία επέρχεται ακυρότητα που κηρύσσεται από το δικαστήριο, εφόσον κατά την κρίση του προκαλείται από την αοριστία της επιταγής στον οφειλέτη δικονομική βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο παρά με την κήρυξη της ακυρότητας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997) και όχι και εκείνοι οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 (και 632) του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση (και της διαταγής πληρωμής ή/και οποιασδήποτε άλλης πράξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως), καθώς και ο λόγος της εφέσεως, ο οποίος περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή, αντιθέτως, έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Για την ίδρυση δηλαδή του αντίστοιχου λόγου αναιρέσεως πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιον ή άλλο λόγο εφέσεως (ΑΠ 1700/2024, ΑΠ 451/2019, ΑΠ 1029/2018). Δεν ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 316/2025, ΑΠ 54/2017) και τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως.

4.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί της ένδικης ανακοπής του κατά της πρώτης πράξης εκτελέσεως, ήτοι της από 12.12.2019 ένδικης επιταγής προς πληρωμή, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για το ορισμένο και έγκυρο της εν λόγω επιταγής, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παραδεκτά και νόμιμα επανέφερε ενώπιόν του τον πρώτο λόγο της ανακοπής του που αφορούσε ελάττωμα της επιταγής προς πληρωμής κατά τη σύνταξή της, σύμφωνα με τον οποίο, όπως εξέθετε στο λόγο αυτό, η ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη διότι, πέρα της αοριστίας της, του ζητείται να καταβάλει στην καθ' ης πολύ υψηλότερο ποσό χρημάτων από εκείνο για το οποίο η ίδια είναι δικαιούχος σύμφωνα με τη σύμβαση μεταβιβάσεως της απαιτήσεως από την Τράπεζα Πειραιώς, καθότι, σύμφωνα με τα δημόσια έγγραφα που επικαλείται η καθ' ης το ποσό που μεταβιβάσθηκε ανερχόταν στις 16.09.2019 σε 483.477 ευρώ, ενώ με την ένδικη επιταγή επιτάσσεται να της καταβάλει ως κεφάλαιο το ποσό των 752.908,66 ευρώ, πλέον τόκων από 01.01.2015, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ήταν ορισμένη η απαίτηση και ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καίτοι περιέχονταν σε αυτόν όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να είναι ορισμένος κατά τα άρθρα 118 και 216 του ΚΠολΔ.

5.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του εφετηρίου, του δικογράφου της ανακοπής και τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς τις άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τη με αριθμό ...2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", εκτός των άλλων συνοφειλετών αυτής και καθ' ων η διαταγή πληρωμής, διατάχθηκε και ο ανακόπτων Φ. Τ. του Ε., που είχε υπογράψει ως εγγυητής υπέρ της πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία "..." τη με αριθμό ...2009 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, να καταβάλλει, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετά των λοιπών συνοφειλετών, στην ως άνω πιστώτρια τράπεζα το συνολικό ποσό των 566.420,27 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας και λοιπών επιβαρύνσεων από 1-1-2015 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με τον ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο και τις νόμιμες επιβαρύνσεις και έξοδα. Το ως άνω επιδικασθέν ποσό των 566.420,27 ευρώ αποτελούσε το συνολικό χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο, ύψους 494.763,42 ευρώ, του υπ' αριθ. ... λογαριασμού που τηρήθηκε από την τράπεζα προς εξυπηρέτηση του δανείου μέχρι την 19-4-2013, οπότε έκλεισε οριστικά μετά από καταγγελία της και το οποίο μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμό ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη ημέρα του κλεισίματος του λογαριασμού, των τόκων κεφαλαιοποιουμένων και ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, πλέον εισφοράς του ν. 128/1975. Στις 12-12-2019 η καθ' ης η ανακοπή εταιρεία με την επωνυμία "...", ως νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "...", επέδωσε στον ανακόπτοντα την από 12-12-2019 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, επιτάσσοντάς τον να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 763.705,69 ευρώ, πλέον τόκων, πλην του κεφαλαίου των τόκων, από την επομένη της επίδοσης, όπως αυτό αναλύεται ειδικότερα κατά επιδικασθέν κεφάλαιο, τόκους και έξοδα...... Με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων επιδιώκει την ακύρωση της από 12-12-2019 επιταγής προς πληρωμή, ισχυρίζεται ότι αυτή είναι άκυρη καθώς, πέραν της αοριστίας της, του ζητείται να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή πολύ περισσότερα χρήματα, από αυτά που δικαιούται, σύμφωνα με την από 16-9-2019 σύμβαση μεταβίβασης της απαίτησης από την Τράπεζα Πειραιώς στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...", καθώς σύμφωνα με το με αριθμό ...2019 φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του παραρτήματος της σύμβασης μεταβίβασης, που του κοινοποιήθηκε με την ανωτέρω επιταγή, το ποσό που μεταβιβάσθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς στην αλλοδαπή εταιρεία ανέρχεται σε 483.477 ευρώ, ενώ με την ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή του ζητείται ως κεφάλαιο το ποσό των 752.908,66 ευρώ, πλέον τόκων από την 1-1-2015, με αποτέλεσμα να υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι ζητείται να καταβάλει περισσότερα χρήματα από αυτά που οφείλει. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον στην ανακοπτόμενη επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, αναφέρεται με πληρότητα η απαίτηση για την οποία αυτή επισπεύδεται, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 924 ΚΠολΔ και δη αναφέρεται η οφειλή του ανακόπτοντος κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ενώ ο ανακόπτων - καθ' ου η εκτέλεση ουδόλως ισχυρίζεται με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ότι τα αναγραφόμενα στην ανωτέρω επιταγή κονδύλια είναι ανακριβή, προσδιορίζοντας τα κονδύλια, τα οποία αυτός θεωρεί ότι οφείλει, ώστε, κατόπιν απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού του, να δύναται να ακυρωθεί η επιταγή κατά το ελαττωματικό μέρος της και να παραμείνει έγκυρη κατά το υπόλοιπο, δεδομένου ότι το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ενεργοποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων.

Ο λόγος αυτός, εξάλλου, τυγχάνει απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι όπως αποδεικνύεται από το προσκομισθέν με επίκληση από την καθ' ης απόσπασμα του με αριθμό ... προαναφερθέντος λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, που τηρούσε η Τράπεζα Πειραιώς μετά την καταγγελία της με αριθμό ...2009 σύμβασης χρεολυτικού δανείου, με την οποία ενέχεται και ο ανακόπτων ως εγγυητής, το υπόλοιπο της απαίτησης, που απορρέει από τη σύμβαση αυτή, ανερχόταν στις 16-9-2019, που μεταβιβάσθηκε η απαίτηση στην ως άνω αλλοδαπή εταιρία, σε 781.803,55 ευρώ, πλέον τόκων από την 1-7-2019. Από το σύνολο της ανωτέρω οφειλής, την οποία διαχειρίζεται πλέον η καθ' ης η ανακοπή, το ποσό των 483.477 ευρώ αφορά το λογιστικό υπόλοιπο αυτής και το ποσό των 298.326,48 ευρώ αφορά τόκους από την 19-4-2013, ήτοι από την καταγγελία της σύμβασης έως την 30-6-2019. Στο με αριθμό ...2019 ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της προαναφερθείσας σελίδας εκ του παραρτήματος της με αριθμό πρωτοκόλλου δημοσίευσης ...2019 περίληψης της σύμβασης μεταβίβασης εμφανίζεται ως μεταβιβασθείσα απαίτηση το ποσό των 483.477 ευρώ, που αποτελεί λογιστικό υπόλοιπο χωρίς να αναφέρονται σε αυτό οι τόκοι της απαίτησης, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο σύνολο της οφειλής, την οποία πλέον διαχειρίζεται η καθ' ης η ανακοπή, όπως προκύπτει και από την από 7-7-2020 βεβαίωση υπολοίπου αυτής...". Από τις ως άνω εκτιθέμενες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το παραπάνω ερευνώμενο ζήτημα έλαβε ασφαλώς υπόψη και εξέτασε τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος και τον επαναφερθέντα με αυτόν πρώτο λόγο της ανακοπής, που συνέχονταν με το ορισμένο και έγκυρο της ανακοπτόμενης επιταγής προς πληρωμή, τον οποίο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, απέρριψε ευθέως και δη πρωτίστως ως απαράδεκτο ένεκα αοριστίας, κρίνοντας κατά τρόπο σαφή ότι τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό δεν επαρκούν για την επιδιωκόμενη ακύρωση της ένδικης επιταγής προς πληρωμή και επαλλήλως ως κατ' ουσίαν αβάσιμο δεχόμενο ανελέγκτως από τις αποδείξεις πως αποδείχθηκε ότι το υπόλοιπο ποσό της απαιτήσεως, που απέρρεε από τη σύμβαση χρεωλυτικού δανείου, με την οποία ενέχεται και ο αναιρεσείων ως εγγυητής, ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο επιτασσόμενο ποσό των 752.908,66 ευρώ. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, εκτιμώμενος ακόμη και ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 (της παρά τον νόμο κηρύξεως απαραδέκτου) του ιδίου ως άνω άρθρου, είναι, αβάσιμος.

6.- Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Στην περίπτωση κατά την οποία το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές) και με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνο από αυτές ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 235.2024, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 88/2022, ΑΠ 154/2018).

7.- Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με το να απορρίψει το Εφετείο κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, τον οποίο νομίμως επανέφερε ενώπιόν του με το δεύτερο λόγο της εφέσεως, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ποια είναι η οφειλή του και ποιο είναι το χρονικό σημείο ενάρξεως της τοκοφορίας της ένδικης απαιτήσεως, διότι, ενώ δέχεται ότι με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή επιτάσσεται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 763.705,69 ευρώ πλέον τόκων, παραλείπει να αναφέρει το κρίσιμο σημείο της ημερομηνίας ενάρξεως της τοκοφορίας, που κατά τα αναγραφόμενα στην ένδικη επιταγή είναι η 01η.01.2015, η δε απαίτηση, την οποία διαχειρίζεται η αναιρεσίβλητη, ανερχόταν στις 16.09.2019 σε 483.477 ευρώ και η τελευταία της ζητεί να της καταβάλει το ποσό των 752.908,66 ευρώ. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος με δύο επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και πλέον συγκεκριμένα: α) το μεν ως απαράδεκτο ένεκα της αοριστίας του, διότι στην ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή αναφέρεται η οφειλή του ανακόπτοντος κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 924 του ΚΠολΔ, ενόψει δε του ότι έχει γίνει ο παραπάνω διαχωρισμός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα, ενώ ο ανακόπτων ουδόλως ισχυρίσθηκε κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ότι τα κονδύλια τα οποία αναγράφονται στην ένδικη επιταγή είναι ανακριβή, προσδιορίζοντας ειδικώς και με ακρίβεια τα κονδύλια, τα οποία θεωρεί ότι οφείλει, ώστε να δύναται, κατόπιν αποδείξεως του σχετικού ισχυρισμού του, να ακυρωθεί η επιταγή κατά το ελαττωματικό της μέρος κατά δε το υπόλοιπο να παραμείνει έγκυρη, εφόσον αυτός (ανακόπτων) δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων και των τόκων, ενώ και το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ενεργοποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση και επαλλήλως β) ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεχόμενο σαφώς ότι είναι εφικτή η εξεύρεση του ύψους της οφειλόμενης απαιτήσεως και των τόκων από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του λογαριασμού οριστικής καθυστερήσεως, τον οποίο τηρούσε η Τράπεζα Πειραιώς μετά την καταγγελία της αναφερόμενης συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία ο αναιρεσείων ενέχεται ως εγγυητής, η οποία κατά το χρόνο της μεταβιβάσεώς της στην αναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία στις 16.09.2019 ανερχόταν στο ποσό των 781.803,55 ευρώ, πλέον τόκων από την 1η.07.2019, προσδιορίζοντας έτσι το χρονικό σημείο ενάρξεως της τοκοφορίας και έτι περαιτέρω ότι από το σύνολο της εν λόγω οφειλής, της οποίας διαχειρίστρια είναι η αναιρεσίβλητη, το μεν ποσό των 483.477 ευρώ αφορά στο λογιστικό υπόλοιπο αυτής χωρίς αναφορά των τόκων επί της απαιτήσεως, το δε υπόλοιπο ποσό των 298.326,48 ευρώ αφορά στους τόκους από την καταγγελία της συμβάσεως στις 19.04.2013 έως 30.06.2019. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ως προς την κατά τα άνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της είναι αλυσιτελής, διότι, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η πρώτη και κύρια από τις δύο επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος της ανακοπής ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ' αυτού σχετικού πρώτου λόγου, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος αφορά στη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, είναι αλυσιτελής και εκ τούτου απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, ισοδυνάμως, πλήρως και αυτοτελώς στην επάλληλη και πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση πρώτη αιτιολογία της περί απορρίψεως του πρώτου λόγου της ανακοπής ως απαράδεκτου λόγω αοριστίας.

8.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, που επιγράφεται "Τιτλοποίηση απαιτήσεων", η ρύθμιση των οποίων, κατά τη ρητή αναφορά της οικείας εισηγητικής εκθέσεως, κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας, "Τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ "μεταβιβάζοντος" και "αποκτώντος" σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού "ιδιωτική τοποθέτηση" είναι η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, πoυ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα........ (παρ. 1). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού "μεταβιβάζων" είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. "Αποκτών" είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν ("εταιρεία ειδικού σκοπού"), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις. Εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών (παρ. 2). Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923, εφόσον δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του κ.ν, 2190/1920 δεν εφαρμόζεται (παρ 3). ...Η ονομαστική αξία κάθε ομολογίας είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (παρ.5). ..... Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α') και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Eπιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσον η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να ορίζονται και οι απαιτήσεις, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/ 2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού (παρ.10)". Η κατά τα άνω καταχώριση της συμβάσεως μεταβιβάσεως και αναθέσεως της διαχειρίσεως των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων κατά το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 γίνεται με δημοσίευση της συμβάσεως και συγκεκριμένα με κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την υπ' αριθμόν ...2003 (ΦΕΚ .../2003) υπουργική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης "Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003", στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος (οριζομένων έως ενεχυροφυλακείων έως την ίδρυση τους με πδ/γμα τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων). Κατά την απόφαση αυτή (161338/2003), η οποία καταργήθηκε με την υπ' αριθμόν .../2020 (ΦΕΚ ...2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αλλά εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, "οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ "ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 924 παρ. 1 και 919 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου της αξιώσεως, της οποίας η ικανοποίηση επιχειρείται με την αναγκαστική εκτέλεση, ο οποίος δικαιούται, κατά το άρθρο 919 παρ. 1 του ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη, να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, οφείλει για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτελέσεως να κοινοποιήσει στον καθ' ου η εκτέλεση επιταγή προς πληρωμή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αρχικό δικαιούχο που αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο, η οποία πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν τη νομιμοποίησή του, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτελέσεως, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμη και όταν ο καθ' ου η εκτέλεση έλαβε με άλλον τρόπο γνώση της επελθούσας διαδοχής (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Ως νομιμοποιούντα τον διάδοχο έγγραφα νοούνται εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβιβάσεως και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος την εκτέλεση, τα οποία και πρέπει να κοινοποιούνται είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα, μη αρκούσης της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Η παράβαση της διατάξεως του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της εκτελέσεως ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου "δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση" είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 280/2024, ΑΠ 1342/2022). Η ratio legis της θεσπισθείσας ειδικής πρόσθετης διατυπώσεως του άρθρου 925 του ΚΠολΔ εντοπίζεται στην αποφυγή αιφνιδιασμού του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη ως προς τη διαδοχή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος δανειστή και εφαρμόζεται και επί μεταθέσεως της νομιμοποιήσεως προς δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως από το πρόσωπο του δικαιούχου της απαιτήσεως σε τρίτο-μη δικαιούχο διάδικο. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποιήσεως των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών τραπεζικών απαιτήσεων με σύμβαση μεταβιβάσεως αυτής και εν συνεχεία με ανάθεση της διαχειρίσεώς τους, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συντέλεση της μεταβιβάσεως και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Ενόψει δε του ότι τα αποτελέσματα της μεταβιβάσεως επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαιτήσεως, από την καταχώριση της συμβάσεως μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ως άνω ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ' αριθμόν .../2003 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης- είναι προφανές ότι η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων αρχίζει ακριβώς από τότε.
Συνεπώς, τα έγγραφα, τα οποία πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχειρίσεως είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτελέσεως. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν εμφανίζουν για τη διαδικασία της μεταβιβάσεως καθ' εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία που αφορούν τις εσωτερικές σχέσεις των εταίρων και εκ τούτου δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποιήσεως της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 1343/2022). Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων κατά τις διατάξεις του ν. 3156/2003 είναι η καταχώριση σε περίληψη, που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβιβάσεως και αναθέσεως της διαχειρίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση με κατάθεση του εντύπου με τη μορφή που καθορίστηκε με την ως άνω -υπ' αριθμόν ...2003-υπουργική απόφαση, στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων από όπου θα φαίνεται η καταχώριση της μεταβιβάσεως της συγκεκριμένης απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει η διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 1343/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο που δίκασε εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

9.- Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται ενεργητικώς προς επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του με βάση την ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή ως ειδική διάδοχος για την είσπραξη και διαχείριση της ένδικης απαιτήσεως, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 3156/2003 (και 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται) και την υπ' αριθμόν .../2003 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, διότι, όπως επικαλείται, η αναιρεσίβλητη, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι ειδική διάδοχος της αρχικής δικαιούχου της απαιτήσεως βάσει της από 12.09.2019 συμβάσεως διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, εμφανιζόμενη ως διαχειρίστρια και εκπρόσωπος αυτής, επέσπευσε εις βάρος του την αναγκαστική εκτέλεση χωρίς να αποδεικνύει την ενεργητική της νομιμοποίηση διότι δεν του συγκοινοποίησε μαζί με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη νομιμοποίησή της, επικαλούμενος προς τούτο ότι: α) η αναιρεσίβλητη συστήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο από τη σύναψη της από 12.09.2019 συμβάσεως διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της δικαιούχου της απαιτήσεως αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." και της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", δια της οποίας ανατέθηκε η διαχείριση της ένδικης απαιτήσεως από την πρώτη στη δεύτερη, β) δεν έχει υπογραφεί/συναφθεί μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "..." και της καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσίβλητης σύμβαση διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων με την οποία, όπως εκτιμάται, να ανατέθηκε από την πρώτη στη δεύτερη η διαχείριση της επίδικης απαιτήσεως, ή και αν ακόμη έχει υπογραφεί/συναφθεί τέτοια δεν έχει κατοχυρωθεί και δημοσιευθεί στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών (του άρθρου 3 του ν. 2844/2000) και γ) ενόψει του ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της αναγγελθείσας συμβάσεως διαχειρίσεως απαιτήσεων εφαρμοστέο τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο, δεν επισυνάπτεται ως παράρτημα ούτε του κοινοποιήθηκε ειδικό έγγραφο, όπως συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο να έχει χορηγηθεί στην καθ' ης-αναιρεσίβλητη η πληρεξουσιότητα από την Τράπεζα Πειραιώς και έτσι να αποδεικνύεται ότι αυτή δύναται να προβαίνει σε διαχείριση των απαιτήσεων και ιδίως να διενεργεί πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως.

10.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ως προς τις παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, τα ακόλουθα: "Στις 12-12-2019 η καθ' ης η ανακοπή εταιρεία με την επωνυμία "...", ως νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "...", επέδωσε στον ανακόπτοντα την από 12-12-2019 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, επιτάσσοντάς τον να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 763.705,69 ευρώ, πλέον τόκων, πλην του κεφαλαίου των τόκων, από την επομένη της επίδοσης, όπως αυτό αναλύεται ειδικότερα κατά επιδικασθέν κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Παράλληλα τον ενημέρωσε για τη νομιμοποίηση της ίδιας ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας και της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", λόγω μεταβίβασης σε αυτή της εναντίον του απαίτησής της. Προς απόδειξη της νομιμοποίησης της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου της απαίτησης εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΙΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", όσο και της ίδιας ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της ανωτέρω ειδικής διαδόχου και επισπεύδουσας την εκτέλεση, η καθ' ης η ανακοπή εταιρεία με την επωνυμία "...", όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό ...2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Α. Γ., συγκοινοποίησε στον ανακόπτοντα, με την ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή, κατ' άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα κάτωθι έγγραφα: 1) Τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...2019 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος 10, αριθ.271), της περίληψης της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 14 του Ν.3156/2003, που συνήφθη μεταξύ των εταιρειών "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "...", από την οποία αποδεικνύεται η πώληση και μεταβίβαση στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία επιχειρηματικών απαιτήσεων της πωλήτριας και μεταβιβάζουσας εταιρείας από επιχειρηματικά και άλλα δάνεια (ανά επιχειρηματική απαίτηση κεφάλαιο, δεδουλευμένους τόκους και απαιτήσεις από έξοδα), μετά των παρεπόμενων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και των τυχόν εξασφαλίσεων αυτών συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά και απαιτήσεων κατά ασφαλιστικών εταιριών από συνδεόμενες με τα ανωτέρω δάνεια, ασφαλιστικές συμβάσεις επί των ενυπόθηκων/προσημειωμένων ακινήτων. 2) Ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό ...2019 της σελίδας 5039 από 12998 εκ του καταχωρηθέντος Παραρτήματος της με αριθμό πρωτοκόλλου 237/2019 δημοσιευθείσας περίληψης, από το οποίο αποδεικνύεται ότι στις μεταβιβασθείσες στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία επιχειρηματικές απαιτήσεις της μεταβιβάζουσας εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." περιλαμβάνεται και η απαίτησή της που απορρέει από τη με αριθμό ...2009 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, που συνήψε με την επιχείρηση "..." ως πιστούχο και με εγγυητή, μεταξύ άλλων προσώπων, και τον ανακόπτοντα, για την οποία αναφέρεται ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των 483.477 ευρώ. 3) Τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...2019 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αριθ. …) της περίληψης της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενών επιχειρηματικών απαιτήσεων, που συνήφθη μεταξύ των προαναφερθεισών εταιριών, από την οποία αποδεικνύεται η ανάθεση από την ως άνω ειδική διάδοχο αλλοδαπή εταιρεία στην ίδια τη μεταβιβάσασα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." της διαχείρισης των ανωτέρω απαιτήσεών της. 4) Τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...2019 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αριθ. …) της περίληψης της από 18-9-2019 τροποποίησης, ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή, της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, που συνήφθη μεταξύ των προαναφερόμενων εταιρειών και της εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ορίσθηκε διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας μετά από τροποποίηση της παρ.1 (β) του με αριθμό πρωτοκόλλου ... 2019 εντύπου της δημοσίευσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της ως άνω σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. 5) Το ΦΕΚ ...2019, στο οποίο δημοσιεύθηκε η χορήγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος της υπ' αριθμό ...2019 άδειας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις κατά το Ν.4354/2015 προς την εταιρεία "...". 6) Τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...2019 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Μητρώων και Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, από την οποία προκύπτει η αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας "..." σε "..."... Από τα προαναφερθέντα έγγραφα, που συγκοινοποίησε η καθ' ης η ανακοπή στον ανακόπτοντα με την ανακοπτόμενη επιταγή της προς πληρωμή, αποδεικνύεται ότι πλέον, από την 16-9-2019, φορέας του επίδικου δικαιώματος, που αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της νομιμοποίησής της, είναι η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ως ειδική διάδοχος της αρχικής δικαιούχου της απαίτησης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", αφού αποδεικνύεται από αυτά η νόμιμη και έγκυρη συντέλεση της εξαγοράς και μεταβίβασης σε αυτή των επιχειρηματικών απαιτήσεων της τελευταίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και η απαίτησή της από την επίμαχη σύμβαση δανείου, που συνήφθη το έτος 2009 και βάσει της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο. Επίσης αποδεικνύεται και η ανάθεση της διαχείρισης των ως άνω απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου στην επισπεύδουσα την εκτέλεση εταιρεία με την επωνυμία "...", όπως μετονομάσθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, η εταιρεία "...".

Συνεπώς, στοιχειοθετείται από τα ως άνω μόνα κρίσιμα έγγραφα η νομιμοποίηση της ειδικής διαδόχου της πωλήτριας και μεταβιβάζουσας τράπεζας, αλλά και της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση εταιρείας, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων αυτής, πληρουμένων των όρων της διάταξης του άρθρου 925 παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία επιβάλλεται η κοινοποίηση από τον ειδικό διάδοχο, σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική εκτέλεση, όλων των εγγράφων που τον νομιμοποιούν, για να μπορεί νόμιμα να αρχίσει ή να συνεχίσει αυτός την αναγκαστική εκτέλεση, ακόμη και αν ο καθ' ου η εκτέλεση έλαβε γνώση με άλλο τρόπο της διαδοχής και με την οποία προβλέπεται ως κύρωση, για την παράβαση αυτής, η ακυρότητα της εκτέλεσης, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι από ουσιαστική άποψη οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης έφεσης (τρίτος και τέταρτος), με τους οποίους ο εκκαλών-ανακόπτων αιτιάται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο τρίτος λόγος της κρινόμενης ανακοπής του, τον οποίο επαναφέρει με τους λόγους αυτούς της έφεσής του, επιδιώκοντας την ακύρωση της ανωτέρω επιταγής. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ' ης η ανακοπή προς επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, λόγω μη κοινοποίησης σε αυτόν των απαιτούμενων κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ εγγράφων, για το λόγο ότι δεν έχει υπογραφεί μεταξύ της καθ' ης και της δικαιούχου της απαίτησης αλλοδαπής εταιρείας σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων ή εάν έχει υπογράφει δεν έχει δημοσιευθεί στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών ούτε επισυνάπτεται ως παράρτημα ούτε του κοινοποιήθηκε το ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που έχει χορηγηθεί προς την καθ' ης από την Τράπεζα Πειραιώς, προκειμένου να προβαίνει σε διαχείριση των απαιτήσεων και να διενεργεί πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο λόγος αυτός της ανακοπής ως προς το σκέλος του με το οποίο ο ανακόπτων αιτιάται ότι δεν έχει υπογράφει σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων μεταξύ της δικαιούχου των απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας "..." και της καθ' ης η ανακοπή, ενόψει των προαναφερθέντων, που αποδείχθηκαν, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως ορθώς κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα. Ως προς το σκέλος του, με το οποίο ο ανακόπτων αιτιάται ότι δεν του κοινοποιήθηκε το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που χορηγήθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς στην την καθ' ης η ανακοπή, προκειμένου αυτή να προβαίνει σε διαχείριση των απαιτήσεων της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας και να ενεργεί πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, όπως ορθά, κατ' αποτέλεσμα, κρίθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση, διότι τέτοιο έγγραφο δεν συγκαταλέγεται στα έγγραφα που νομιμοποιούν την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση μεταβιβασθεισών απαιτήσεων άλλης εταιρείας.

Στην προκειμένη περίπτωση δε, όπως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, μεταξύ της ως άνω ειδικής διαδόχου αλλοδαπής εταιρείας "...", της μεταβιβάσασας σε αυτή τις επιχειρηματικές απαιτήσεις εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", στην οποία αρχικά είχε ανατεθεί και η διαχείριση των μεταβιβασθεισών στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία απαιτήσεών της, καθώς και της εταιρείας με την επωνυμία "...", υπογράφηκε η από 18-9-2019 τροποποίηση, ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή, της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είχε καταρτισθεί μεταξύ των εταιρειών "..." και "…", περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου ...2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Τη δημοσιευθείσα στον τόμο … και με αριθμό … του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ...2019 περίληψη της από 18-9-2019 τροποποίησης, ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή, της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, καθώς και τη δημοσιευθείσα περίληψη της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, κοινοποίησε η καθ' ης η ανακοπή στον ανακόπτοντα, όπως και ο ίδιος ομολογεί, αλλά αποδεικνύεται και από την προαναφερθείσα έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Α. Γ., οπότε ουδόλως απαιτείτο, όπως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών-ανακόπτων, για να ενεργεί η καθ' ης η ανακοπή "...", όπως μετονομάσθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων "...", πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης να της χορηγηθεί ειδικό πληρεξούσιο από την προηγούμενη διαχειρίστρια των απαιτήσεων "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η οποία δεν είχε πλέον τέτοια ιδιότητα, αλλά ούτε και να κοινοποιηθεί σε αυτόν με την ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή, σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, σε περίπτωση που τυχόν είχε συνταχθεί από την προηγούμενη διαχειρίστρια. Μετά ταύτα η κρινόμενη έφεση, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη,...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής, απέρριψε, ακολούθως, κατ' ουσίαν τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως -ως προς την έναρξη της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του αναιρεσείοντος- τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 και 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ούτε την υπ' αριθμόν .../2003 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Διακιοσύνης, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η νομιμοποίηση της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση καθ' ης αναιρεσίβλητης εταιρείας διαχειρίσεως απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ως ειδικής διαδόχου της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, στην οποία είχε νομίμως ανατεθεί με την αναφερθείσα σύμβαση η είσπραξη και διαχείριση της ένδικης απαιτήσεως, προέκυπτε από τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία αναφέρονται αναλυτικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκοινοποιήθηκαν μαζί με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή στον καθ' ου η εκτέλεση-αναιρεσείοντα. Τα έγγραφα αυτά, ήταν και τα μόνα κρίσιμα έγγραφα και αρκούσαν για την απόδειξη της νομιμοποιητικής εξουσίας της αναιρεσίβλητης ως διαχειρίστριας, κατά το άρθρο 919 του ΚΠολΔ και το πνεύμα της ρυθμίσεως του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, καθότι αποδείκνυαν πλήρως τη συντέλεση της ειδικής διαδοχής για τη διαχείριση και είσπραξη της ένδικης απαιτήσεως και της μεταβιβάσεως αυτής κατά το άρθρο 10 του ν.3156/2003 και εντεύθεν την επίσπευση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως και η μεταβίβαση αυτή, όπως εξάλλου και η σύμβαση ανάθεσης εισπράξεως και διαχειρίσεως της ένδικης απαιτήσεως, είχε νομίμως καταχωρηθεί κατά τα αναγκαία και ουσιώδη στοιχεία της σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Η δε συγκοινοποίηση των εγγράφων αυτών ήταν αρκετή για τη νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, ως μη δικαιούχου διαδίκου, η οποία εξάλλου αρχίζει από την καταχώριση της συμβάσεως στο δημόσιο βιβλίο του ως άνω άρθρου και, συνεπώς, ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει η διάταξη του άρθρου 925 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα οποία πιστοποιούν αναμφιβόλως τη διαχείριση της συγκεκριμένης απαιτήσεως και ολοκληρώνουν νόμιμα την ανάθεση της διαχειρίσεως στην αναιρεσίβλητη, δοθέντος ότι τηρήθηκε και η απαιτούμενη δημοσιότητα της ανάληψης διαχειρίσεως από αυτήν και της μεταβιβασθείσας απαιτήσεως εις βάρος του αναιρεσείοντος με την άνω καταχώριση. Δεν ήταν δε αναγκαία και η κοινοποίηση στον αναιρεσείοντα-οφειλέτη ειδικού εγγράφου προς την αναιρεσίβλητη-διαχειρίστρια της αναφερθείσας δικαιούχου της απαιτήσεως, ήτοι συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου εγγράφου προς αυτήν για την είσπραξη και διαχείριση της απαιτήσεως και ιδία για τη διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως, αφού τέτοιο έγγραφο δεν περιλαμβάνεται, κατά τα εκτεθέντα στις ίδιες νομικές σκέψεις, στα νομιμοποιητικά έγγραφα της εταιρείας, η οποία με σύμβαση ανέλαβε την είσπραξη και τη διαχείριση μεταβιβασθεισών με τιτλοποίηση απαιτήσεων άλλης εταιρείας. Εκ τούτου δεν υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης στην επίσπευση εις βάρος του αναιρεσείοντος αναγκαστικής εκτελέσεως. Επομένως, ο ως άνω τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του αναφορικά με τη μη κοινοποίηση στον καθ' ου η εκτέλεση-αναιρεσείοντα συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου εγγράφου προς την αναιρεσίβλητη- διαχειρίστρια της ένδικης απαιτήσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά τα έτερα σκέλη του αναφορικά αφενός με το χρόνο συστάσεως της καθ' ης-αναιρεσίβλητης και αφετέρου με το ότι δεν έχει υπογραφεί σύμβαση ανάθεσης διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ αυτής (αναιρεσίβλητης) και της δικαιούχου της απαιτήσεως αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες με τα σκέλη αυτά αναιρετικές πλημμέλειες, με το περιεχόμενο που εκτέθηκαν, αφορούν κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλόμενων πλημμελειών της ευθείας παραβάσεως των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το πόρισμα αυτό, χωρίς μάλιστα να αποδίδεται πλημμέλεια βάσει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

11.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 6 του ν. 3156/2013 "Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοπoίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεoύται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού". Ακόμη, κατά τις παρ. 13, 14 και 16 της αυτής διατάξεως του άρθρου 10 του ιδίου ως άνω νόμου "η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτά πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις. Ειδικά προνόμια που ισχύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικό προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πάσης φύσεως που ίσχυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος (παρ.13). Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή (παρ.14)..... Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παραγ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή (παρ.16). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι α) η τιτλοποίηση, στην πιο απλή μορφή της, συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μία άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος, β) τα αποτελέσματα της μεταβιβάσεως των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων από μόνη την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης συμβάσεως στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, η δε καταχώρηση αυτή λογίζεται και ως αναγγελία σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 10 του ν. 3156/2013 και γ) ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με έγγραφη σύμβαση εντολής/διαχειρίσεως από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως και κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 909/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2061/1998, που άρχισε να ισχύει από τις 15.04.1998 (ΦΕΚ Α'81/1998) "από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται. εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου Α.Κ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου αυτού".

12.- Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, που αφορά σε αμφισβήτηση μέρους της ένδικης απαιτήσεως, ο αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της ανακοπτόμενης επιταγής προς πληρωμή ως προς τη διάταξή της περί εξαμηνιαίου ανατοκισμού των τόκων επικαλούμενος ως λόγο ακυρώσεως ότι ακύρως επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ' ης-αναιρεσίβλητη τόκους εξ ανατοκισμού για το χρονικό διάστημα μετά την εκχώρηση της ένδικης απαιτήσεως, ήτοι μετά τις 16.09.2019 οπότε καταχωρήθηκε η σύμβαση μεταβιβάσεως στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Το λόγο αυτό της ανακοπής, ο οποίος είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, τον επενέφερε νομίμως ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, όπως προκύπτει από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τον απέρριψε αφενός ως αόριστο και αφετέρου ως αβάσιμο κατ' ουσίαν με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "....όπως αποδεικνύεται από το προσκομισθέν με επίκληση από την καθ' ης απόσπασμα του με αριθμό ... προαναφερθέντος λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, που τηρούσε η Τράπεζα Πειραιώς μετά την καταγγελία της με αριθμό ...2009 σύμβασης χρεολυτικού δανείου, με την οποία ενέχεται και ο ανακόπτων ως εγγυητής, το υπόλοιπο της απαίτησης, που απορρέει από τη σύμβαση αυτή, ανερχόταν στις 16-9-2019, που μεταβιβάσθηκε η απαίτηση στην ως άνω αλλοδαπή εταιρία, σε 781.803,55 ευρώ, πλέον τόκων από την 1-7-2019. Από το σύνολο της ανωτέρω οφειλής, την οποία διαχειρίζεται πλέον η καθ' ης η ανακοπή, το ποσό των 483.477 ευρώ αφορά το λογιστικό υπόλοιπο αυτής και το ποσό των 298.326,48 ευρώ αφορά τόκους από την 19-4-2013, ήτοι από την καταγγελία της σύμβασης έως την 30-6-2019. Στο με αριθμό ...2019 ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της προαναφερθείσας σελίδας εκ του παραρτήματος της με αριθμό πρωτοκόλλου δημοσίευσης ...2019 περίληψης της σύμβασης μεταβίβασης εμφανίζεται ως μεταβιβασθείσα απαίτηση το ποσό των 483.477 ευρώ, που αποτελεί λογιστικό υπόλοιπο χωρίς να αναφέρονται σε αυτό οι τόκοι της απαίτησης, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο σύνολο της οφειλής, την οποία πλέον διαχειρίζεται η καθ' ης η ανακοπή, όπως προκύπτει και από την από 7-7-2020 βεβαίωση υπολοίπου αυτής.

Εξάλλου, στο ανωτέρω απόσπασμα τραπεζικού λογαριασμού, από το οποίο συμφωνήθηκε με την ανωτέρω (...2009) σύμβαση δανείου ότι θα αποδεικνύεται η οφειλή, αναγράφεται ως οφειλόμενο στις 8-4-2019 το επιτασσόμενο με την ανακοπτόμενη επιταγή ποσό των 752.908,66 ευρώ, ενώ η τελευταία καταχώριση στο λογαριασμό αυτό αφορά το ποσό των 55 ευρώ στις 13-9-2019, που το σύνολο της οφειλής ανήλθε σε 781.803,55 ευρώ και ουδεμία μεταγενέστερη καταχώριση υπάρχει, που να αφορά ανατοκισθέντες εξαμηνιαίως τόκους μετά την 16-9-2019, όπως αβασίμως διατείνεται ο ανακόπτων. Ωσαύτως και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι με την ανακοπτόμενη επιταγή επιτάσσεται ακύρως να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή τόκους εξ ανατοκισμού μετά την 16-9-2019, που εκχωρήθηκε η απαίτηση στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία, πέραν της αοριστίας του, καθότι δεν αναφέρεται στην ανακοπή το ποσό στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι, που, κατά τους ισχυρισμούς του, παράνομα ανατοκίσθηκαν ανά εξάμηνο κατά το μετά την εκχώρηση διάστημα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τους ανωτέρω (πρώτο και δεύτερο) λόγους της ανακοπής με τις ίδιες ως άνω, κατά βάση, αιτιολογίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και ουδόλως έσφαλε, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους σχετικούς (πρώτο και δεύτερο) λόγους της έφεσής του, που ως εκ τούτου κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ήδη, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι: (α) εγκύρως επιτάσσεται με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη, ως διαχειρίστρια της απαιτήσεως, τόκους εξ ανατοκισμού για το χρονικό διάστημα μετά την εκχώρηση της κατ' αυτής απαιτήσεως, ήτοι μετά τις 16.09.2019 οπότε καταχωρήθηκε η σύμβαση μεταβιβάσεως στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως εκ πλαγίου, τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2601/1998 σχετικά με το δικαίωμα ανατοκισμού στα πιστωτικά ιδρύματα, επικαλούμενος προς τούτο ότι το δικαίωμα για ανατοκισμό επί των τόκων έχει χορηγηθεί, βάσει της ως άνω διατάξεως του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, μόνον υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων και συνεπώς δεν γεννάται στο πρόσωπο της δικαιούχου της ένδικης απαιτήσεως αλλοδαπής εταιρείας, η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση εκχωρήσεως δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και β) στέρησε την απόφασή του, ως προς το παραπάνω ζήτημα, νομίμου βάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι πρωτίστως απαράδεκτος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη (αναληθή) προϋπόθεση, δοθέντος ότι το Εφετείο απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος με τη σαφή και επαρκή παραδοχή ότι με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή δεν ζητήθηκαν τόκοι εξ ανατοκισμού για το χρονικό διάστημα μετά τις 16.09.2019 που εκχωρήθηκε η απαίτηση στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία, αλλά τόκοι υπερημερίας, χωρίς να βασισθεί ως προς την κρίση του αυτή στη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2061/1998, την οποία έτσι δεν παραβίασε, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής. Ο ίδιος λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, και αβάσιμος διότι, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, το δικαίωμα της επιβολής τόκων εξ ανατοκισμού, το οποίο επιφυλάχθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2061/1998 υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων, διατηρείται, σύμφωνα με την αναμφίβολη διατύπωση του άρθρου 10 παρ. 13 του ν. 3156/2003, υπέρ των εταιρειών ειδικού σκοπού μετά την εκχώρηση σε αυτές των απαιτήσεων. Ο αυτός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 599 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το παραπάνω ζήτημα, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ουσιαστικά δεν απάντησε επί του δευτέρου λόγου της ανακοπής, είναι απαράδεκτος, διότι με το λόγο αυτό, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

Σε κάθε περίπτωση, υπό τις προαναφερθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από τη νόμιμη βάση της εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη του δευτέρου λόγου της ανακοπής, στο οποίο κατέληξε με τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και που στηρίζουν επαρκώς, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αρκούσαν δε προς τούτο και δικαιολογούσαν την απόρριψη του άνω λόγου της ανακοπής, ως προς το παραπάνω ζήτημα, οι συνοπτικές μεν, πλην σαφείς παραδοχές του Εφετείου ότι "με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή δεν ζητήθηκαν τόκοι εξ ανατοκισμού, αλλά τόκοι υπερημερίας".

13.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.08.2022 αίτηση του Φ. Τ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 529/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή