Απόφαση 493 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 493/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειουσών: 1) ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΙΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ν.Ε.Π.Α." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της εταιρείας με την επωνυμία "AMBERVALE LIMITED (ως υποκατάστημα της Αγγλικής Εταιρείας AMBERVALE LIMITED)", η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν αμφότερες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μεντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαλάμπρου
και
Β. Της αναιρεσειουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαλάμπρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΙΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ ΝΕΠΑ" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "AMBERVALE LIMITED η οποία τυπικά εδρεύει στο …, ουσιαστικά δε στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν αμφότερες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μεντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-03-2019 αγωγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", (ήδη Α. αναιρεσίβλητη και Β. αναιρεσείουσα) και την από 21-05-2019 ανταγωγή των ήδη Α. αναιρεσειουσών και Β. αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2445/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2024 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι διάδικοι με τις από α) 12-02-2024 και β) 20-03-2024. αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της Α. αναιρεσίβλητης και Β. αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Εισάγονται προς συζήτηση: α) η από 12.02.2024 αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων εταιρειών με τις επωνυμίες "ΜΑΡΙΝΝΑ ΓΙΩΤΙΓΚ ΝΕΠΑ" και "AMBERVALE LIMITED" αντιστοίχως και β) η από 20.03.2024 αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...", κατά της, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας, υπ' αριθμόν 8/2024 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η 20.10.2016 έφεση της αναιρεσείουσας της δεύτερης ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 2445/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία απόφαση, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία και αρμοδιότητα προς εκδίκαση της εισαχθείσας ενώπιόν του διαφοράς, συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την από 21.03.2019 αγωγή της ενάγουσας και την από 21.05.2019 ανταγωγή που άσκησαν εις βάρος της οι εναγόμενες, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε, κατά τα λοιπά: α) εν μέρει την αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον, τη δε δεύτερη περιορισμένα έως την αξία του σκάφους της, το ποσό των 22.880 ευρώ, εντόκως, ως υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής και β) δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή ως προς την πρώτη αντενάγουσα και υποχρέωσε την αντεναγομένη να της καταβάλει εντόκως, ως αποζημίωση λόγω αθετήσεως συμβατικών υποχρεώσεων, το συνολικό ποσό των 5.708,30 ευρώ.
2.- Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 08.01.2024, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση των αιτήσεων αναιρέσεως στις 13.02.2024 και 21.03.2024 αντιστοίχως, δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει, αφού ενωθούν και συνεκδικασθούν, κατά το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας καθότι πλήττουν την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χάριν του αξιώματος της οικονομίας της δίκης, να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Επί της πρώτης, από 12.02.2024 αιτήσεως αναιρέσεως των εναγομένων εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΜΑΡΙΝΝΑ ΓΙΩΤΙΓΚ ΝΕΠΑ" και "AMBERVALE LIMITED"
3Α.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 201 του ΑΚ αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης). Κατά την άνω διάταξη αναβλητική είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας εξαρτώνται από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, οπότε τα έννομα αποτελέσματα αυτής επέρχονται μόλις ολοκληρωθεί η αίρεση. Δηλαδή, η επέλευση των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας αναβάλλεται έως το χρονικό σημείο που θα συμβεί και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε η επέλευση των αποτελεσμάτων της αιρέσεως (ΑΠ 1425/2019, ΑΠ 1503/2013, ΑΠ 1503/2008). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι: α) με την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία που εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση που πληρώθηκε ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αιρέσεως (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητικήν αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αιρέσεως απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παραλείψεως, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από τον νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 178/2012). Η έννοια της καλής πίστεως νοείται αντικειμενικώς ως η αντίληψη του μετρίως ευπρεπούς και τιμίως φερομένου κοινωνικού ανθρώπου και μπορεί η συμπεριφορά αυτή, από την οποία απαιτείται να επήλθε η ματαίωση της αιρέσεως και όχι απλώς δυσχέρανσή της, να εκδηλώνεται όχι μόνο με θετική πράξη, αλλά και με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από τον νόμο ή τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1361/2017, ΑΠ 36/2010,ΑΠ 1736/2009), με βάση κάθε φορά τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1252/2019). Όμως θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του ετέρου μέρους και της ματαιώσεως της αιρέσεως (ΑΠ 1215/2021). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 207 του ΑΚ, στην έκταση που ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εφόσον όμως αυτή ανάγεται στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά, στην έννοια της διατάξεως του άρθρου 207 του ΑΚ, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ο οποίος καταλαμβάνει την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας που εκφέρεται γενικώς και αφηρημένως ότι ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη αντίκειται στην καλή πίστη (ΑΠ 154/2024, ΑΠ 1252/2019, ΑΠ 1361/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Ο άνω λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών (ΑΠ 338/2016, ΑΠ 715/2010). Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία, αναλόγως, της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 702/2025, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 574/2010). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1215/2010, ΑΠ 2219/2014). Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί είτε να αναφέρεται ρητώς στην απόφασή του, είτε να προκύπτει από αυτήν και εμμέσως, όπως συμβαίνει όταν, παρά την μη ρητή αναφορά της ή, ακόμη, και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε, ακριβώς, αμφιβολία, κενό ή ασάφεια σχετικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν και την ανάγκη να καταφύγει στην ερμηνεία, ή αναλόγως στη συμπλήρωσή τους (ΑΠ 545/2029, ΑΠ 311/1993). Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, υπό την έννοια της ευθείας -κατ' αρχήν- παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση κατά την οποία το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1645/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 898/2019).
3Β.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, καθώς και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι, καίτοι, όπως εκτιμάται, διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων στον υπό το στοιχείο 7.5 όρο της ένδικης συμβάσεως και προσέφυγε στα ερμηνευτικά κριτήρια των κανόνων αυτών για να ανεύρει την αληθή βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεών τους, παρά ταύτα, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε ότι η επιπλέον αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε για την περίπτωση ελλείψεως υπαιτιότητάς της ως προς την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και όχι για την περίπτωση της παραδόσεώς του σε συγκεκριμένο χρόνο και δη έως τις 15.04.2018 και ενόψει του ότι η εκτέλεση του αρχικού έργου εμποδίσθηκε από την ίδια λόγω παράλληλης εκτελέσεως εργασιών από άλλα συνεργεία της και ότι έτσι από δική της συμπεριφορά αποκλείσθηκε η δυνατότητα της ενάγουσας να το εκτελέσει εμπρόθεσμα, συντρέχει περίπτωση πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως και επιδικάσεως στην ενάγουσα επιπλέον αμοιβής, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
3Γ.- Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενα κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με την ένδικη, από 21.03.2019, αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ιστορούσε, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει της από 26.01.2018 έγγραφης συμβάσεως, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης η ίδια ανέλαβε την εκτέλεση των περιγραφόμενων εργασιών, οι οποίες θα εκτελούνταν στο πλαίσιο ανακατασκευής του υπό σημαία Νήσων Κέιμαν σκάφους αναψυχής "..." (πρώην "..."), κυριότητας της εδρεύουσας τυπικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και ουσιαστικά στην ημεδαπή δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, αντί συμφωνηθείσας κατ' αποκοπήν αμοιβής, ποσού 110.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 24%, ο οποίος ανέρχεται σε 26.400 ευρώ. Ότι δυνάμει σχετικού όρου της συμβάσεως (αναβλητικής αιρέσεως) συμφωνήθηκε επίσης ως επιπλέον (πρόσθετη) αμοιβή της για την περίπτωση ολοκληρώσεως του έργου έως τις 15.04.2018 το ποσό των 30.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή. Ότι, παρά τη δυνατότητα της ίδιας να παραδώσει το έργο στην άνω ημερομηνία, αυτό κατέστη αδύνατον από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης λόγω αναποτελεσματικού σχεδιασμού εκ μέρους της των σχεδιαστών των αλλαγών που γίνονταν στο σκάφος, καθώς και άλλων -πλην της ίδιας- συνεργείων διαφόρων ειδικοτήτων που εργαζόταν παραλλήλως σε αυτό, οι εργασίες των οποίων έπρεπε να προηγηθούν ώστε η ίδια να ολοκληρώσει το τμήμα του έργου που απέμεινε, αλλά και λόγω της συνεχούς αναθέσεως σε αυτήν, προφορικώς από την πρώτη εναγομένη, και πρόσθετων εργασιών. Ότι, αφού εν τέλει τοποθετήθηκαν μόλις στις 28.06.2018 οι μηχανές στο σκάφος, γεγονός αναγκαίο για να συνεχίσει η ίδια τις εργασίες που είχε αναλάβει στο σαλόνι του, το έργο εκτελέσθηκε προσηκόντως και παραδόθηκε στην εργοδότρια στις 28.07.2018, καθώς και ότι η πρώτη εναγόμενη της κατέβαλε έως τώρα, συνολικώς, το ποσό των 113.520 ευρώ και εξακολουθεί να της οφείλει το ποσό των 22.880 ευρώ. Ότι εκτός από το παραπάνω ποσό, η πρώτη εναγόμενη της οφείλει και εκείνο των 30.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ως επιπλέον αμοιβή, η οποία συμφωνήθηκε υπό τον όρο (αναβλητική αίρεση) της ολοκληρώσεως και παραδόσεως του έργου μέχρι τις 15.04.2018, ο οποίος δεν πληρώθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης. Ότι η ίδια εκτέλεσε και τις περιγραφόμενες πρόσθετες εργασίες, οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί με την αρχική σύμβαση και ότι για τις εργασίες αυτές δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 64.685,50 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ από 24% ποσού 15.524,76 και συνολικώς 80.211,26 ευρώ, όπως η συμφωνηθείσα αμοιβή της για τις εργασίες αυτές αναλύεται ειδικότερα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό αιτήθηκε, επικαλούμενη κυρίως ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης εναγομένης, άλλως και επικουρικώς ευθύνη αυτής ως εφοπλίστριας, της δε δεύτερης εναγομένης ευθύνη για τις ένδικες αξιώσεις της ως κυρίας του σκάφους και επικουρικώς ευθύνη αμφοτέρων κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν μεταξύ άλλων, εις ολόκληρον, και το ποσό των 30.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, και συνολικώς 37.500 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να της καταβληθεί υπό την αναβλητική αίρεση της παραδόσεως του έργου έως τις 15.04.2018, η οποία πληρώθηκε πλασματικώς. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμόν 2445/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, συνεκδικάζοντας την αγωγή με την ανταγωγή την οποία άσκησαν εις βάρος της ενάγουσας οι εναγόμενες, απέρριψε το σχετικό κονδύλιο που αφορούσε στην επιπλέον αμοιβή της ενάγουσας ποσού 37.500 ευρώ (που πλήττεται εν προκειμένω) δεχόμενο ότι η αμοιβή αυτή συμφωνήθηκε μόνο για την περίπτωση κατά την οποία το έργο θα παραδιδόταν μέχρι τις 15.04.2018 και ότι η ενάγουσα, αφού δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες που ανέλαβε εντός του χρόνου που είχε ορισθεί στη σύμβαση, δεν δικαιούται την επιπλέον (πρόσθετη) αμοιβή που συμφωνήθηκε. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 12.09.2020 έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη απόφαση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της συμφωνηθείσας επιπλέον αμοιβής της ενάγουσας και της ερμηνείας ή μη του όρου 7.5 της ένδικης συμβάσεως, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Μεταξύ της εκκαλούσας - ενάγουσας - αντεναγόμενης εταιρίας "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με την ιδιότητα της εργολάβου και της πρώτης εφεσίβλητης - πρώτης εναγόμενης - πρώτης αντενάγουσας εταιρίας "ΜΑΡΙΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ ΝΕΠΑ", με την ιδιότητα της κυρίας του έργου, συμφωνήθηκε, με το φέρον ημερομηνία 26-1-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό, η πρώτη να αναλάβει την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών στο υπό γενική ανακατασκευή σκάφος αναψυχής "...", το οποίο ήδη έχει νηολογηθεί υπό ελληνική σημαία στο νηολόγιο Πειραιά και έχει μετονομασθεί σε "...", όπως δεν αμφισβητούν οι διάδικοι, ανήκε δε στον επίδικο χρόνο στην κυριότητα της δεύτερης εφεσίβλητης - δεύτερης αντενάγουσας - δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, μη συμβληθείσας στο άνω συμφωνητικό. Οι αναληφθείσες εργασίες περιεγράφηκαν στη με αριθμό 3 παράγραφο αυτού, η έναρξη των οποίων ορίστηκε στις 29-1-2018 (4 παράγραφος του συμφωνητικού). Στη συνέχεια καθορίστηκε η κατ' αποκοπήν αμοιβή της εκκαλούσας στο ποσό των 110.000,00 ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ανάλογος Φ.Π.Α. 24%, ο οποίος συμφωνήθηκε να βαρύνει τον εργοδότη (5η παράγραφος), στη δε 6η παράγραφο συμφωνήθηκε αφενός ότι η εργολάβος ανέλαβε να αποπερατώσει το σύνολο των εργασιών που της ανατέθηκαν μέχρι την 15-4-2018 (παράγραφος 6.1) και αφετέρου ότι, για την περίπτωση της μη ολοκλήρωσης των εργασιών στην προβλεπόμενη ημερομηνία (ολοκλήρωσης αυτών, στις 15-4-2018), η εργολάβος θα επιβαρύνεται με ημερήσια ποινική ρήτρα, ποσού 3.000,00 ευρώ, "για διάστημα όχι μεγαλύτερο των 10 - δέκα - ημερολογιακών ημερών. Η πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά μέχρι την παράδοση του έργου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 7.1, 7.2, 7.3 και 7.4 του συμφωνητικού, ενώ στην παράγραφο 7.5 αυτού προβλέφθηκαν επί λέξει τα εξής "Ρητά συμφωνείται πως ο Πλοιοκτήτης θα καταβάλλει στον Εργολάβο το ποσό των 30.000 ευρώ, πέραν του αρχικά συμφωνημένου τιμήματος, σε περίπτωση που ο εργολάβος έχει ολοκληρώσει και παραδώσει το σύνολο των εργασιών που του έχουν ανατεθεί και αναλάβει την προκαθορισμένη ημερομηνία ολοκλήρωσης αυτών, ήτοι στις 15-4-2018". Όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη οι εργασίες πράγματι ξεκίνησαν στη συμφωνηθείσα χρονολογία αλλά δεν ολοκληρώθηκαν στις 15-4-2018. Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εργολάβου - εκκαλούσας εταιρίας, καθώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδίως τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της τελευταίας, οι οποίες δεν αντικρούονται από άλλα, αντίθετα, αποδεικτικά μέσα, μάλιστα ενισχύονται από τα προσκομιζόμενα και μη αμφισβητούμενα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της εργολάβου και της κυρίας του έργου, αποδεικνύεται ότι στο σκάφος εκτελούνταν εργασίες από διαφορετικά συνεργεία (ηλεκτρολόγων, υδραυλικών, βαφέων, κά), ενόψει της εκτεταμένης ανακαίνισης και γενικής ανακατασκευής αυτού. Αυτό είχε ως συνέπεια οι εργασίες που όφειλε να εκτελέσει η εκκαλούσα να παρεμποδίζονται από τις εργασίες και την παρουσία άλλων συνεργείων που έπρεπε να προηγηθούν (σχετ. το από 3- 3-2018 e-mail της εργολάβου προς την κυρία του έργου και το από 4-7- 2018 e-mail της τελευταίας, στο οποίο συνομολογεί την παρουσία άλλων συνεργείων), με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις εργασίες που δεν μπορούσε να ολοκληρώσει στο σαλόνι του σκάφους, αφού το δάπεδό του παρέμενε ανοικτό μέχρι να τοποθετηθούν κάτω από αυτό οι μηχανές του, οι οποίες τελικά τοποθετήθηκαν στις 4-7-2018........ Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία απέρριψε το αίτημα επιπλέον αμοιβής της ενάγουσας με βάση τον όρο 7.5 της σύμβασης ως αβάσιμο κατ' ουσία, με την εξής αιτιολογία: "Ωστόσο, από το σαφές περιεχόμενο του παραπάνω αναφερόμενου όρου 7.5 της σύμβασης, χωρίς να ανακύπτει ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, συνάγεται ότι η επιπλέον αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε μόνο για την περίπτωση που το έργο παραδιδόταν μέχρι την 15.04.2018, χωρίς η καταβολή του επιπλέον αυτού ποσού να εξαρτηθεί από την τήρηση άλλων συνθηκών ή προϋποθέσεων. Επομένως, εφόσον η ενάγουσα- αντεναγόμενη δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες που ανέλαβε με την από 26.01.2018 σύμβαση εντός του χρόνου που ορίσθηκε με τη σύμβαση, δηλαδή μέχρι την 15.04.2018, δεν δικαιούται την επιπλέον αμοιβή που συμφωνήθηκε με τον προαναφερόμενο όρο, και μάλιστα ανεξάρτητα από την έλλειψη υπαιτιότητάς της ως προς την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου, καθώς με βάση τις σαφείς δηλώσεις βούλησης των συμβαλλόμενων, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στον προαναφερόμενο όρο, μοναδική προϋπόθεση που τέθηκε ήταν η παράδοση του έργου μέχρι την παραπάνω αναφερόμενη ημερομηνία".
Πλην όμως, κατά τα αναφερόμενα στην υπ' αριθ. 9 άνω σκέψη, αποδείχθηκε ότι η μη έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου της αρχικής συμφωνίας και η παρέλευση άπρακτης της δήλης ημέρας παράδοσης αυτού οφείλονταν σε απρόβλεπτους παράγοντες που δεν ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της ενάγουσας εργολάβου αλλά σε εργασίες και παρουσία διαφορετικών συνεργείων (ηλεκτρολόγων, μηχανικών, κ.ά.) που η εναγόμενη εργοδότρια συντόνιζε, σε ζημίες που προκαλούσαν τα συνεργεία αυτά και οι τεχνίτες που απασχολούσε στο σκάφος και στην καθυστέρησή της να παραδώσει στην ενάγουσα τα τελικά σχέδια με βάση τα οποία η τελευταία όφειλε να εκτελεί τις εργασίες (λχ. για τα μπάνια, ξυλουργικά - υδραυλικά, όψεις και τομές στις ντουζιέρες), δηλαδή σε παράγοντες που ανήκαν αποκλειστικά στη σφαίρα επιρροής της εναγόμενης εργοδότριας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η τελευταία, από αποκλειστική υπαιτιότητά της, αποβλέποντας στο να μη ζημιωθεί η ίδια από την πλήρωση της άνω αίρεσης καταβάλλοντας στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα επιπλέον αμοιβή για την εμπρόθεσμη παράδοση του έργου, προκάλεσε αιτιωδώς τη ματαίωση της άνω αίρεσης αντίθετα προς την καλή πίστη, χωρίς να της παρέχει ο νόμος ή η σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη τέτοιο δικαίωμα, ενώ γνώριζε ότι ενάγουσα είχε εξαρχής ετοιμότητα για εμπρόθεσμη εκτέλεση και παράδοση του έργου, το οποίο και της παρέδωσε προσηκόντως στις 28-7-2018, οπότε μόνο κατέστη τεχνικά εφικτή η παράδοσή του, λόγω της καθυστερημένης άρμωσης των μηχανών στο σημείο του σαλονιού. Στην άνω κρίση οδηγείται το Δικαστήριο από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Χ. Δ., Ν. Π. και Δ. Τ., οι οποίες συγκλίνουν μεταξύ τους περί των ανωτέρω και προέρχονται από μάρτυρες που έχουν άμεση σχετική γνώση, καθώς συμμετείχαν στις ένδικες επισκευές ως τεχνίτες - ξυλουργοί. Η κρίση αυτή ενισχύεται από τα από 3-3-2018, 23-2-2018, 29-3-2018, 14-5-2018 και 29-6-2018 e-mail εκπροσώπων των αντισυμβαλλομένων διαδίκων μερών που αναφέρονται στις σελίδες 6 έως και 13 των προτάσεων της εκκαλούσας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και επίσης συνηγορούν υπέρ της άνω άποψης περί κακόπιστης παρεμπόδισης (όχι απλώς δυσχέρανσης) της ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου από πλευράς της εναγόμενης εργοδότριας, ενώ δεν αναιρούνται κατά τρόπο πείθοντα από αντίθετο αξιόπιστο στοιχείο. Να σημειωθεί ότι τέτοιο στοιχείο δεν αποτελεί η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος των εναγόμενων Μ. Λ. (μόνου εκ των τριών μαρτύρων τους που καταθέτει για την αιτία καθυστέρησης της παράδοσης του αρχικού έργου, ως επιβλέπων για λογαριασμό της εργοδότριας τις ένδικες εργασίες επισκευής), ενόψει του ότι αυτός καταθέτει ότι οι εργασίες στις μηχανές του σκάφους είχαν ολοκληρωθεί από τις αρχές Απριλίου και ότι κανένα άλλο συνεργείο δεν εμπόδιζε το συνεργείο της ενάγουσας, ενώ, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο εργασιών που συντάχθηκε από τον ίδιο, οι μηχανές τοποθετήθηκαν στο σκάφος την 4-7-2018, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να εκτελεστούν από την ενάγουσα οι ανατεθείσες εργασίες στο σαλόνι. Η άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται περαιτέρω από τη συνδυαστική εκτίμηση των άνω όρων 7.5 και 6.6, εκ των οποίων ο πρώτος τέθηκε προφανώς ως αντιστάθμισμα του δεύτερου (που προβλέπει ποινική ρήτρα σε βάρος του εργολάβου σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησής του στην παράδοση του έργου), προς εξυπηρέτηση των εκατέρωθεν συμφερόντων, που ήταν για την εργολάβο η είσπραξη της συνομολογηθείσας υψηλής επιπλέον αμοιβής της και για την εργοδότρια η ακριβόχρονη περάτωση του έργου. Θα ήταν άλλωστε ασύμβατο με την καλή πίστη, η εργοδότρια να δικαιούται ποινική ρήτρα σε περίπτωση που ο εργολάβος περιερχόταν υπαίτια σε υπερημερία ως προς την παράδοση του έργου, ενώ σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου από αποκλειστική υπαιτιότητα εκείνης, ο εργολάβος να μη δικαιούται τη συμφωνηθείσα πρόσθετη αμοιβή. Υπό τα δεδομένα αυτά, κατ' αντιστοιχία προς την άνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου επί του αιτήματος της ανταγωγής των εναγόμενων για απόδοση ποινικής ρήτρας βάσει του όρου 6.6 της σύμβασης, κρίνεται ότι ο όρος 7.5 έχει ανάγκη ερμηνείας με βάση την υπόλοιπη σύμβαση και ιδίως τον όρο 6.6 αυτής. Ακολούθως, κατόπιν ερμηνείας του άνω όρου σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και υπό το πρίσμα των άρθρων 173 και 200 Α.Κ, κρίνεται ότι η πλήρωση της άνω αίρεσης που αυτός προβλέπει εμποδίστηκε από την εναγόμενη εργοδότρια αντίθετα προς την καλή πίστη, διότι αυτή γνώριζε ότι η ενάγουσα είχε εξαρχής διαθέσιμο προσωπικό και απόλυτη ετοιμότητα για την εμπρόθεσμη εκτέλεση και παράδοση του αρχικού έργου και παρά ταύτα με την άνω συμπεριφορά της απέκλεισε στην εναγόμενη τη δυνατότητα να το εκτελέσει εμπρόθεσμα. Μετά ταύτα, η αίρεση του όρου 7.5 της σύμβασης θεωρείται ως (πλασματικά) πληρωθείσα (άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ.) και το έργο αυτό (πλασματικά) παραδοθέν εμπρόθεσμα στις 28-7-2018, ήτοι, εντός 2,5 μηνών από της αναθέσεως των εργασιών, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί, με συνέπεια να οφείλεται στην ενάγουσα η συμφωνηθείσα επιπλέον αμοιβή (30.000,00 + 24% Φ.Π.Α.) 37.200,00 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι ο όρος 7.5 της σύμβασης δεν έχει ανάγκη ερμηνείας με προσφυγή στις άνω ερμηνευτικές διατάξεις και ότι η προβλεπόμενη με αυτόν επιπλέον αμοιβή της ενάγουσας αφορά αποκλειστικά την περίπτωση που αυτή θα παρέδιδε το έργο μέχρι την 15-4-2018, όπως δεν έπραξε, με συνέπεια να μην της οφείλεται η άνω αμοιβή και απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία το άνω κονδύλι, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 Α.Κ. και εσφαλμένα εκτίμησε την ένδικη σύμβαση έργου και τις λοιπές αποδείξεις.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, κατά το σχετικό μέρος του, ο δεύτερος λόγος της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο πλήττεται η πρωτόδικη απόφαση κατά το άνω κεφάλαιο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, και με άλλες, οι οποίες δεν πλήττονται με λόγο αναιρέσεως, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό της περί πλασματικής πληρώσεως της (αναβλητικής, κατά το άρθρο 201 ΑΚ) αιρέσεως, από την οποία εξαρτήθηκε η συμφωνηθείσα επιπλέον αμοιβή της με τον 7.5 όρο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι δηλαδή η εκπρόθεσμη παράδοση του έργου, πέρα από τις 15.04.2018 όπως είχε συμφωνηθεί, δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά της και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιό της υποχρεώνοντας τις εναγόμενες να της καταβάλουν για την άνω αιτία, εις ολόκληρον, το αιτούμενο από αυτήν ποσό των 30.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ και συνολικώς 37.500 ευρώ. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι από την επισκόπηση του ως άνω εγγράφου συμφωνητικού και ιδίως τον όρο 7.5 (και 6.6) αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 201, 207 παρ. 1, 173 και 200 του ΑΚ, συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη εξάρτησαν την καταβολή της επιπλέον συμφωνηθείσας αμοιβής της ενάγουσας από την έλλειψη της υπαιτιότητάς της ως προς την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και όχι ότι η επιπλέον αυτή αμοιβή συμφωνήθηκε για την περίπτωση που το έργο θα παραδιδόταν ολοκληρωμένο έως τις 15.04.2018. Πλην, όμως, το ερμηνευτικό αυτό συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο σε σχέση με το νομικώς αποφασιστικό νόημα του ως άνω 7.5 ερμηνευόμενου όρου της δικαιοπραξίας, δεν δικαιολογείται με βάση τα κριτήρια των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε σχετικά η προσβαλλόμενη απόφαση. Τούτο, διότι, το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 207 παρ. 1 του ΑΚ και εντεύθεν την παρακώλυση και ματαίωση εν τέλει της (πλασματικής) πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως της ένδικης δικαιοπραξίας απαιτείται παράβαση της συμβάσεως και μάλιστα υπαίτια παραβίαση, κρίνοντας ότι η πλήρωσή της από την μη ολοκλήρωση του έργου και την παράδοσή του στο χρόνο που είχε συμφωνηθεί εμποδίστηκε από τις εναγόμενες, ενώ η άνω διάταξη απαιτεί μόνο συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη. Όμως, κατά την αληθή βούληση των συμβληθέντων, όπως αυτή προκύπτει από τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, μετά την στάθμιση των συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, τις προηγούμενες συναλλαγές τούτων και τις συμφωνίες που είχαν προηγηθεί μεταξύ τους, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, ο επίδικος 7.5 όρος της συμφωνίας τους εξαρτά την καταβολή επιπλέον αμοιβής στην ενάγουσα από την προϋπόθεση της ακριβόχρονης και μόνο ολοκληρώσεως και παραδόσεως του έργου στο χρόνο που είχε συμφωνηθεί, ήτοι το αντικειμενικό γεγονός του χρόνου της παραδόσεως αυτού στις 15.04.2018, αποβλέποντας κυρίως στο επερχόμενο αποτέλεσμα (ήτοι, την αξιοποίηση του σκάφους με την εκμετάλλευση αυτού κατά την τότε αρξαμένη τουριστική περίοδο από τις εναγόμενες, οι οποίες έτσι είχαν πρόδηλο συμφέρον και συνάμα ιδιαίτερο όφελος για την πλήρωση της αιρέσεως με την παράδοση του έργου ακριβώς στις 15.04.2018), την επέλευση του οποίου, συνεπώς, δεν εξάρτησαν από την έλλειψη υπαιτιότητας της ενάγουσας ή/και από τυχόν άλλες συνθήκες και προϋποθέσεις. Συνακόλουθα, η ενάγουσα, η οποία, κατά τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, παρέδωσε το έργο στις 28.07.2018, δεν διατηρούσε αξίωση κατά των εναγομένων για καταβολή επιπλέον πρόσθετης αμοιβής. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε διαφορετικά, ορθώς μεν προσέφυγε στα ερμηνευτικά κριτήρια των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πλην όμως εσφαλμένως εφάρμοσε τελικά τις διατάξεις αυτές, όπως και εκείνες των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 του ΑΚ και έτσι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
3Δ.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εκτός από άλλα στοιχεία, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητά της και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επί των γεγονότων αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022). Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή, αντιθέτως, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Η τυχόν παραπέρα, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά την ποσοτική ή την ποιοτική αοριστία αυτής, η οποία υφίσταται όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σε αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την στήριξη του αιτήματός της, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023). Σε κάθε, όμως, περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 1294/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο μεν ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων από δικονομικής απόψεως, υπό την έννοια του ορισμένου, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, της αγωγής, ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφό της τη σύμβαση έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί με αυτήν, την προσήκουσα εκτέλεση της υποχρεώσεως που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου ή τουλάχιστον με την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη, το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής που συμφωνήθηκε και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα των εργασιών που θα εκτελεσθούν, ποια είναι αυτή κατά μονάδα εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν (ΑΠ 1013/2023, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 314/2009, ΑΠ 1539/2008, ΑΠ 1336/2008). Η αμοιβή του εργολάβου, η οποία συνιστά ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως έργου, μπορεί, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, να ορισθεί εφάπαξ (κατ' αποκοπήν), κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο του υπολογισμού της, οπότε ο καθορισμός αυτής θα γίνει κατά τα άρθρα 371-373 του ΑΚ είτε με αντικειμενικά στοιχεία, όπως με τις τυχόν ισχύουσες διατιμήσεις ή την ειθισμένη αμοιβή, αυτή δηλαδή η οποία συνηθίζεται υπό τις ίδιες συνθήκες τόπου, χρόνου κλπ. να καταβάλλεται σε εργολάβους της ίδιας κατηγορίας για όμοιες εργασίες (ΑΠ 690/2023, ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 1287/2018, ΑΠ 682/2010, ΑΠ 941/2002). Κατά το σύστημα καθορισμού της αμοιβής απολογιστικώς η αμοιβή του εργολάβου υπολογίζεται σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου (cost plus) (ΑΠ 633/2021, ΑΠ 786/2019, ΑΠ 682/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά ο νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα όχι από το ουσιαστικό αλλά από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159 έως 161 του ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται μόνο το δικονομικό απαράδεκτο, ήτοι αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση της παραβιάσεως δικονομικής διατάξεως, η οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 215/2023), με συνέπεια η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 782/2024, ΑΠ 1429/2023, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022, ΑΠ 1324/2019).
3Ε.- Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έκρινε ορισμένη και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί καταβολής σε αυτήν της αιτούμενης εργολαβικής αμοιβής για πρόσθετες εργασίες συνολικού ποσού, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 80.211,26 ευρώ, λόγω μη ορισμένης αναφοράς στο δικόγραφό της συμφωνίας με αντικείμενο την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών αντί εργολαβικού ανταλλάγματος υπολογιζομένου απολογιστικώς χωρίς μάλιστα "να εξηγεί ποιοι εργάσθηκαν στο έργο, περί ποίων ειδικοτήτων επρόκειτο, για ποιο λόγο χρειάσθηκε να απασχοληθούν τεχνίτες αντί βοηθητικού προσωπικού σε κάθε μία από τις απαριθμηθείσες εργασίες και πως προέκυψαν τα ημερομίσθια που αναγράφονται στην αγωγή της αντιδίκου".
3ΣΤ.- Από το παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκοπούμενο περιεχόμενο του σχετικού, με τον άνω ερευνώμενο λόγο, περιεχομένου του δικογράφου της ένδικης, από 21.03.2019, αγωγής της αναιρεσίβλητης περί καταβολής σε αυτήν της εργολαβικής της αμοιβής ποσού 64.686,5 ευρώ, πλέον ΦΠΑ από 24% ποσού 15.525,76 ευρώ και αθροιστικώς 80.211,26 ευρώ που αφορά συμφωνηθείσες γενόμενες πρόσθετες εργασίες στο αρχικό έργο, προκύπτει ότι η ενάγουσα ιστορούσε, πέρα των παραπάνω, και ότι η εργοδότρια συνεχώς τις ανέθετε, προφορικώς, επιμέρους πρόσθετες εργασίες, για τις οποίες διατηρεί αξίωση εις βάρος των εναγομένων συνολικού ποσού, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 80.211,26 ευρώ, τούτου αναλυόμενου με βάση το χρόνο απασχολήσεως του προσωπικού της, με ημερήσιο κόστος απασχολήσεως για κάθε τεχνίτη 82,72 ευρώ και για κάθε βοηθό τεχνίτη 79,40 ευρώ και αναφορά του κόστους των υλικών και του εργολαβικού της κέρδους, υπολογιζομένου σε ποσοστό 40% επί του συνολικού κόστους εργασιών και υλικών. Προς τούτο αναφέρονται αναλυτικώς εν είδει πινάκων στην αγωγή οι γενόμενες πρόσθετες εργασίες και το κόστος κάθε μίας από αυτές. Με το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα προσδιορίζεται σαφώς στο δικόγραφο της αγωγής το αιτούμενο ποσό με αναλυτική αναγραφή των πρόσθετων εργασιών, του χρόνου απασχολήσεως και του αριθμού του προσωπικού που απασχολήθηκε για την εκτέλεση κάθε επιμέρους εργασίας, του κόστους απασχολήσεως ανά ημέρα (ημερομίσθιο) για κάθε τεχνίτη και για κάθε βοηθό τεχνίτη, του κόστους των επιμέρους υλικών, καθώς και του τελικού ύψους της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, που είχε προσδιορισθεί απολογιστικώς επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων των πρόσθετων εργασιών του αρχικού έργου προσαυξημένο κατά 40% λόγω εργολαβικού οφέλους πλέον ΦΠΑ από 24%.
Συνεπώς, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη κατά το άνω αίτημά της, καθόσον τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της ενάγουσας περί καταβολής της αμοιβής της για πρόσθετες εργασίες, αφού το δικόγραφό της πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681, 694 του ΑΚ, αλλά και εκείνης του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σχετικά με την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κατά τον νόμο την άσκησή της κατά των εναγομένων, την ακριβή περιγραφή των συμφωνηθέντων και εκτελεσθέντων επιμέρους πρόσθετων εργασιών και το συμφωνηθέν απολογιστικώς (αλλά και συνηθισμένο, σε κάθε περίπτωση, για παρόμοιες εργασίες σε σκάφη), εργολαβικό αντάλλαγμα και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα του δικογράφου της, η αναφορά και άλλων στοιχείων και δη να προσδιορίζονται σε αυτό, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, "ποιοι εργάσθηκαν στο έργο, περί ποίων ειδικοτήτων επρόκειτο, για ποιο λόγο χρειάσθηκε να απασχοληθούν τεχνίτες αντί βοηθητικού προσωπικού σε κάθε μία από τις απαριθμηθείσες εργασίες και πως προέκυψαν τα ημερομίσθια που αναγράφονται στην αγωγή της αντιδίκου", διότι τα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι διευκρινιστικά και πάντως περιγραφικά των γεγονότων που θεμελιώνουν την ένδικη αξίωση, είναι δυνατόν να συμπληρωθούν, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς τους, από τις αποδείξεις. Άρα, το Εφετείο, το οποίο με βάση το κυριαρχικώς εκτιμηθέν περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, το οποίο ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή ως προς το παραπάνω κονδύλιό της και δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο αυτής ένεκα αοριστίας, δεν αρκέσθηκε για την κρίση του αυτή σε λιγότερα ούτε σε διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις προς θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας για καταβολή σε αυτήν του εργολαβικού ανταλλάγματος που είχε συμφωνηθεί για πρόσθετες εργασίες ούτε και παρέλειψε, λαμβάνοντας υπόψη τα αναγκαία γεγονότα για τη θεμελίωση της αγωγής και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο απορρίπτοντας την αγωγή λόγω αοριστίας του δικογράφου της. Επομένως, ο σχετικός, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα με αιτιάσεις που αφορούν ποσοτική, και όχι νομική, αοριστία της αγωγής, είναι αβάσιμος.
3Ζ.- Ενόψει τούτων, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, του οποίου η έρευνα παρέλκει, μετά την ευδοκίμηση του ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως, που συνέχεται απολύτως και με τις συνολικές παραδοχές και αιτιολογίες της προσβαλλομένης ως προς την πλασματική πλήρωση της αιρέσεως εμπρόθεσμης ολοκληρώσεως και παραδόσεως του έργου, σε συνδυασμό με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτή κατέληξε και προσβάλλεται με το λόγο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του άνω πρώτου λόγου της, που κρίθηκε βάσιμος, κατά το άνω πληττόμενο κεφάλαιό της περί επιδικάσεως στην αναιρεσίβλητη επιπλέον αμοιβής ποσού 30.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προβαλλόμενων λοιπών αιτιάσεων (ΑΠ 63/2025, ΑΠ 817/2022 ΑΠ 1564/2014, ΑΠ 927/2011) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
4.- Επί της από 20.03.2024 αιτήσεως αναιρέσεως της ενάγουσας-εταιρείας με την επωνυμία "...".
4 Α.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τις ως άνω διατάξεις και μόνον αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022). Ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο που δίκασε, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αφού καμία διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015). Ειδικώς επί δικαστικής ομολογίας, η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να δημιουργηθεί ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυριστεί ότι επικαλέστηκε κατά νόμιμο τρόπο τη δικαστική ομολογία στην οποία προέβη ο αντίδικός του και να το αποδεικνύει προσκομίζοντας συγχρόνως το σχετικό δικόγραφο (πρακτικά δικαστηρίου, προτάσεις αντιδίκου του κλπ) όπου η ομολογία καταχωρίστηκε, καθώς και τις δικές του προτάσεις, με τις οποίες την επικαλέστηκε (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 1299/2021, ΑΠ 365/2020, ΑΠ 702/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του νόμου 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατά το άρθρο 116 παρ.2 εδ. β' του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σε αυτό ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο ενώπιον αυτού (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1851/2007). Ο ισχυρισμός, επομένως, που στηρίζει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008). Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, μόνο με λόγο εφέσεως (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 382/2020). Το καθιερούμενο απαράδεκτο, όπως περαιτέρω προκύπτει από την άνω διάταξη, αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 274/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 259/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν έχει, μεταξύ άλλων, αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει στην απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις συνολικές -και όχι αποσπασματικές και επιλεκτικές- ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση και με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις επικαλούμενες πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναιρέσεως, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 261/2016), ότι η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο αιτούμενος αναιρετικός έλεγχος. Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του συγκεκριμένου λόγου της αναιρέσεως (η οποία επάγεται την απόρριψη αυτού ως απαράδεκτου κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 27/1998) ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση (ΟλΑΠ 20/2005).
4Β.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 11 περ. γ' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την εκτέλεση ή μη των επιμέρους πρόσθετων εργασιών, οι οποίες είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων: α) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και δη δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αντιδίκων της, που εμπεριέχονταν στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αναφέρεται στο λόγο αυτό και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη ότι οι αναιρεσίβλητες ομολόγησαν ότι οι αναφερόμενες πρόσθετες εργασίες εκτελέσθηκαν στο πλαίσιο της αρχικής συμβάσεως και απλώς τοποθέτησαν τις εργασίες αυτές σε άλλη χρονική περίοδο και επιπλέον β) στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών για το άνω ζήτημα της διαπιστώσεως της δικαστικής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως πιο πάνω είναι διατυπωμένος, είναι απαράδεκτος, προεχόντως ένεκα της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει σε αυτόν ότι επικαλέσθηκε στο Εφετείο τη ρηθείσα ομολογία των αναιρεσιβλήτων, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκοπούμενο περιεχόμενο του δικογράφου της προσκομιζόμενης εφέσεώς της, ουδέποτε επικαλέσθηκε έναν τέτοιο ισχυρισμό περί ομολογίας των αναιρεσιβλήτων, ενώ, δε κάθε περίπτωση, από το παραδεκτώς, επίσης, επισκοπούμενο περιεχόμενο των προσκομιζόμενων από τις αναιρεσίβλητες προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου ουδόλως προκύπτει ότι οι τελευταίες ομολόγησαν τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, το Εφετείο, ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει τον δήθεν ισχυρισμό περί ομολογίας των αναιρεσιβλήτων. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με τον παραπάνω ισχυρισμό της για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων, που περιέχεται στο δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, είναι, και κατά το σκέλος του αυτό, προεχόντως απαράδεκτος. Αφενός λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν ούτε στο αναιρετήριο εν γένει ο συγκεκριμένος κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου ώστε να ερευνηθεί από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αν υπάρχει, αναφορικά με την εφαρμογή τους, η κατά την αναιρεσείουσα υφιστάμενη αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, ούτε αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης ακριβώς και πλήρως και όχι εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, όπως τις εκθέτει εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν απόρριψη του συναφούς κονδυλίου της ένδικης αγωγής για πρόσθετες εργασίες, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου, ο οποίος ως εκ τούτου είναι ανέφικτος. Και αφετέρου διότι, σε κάθε περίπτωση, οι επικαλούμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αφορούν στο σύνολό τους στην εκτίμηση των αποδείξεων και υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.
4Γ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 54/2017).
4Δ.- Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής της περί επιδικάσεως ΦΠΑ από 24%, ποσού 2.696,26 ευρώ επί του κονδυλίου των 11.234,40 ευρώ που εν τέλει της επιδικάσθηκε για τις συμφωνηθείσες επιμέρους πρόσθετες εργασίες. Από το επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας και της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι υπήρχε σε αυτήν αίτημα της ενάγουσας-αναιρεσείουσας περί επιδικάσεως του αναλογούντος ΦΠΑ επί του αιτουμένου κονδυλίου των 80.211,26 ευρώ (ήτοι, 64.686,50 ευρώ η αμοιβή της, πλέον ΦΠΑ από 24% ποσού 15.524,76 ευρώ) για πρόσθετες εργασίες. Από την επισκόπηση του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε εν μέρει το κονδύλιο αυτό και δη κατά το ποσόν των 11.234,40 ευρώ, που αφορούσε σε ανατεθείσες προφορικώς πρόσθετες εργασίες, τις οποίες, όπως επίσης δέχθηκε, εκτέλεσε η αναιρεσείουσα κατόπιν συναφών εντολών και υποδείξεων των αναιρεσιβλήτων, και υποχρέωσε τις τελευταίες να της καταβάλουν το ποσό αυτό, παρέλειψε να περιλάβει στην απόφασή του διάταξη περί επιδικάσεως στο εν λόγω επιδικασθέν ποσό του αναλογούντος ΦΠΑ από 24%, τούτου ανερχομένου στο ποσό των 2.696,26 ευρώ, αίτημα που έτσι άφησε αδίκαστο, χωρίς ωστόσο να περιέχει απορριπτική περί του αιτήματος τούτου διάταξη στο αιτιολογικό της και δίχως από τις συνολικές παραδοχές της να προκύπτει κρίση της περί σιωπηρής απορρίψεως του σχετικού αιτήματος της αγωγής. Επομένως ο δεύτερος, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
4Ε.- Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διατάξεως, η υποχρέωση αυτή γεννάται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και η οποία δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός και αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατά το άρθρο 219 του ΚΠολΔ της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1293/2025, ΑΠ 1063/2025, ΑΠ 174/2024ΑΠ 1348/2023, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 174/2024, ΑΠ 16/2008). Έτσι, αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικώς βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, τότε, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αυτή είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο, διότι, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι, όμως, να προσφύγει έστω και επικουρικώς στη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 1063/2025, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 2019/2007).
Εξάλλου, όταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων υπό τα στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξιώσεως στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ, δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των όρων και προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού οι προϋποθέσεις αυτές θα διαγνωσθούν δικαστικώς στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Είναι όμως αναγκαία στην περίπτωση αυτή να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή, έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται, αφού στην περίπτωση αυτή η επικουρική βάση, όπως προεκτέθηκε, θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της συμβάσεως ή ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, η οποία συνεπώς θα είναι δεδομένη, καθόσον πληρούται έτσι και ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 174/2024, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1325/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 18/2018). Κατά την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά ο νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ήδη στην υπό το στοιχείο 3Δ μείζονα σκέψη της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται μη πραγματική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋποθέσεως, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με το λόγο αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο.
4ΣΤ.- Η αναιρεσείουσα, με την ένδικη, από 21.03.2019 αγωγή της, ιστορούσε, εκτός των όσων αναφέρθηκαν ήδη, ότι, "κατά το νόμο (681 επ ΑΚ) και τα συναλλακτικά ήθη, και ειδικότερα τις διατάξεις του ΚΙΝΔ οι εναγόμενες είναι υπόχρεες να μας καταβάλλουν εντόκως νομίμως κατά τις ειδικότερες διακρίσεις που αναλύονται παραπάνω, το παραπάνω ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ποσό των 140.291,26 ευρώ για τις προαναφερόμενες αιτίες, ήτοι την εκτέλεση των προπεριγραφόμενων εργασιών επί του ενδίκου σκάφους, βάσει της Συμβάσεως" και ακόμη ότι "επειδή περαιτέρω συντρέχει περίπτωση να υποχρεωθούν προς τούτο δικαστικώς, δια της εκδόσεως αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, αφού πρόκειται για δεδουλευμένες εργασίες η εξόφληση των οποίων είναι απολύτως αναγκαία για την κάλυψη των αντιστοίχων δαπανών της εταιρείας μας, ως και αυτών προς το δημόσιο, σε κάθε δε περίπτωση και επικουρικώς οι εναγόμενες κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας μας (904 επ. ΑΚ) και πρέπει να υποχρεωθούν στην καταβολή του παραπάνω ποσού που είναι η αξίωσή μας, καθ' όσον στο παραπάνω σκάφος έγιναν όλες οι παραπάνω εργασίες που είχαν ως αποτέλεσμα την βελτίωσή του, εκείνες δε, που ωφελήθηκαν από αυτήν την βελτίωση επί του σκάφους τους παρότι δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς ημάς, εξακολουθούν να είναι παράνομα και αδικαιολόγητα πλουσιότερες σε βάρος μας". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμόν 2445/2020 οριστική απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της εν λόγω αξιώσεως, με την αιτιολογία ότι η βάση αυτή (υφισταμένης κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβατικής σχέσεως έργου μεταξύ των διαδίκων), η αξίωση της αναιρεσείουσας "δεν θεμελιώνεται σε πρόσθετα ή διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που στηρίζεται η αγωγή κατά την κυρία βάση της" (που νόμιμο λόγο ευθύνης έχει τη σύμβαση έργου). Με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε για την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι μη νόμιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό τη εφέσεως της αναιρεσείουσας ως αβάσιμο, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική θεμελίωση στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των ενδίκων αξιώσεων απόδοσης αμοιβής για έργο που εκτελέστηκε, διαπιστώνοντας σωστά ότι ο ενάγων είχε παραλείψει εντελώς να επικαλεστεί ακυρότητα της σχετικής σύμβασης. Έτσι που έκρινε ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τρίτο λόγο έφεσης της ενάγουσας σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος να αποδώσουν οι εναγόμενες την ωφέλεια που αποκόμισαν από τη βελτίωση του σκάφους τους με τις εργασίες που εκείνη εκτέλεσε σ' αυτό χωρίς να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, δηλαδή για αιτία που δεν επακολούθησε, είναι αβάσιμα". Ήδη, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με την αιτίαση ότι, με το απορρίψει το Εφετείο την αγωγή της κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως αόριστη, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, όπως ορθώς εκτιμάται, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της, καθόσον η ίδια είχε πράγματι αξίωση κατά των εναγομένων από αδικαιολόγητο πλουτισμό, έχοντας διαλάβει στο δικόγραφο της αγωγής της "ως στοιχείο "έλλειψη νόμιμης αιτίας" τον "παράνομο" πλουτισμό των εναγομένων, χωρίς να απαιτείται κάποιο άλλο στοιχείο προκειμένου η επικουρική νομική αυτή βάση της αγωγής να καθίσταται ορισμένη και παραδεκτή". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είτε ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είτε ως λόγος εκ του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της, ενώ τέτοια παραδοχή είναι ανύπαρκτη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της και την προεκτεθείσα κατάστρωση του αποδεικτικού πορίσματος, η επικουρική βάση της αγωγής απορρίφθηκε σαφώς ως μη νόμιμη. Σε κάθε, όμως περίπτωση, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε, δια εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής, την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, καθόσον η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο, κατά τα άνω, δικόγραφο της αγωγής της, δεν είχε κάνει απλή έστω επίκληση της ακυρότητας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως έργου ή του αχρεωστήτου, με συνέπεια η επικουρική βάση αυτής να μην θεμελιώνεται νομίμως στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
4Ζ.- Ενόψει τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή του άνω δευτέρου λόγου της, που κρίθηκε βάσιμος, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άνω πληττόμενο κεφάλαιο του μη επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση αναλογούντος ΦΠΑ στην αναιρεσείουσα επί του επιδικασθέντος σε αυτήν ποσού των 11.234,40 ευρώ της εργολαβικής αμοιβής της για πρόσθετες εργασίες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδικάζει: 1) την από 12.02.2024 αίτηση των εταιρειών με τις επωνυμίες "ΜΑΡΙΝΝΑ ΓΙΩΤΙΓΚ ΝΕΠΑ" και "AMBERVALE LIMITED" και β) την από 20.03.2024 αίτηση αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμόν 8/2024 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 8/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο αιτιολογικό, ήτοι: α) κατά το κεφάλαιό της περί επιδικάσεως στην αναιρεσίβλητη της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως επιπλέον (πρόσθετης) αμοιβής συνολικού ποσού 37.500 ευρώ και β) κατά το κεφάλαιό της περί μη επιδικάσεως αναλογούντος ΦΠΑ στην αναιρεσείουσα της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως επί του επιδικασθέντος σε αυτήν ποσού των 11.234,40 ευρώ.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα τμήματά της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της πρώτης, από 12.02.2024, αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη της ίδιας ως άνω πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της δεύτερης, από 20.03.2024, αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτήν.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες της ίδιας ως άνω δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ