ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 494/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 494/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 494/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 494 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 494/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BIG SOLAR ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "BIG SOLAR Α.Ε.", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αναστόπουλο, με δήλωσή του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Κατά την δικάσιμο της 31ης Ιανουαρίου 2022 είχε εκπροσωπηθεί από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NOVATHERM A.E.", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 31ης Ιανουαρίου 2022 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Μπακρώζη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9018/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 798/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2020 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 31ης Ιανουαρίου 2022 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. …/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου, από την ορισθείσα εισηγήτρια Π. Π. και την υπ' αριθμ. …/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται παραπάνω.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, θάνατος, παύση δικαστή κλπ) η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1140/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022). Η επαναλαμβανόμενη, κατά το άρθρο 307 του ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η συζήτηση εκ του άρθρου 254 ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1326/2025, ΑΠ 753/2025, ΑΠ 199/2024, ΑΠ 50/2024, ΑΠ 1700/2023). Συνακόλουθα, σε περίπτωση επαναλήψεως της συζητήσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, ο μεν διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη είχε όμως παραστεί στην αρχική συζήτηση θεωρείται ότι δικάζεται αντιμωλία, ο δε διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν απαιτείται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 56/2025, ΑΠ 572/2024, ΑΠ 139/2024, ΑΠ 1700/2023, ΑΠ 674/2023, ΑΠ 936/2018), ενώ, σε κάθε περίπτωση, επιτρέπεται η συμπλήρωση εκείνων που είχαν κατατεθεί.

2.- Με την υπ' αριθμόν …/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου νομίμως επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 21.05.2020 αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται σε αυτήν, αδυναμίας για την έκδοση αποφάσεως επί της άνω αιτήσεως, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά την αρχική δικάσιμο της 31ης.01.2022, από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της συνθέσεως του Δικαστηρίου και ειδικότερα της τότε Εισηγήτριας Αεροπαγίτη από την οποία με την υπ' αριθμόν …/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου αφαιρέθηκε η δικογραφία λόγω της παρελεύσεως ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την άνω αρχική δικάσιμο (άρθρα 573 παρ. 1 και 307 εδ. β' του ΚΠολΔ) και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (28.04.2025) με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Από το από …2025 αποδεικτικό επιδόσεως του Ε. Π., επιμελητή δικαστηρίων του Αρείου Πάγου, που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές υπηρεσιακό αντίγραφο της ως άνω -υπ' αριθμόν …/2024- πράξεως της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο που ορίσθηκε για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε, με την επιμέλεια της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, νομοτύπως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Ανδρέα Μπακρώζη, ως εκ του νόμου αντικλήτου αυτής, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά την τελευταία δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε τη σχετική έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πλην, όμως, αυτή είχε παρασταθεί νομίμως και κατέθεσε και προτάσεις κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 31ης.01.2022 εκπροσωπούμενη από τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της. Πρέπει, συνεπώς, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, να θεωρηθεί κατ' αντιμωλία δικαζόμενη, ενόψει του ότι η προκειμένη επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της αρχικής, δηλαδή συνθέτει μία (ενιαία) συζήτηση με αυτή, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη είχε παραστεί.

3.- Με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 798/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 16.11.2017 έφεση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας και εκκαλούσας) κατά της υπ' αριθμόν 9018/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 20.05.2015 αγωγή αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την εν λόγω αγωγή με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το τίμημα που συμφωνήθηκε με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων.

4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 04.02.2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 05.06.2020 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Στην περίπτωση κατά την οποία το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή/και σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές) και με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνο από αυτές ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 235.2024, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 88/2022, ΑΠ 154/2018).

6.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα τελούσα υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "NOVATHERM Α.Ε." διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας συστημάτων θέρμανσης, κλιματισμού, ύδρευσης και ηλιακής ενέργειας, ενώ η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "BIG SOLAR ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία χάριν συντομίας εφεξής θα αναφέρεται ως "BIG SOLAR Α.Ε.", δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον κλάδο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ιδίως δε στην εισαγωγή και εμπορία εξοπλισμού φωτοβολταϊκών σταθμών, καθώς και την ανάπτυξη, μελέτη, κατασκευή, επίβλεψη, διαχείριση, συντήρηση και λειτουργία φωτοβολταϊκών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Τον Οκτώβριο του έτους 2013 στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητας αμφοτέρων των εταιριών και με δεδομένο ότι η ενάγουσα είχε ήδη τεθεί σε εκκαθάριση, η εναγόμενη επέδειξε ενδιαφέρον προς αγορά του συνόλου των αποθεμάτων της πρώτης σειράς προϊόντων και εξοπλισμού θέρμανσης, προκειμένου να προβεί στην μεταπώληση αυτών προς τρίτους. Αποτέλεσμα των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων ήταν η υπογραφή του από 21/10/2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο τα διάδικα μέρη συμφώνησαν την πώληση προϊόντων και εξοπλισμού θέρμανσης, που μέχρι τότε εμπορευόταν η ενάγουσα, ως αυτά περιγράφονταν στο επισυναπτόμενο Παράρτημα I, το οποίο αποτέλεσε και αναπόσπαστο τμήμα του συμφωνητικού, αντί συνολικού τιμήματος σαράντα έξι χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα ενός λεπτών [46.384,51 €], πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, με σκοπό η τελευταία να τα μεταπωλήσει σε τρίτους.

Περαιτέρω, όσον αφορά την καταβολή και εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "[2.2 (α) Η πωλήτρια θα υποδείξει εγγράφως στην αγοράστρια το δίκτυο πελατών που διαθέτει και προς τους οποίους θα δύναται η αγοράστρια να πωλήσει με τη σειρά της τα προϊόντα. Η εν λόγω υπόδειξη πελατών θα πραγματοποιείται από την πωλήτρια προς την αγοράστρια σταδιακά και συνεχώς καθ' όλη τη διάρκεια ενός (1) έτους από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος, (β) Η αγοράστρια θα ενημερώσει εγγράφως την πωλήτρια, σχετικά με τις τιμές πώλησης των προϊόντων στους πελάτες που η πωλήτρια θα της υποδείξει ως άνω. (γ) Καθ' όλη τη διάρκεια ενός (1) έτους από την ημερομηνία υπογραφής του συμφωνητικού, θα πραγματοποιείται από την αγοράστρια, ανά τρίμηνο (3 μήνες), απογραφή των πωλήσεων προϊόντων που θα έχει αυτή πραγματοποιήσει στο εν λόγω χρονικό διάστημα και το χρηματικό ποσό, που θα προκύπτει από τις εν λόγω πωλήσεις τριμήνου, θα καταβάλλεται στην πωλήτρια ως δόση αντί καταβολής έναντι και μέχρι την εξόφληση του άνω τιμήματος των € 46.384,51 (σαράντα έξι χιλιάδες τριακόσια ογδόντα τέσσερα ευρώ και πενήντα ένα λεπτά), (δ) Στην περίπτωση που μετά την πάροδο ενός(1) έτους από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος δεν έχει πωληθεί από την Αγοράστρια το σύνολο των Προϊόντων και υπολείπεται αριθμός αδιάθετων Προϊόντων, τότε θα πραγματοποιηθεί αποτίμηση της αξίας πώλησης των Προϊόντων αυτών από την Αγοράστρια σύμφωνα με τις τιμές διάθεσης των Προϊόντων, των οποίων, ως άνω (υπό 2.2. γ), θα έχει λάβει γνώση η Πωλήτρια. Στην περίπτωση, που μετά την αποτίμηση αυτή, προκόψει υπόλοιπο οφειλής σχετικά με το άνω Τίμημα, ρητά συμφωνείται, ότι η αγοράστρια θα οφείλει πλέον και θα υποχρεούται να καταβάλλει στην πωλήτρια, μόνο το ήμισυ (50%) του εν λόγω υπολειπόμενου μέρους του τιμήματος, κατόπιν καταβολής του οποίου, το τίμημα θα θεωρείται πλήρως και ολοσχερώς εξοφλημένο και ουδεμία άλλη υποχρέωση θα έχει ή θα διατηρεί η πωλήτρια σχετικά με το τίμημα και το αντικείμενο του παρόντος εν γένει. Η εν λόγω συμφωνία θεωρείται δίκαιη και εύλογη από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, λαμβάνοντας υπόψη τη σταδιακή σημαντική απομείωση της αξίας πώλησης των προϊόντων, όσο αυτά παραμένουν αδιάθετα για χρονικό διάστημα πλέον του ενός (1) έτους από την ημερομηνία παραγωγής τους.... (στ) Ρητά συμφωνείται, ότι το ποσό € 10.668,44 (δέκα χιλιάδες εξακόσια οκτώ ευρώ και σαράντα τέσσερα επτά) που αντιστοιχεί στο αναλογούν στο Τίμημα ΦΠΑ, θα καταβληθεί ολόκληρο, το αργότερο εντός μίας εβδομάδας από την παράδοση από τον Πωλητή στον Αγοραστή των Προϊόντων και των σχετικών νόμιμων παραστατικών, όπως συμφωνείται, υπό 3.1 του παρόντος". Στα πλαίσια, λοιπόν της ένδικης μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας, η ενάγουσα εκπλήρωσε την απορρέουσα από τη σύμβαση κύρια υποχρέωσή της, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 10/10/2013 έως 22/10/2013 μεταβίβασε την κυριότητα των αναλυτικά περιγραφομένων στο Παράρτημα I της σύμβασης κινητών πραγμάτων - προϊόντων/εμπορευμάτων και παρέδωσε αυτά στην εναγόμενη, με συμφωνηθέν τίμημα το ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα ενός λεπτών [46.384,51 €], για κάθε δε από τις επιμέρους πωλήσεις η πωλήτρια-ενάγουσα εξέδωσε επτά [7] δελτία αποστολής - τιμολόγια, σε καθένα από τα οποία αναγράφεται αναλυτικά το είδος και η ποσότητα των πωληθέντων εμπορευμάτων, η τιμή μονάδος ανά προϊόν καθώς και το συνολικό τίμημα συμπεριλαμβανομένου του νομίμου ΦΠΑ και συγκεκριμένα εξέδωσε: 1) το υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο πώλησης, αξίας 9.670 ευρώ, 2) το υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο πώλησης, αξίας 14.429,82 ευρώ, 3) το υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο πώλησης, αξίας 7.007,82 ευρώ, 4) το υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο πώλησης, αξίας 12.863,30 ευρώ, 5) το υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο πώλησης, αξίας 13.750,27 ευρώ, 6) το υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο πώλησης, αξίας 6.835,80 ευρώ και 7) το υπ' αριθμ. ...2013 πιστωτικό τιμολόγιο, αξίας 1.607,10 ευρώ. Τα ανωτέρω προϊόντα-εμπορεύματα παρέλαβε η εναγομένη, χωρίς να διατυπώσει οιανδήποτε παρατήρηση ή επιφύλαξη, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την ίδια. Στη συνέχεια, η ίδια [εναγομένη] σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, όπως ρητά συνομολογείται από αμφότερα τα συμβαλλόμενα διάδικα μέρη, κατέβαλε άμεσα τον αναλογούντα στο τίμημα της πώλησης φόρο προστιθέμενης αξίας [Φ.Π.Α], συνολικού ποσού 10.668,44 ευρώ. Στο σημείο αυτό, ως προς τον συμφωνηθέντα υπό στοιχείο [2.2 (α)] όρο ότι η πωλήτρια θα υποδείξει εγγράφως στην αγοράστρια το δίκτυο πελατών που διαθέτει και προς τους οποίους θα δύναται η αγοράστρια να πωλήσει με τη σειρά της τα προϊόντα, πρέπει ν' αναφερθούν τα εξής: Καταρχήν, από το περιεχόμενο αυτού καθίσταται σαφές ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 201 ΑΚ, ώστε να εκτιμηθεί ως αναβλητική αίρεση, από την πλήρωση μάλιστα της οποίας είχαν εξαρτηθεί, κατά τη συμφωνία των διαδίκων τα αποτελέσματα της σύμβασης. Συγκεκριμένα, η ανάληψη υποχρέωσης της πωλήτριας ενάγουσας εταιρίας να υποδείξει εγγράφως στην αγοράστρια εναγομένη το δίκτυο πελατών που διέθετε και προς τους οποίους θα δύνατο η αγοράστρια να πωλήσει με τη σειρά της τα προϊόντα, δεν συνιστά γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, από την πλήρωση του οποίου εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της ένδικης σύμβασης πώλησης και δη η καταβολή εκ μέρους της αγοράστριας εναγομένης του συμφωνηθέντος τιμήματος, δεδομένου, ότι η μεταπώληση των πωληθέντων προϊόντων - εξοπλισμού θέρμανσης δεν είχε συμφωνηθεί να λάβει χώρα αποκλειστικά και μόνο προς το δίκτυο πελατών της πωλήτριας που θα υποδείκνυε προς διευκόλυνση της εναγομένης, αλλά και προς τρίτα πρόσωπα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη χρήση στον συγκεκριμένο όρο της λέξης "δύναται", εκ της οποίας συνάγεται ότι η εναγομένη - αγοράστρια δεν υποχρεούτο να κάνει χρήση του σχετικού πελατολογίου, ει μη μόνο είχε δικαίωμα να διευρύνει μέσω αυτού τον κύκλο μεταπώλησης των προϊόντων, χωρίς αυτό να επηρεάζει και εν τέλει αναιρεί την εκπλήρωση της υποχρέωσή της προς καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος. Αντίθετα, η σχετική ως άνω συμβατική ρύθμιση αποτέλεσε μία παρεπόμενη υποχρέωση της πωλήτριας - ενάγουσας η μη τήρηση, είτε η πλημμελής εκπλήρωση της οποίας ρυθμίζεται από τις σχετικές με την πώληση διατάξεις. Συγκεκριμένα, με την αμφοτεροβαρή σύμβαση πωλήσεως ο πωλητής, εκτός από τις κύριες βάσει του άρθρου 513 ΑΚ υποχρεώσεις του να παραδώσει το πράγμα και να μεταβιβάσει την επ' αυτού κυριότητα, ενδέχεται να αναλαμβάνει και παρεπόμενες υποχρεώσεις που προκύπτουν είτε αμέσως εκ του νόμου, όπως είναι η παροχή πληροφοριών και παράδοση εγγράφων [άρθρα 519 ΑΚ], η έκδοση και παράδοση των σχετικών τιμολογίων, νομίμως συντεταγμένων και συμπληρωμένων είτε από τη σύμβαση, η μεταβίβαση των παραρτημάτων [άρθρο 370 ΑΚ], η καταβολή των εξόδων παράδοσης [άρθρο 526 ΑΚ] και του μισού των εξόδων της σύμβασης [άρθρο 527 παρ. 1] κ.λ.π., είτε από τη σχετική συμφωνία των μερών, ρητή ή σιωπηρή, είτε βάσει της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ. Η υπαίτια αθέτηση παρεπόμενης υποχρεώσεως του πωλητού αποτελεί μορφή πλημμελούς εκπληρώσεως της [συνολικής] παροχής και δεν αποτελεί λόγο αποσβέσεως της ενοχής, αλλά όπως έχει γίνει δεκτό, ενόψει απουσίας νομοθετικής ρύθμισης, στην προκειμένη περίπτωση η αθέτηση αυτή παρέχει στον αγοραστή τις ακόλουθες δυνατότητες: [α] να αξιώσει την [προσήκουσα] εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρεώσεως [εφόσον αυτό είναι εφικτό], καθώς και αποζημίωση για τη ζημία που ήδη υπέστη από την πλημμελή εκπλήρωση [άρθρο 343 ΑΚ], [β] να αξιώσει μόνο αποζημίωση για την πλημμελή εκπλήρωση, ή [γ] αν προηγουμένως τάξει στον πωλητή προθεσμία προς εκπλήρωση και αυτή παρέλθει άπρακτη [άρθρα 383-384 ΑΚ], ή αντ αυτού αποδείξει ότι η εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρεώσεως ήταν για εκείνον τόσο ουσιώδης, ώστε δεν έχει πλέον συμφέρον στη μερική ή την καθυστερημένη εκπλήρωση και έτσι στην συνολική παροχή του πωλητή, ή ότι η θέση προθεσμίας προς εκπλήρωση θα ήταν άσκοπη ενόψει της όλης στάσης του πωλητή [άρθρα 337,382, 385 ΑΚ], [ι] να επικαλεστεί τον κανόνα της κοινής απαλλαγής [άρθρο 380 ΑΚ] και έτσι να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος, αν δε το έχει ήδη καταβάλει να το αναζητήσει κατ' άρθρο 904 επ. ΑΚ, ή [ιι] να αξιώσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση, ή [ιιι] να υπαναχωρήσει και να αξιώσει συγχρόνως και εύλογη αποζημίωση κατ' άρθρο 387 ΑΚ - και η υπαναχώρηση θα σημαίνει τότε απόσβεση της υποχρέωσης καταβολής του τιμήματος, ενώ αν αυτό έχει ήδη καταβληθεί ο αγοραστής θα δικαιούται να το αναζητήσει και πάλι κατ' άρθρο 904 επ. ΑΚ (ακολουθεί παραπομπή σε θεωρία και νομολογία). Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέδωσε στον άνω όρο τη λειτουργία της αναβλητικής αίρεσης και συνέδεσε την πλήρωσή του με την υποχρέωση της αγοράστριας -εναγόμενης ως προς την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, έσφαλε κατά την εκτίμηση του δικογράφου και την ερμηνεία της συμβατικής ως άνω συμφωνίας των μερών, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της ένδικης εφέσεως [βλ. σχετ. σελ. 6 εφετηρίου] ως βάσιμου κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι τελικώς η ενάγουσα, εταιρία, τήρησε την αναληφθείσα εκ μέρους της υποχρέωση να υποδείξει προς την εναγομένη το πελατολόγιο της, μία ανάληψη την οποία είχε αναλάβει, με βάση τα συναλλακτικά ήθη αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με σκοπό να καταστεί πιο ευχερής η μεταπώληση των επίδικων εμπορευμάτων, μέσα από τη διεύρυνση του ήδη πελατολογίου και της εναγομένης, δεδομένου ότι κι αυτή δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στον κλάδο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε να εξασφαλιστεί έτι περαιτέρω και η εκ μέρους της τελευταίας καταβολή του τιμήματος. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στις έγγραφες προτάσεις της η εναγομένη αναφέρει ότι διαθέτει μεγάλο δίκτυο έμπειρων πωλητών και είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες στο χώρο των φωτοβολταϊκών συστημάτων. Τελούσαν δε αμφότερα τα διάδικα μέρη σε γνώση της μη ευχερούς μεταπώλησης των εν λόγω προϊόντων, ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσίαζαν ως αποθέματα, ενόψει του ότι παραδόθηκαν με σπασμένους κωδικούς, γεγονός που δεν αμφισβητείται, και της τυχόν καθυστέρησης μεταπώλησής τους, προς τούτο δε και προς διευκόλυνση αμφοτέρων των μερών προβλέφθηκαν τρόποι ώστε να επιτευχθεί ευχερέστερα τόσο η μεταπώλησή τους, όσο και η επίτευξη και καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος. Γνώση, η οποία τους οδήγησε έτι περαιτέρω στη μεταξύ τους συμφωνία σε περίπτωση καθυστέρησης μεταπώλησής τους, καταβολής του ήμισυ του συμφωνηθέντος τιμήματος, λαμβανομένης υπόψη της σταδιακά σημαντικής απομείωσης της αξίας πώλησής τους όσο αυτά παρέμεναν αδιάθετα για χρονικό διάστημα πέραν του ενός [1] έτους από την ημερομηνία παραγωγής τους. Συνεπάγεται λοιπόν ότι κατ' αντικειμενική κρίση, προς όφελος της ενάγουσας ήταν η έγγραφη υπόδειξη του μέχρι εκείνον το χρόνο λειτουργίας της πελατολογίου της, προκειμένου να εξασφαλίσει, ως αναφέρθηκε, ότι θα λάβει το τίμημα -και δη στο αρχικά συμφωνηθέν ύψος του - χωρίς δηλαδή την ανάγκη ενεργοποίησης του όρου μείωσής του στο ήμισυ, συνεκτιμωμένου ότι η είσπραξη του τιμήματος ενεργούσε θετικά γι' αυτήν ενόψει και του γεγονότος ότι είχε τεθεί σε κατάσταση εκκαθαρίσεως. Περί της πράγματι παράδοσης του πελατολογίου εκ μέρους της ενάγουσας, κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου ο μάρτυράς της Γ. Σ., με την ιδιότητά του ως οδηγού - πωλητή [βλ. σχετ. την υπ' αριθμ. ...2017 ένορκη βεβαίωση], όπου ρητά καταθέτει ότι εξ' ιδίας αντίληψης, γνωρίζει ότι η κατά τον σχετικό όρο της σύμβασης παράδοση του πελατολογίου έλαβε τελικά χώρα. Αντίθετα, περί της μη παράδοσης του πελατολογίου, κατέθεσε ενόρκως στην επ' ακροατηρίου διαδικασία ο μάρτυρας της εναγομένης Γ. Κ., με την ιδιότητα του ως εργαζόμενου στο τμήμα πωλήσεων και ειδικότερα στο τμήμα τεχνικής υποστήριξης και διαχείρισης των ειδών εξοικονόμησης ενέργειας αυτής, αναφέροντας ότι γνώριζε από τους προκατόχους τους και από υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρίας [μη κατονομαζόμενο] ότι η ενάγουσα δεν υπέδειξε το πελατολόγιο της στην αντίδικό της, ώστε να μπορέσει αυτή να μεταπωλήσει το μεγαλύτερο μέρος του συγκεκριμένου αποθέματος εμπορευμάτων. Ως προς τις άνω μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες αμφισβητούνται ως προς την πειστικότητά τους από αμφότερες τις πλευρές, πρέπει ν' αναφερθεί ότι αυτές τυγχάνουν γενικές, μόνη δε η άνω ιδιότητα των μαρτύρων δεν άγει σε ασφαλές συμπέρασμα περί της εξ ιδίας αντιλήψεως γνώση του γεγονότος της παράδοσης ή μη του πελατολογίου, καθόσον αυτή δε θα ελάμβανε χώρα ενώπιον ούτε ενός οδηγού - πωλητή της ενάγουσας, ούτε ενός υπαλλήλου που συνδεόταν με το τμήμα τεχνικής υποστήριξης - έστω κι αν αυτό υπαγόταν στο τμήμα πωλήσεων. Αντίθετα, προς την επίρρωση της κρίσης του Δικαστηρίου ότι τελικώς η παράδοση του πελατολογίου έλαβε χώρα, βαρύνουν πέραν του, όπως ήδη αναφέρθηκε, από την παράδοση αυτή όφελος είχε η ενάγουσα, η οποία και επεδίωκε την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, και το αληθές γεγονός ότι καθόλο το χρονικό διάστημα μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν υφίσταται εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας, οιαδήποτε έγγραφη ενόχληση προς την ενάγουσα, για μη εκπλήρωση της απορρέουσας από τη μεταξύ τους συμφωνία παράδοση του πελατολογίου της, η αναφορά δε του μάρτυρά της περί προφορικής ενόχλησης τυγχάνει γενική, αόριστη και ως εκ τούτου μη πειστική. Σημαντικό δε τυγχάνει το γεγονός, ότι με την από 13/2/2014 επιστολή της εναγομένης προς την ενάγουσα, η οποία τιτλοφορείται "επιστολή επιβεβαίωσης πληρωτέου υπολοίπου", η οποία αποστέλλεται τέσσερις [4] μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης, αναφέρεται κατ' ακριβή προς τούτο αντιγραφή ότι: "...στα πλαίσια του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας μας, οι διενεργούντες τον έλεγχο Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές επιθυμούν να επιβεβαιώσουν ότι το ποσό που σας οφείλαμε κατά την 31/12/2013, συμφωνεί με το ποσό που απεικονίζεται στα δικά σας λογιστικά βιβλία. Όπως προκύπτει από τα δικά μας βιβλία, το ποσό αυτό, κατά την ως άνω ημερομηνία, ήταν 46.384,96 ευρώ..." και ζητείται η επιβεβαίωση της ως άνω οφειλής από την ενάγουσα. Ωστόσο, σε κανένα σημείο της επιστολής αυτής, δεν υφίσταται επισήμανση, άλλως διατύπωση παραπόνου - όχλησης της εναγόμενης προς την ενάγουσα σχετικά με την μέχρι τότε [4 μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης] μη εκπλήρωση της αναληφθείσας από την ίδια υποχρέωσης παράδοσης του πελατολογίου της και των τυχόν συνεπειών αυτής στη διαδικασία της εκ μέρους της μεταπώλησης των μεταβιβασθέντων εμπορευμάτων. Συνεπεία, των ανωτέρω κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η ενάγουσα τυγχάνει συνεπής ως προς την αναληφθείσα ως άνω παρεπόμενη υποχρέωσή της, ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε σε διαφορετική κρίση, κατά παραδοχή των σχετικών ισχυρισμών της εναγομένης και δεχόμενο τη συμφωνία των διαδίκων περί υποχρέωσης της ενάγουσας για παράδοση του πελατολογίου της προς την εναγομένη ως αναβλητική αίρεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικαστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν........ Κατά συνέπεια, αποδειχθέντος του πραγματικού γεγονότος ότι η ενάγουσα εταιρία, εκπλήρωσε την απορρέουσα από τη σύμβαση πώλησης παρεπόμενη υποχρέωση της έγγραφης υπόδειξης του πελατολογίου της προς την εναγομένη, δικαιούται να απαιτήσει το συμφωνηθέν εκ της συμβάσεως τίμημα. Επί τη βάσει αυτή, οι πρωτοδίκως προταθέντες και ήδη παραδεκτώς επανυποβληθέντες προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής ισχυρισμοί της εναγομένης περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 380 ΑΚ, ήτοι απαλλαγής της από την καταβολή του τιμήματος, επικουρικά δε της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ περί παραβίασης της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής, έτι επικουρικότερα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και τέλος άλλως και όλως επικουρικώς περί άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησής της από τη σύμβαση, καθ' ο μέρος ερείδονται στην μη υπόδειξη, ως υποχρεούτο, του πελατολογίου της, ως αποδιδόμενη στην ενάγουσα πλημμελή εκ μέρους της εκτέλεση της σύμβασης, απορριπτέοι τυγχάνουν αφενός μεν λόγω στήριξής τους σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η υπόδειξη του πελατολογίου, αποτελεί κύρια υποχρέωσή της [ως ήδη έχει αποδειχθεί και δεν αμφισβητείται η απορρέουσα από τη σύμβαση κύρια υποχρέωσή της έχει εκτελεστεί δια της μεταβίβασης της κυριότητας των πωληθέντων προϊόντων και εξοπλισμού και παράδοσής του στην εναγομένη], ενώ αντιθέτως τυγχάνει παρεπόμενη, αφετέρου δε καθόσον και η παρεπόμενη αυτή υποχρέωση ως προαναφέρθηκε έχει εκτελεστεί.

Περαιτέρω, καθ' ο μέρος επιχειρείται εκ μέρους της εναγομένης να στοιχειοθετεί, προς επιστήριξη των ισχυρισμών της περί εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ και 281 ΑΚ, παραβατική συμπεριφορά της ενάγουσας στηριζόμενη σε επιδεικνύουσα εκ μέρους της απατηλή συμπεριφορά ως προς το ότι το προσφερόμενο προς πώληση απόθεμα των προϊόντων και εξοπλισμού που διέθετε στην κυριότητά της ήταν καινούργιο και εμπορεύσιμο, πείθοντας τους νομίμους εκπροσώπους της να προβούν στην σχετική σύμβαση, ενώ αντιθέτως επρόκειτο για μεταχειρισμένο, πεπαλαιωμένο και μη εμπορεύσιμο απόθεμα, τούτο τυγχάνει αναπόδεικτο και αβάσιμο. Καθόσον δεν αποδείχθηκε από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ούτε ακόμη και από το μάρτυρα ανταπόδειξης, οιαδήποτε τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης, έτι δε περισσότερο ούτε η ίδια η εναγομένη μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής [ήτοι, μετά παρέλευσης δύο ετών], αποδεικνύεται ότι είχε οχλήσει την ενάγουσα είτε αποδίδοντάς της τέτοια συμπεριφορά, είτε παραπονούμενη για την ποιότητα και δη την παλαιότητα και εμπορευσιμότητα των αγορασθέντων προϊόντων, τα οποία και παρέλαβε χωρίς να διατυπώσει οιαδήποτε επιφύλαξη. Συνεκτιμάται δε, ότι τουλάχιστον ως προς την παλαιότητα και την εμπορευσιμότητά τους, ότι η εναγομένη όντας, όπως και η ίδια αποδέχεται μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες στο χώρο των φωτοβολαταϊκών συστημάτων, κατ' αντικειμενική κρίση είχε την τεχνογνωσία και εμπειρία να διακρίνει επ' αυτών, όπως κατά την κρίση του Δικαστηρίου, βάσιμα αποδεικνύεται ότι έπραξε σε έλεγχό τους πριν την υπογραφή της συμφωνίας, τελούσα μάλιστα σε γνώση και του γεγονότος ότι της μεταβιβάζονταν προϊόντα σε "σπασμένους" κωδικούς, καθόσον αυτό αποτυπώνεται στο συνοδεύον την κύρια σύμβαση Παράρτημα I, όπου έχουν καταγραφεί αναλυτικά κατ' είδος και ποσότητα τα πωληθέντα προϊόντα. Άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και συναλλακτικής πρακτικής σε διαφορετική περίπτωση θα είχε συμπεριληφθεί στο συναφθέν ιδιωτικό συμφωνητικό σχετικός όρος επιφύλαξης, δεδομένου και του ύψους του τιμήματος, ούτε άλλωστε θα αποδεχόταν να καταβάλει εξ ολοκλήρου τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας αυτών. Τέλος, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε η, σε προγενέστερο της συζήτησης της ένδικης αγωγής χρόνο, ύπαρξη οιασδήποτε ρητής ή έστω και σιωπηρής εκ μέρους της εναγομένης άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησής της, η γενική δε και αόριστη κατάθεση του μάρτυρά της περί ενημέρωσης των υπευθύνων της ενάγουσας να πάρουν πίσω τα προϊόντα δεν κρίνεται πειστική, ώστε να αχθεί το παρόν Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση, ούτε άλλωστε βάσει όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω, η δια της προφορικής δήλωσης της πληρεξούσιας δικηγόρο της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναληφθείσα στις έγγραφες προτάσεις άσκηση δικαιώματος υπαναχώρησης κρίνεται βάσιμη, καθόσον δεν αποδεικνύεται η βάση στην οποία αυτή ερείδεται, ήτοι η μη εκπλήρωση συμβατικής εκπλήρωσης της ενάγουσας, και η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας των προϊόντων.

Περαιτέρω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρία, αρχής γενομένης από …/2013 και μέχρι την …/2017 έχει μεταπωλήσει μέρος των επίδικων προϊόντων έχοντας εισπράξει το ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ευρώ και δεκαπέντε λεπτών [6.340,15 €] ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 23%, ποσού 1.458,23 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό [6.340,15 € συν 1.458,23 € =] 7.798,38 ευρώ, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους της κάτωθι δελτία αποστολής - τιμολόγια, ήτοι: [1] υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο καθαρής αξίας 87,31 ευρώ, [2] υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο καθαρής αξίας 601,24 ευρώ, [3] υπ' αριθμ. ...2013 τιμολόγιο καθαρής αξίας 42,78 ευρώ, [4] υπ' αριθμ. ...2014 τιμολόγιο καθαρής αξίας 108,32 ευρώ, [5] υπ' αριθμ. ...2014 τιμολόγιο καθαρής αξίας των θερμαντικών σωμάτων 388,8 ευρώ, [6] υπ' αριθμ. ...2014 τιμολόγιο …2017 τιμολόγιο καθαρής αξίας 18,20 ευρώ, τίμημα ωστόσο το οποίο δεν έχει αποδοθεί στην ενάγουσα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη. Τα υπόλοιπα δε πωληθέντα από την ενάγουσα προϊόντα παραμένουν στις αποθήκες της, χωρίς να προσδιορίζεται από αυτήν το είδος και ο αριθμός τους.
Συνεπώς, με δεδομένο ότι μετά την πάροδο ενός [1] έτους από την ημερομηνία υπογραφής του από 21/10/2013 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης δεν έχει πωληθεί από την αγοράστρια το σύνολο των προϊόντων και υπολείπεται αδιάθετος αριθμός αυτών, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 2.2 [δ] θα έπρεπε κατά το χρόνο εκείνο η εναγομένη να έχει προβεί σε αποτίμηση της αξίας πώλησης των προϊόντων αυτών από την ίδια σύμφωνα με τις τιμές διάθεσης των προϊόντων, ώστε αν προκύψει υπόλοιπο οφειλής σχετικά με το συμφωνηθέν τίμημα να καταβάλει στην ενάγουσα το ήμισυ αυτού προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος. Τέτοια αποτίμηση εκ μέρους της εναγομένης δεν έχει λάβει χώρα, όπως ήδη δε αναπτύχθηκε δεν έχει καταβληθεί εκ μέρους της και το τίμημα των πωληθέντων από την ίδια προϊόντων, ποσού 6.340,15 ευρώ.
Συνεπώς ως προκύπτει από το συνδυασμό των υπ' αριθμ. [2.2. (γ) και (δ)] όρων της σύμβασης, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν αποδεικνύεται, κατ' αντικειμενική κρίση σημαντική απομείωση της αξίας πώλησης των προϊόντων, δεδομένου δε ότι μέχρι και σήμερα εξ ουδενός των διαδίκων εισφέρονται ούτε κατάσταση των εναπομεινάντων προϊόντων, ούτε αναλυτικά οικονομικά στοιχεία προς επίτευξη διαφορετικής κρίσης, η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων είκοσι δύο ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών [46.384,51 € μείον 6.340,15 € = 40.044,36 € επί 50% = 20.022,18 €], δεκτής γενομένης εν μέρει ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα της ένδικης αγωγής της. Σημειώνεται, ότι ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός της εναγομένης ότι στην επιδίκαση του αιτηθέντος από την ενάγουσα ποσού πρέπει να συνυπολογιστεί και το ποσό του αναλογούντος ΦΠΑ, απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως ρητά συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη, το σύνολο του αναλογούντος στο τίμημα της πώλησης ΦΠΑ έχει ήδη καταβληθεί από την εναγομένη. Κατά συνέπεια, με βάση όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και στοιχεία πρέπει, ως προαναφέρθηκε, η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά τα ανωτέρω, να εξαφανιστεί η προσβαλλομένη απόφαση, να κρατηθεί η ένδικη υπόθεση και να δικαστεί κατ' ουσίαν, περαιτέρω δε να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς και την ουσιαστική της βασιμότητα η ένδικη από …/2015 υπ’ αριθμ. καταθ. …2015 αγωγή της ενάγουσας εταιρίας και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων είκοσι δύο ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών [20.022,18 €], με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας αντιθέτως, είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της δεχόμενο τη συμφωνία των διαδίκων περί υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης για παράδοση του πελατολογίου της προς την αναιρεσείουσα ως αναβλητική αίρεση συνδέοντας την πλήρωσή της με την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος εκ μέρους της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε, κατόπιν τούτου, την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας στη συνέχεια και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, εντόκως, το ως άνω χρηματικό ποσό.

7.- Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο συμφωνηθείς, υπό το στοιχείο 2.2. όρος της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως περί υποδείξεως σε αυτήν του πελατολογίου της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά, κατά τα συμφωνηθέντα, αναβλητική αίρεση κατά το άρθρο 201 του ΑΚ ως προς την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος επειδή η μεταπώληση των επίδικων εμπορευμάτων στο δίκτυο των πελατών της αναιρεσίβλητης ήταν δυνητική, παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 361 και 513 του ΑΚ, κρίνοντας εσφαλμένα ότι ο όρος αυτός δεν συνιστά αναβλητική αίρεση και παραβιάζοντας την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να δεχθεί ότι η καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος τελούσε, σύμφωνα με τον παραπάνω συμβατικό όρο, υπό την αναβλητική αίρεση της υποδείξεως από την αναιρεσίβλητη σε αυτήν του πελατολογίου της, η οποία (αίρεση) δεν πληρώθηκε, και για το λόγο αυτό δεν επήλθαν τα αποτελέσματα της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως ως προς την υποχρέωσή της για καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος. Από τις ως άνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχόμενο τον οικείο λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε τον ως άνω προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό ότι ο προαναφερθείς όρος της ένδικης συμβάσεως δεν συνιστά αναβλητική αίρεση με δύο επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και πλέον συγκεκριμένα: α) με την πρώτη αιτιολογία δέχθηκε, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία του όρου αυτού, ότι, κατ' αρχήν, ο όρος αυτός δεν τέθηκε από τους συμβαλλομένους διαδίκους ως αναβλητική αίρεση, από την πλήρωση της οποίας είχαν εξαρτηθεί τα αποτελέσματα της καταρτισθείσας μεταξύ τους συμβάσεως πωλήσεως και δη η καταβολή εκ μέρους της αγοράστριας αναιρεσείουσας του συμφωνηθέντος τιμήματος των επίδικων εμπορευμάτων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 201 του ΑΚ, ούτε ότι με αυτόν συμφωνήθηκε ότι η μεταπώληση των πωληθέντων είχε συμφωνηθεί να λάβει χώρα αποκλειστικώς και μόνον προς το δίκτυο πελατών της πωλήτριας που θα υποδείκνυε προς διευκόλυνση της αγοράστριας, αλλά και προς τρίτα πρόσωπα καθόσον, όπως δέχθηκε το Εφετείο, η αγοράστρια δεν ήταν υποχρεωμένη να κάνει χρήση του σχετικού πελατολογίου, παρά μόνο δικαιούταν να διευρύνει μέσω αυτού τον κύκλο μεταπωλήσεως των προϊόντων, χωρίς το γεγονός αυτό να αναιρεί την υποχρέωσή της προς καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι, αντιθέτως, ο σχετικός συμβατικός όρος αποτέλεσε μία παρεπόμενη υποχρέωση της πωλήτριας αναιρεσίβλητης περί παροχής υπηρεσιών και παραδόσεως εγγράφων, η μη τήρηση ή η πλημμελής εκπλήρωση της οποίας ρυθμίζεται είτε ευθέως εκ του νόμου, ήτοι από τις σχετικές περί πωλήσεως διατάξεις του ΑΚ (άρθρο 519 του ΑΚ), είτε από τη σχετική -ρητή ή σιωπηρή- συμφωνία των μερών, είτε βάσει της αρχής της καλόπιστης εκπληρώσεως των ενοχών (κατά το άρθρο 288 του ΑΚ), απορρίπτοντας στη συνέχεια τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας από το άρθρο 380 του ΑΚ περί απαλλαγής της υποχρεώσεώς της από την καταβολή του τιμήματος, επικουρικώς από το άρθρο 288 περί παραβιάσεως της αρχής της καλόπιστης εκπληρώσεως της παροχής, έτι επικουρικότερα από το άρθρο 281 του ΑΚ και όλως επικουρικώς από το άρθρο 387 του ΑΚ περί ασκήσεως δικαιώματος υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση. Επομένως, ο ως άνω πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 201, 361 και 513 του ΑΚ είναι προεχόντως αλυσιτελής, διότι πλήττει μόνο την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο προαναφερθείς συμβατικός όρος περί παραδόσεως του πελατολογίου δεν συνιστά αναβλητική αίρεση, ενώ δεν πλήττει καθόλου τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, με την οποία έγινε δεκτό ότι η συγκεκριμένη συμβατική ρύθμιση αποτέλεσε μία παρεπόμενη υποχρέωση την οποία είχε αναλάβει η πωλήτρια αναιρεσίβλητη, με βάση τα συναλλακτικά ήθη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, προς το σκοπό, ιδίως, να καταστεί ευχερέστερη η μεταπώληση των επίδικων εμπορευμάτων, την οποία, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, τήρησε η τελευταία. Εφόσον, επομένως, η δεύτερη από τις δύο επάλληλες αιτιολογίες, δεν επλήγη καθόλου, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος αφορά μόνο στην πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, είναι αλυσιτελής και εκ τούτου απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, ισοδυνάμως, πλήρως και αυτοτελώς στην επάλληλη και μη πληγείσα με την αναίρεση δεύτερη αιτιολογία της. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και διότι οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και ορθότητα των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, βάσει των οποίων αυτό κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τον τεθέντα ως άνω όρο της ένδικης συμβάσεως περί υποδείξεως σε αυτήν του πελατολογίου της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και τον τρόπο καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος και στα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από την ίδια εκδοχής ότι η υπόδειξη σε αυτήν του πελατολογίου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποτελεί γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο και συνιστά, κατά την ένδικη σύμβαση, αναβλητική αίρεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτήθηκε η καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, με τις αιτιάσεις όμως αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται, κατ' αποτέλεσμα, απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υποθέσεως και την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος καθότι με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο τεθείς ως άνω συμβατικός όρος δεν συνιστά αναβλητική αίρεση κάνοντας έτσι δεκτή και κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 513 του ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόσθηκαν εν προκειμένω και ορθώς, επίσης, ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 201 του ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα. Τούτο, ειδικότερα, διότι την κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα, στο πλαίσιο της ένδικης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, δεν είχε πωλήσει, μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την ημερομηνία υπογραφής του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το σύνολο των προϊόντων, όπως είχε συμφωνηθεί, και υπολείπονταν αδιάθετος αριθμός αυτών στις αποθήκες της και ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης από το τίμημα που συμφωνήθηκε ανερχόταν κατά το χρόνο αυτό στο χρηματικό ποσό των 20.022,18 ευρώ, δικαιολογούν οι παραδοχές της προσβαλλομένης ότι η αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από τις 10.10.2013 έως τις 22.10.2013 εκπλήρωσε την κύρια υποχρέωσή της, που απέρρεε από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως, μεταβιβάζοντας την κυριότητα των επίδικων προϊόντων και παραδίδοντας αυτά στην αναιρεσείουσα με το τίμημα που συμφωνήθηκε και ότι μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων δεν υπήρξε συμφωνία για την καταβολή του οφειλομένου τιμήματος υπό την αναβλητική αίρεση της έγγραφης υποδείξεως από την αναιρεσίβλητη (πωλήτρια) στην αναιρεσείουσα (αγοράστρια) του δικτύου πελατών (πελατολογίου) που αυτή διέθετε και προς τους οποίους θα δύναται η αγοράστρια να πωλήσει με τη σειρά της τα εμπορεύματα αυτά και ότι, συνεπώς, από την πλήρωση της οποίας είχε εξαρτηθεί η καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, η δε αξίωση της αναιρεσίβλητης να απαιτήσει το τίμημα που συμφωνήθηκε δικαιολογείται από τις έτερες παραδοχές του Εφετείου ότι αυτή εκπλήρωσε και την παρεπόμενη υποχρέωσή της προς την αναιρεσείουσα να της υποδείξει εγγράφως το πελατολόγιό της. Σύμφωνα, εξάλλου με τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, ούτε κατά μείζονα λόγο ρητώς, ασάφεια, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων αναφορικά με την επικαλούμενη αίρεση που φέρεται ότι τέθηκε στη συμφωνία περί καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς δέχεται ότι η συμβατική αυτή ρύθμιση αποτέλεσε παρεπόμενη υποχρέωση της πωλήτριας αναιρεσίβλητης και όχι αναβλητική αίρεση από την πλήρωση της οποίας είχαν εξαρτηθεί τα αποτελέσματα της ένδικης συμβάσεως και δη η καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος. Συνακόλουθα, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και, επομένως, οι σχετικές, όπως εκτιμάται, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης μη εφαρμογής των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε ασάφεια, κενό ή αμφιβολία ως προς τη βούληση των συμβλαλλομένων διαδίκων που καθιστούσε αναγκαία την προσφυγή στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμες.

8.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και συνακόλουθα εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως υφίσταται και όταν η απόφαση έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, υπάρχει όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, αξιολόγηση, εκτίμηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 1445/2017).

9.- Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι: 1) με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η ίδια οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως οφειλόμενο τίμημα από τη μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως το ποσό των 20.022,18 ευρώ, ήτοι το ήμισυ του συμφωνηθέντος τιμήματος, λαμβάνοντας υπόψη της σταδιακά σημαντικής απομειώσεως της αξίας πωλήσεως των επίδικων εμπορευμάτων, όσο αυτά παρέμειναν αδιάθετα για χρονικό διάστημα πέρα του ενός (1) έτους από την ημερομηνία παραγωγής τους, χωρίς να παραθέτει καμία αιτιολογία για τον τρόπο υπολογισμού του τιμήματος, ώστε να δικαιολογείται το αποδεικτικό της πόρισμα και 2) με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της ότι στο επιδικασθέν στην αναιρεσίβλητη ποσό πρέπει να συνυπολογισθεί και το ποσό του αναλογούντος ΦΠΑ ύψους 5.566,14 ευρώ, με την αιτιολογία ότι αυτό έχει ήδη καταβληθεί, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 513 του ΑΚ, στερώντας την απόφασή του νομίμου βάσεως λόγω ελλείψεως παντελούς αιτιολογίας σε σχέση με το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του επιδικασθέντος τιμήματος των επίδικων εμπορευμάτων που της πώλησε η αναιρεσίβλητη, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς τον ισχυρισμό της για αφαίρεση του ποσού των 5.566,14 ευρώ από το τελικώς επιδικασθέν στην αναιρεσίβλητη ποσό. Ωστόσο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς τον τρόπο υπολογισμού του συμφωνηθέντος τιμήματος και ως προς το ζήτημα του προβληθέντος από την αναιρεσείοντα ισχυρισμού της περί υπολογισμού στο επιδικασθέν ποσό του αναλογούντος ΦΠΑ (τον οποίο η ίδια χαρακτηρίζει ως ένσταση εξοφλήσεως), καθόσον με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 361 και 513 επ. του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν εξόφλησε το συμφωνηθέν τίμημα των επίδικων πωλήσεων και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι είναι απορριπτέος κατ' ουσίαν ο προταθείς ισχυρισμός της περί συνυπολογισμού στο επιδικασθέν ποσό και του αναλογούντος στο τίμημα ΦΠΑ, για τον οποίο, όπως δέχθηκε, είχε ήδη καταβληθεί. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο: α) ότι παρά τη συμφωνία των διαδίκων περί πωλήσεως από την αγοράστρια αναιρεσείουσα του συνόλου των επίδικων προϊόντων, μετά την πάροδο (1) ενός έτους από την ημερομηνία υπογραφής του από 21.10.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, παρέμενε αδιάθετος αριθμός αυτών στις αποθήκες της, β) ότι η αναιρεσείουσα από τις 30.11.2013 έως τις 08.03.2017 είχε μεταπωλήσει μέρος μόνο των επιδίκων προϊόντων έχοντας εισπράξει το ποσό των 6.340,15 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, ποσού 1.458,23 ευρώ και συνολικώς 7.798,38 ευρώ, γ) ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν αποδείχθηκε, κατ' αντικειμενική κρίση, σημαντική απομείωση της αξίας πωλήσεως των επίδικων προϊόντων, καθόσον δεν προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αναλυτικά οικονομικά στοιχεία για τη στήριξη διαφορετικής κρίσεως, δ) ότι η αναιρεσείουσα, καίτοι η πωλήτρια αναιρεσίβλητη τήρησε τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις της, ήτοι τόσο την κύρια υποχρέωση περί μεταβιβάσεως της κυριότητας των επίδικων εμπορευμάτων και της παραδόσεως αυτών στην αγοράστρια, τα οποία αυτή παρέλαβε ανεπιφύλακτα, όσο και την παρεπόμενη υποχρέωσή της περί υποδείξεως του πελατολογίου της σε αυτήν εκδίδοντας τα σχετικά προς τούτο τιμολόγια και δελτία αποστολής, η τελευταία δεν κατέβαλε το ήμισυ του συμφωνηθέντος ποσού των επίδικων τιμολογίων, παρά μόνον μέρος αυτών, ήτοι κατέβαλε το ποσό των 6.340,15 ευρώ, απολειπομένου προς εξόφληση του ποσού των 20.022,18 ευρώ (ήτοι, 46.384,51 ευρώ συνολικό συμφωνηθέν τίμημα - 6.340,15 ευρώ που καταβλήθηκε = 40.044,36 ευρώ χ 50% το ήμισυ του υπολειπομένου μέρους του τιμήματος = 20.022,18) και ε) ότι πλην του ποσού των 6.340,15 ευρώ, δεν αποδείχθηκε η καταβολή κανενός άλλου ποσού, καθόσον το σύνολο του αναλογούντος στο τίμημα πωλήσεως ΦΠΑ, όπως συνομολογήθηκε από τους διαδίκους, έχει ήδη καταβληθεί από την αγοράστρια. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι δεν εξοφλήθηκε το τίμημα που είχε συμφωνηθεί, προσδιορίζοντας σαφώς τον τρόπο υπολογισμού του υπολοίπου, στο πλαίσιο δε της ουσιαστικής έρευνας του προβληθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί συνυπολογισμού (εξοφλήσεως κατ' αυτήν) στο επιδικασθέν ποσό και του αναλογούντος ΦΠΑ και προς αιτιολόγηση του πορίσματος αυτού και μόνον γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι από αυτά αποδεικνύεται ότι το σύνολο του αναλογούντος στο τίμημα πιλήσεως ΦΠΑ, όπως συνομολογήθηκε από τους διαδίκους, έχει ήδη καταβληθεί από την αγοράστρια, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για ανεπάρκεια αιτιολογίας.
Συνεπώς, ο ως άνω τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, ανεπίτρεπτα, μέσω των αναφερομένων συλλογισμών, επιχειρημάτων και συμπερασμάτων της αναιρεσείουσας, που περιέχονται σε αυτόν, ιδία στο δεύτερο σκέλος του, η αναιρετικώς ανέλεγκτη -κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ- επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

10.- Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκ των οποίων η πρώτη εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1302/2023, ΑΠ 433/2019, ΑΠ 1193/2018). Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 721/2024, ΑΠ 410/2024). Οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως και επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 511/2016), ενώ, αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου των εγγράφων κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014).

11.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το μνημονευόμενο έγγραφο και συγκεκριμένα την από 13.02.2014 επιστολή της αναιρεσίβλητης, η οποία φέρει ως τίτλο "επιστολή επιβεβαίωσης πληρωτέου υπολοίπου", την οποία όμως η αναιρεσίβλητη δεν είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Από το προσκομιζόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου -από 06.11.2018- αντίγραφο των έγγραφων προτάσεων τις οποίες κατέθεσε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, ως διαδικαστικό έγγραφο, παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ) για τον έλεγχο της βασιμότητας του άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει σχετικά με την προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη προς υποστήριξη της αγωγής της κατά της αναιρεσείουσας προσκόμισε και επικαλέσθηκε, πλην των άλλων, το παραπάνω έγγραφο και στη σελίδα 5 των προτάσεων αυτών ανέφερε επί λέξει: "....προσάγομεν και επικαλούμεθα την από 13.02.2014 επιστολή της αντιδίκου προς ημάς με την οποία αύτη δηλώνει και ομολογεί ότι η οφειλή της προς ημάς από την πώληση των εις την αγωγή αναφερομένων εμπορευμάτων και όπως από τα επίσημα βιβλία της προκύπτει ανέρχεται στο ποσόν των 46.384,96 ευρώ". Η επίκληση του εγγράφου αυτού έγινε παραδεκτά και νόμιμα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με την επιτρεπτή ενσωμάτωση, στο κείμενο των προτάσεων της έκκλητης δίκης, αυτούσιου και του κειμένου των πρωτόδικων προτάσεών της, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της που συνέταξε τις προτάσεις αυτές στην έκκλητη δίκη, αφού έτσι, καθίστανται ενιαίες οι πρωτόδικες και οι εφετειακές προτάσεις (ΑΠ 407/2024, ΑΠ 474/2021, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 696/2017). Είναι δε σαφής και ορισμένη, αφού προσδιορίζεται το είδος του εγγράφου, έτσι ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του και ότι αυτό πράγματι προσκομίσθηκε. Επομένως, ο ως άνω πρώτος, εκ του αριθμού 11 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

12.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς και παραδεκτώς προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997), όχι, όμως, και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία λόγου εφέσεως, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή ή την απόρριψή του, ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2086/2017).
Συνεπώς δεν ιδρύουν τον άνω λόγο αναιρέσεως οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 127/2018, ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν αυτοί προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη προταθέντα ισχυρισμό, πλην όμως τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε -τυπικό ή ουσιαστικό- λόγο (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/ 2010), είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει και όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τις ως άνω διατάξεις και μόνον αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022). Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αφού καμία διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, την οποία υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

13.- Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 και 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την απομείωση της αξίας των αδιάθετων εμπορευμάτων που παρέμειναν στις αποθήκες της και των πραγματικών τιμών μεταπωλήσεώς τους: 1) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτή νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του με τις προτάσεις της και συγκεκριμένα τα έγγραφα: α) υπό τον αριθμό σχετικού 7 "καρτέλα προμηθευτών έτους 2013, που έχει εξαχθεί από το μηχανογραφικό σύστημα της εταιρείας, β) υπό τον αριθμό σχετικού 8 "Τιμοκατάλογος έτους 2017 για την προώθηση των επίδικων προϊόντων, γ) υπό τον αριθμό σχετικού 9 "Απογραφή αποθηκών μηνός Απριλίου 2017 σχετικά με τα αδιάθετα επίδικα προϊόντα" και δ) υπό τους αριθμούς σχετικών 10 έως 43 "τιμολόγια μεταπώλησης των εμπορευμάτων", από το σώμα των οποίων αποδεικνυόταν το βάσιμο των ισχυρισμών της περί της πραγματικής αγοραίας αξίας των επίδικων εμπορευμάτων σε σχέση με την αξία κτήσεώς τους και ότι κατά το χρόνο της πωλήσεώς τους τα επίδικα προϊόντα ήταν μη εμπορεύσιμα και πεπαλαιωμένα, τα οποία, όμως, όπως και τα αποδεικνυόμενα από αυτά, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν τα συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένες κρίσεις σχετικά με την πραγματική αγοραία αξία των ένδικων εμπορευμάτων και 2) δεν έλαβε υπόψη τους αποδεικνυόμενους από τα παραπάνω έγγραφα και νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς της περί της απομειώσεως της αξίας των αδιάθετων ένδικων εμπορευμάτων και των πραγματικών τιμών (μετα)πωλήσεως αυτών, οι οποίοι ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ αν είχε λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τα παραπάνω έγγραφά της, θα είχε οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση ως προς το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε υπέρ της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη των αποδεικνυομένων από τα ως άνω σχετικά έγγραφα, είναι απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί, τους οποίους δήθεν δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια της άνω διατάξεως. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως τούτο προκύπτει από τις ως άνω εκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε κατ' ουσίαν με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013). Ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό ως αποδεικνυόμενα, σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αποδείχθηκαν, πέρα από την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση-μαρτυρία τρίτου, και "από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις, το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο οποίο μάλιστα τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα υπό τους αριθμούς … έως … (τιμολόγια μεταπώλησης εμπορευμάτων) αναλύονται και σχολιάζονται εκτενώς (στο 10ο φύλλο και 11ο φύλλο εμπρόσθια σελίδα της), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, σαφώς έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και τα προαναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 340 του ΚΠολΔ) τη βαρύτητα ή την επιρροή των εγγράφων αυτών στα αποδεικτέα θέματα, ως προς την οποία εξάλλου η κρίση του Εφετείου τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθότι ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Ενώ οι λοιπές, με το σκέλος αυτό, προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δηλαδή ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα αποδεικνυόμενα από αυτά συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκλησή τους πλήττεται ανεπίτρεπτα η ανέλεγκτη αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

14.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, ήτοι τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για αυτά, ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα" και στην περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου (ΑΠ 8/2019), όπου "πράγματα", κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της αποδείξεως, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του του άρθρου 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Έτσι, με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το μεν υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με την απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Αντιθέτως, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, υπό την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011). Όμως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, υπό την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει το δικαστήριο με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντιθέτως, το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, υπό την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας ως προς την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί και σε τούτο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ (ΑΠ 917/2025, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 974/2018). Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσκομισθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα ισχυρισμού, ο οποίος κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και τον οποίο οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το σχετικό αίτημα, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει στην περίπτωση αυτή το αίτημα αυτό. Αν δεν το απορρίψει, τότε υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της άνω διατάξεως (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 148/2016). Ήτοι, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικώς η εσφαλμένη κατανομή μεταξύ των διαδίκων του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθώς κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 50/2024, ΑΠ 847/2013).

15.- Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες (α) κατά μεν το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη με την επίκληση ότι δέχθηκε ως αληθινό τον πραγματικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι παραδόθηκε σε αυτήν το πελατολόγιό της, καίτοι τούτο ουδόλως αποδείχθηκε, αφού η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε για αυτό κάποιο έγγραφο, χωρίς να εκθέτει -ούτε γενικώς- στην προσβαλλόμενη απόφασή του από ποια ακριβώς αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη ως προς την παράδοση του πελατολογίου ή ότι κατέληξε στην κρίση του από εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και (β) κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς την επιβολή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως με την επίκληση ότι, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης η αναιρεσίβλητη είχε το βάρος αποδείξεως της παραδόσεως του πελατολογίου της εγγράφως και εκ τούτου έπρεπε να αποδείξει, με την προσκομιδή σχετικού εγγράφου, ότι της παρέδωσε με τον τρόπο αυτό το πελατολόγιό της, το Εφετείο κατένειμε τούτο εσφαλμένα, αποφαινόμενο ότι η αναιρεσίβλητη ανταποκρίθηκε στο βάρος της αυτό, ενώ, αν εφάρμοζε ορθώς το νόμο ως προς το βάρος αποδείξεως, θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης διότι δεν αποδείχθηκε εγγράφως το πραγματικό γεγονός της παραδόσεως σε αυτήν του πελατολογίου της, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφενός διότι τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της άνω διατάξεως και αφετέρου διότι η επικαλούμενη με το σκέλος αυτό αναιρετική πλημμέλεια συνιστά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ και, επομένως, με τις αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι κατά το άνω σκέλος του και αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη, αλλά, αντιθέτως, αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του νόμιμα, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οπίσθια σελίδα του 3ο φύλλου της οποίας το Εφετείο μνημονεύει τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αιτιολογώντας μάλιστα εκείνα στα οποία στήριξε την δικανική του κρίση, προκύπτει ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του περί της παραδόσεως στην αναιρεσείουσα του πελατολογίου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και δη την ένορκη εξέταση του μάρτυρος της εναγομένης-εφεσίβλητης, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αφορούν στην εκκαλούμενη απόφαση, την οποία εκτίμησε μόνη αλλά και σε συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση-μαρτυρία τρίτου, τις ομολογίες των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη των ισχυρισμών τους είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με τη σημείωση ότι δεν παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ασχέτως αν αυτά μνημονεύονται ή όχι ειδικώς, ήτοι, δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Εκ τούτου δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια. Ο αυτός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό τη επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 13 του άρθρου 599 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη παρέδωσε προσηκόντως στην αναιρεσείουσα το πελατολόγιό της, το Εφετείο έκρινε, με βάση την παραδοχή αυτή, που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της, βάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις, τις οποίες αυτή προσκόμισε, ως βαρυνόμενη με το σχετικό αποδεικτικό βάρος, και κατέληξε στο άνω πόρισμά του σχηματίζοντας πλήρη δικανική πεποίθηση από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν νόμιμα, και όχι επειδή δεν (αντα)ποδείχθηκαν οι αντίθετοι αρνητικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως.

16.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.05.2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "BIG SOLAR ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμόν 798/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή