Απόφαση 497 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 497/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", με έδρα την Αθήνα, και η οποία ως ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" με τη σειρά της, είχε υπεισέλθει ως διάδοχος κατά νόμο της πρώην τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "T BANK ATE" όπως μετονομάστηκε η πρώην "ASPIS BANK ATE", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία-Ινώ Τσιρίδου.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-07-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4055/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 922/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16-09-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σφάλματα δε της πρωτόδικης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1177/2024, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 300/2017, ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 765/2008). Αν όμως η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο της απόρριψης της έφεσης, όσο και η πρωτόδικη ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1286/2018).
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης, για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 360/2022, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 336/2009, ΑΠ 306/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 922/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με αυτήν απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από …2018 έφεση της ενάγουσας εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4055/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί η από 18-7-2016 αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσείουσας , ενώ περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την παραπάνω (συμπροσβαλλόμενη) πρωτόδικη απόφαση, αλλ' ούτε και η αναιρεσείουσα επικαλείται τέτοια κατάθεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αίτησης αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου ν. 4335/ 2015, "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι επί αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1-1-2016 και στρέφεται κατά απόφασης που έχει δημοσιευθεί μετά την 1-1-2016 χωρίς να έχει επιδοθεί, η προθεσμία για την άσκησή της είναι διετής από τη δημοσίευσή της (ΑΠ 481/2023, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 1385/2021, ΑΠ 817/2020).
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/ 2020 (ΦΕΚ A` 104/30.5.2020) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α` 48/ 31.3.2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Περαιτέρω, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (ΦΕΚ A` 54/09.04.2021) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/ 2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6η.4.2021" (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 1130/ 2022, ΑΠ 987/ 2022). Τέλος, στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022, υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής της αναστολής των προθεσμιών που εισήχθησαν με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021", ορίζεται ότι: "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α'104) και του πρώτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας {π.δ. 503/1985 (Α'182), ΚΠολΔ}. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του πρώτου χρονικού διαστήματος αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (από 13.3.2020 έως 31.5.2020) ή μετά το πέρας αυτής και πριν από την έναρξη της ημερομηνίας της εκ νέου αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (που διήρκεσε από 7.11.2020 έως 6.4.2021), δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρο 74 Ν. 4690/ 2020), ενώ, αντίθετα, η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του δευτέρου χρονικού διαστήματος αναστολής (από 7.11.2020 έως 6.4.2021) ή μετά το πέρας αυτού, δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρα 83 Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με άρθρο 25 Ν. 4792/2021), χωρίς να συνυπολογίζεται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, στην προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων και η ως άνω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, καθότι αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων που η λήξη τους ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (χωρίς, δηλαδή, να επακολουθήσει νέο χρονικό διάστημα αναστολής) (ΑΠ 291/2024, ΑΠ 934/2024). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο όγδοο (παρ. 1) της από 29-1-2022 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 14/29-1-2022) "Υπό την επιφύλαξη της παρ. 3, το χρονικό διάστημα από τις 25 Ιανουαρίου 2022 έως και τις 28 Ιανουαρίου 2022, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών λόγω ανωτέρας βίας και ειδικότερα λόγω των αιφνίδιων και έντονων καιρικών φαινομένων, δυνάμει των υπ` αρ. ...2022 (Β' …) και ...2022 (Β' …) αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον δικαστηρίων και συναφών εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων που έχουν την έδρα ή κατοικία τους στις περιοχές των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων (ΑΠ 1007/2025).
Κατά τα λοιπά με την ένδικη από …2022 (ΓΑΚ …/2022, ΕΑΚ …/2022) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 922/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για την οποία δεν προκύπτει επίδοση από κάποιον από τους διαδίκους στον άλλο) η οποία δημοσιεύθηκε στις 7-2-2020 και επομένως η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) άρχισε στις 8-2-2020, δηλαδή την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης και θα έληγε κανονικά στις 8-2-2022. Ωστόσο, το χρονικό διάστημα της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (ήτοι 2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν υπολογίζεται στην προθεσμία άσκησης της αναίρεσης και έτσι, μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, η προθεσμία αυτή συνέχισε να τρέχει πάλι από 1-6-2020. Ενδιάμεσα και πριν τη λήξη της, η προθεσμία της αναίρεσης καταλήφθηκε και από τη δεύτερη αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (ήτοι 5 μήνες). Το τελευταίο χρονικό διάστημα επίσης δεν προσμετράται στην προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ. Έτσι, συνολικά δεν υπολογίζεται στην προθεσμία άσκησης της αναίρεσης λόγω των ως άνω αναστολών και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες), χρονικό διάστημα 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ. α' Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α Ν. 4790/2021, το οποίο δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη του. Στη συνέχεια δεν υπολογίζεται και το χρονικό διάστημα από 25-1-2022 έως και 28-1-2022, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών λόγω ανωτέρας βίας σύμφωνα με τα ανωτέρω. Η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 20-9-2022, δηλαδή πριν τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως αυτής στις 10-10-2022 και επομένως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο, στην προκείμενη υπόθεση, χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν. 4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ. αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη, εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπόμενη Υποεπιτροπή. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις: α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων γγ. Ιδιώτες, επαγγελματίες, επιχειρήσεις και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές προς αποκατάσταση των ζημιών τους και τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους...".
Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ιδίου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: i) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ` και γγ` της περίπτωσης α`, της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ii) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ` και γγ` της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή...... γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου".
Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2. Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3. Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.-Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών". Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της λόγω κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995, το Δημόσιο, δια των αρμοδίων οργάνων του, κρίνει, κατ` αρχήν, αν πράγματι συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης. Επομένως, προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) να συντρέχει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου, οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας. Ως υπαιτιότητα νοείται, στην περίπτωση αυτή, όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης (ΑΠ 272/2025, ΑΠ 1887/2022).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται . Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 738/2022, ΑΠ 1472/2021, ΑΠ 255/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 267/2022, ΑΠ 551/2020). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011). ). Ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως και η οποία, όταν λείπει, θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοείται η παραδοχή ή η άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό της οικείας διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου και όχι οι κρίσεις και τα επιχειρήματα με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων περιστατικών (ΑΠ 1419/2007) Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον ισχυρισμό (θεμελιωτικό της αγωγής, ένστασης κ.λπ) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, 1935/2017, 369/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης , δέχθηκε τα εξής: "... Δυνάμει σύμβασης δανείου και στο πλαίσιο της απόφασης Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' …2006) η επιχείρηση "ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΔΙΑΝΟΜΕΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." αιτήθηκε και έλαβε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για ρύθμιση των υφιστάμενων οφειλών της προς την Τράπεζα (ASPIS BANK) ποσού 311.377,30 ευρώ, της οποίας η εκκαλούσα τραπεζική εταιρία τυγχάνει ειδική διάδοχος στην έννομη σχέση που απορρέει από την εν λόγω σύμβαση, κατ' εφαρμογή των …2006 και …2006 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών και Οικονομίας σε συνδυασμό με την εγκριτική απόφαση της 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. , σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους του με αρ. πρωτ. …2007 εγγράφου της αρμόδιας Διεύθυνσης και συγκεκριμένα τη διατήρηση των υφιστάμενων προσωπικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων και την εγγραφή πρόσθετης προσημείωσης, οι ειδικότεροι αυτοί όροι τέθηκαν από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (συνεδρίαση …2007) κατόπιν εκτίμησης των στοιχείων που είχαν τεθεί υπόψη του με την με αριθμό …2006 επιστολή της Τράπεζας προς την πρωτοφειλέτρια. Στην επιστολή αυτή η εκκαλούσα ανέφερε ρητά ως υφιστάμενη εξασφάλιση την προσημείωση Α' σειράς, ύψους 150.000 ευρώ σε αγροτεμάχιο στο …, η οποία είχε εγγράφει στο πλαίσιο της πρώτης, με αρ. ... Σύμβασης Ανοιχτού Αλληλόχρεου Λογαριασμού μεταξύ αυτού και της πιστούχου επιχείρησης. Το ως άνω δάνειο χορηγήθηκε με εγγύηση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% της ανωτέρω οφειλής της πιστούχου, σύμφωνα με τις ανωτέρω αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και στο άρθρο 6 της σύμβασης ορίστηκε ότι προκειμένου ο οφειλέτης να αναλάβει το ποσό του Δανείου, πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, να έχει εγγράψει σωρευτική προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 312.000 ευρώ επί του με αριθμό … αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην περιοχή … της τέως Κοινότητας και νυν Δημοτικού Διαμερίσματος … του Ν. …, εκτάσεως 11.545 τ.μ. (Κατόπιν της με αρ.2/40829/0025 από 10-7-2007 εγκριτικής απόφασης της Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών υπό τον όρο τη εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης ποσού 162.000 ευρώ, ώστε να υφίσταται για την εξασφάλιση του νέου δανείου, που θα χορηγούταν για την αποπληρωμή του ήδη υφιστάμενου, προσημείωση υποθήκης συνολικού ποσού 312.000 ευρώ). Στις 25-09-2007 ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Χρυσουπόλεως προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας επί του ανωτέρω αγροτεμαχίου , δυνάμει της με αριθμό 2629/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, για ποσό 312.000 ευρώ, προκειμένου να υλοποιηθεί η εκταμίευση του δανείου. Επίσης το προϊόν των μέχρι 30.6.2006 αξιογράφων σε ενέχυρο θα αποδιδόταν σε ποσοστό 80% στην πρωτοφειλέτιδα, ενώ το υπόλοιπο 20% αυτού θα οδηγούταν σε εξόφληση των πρώτων δόσεων του Δανείου. Στο ανωτέρω έγγραφο αναφέρεται ρητά ότι όρος για τη χορήγηση της εγγύησης ήταν, μεταξύ άλλων η διατήρηση των υφιστάμενων εμπραγμάτων εξασφαλίσεων. Η δανειολήπτρια επιχείρηση δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση δανείου και στις 22-3-2012 η εκκαλούσα τράπεζα έκλεισε το σχετικό λογαριασμό εξυπηρέτησης του δανείου, ο οποίος εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 355.731,82 ευρώ, και κατήγγειλε την σύμβαση, ενώ στη συνέχεια η εκκαλούσα-ειδικός διάδοχος κατά νόμο της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας, με την από 27-3-2012 αίτησή της, διαβίβασε στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. το σχετικό φάκελο, καθώς και κατόπιν αιτήματος τα πρόσθετα δικαιολογητικά ζητώντας την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα την καταβολή του ποσού των 252.109,81 ευρώ που αντιστοιχεί στο 80% της απαιτήσεως της , και των εξόδων αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού. Με το από το από …2007 με αριθμό … έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην Τράπεζα και στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία η έγκριση της παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, δεν γίνεται διάκριση σε προσημείωση Α' ή Β' σειράς παρά μόνο τίθεται ο όρος της διατήρησης των υφιστάμενων εμπράγματων εξασφαλίσεων. Ωστόσο από την εξέταση των υποβληθέντων δικαιολογητικών διαπιστώθηκε ότι, αν και η εγγύηση δόθηκε με τον όρο της διατήρησης των υφιστάμενων εξασφαλίσεων (μεταξύ αυτών και η προσημείωση Α' σειράς), η εκκαλούσα Τράπεζα αναληθώς είχε αναφέρει ότι πληρούνταν η ανωτέρω προϋπόθεση και υφίστατο κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος παροχής εγγύησης του Δημοσίου προσημείωση Α' Σειράς ύψους 312.000 ευρώ, ενώ η ίδια είχε προχωρήσει στην εγγραφή προσημείωσης Β' σειράς του ανωτέρω ποσού στο αγροτεμάχιο. Στο ανωτέρω αγροτεμάχιο υπήρχε ήδη προσημείωση Α' σειράς ύψους 150.000 ευρώ, η οποία όμως εξασφαλίζει μόνο την απαίτηση της εκκαλούσας από την αρχική σύμβαση πίστωσης, δηλαδή τις απαιτήσεις αποκλειστικά του πιστωτικού ιδρύματος, η ικανοποίηση των οποίων, σε περίπτωση τροπής της Α' προσημείωσης σε υποθήκη προηγείται από κάθε άλλη μεταγενέστερη υποθήκη στο ίδιο ακίνητο (Άρθρα 1272,1274,1300 ΑΚ). Συγκεκριμένα , σύμφωνα με το με αριθμό …2007 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Χρυσουπόλεως προκύπτει ότι επί του περιγραφόμενου στην με αριθμό 2629/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ακινήτου, κτήματος της πιστούχου εταιρίας, έχουν εγγράψει: α) προσημείωση υποθήκης εγγραφείσα στις 23-12-2004 στον Τόμο … και με αύξοντα αριθμό … υπέρ της "ASPIS BANK Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας" για το ποσό των 150.000 ευρώ και β) προσημείωση υποθήκης, εγγραφείσα στις 25-9-2007 στον Τόμο … και αύξοντα αριθμό … υπέρ της ίδιας Τράπεζας για το ποσό των 312.000 ευρώ.
Συνεπώς έχουν εγγράψει επί του ίδιου αγροτεμαχίου δύο προσημειώσεις υποθήκης Α' και Β' σειράς προς εξασφάλιση, η μεν πρώτη, της με αριθμό ... Σύμβασης Ανοιχτού Αλληλόχρεου Λογαριασμού, ποσού 150.000 ευρώ, η δε δεύτερη προς εξασφάλιση της με αριθμό …2006 σύμβασης Τοκοχρεωλυτικού Δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για το ποσό των 312.000 ευρώ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά το χρόνο χορήγησης του δανείου ποσού 311.377,30 ευρώ με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου , με σκοπό την αποπληρωμή ισόποσων υφιστάμενων οφειλών της πιστούχου προς την ASPIS BANK Α.Ε. δεν είχαν ληφθεί επαρκείς εμπράγματες ασφάλειες για την ικανοποίηση της εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο απαίτησης της Τράπεζας από τη νέα δανειακή σύμβαση, αφού δεν είχε τηρηθεί ο όρος της εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης Α' σειράς ύψους 162.000 ευρώ, ώστε να υφίσταται για την εξασφάλιση του νέου δανείου, που θα χορηγούταν για την αποπληρωμή του ήδη υφιστάμενου, προσημείωση υποθήκης συνολικού ποσού 312.000 ευρώ, που να διασφαλίζει "αποκλειστικά τις μέχρι τις 30-6-2006 οφειλές της πιστούχου εταιρείας, οι οποίες είχαν υπαχθεί στην υπ' αριθμ. …2006 ΥΑ, ήτοι τις απορρέουσες από την επίμαχη με αριθμό …2006 σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Δανείου απαιτήσεις της, ούτως ώστε στην περίπτωση που η πιστούχος και οφειλέτρια εταιρεία δεν εκπλήρωνε τις δανειακές της υποχρεώσεις και κατέπιπτε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, το Ελληνικό Δημόσιο, υποκαθιστάμενο στην θέση της πιστώτριας Τράπεζας να μπορεί να καλυφθεί από επαρκείς εξασφαλίσεις της απαίτησής του. Δεν είχε τηρηθεί δηλαδή ο όρος παροχής της πρόσθετης εγγύησης, όπως αποτυπώνεται στο με αριθμό …2007 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους, ήτοι η διατήρηση των υφιστάμενων προσωπικών εγγυήσεων και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων και ο όρος εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης (Α' σειράς) ποσού 162.000 ευρώ ώστε να υφίσταται εξασφάλιση του νέου δανείου. Τούτο διότι οι εμπράγματες εξασφαλίσεις που εξασφάλιζαν την προϋφιστάμενη μεταξύ της οφειλέτριας εταιρίας και της Τράπεζας σύμβαση πίστωσης με αριθμό ... ( Σύμβαση Ανοιχτού Αλληλόχρεου Λογαριασμού, δεν επεκτείνονταν και στη νέα ενοχή, την προκύπτουσα από την με αριθμό …2007 σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Δανείου, δεδομένου ότι οι ασφάλειες που υπάρχουν υπέρ της παλαιάς ενοχής δεν επεκτείνονται και στη νέα ενοχή, αφού αυτές, ως παρεπόμενες ενοχικές σχέσεις, ακολουθούν την τύχη μόνο της παλαιάς ενοχής, με αποτέλεσμα η Α' προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 150.000 ευρώ να ασφαλίζει μόνο την απαίτηση της Τράπεζας από την αρχική σύμβαση πίστωσης και σε περίπτωση τροπής της σε υποθήκη να προηγείται από κάθε άλλη προσημείωση/υποθήκη στο ίδιο ακίνητο και η ικανοποίηση της πρώτης να αποκλείει την ικανοποίηση της δεύτερης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε την σχετική νομοθεσία και έκρινε με πλήρη, ειδική και σαφή αιτιολογία ότι δεν τηρήθηκε ο όρος χορήγησης της επίδικης εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή η διατήρηση των υφιστάμενων εμπράγματων εξασφαλίσεων (μεταξύ των οποίων και της προσημείωσης Α' σειράς, με εγγραφή και πρόσθετης προσημείωσης επίσης Α' σειράς) για την εξασφάλιση των εγγυημένων από το Δημόσιο απαιτήσεων της Τράπεζας έναντι της πιστούχου εταιρίας, που προέκυψαν από την με αριθμό …2005 σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Δανείου , και οι σχετικοί (1°ς και 2°ς) λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συντρέχει υπαιτιότητα της εκκαλούσας ως προς την τήρηση του όρου παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 11παρ.4 του ν.2322/1995 που είναι α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) αιτιώδης συνάφεια, δηλαδή η εξαρχής μη συνδρομή ή εκ των υστέρων μιας ή περισσότερων των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου να οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας τράπεζας. Συγκεκριμένα η εκκαλούσα αμφισβητεί την συνδρομή β) κυρίως γ) επικαλούμενη ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητά της για την μη τήρηση του όρου της διατήρησης των υφιστάμενων ασφαλειών αλλά οφείλεται σε ασάφεια των όρων χορήγησης της εγγύησης. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τόσο η διατύπωση όσο και η διαδικασία χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, όπως διατυπώθηκε εγγράφως στη σχετική εγκριτική πράξη της αρμόδιας 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. απευθυνόμενη στο νομικό τμήμα της εκκαλούσας Τράπεζας, το οποίο είναι απόλυτα εξοικειωμένο με τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων του είδους, δεν δύναται να ερμηνευθεί διαφορετικά , αφού είναι αυτονόητο στο νομικό κόσμο ότι η διατήρηση των ήδη υφιστάμενων εμπράγματων εξασφαλίσεων και πρόσθετη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ικανοποιείται μόνο με εγγραφή προσημείωσης της ίδιας και όχι κατώτερης τάξης από την ήδη υφιστάμενη.
Συνεπώς η εκκαλούσα εν γνώσει της μη συμμόρφωσης προς τον όρο της παροχής εγγύησης αιτήθηκε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2696/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, αντίγραφο της οποίας όφειλε να προσκομίσει στην 25η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. για τη χορήγηση της εγγύησης, όπου δεν αναφέρεται ότι η εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω αναφερόμενου ακινήτου της πιστούχου είναι δεύτερη σε σειρά, και συνεπώς δεν πληρούται ο όρος παροχής εγγύησης. Η παράλειψη αυτή συνιστά υπαιτιότητα της εκκαλούσας , η οποία λόγω της ιδιότητάς της ως πιστωτικού ιδρύματος με εμπειρία σε αυτού του είδους τις συμβάσεις και συναλλαγές, τις οποίες χειρίζεται το νομικό τμήμα της, συνιστά υπαίτια συμπεριφορά αυτής. Εξαιτίας της συμπεριφοράς της εκκαλούσας πληρούται και η υπό στοιχείο δ) προϋπόθεση της ρήτρας ελευθέρωσης του Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη, διότι στην περίπτωση κατά την οποία η δανειολήτρια εταιρία δεν εκπληρώσει τις δανειακές υποχρεώσεις της, όπως εν προκειμένω, η δανείστρια Τράπεζα δύναται να ικανοποιηθεί από την κατάπτωση της εγγύησης του - Ελληνικού Δημοσίου, όμως το Δημόσιο δεν διασφαλίζει το αναγωγικό δικαίωμά του από τις υφιστάμενες εμπράγματες ασφάλειες. Κατά τα ανωτέρω απορριπτέος κρίνεται και ο τρίτος λόγος έφεσης ως αβάσιμος. Με τον 4° λόγο έφεσής της η εκκαλούσα επικαλείται ότι η ένσταση ελευθερώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη δυνάμει της διάταξης του άρθρου 11 παρ.4 του ν.2322/1995 θα έπρεπε να απορριφθεί ως καταχρηστικώς ασκηθείσα .Συγκεκριμένα παραπονείται ότι η συμπεριφορά του Δημοσίου υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν, κυρίως, τόσο η καλή πίστη όσο και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καθώς η προηγηθείσα συμπεριφορά του, όπως εκδηλώθηκε με την ασαφή διατύπωση στην εγκριτική της εγγύησης πράξης του, οι περιστάσεις που μεσολάβησαν από τη χορήγηση της εγγύησης και έπειτα, η συστηματική και ενάντια στην καλή πίστη άρνηση του Ελληνικού Δημοσίου να συναινέσει στην θεραπεία των υποτιθέμενων ελλείψεων στις προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης και η μη πρόκληση ζημίας σε αυτό ούτε καν υπό τη μορφή δικονομικής βλάβης καθιστούν μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, της κατ' άρθρο 11 παρ.4 του ν.2322/1995 ένστασης ελευθέρωσής του από την εγγυητικού του ευθύνη. Επί του ανωτέρω λόγου έφεσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου να επικαλεστεί την ρήτρα ελευθέρωσής του από την εγγυητική του ευθύνη δεν υφίσταται χρονικό όριο, ούτε και απαιτείται προηγουμένως οποιαδήποτε ανάκληση των εντολών πληρωμής, αφού αυτή είναι δυνατή, ακόμη και αν το Δημόσιο έχει ήδη προβεί στην πληρωμή του πιστωτικού ιδρύματος. Πολύ περισσότερο δεν υπάρχει δυνατότητα θεραπείας της έλλειψης των νομίμων προϋποθέσεων που δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο χορήγησης της εγγύησης της Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ούτε στον Αστικό Κώδικα, του οποίου οι διατάξεις εφαρμόζονται συμπληρωματικά, ούτε στο ν. 2322/2015, και στις υπουργικές αποφάσεις που ορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης. Αντιθέτως από όλες τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το Δημόσιο δικαιούται να αρνηθεί την κατάπτωση της εγγύησης, εάν ακόμη και κατά τον έλεγχο του αιτήματος κατάπτωσης διαπιστωθεί ότι από πταίσμα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν η εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης. Σύμφωνα με την με αριθμό …2006 απόφαση του Υφυπουργού οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 16), με την οποία ρυθμίζονται λεπτομερώς τα δικαιολογητικά που υποβάλλουν οι Τράπεζες στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. , προκειμένου αυτή να προβεί σε έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, η μόνη αρμόδια για να κρίνει την νομιμότητα της κατάπτωσης και να διατάξει την πληρωμή της απαίτησης είναι η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων και Δανείων του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους στην οποία η δανείστρια τράπεζα, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει με έγγραφό της, που απευθύνεται στο Υπουργείο Οικονομικών- Γενικό Λογιστήριο του Κράτους- τέως 25η Διεύθυνση, την καταβολή του εγγυημένου από το Δημόσιο ποσό, οι δε τράπεζες προκειμένου να ικανοποιηθούν από το Δημόσιο για τις εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλλουν τα προβλεπόμενα στην ανωτέρω Υ.Α. , δικαιολογητικά. Στον φάκελο αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που αναλυτικώς ορίζονται στην υπουργική απόφαση , προκειμένου να καταστεί εφικτός ο έλεγχό τους και να διενεργηθεί η ταμειακή βεβαίωση του ποσού της καταπεσούσης εγγύησης του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. και η υποκατάσταση αυτού στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας, έναντι τόσο του πρωτοφειλέτη, όσο και των εγγυητών και λοιπών συνυποχρέων. Μόνο έτσι διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση και είναι εφικτή η διαπίστωση αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις... ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, εφόσον, κατά το νόμο το Δημόσιο μπορεί ακόμη και κατά τον έλεγχο της υποβολής του αιτήματος κατάπτωσης να διαπιστώσει και να επικαλεστεί για πρώτη φορά τη συνδρομή λόγου ελευθέρωσης, επ' ουδενί δικαιολογείται εύλογη πεποίθηση της Τράπεζας ότι το Δημόσιο δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του αυτό και δεν κρίνεται καταχρηστική η άσκησή του.
Περαιτέρω ό ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι αντίθετα στην καλή πίστη και κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του και της πλεονεκτικής του θέσης, το Ελληνικό Δημόσιο δεν συνήνεσε στην προταθείσα από την εκκαλούσα Τράπεζα, με τις από 24-4-2014 και 2-11-2015 επιστολές της, εναλλαγή τάξεων των επίμαχων προσημειώσεων προκειμένου να ικανοποιηθεί ο όρος έγγραφής προσημείωσης Α' σειράς επί του ακινήτου της πιστούχου εταιρίας τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα αναφερόμενα από την εκκαλούσα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δε δύνανται να προσδώσουν στην επίκληση της ρήτρας ελευθέρωσης από την εγγυητική ευθύνη από μέρους του Δημοσίου το χαρακτήρα της καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος του, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρειά του να εξετάσει τη συνδρομή των όρων της χορήγησης της εγγύησης πριν, κατά και μετά την κατάπτωση ακόμη της εγγύησης, ώστε δεν καθίσταται, χωρίς την επίκληση πρόσθετων πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, καταχρηστική. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της..".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες στη μείζονα πρόταση διατάξεις, δεχόμενο ότι παραβιάστηκαν οι όροι χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου - αναιρεσιβλήτου) και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, βάσει των οποίων ήχθη στην παραδοχή της ενστάσεως ελευθερώσεως του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 11 παρ.4 του ν.2322/1995). Ειδικότερα, με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δέχτηκε ότι: 1) Δυνάμει σύμβασης δανείου και στο πλαίσιο της απόφασης Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 579/09.05.2006) η επιχείρηση "ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΔΙΑΝΟΜΕΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." αιτήθηκε και έλαβε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για ρύθμιση των υφιστάμενων οφειλών της προς την Τράπεζα (ASPIS BANK) ποσού 311.377,30 ευρώ, της οποίας η εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία τυγχάνει ειδική διάδοχος στην έννομη σχέση που απορρέει από την εν λόγω σύμβαση, κατ' εφαρμογή των υπ' αριθμ. …2006 και …2006 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών και Οικονομίας σε συνδυασμό με την εγκριτική απόφαση της 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. , σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους του με αρ. πρωτ. …2007 εγγράφου της αρμόδιας Διεύθυνσης και συγκεκριμένα τη διατήρηση των υφιστάμενων προσωπικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων και την εγγραφή πρόσθετης προσημείωσης, όπως οι ειδικότεροι αυτοί όροι τέθηκαν από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (συνεδρίαση …2007) κατόπιν εκτίμησης των στοιχείων που είχαν τεθεί υπόψη του με την με αριθμό …2006 επιστολή της Τράπεζας προς την πρωτοφειλέτρια. 2) Στην επιστολή αυτή η ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανέφερε ρητά ως υφιστάμενη εξασφάλιση την προσημείωση Α' σειράς, ύψους 150.000 ευρώ σε αγροτεμάχιο στο …, η οποία είχε εγγράφει στο πλαίσιο της πρώτης, με αρ. ... Σύμβασης Ανοιχτού Αλληλόχρεου Λογαριασμού μεταξύ αυτού και της πιστούχου επιχείρησης. Το ως άνω δάνειο χορηγήθηκε με εγγύηση του εναγόμενου - αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% της ανωτέρω οφειλής της πιστούχου, σύμφωνα με τις ανωτέρω αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και στο άρθρο 6 της σύμβασης ορίστηκε ότι προκειμένου ο οφειλέτης να αναλάβει το ποσό του Δανείου, πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, να έχει εγγράψει σωρευτική προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 312.000 ευρώ επί του με αριθμό … αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην περιοχή … της τέως Κοινότητας και νυν Δημοτικού Διαμερίσματος … του Ν. …, εκτάσεως 11.545 τ.μ. (Κατόπιν της με αρ. …2007 εγκριτικής απόφασης της Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών υπό τον όρο της εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης ποσού 162.000 ευρώ, ώστε να υφίσταται για την εξασφάλιση του νέου δανείου, που θα χορηγούνταν για την αποπληρωμή του ήδη υφιστάμενου, προσημείωση υποθήκης συνολικού ποσού 312.000 ευρώ). 3) Με το από …2007 με αριθμό … έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην Τράπεζα και στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία η έγκριση της παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, δεν γίνεται διάκριση σε προσημείωση Α' ή Β' σειράς παρά μόνο τίθεται ο όρος της διατήρησης των υφιστάμενων εμπράγματων εξασφαλίσεων. Ωστόσο από την εξέταση των υποβληθέντων δικαιολογητικών διαπιστώθηκε ότι, αν και η εγγύηση δόθηκε με τον όρο της διατήρησης των υφιστάμενων εξασφαλίσεων (μεταξύ αυτών και η προσημείωση Α' σειράς), η εκκαλούσα Τράπεζα αναληθώς είχε αναφέρει ότι πληρούνταν η ανωτέρω προϋπόθεση και υφίστατο κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος παροχής εγγύησης του Δημοσίου προσημείωση Α' Σειράς ύψους 312.000 ευρώ, ενώ η ίδια είχε προχωρήσει στην εγγραφή προσημείωσης Β' σειράς του ανωτέρω ποσού στο αγροτεμάχιο. Στο ανωτέρω αγροτεμάχιο υπήρχε ήδη προσημείωση Α' σειράς ύψους 150.000 ευρώ, η οποία όμως εξασφαλίζει μόνο την απαίτηση της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας από την αρχική σύμβαση πίστωσης, δηλαδή τις απαιτήσεις αποκλειστικά του πιστωτικού ιδρύματος, η ικανοποίηση των οποίων, σε περίπτωση τροπής της Α' προσημείωσης σε υποθήκη προηγείται από κάθε άλλη μεταγενέστερη υποθήκη στο ίδιο ακίνητο (άρθρα 1272,1274,1300 ΑΚ). 4) Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το με αριθμό …2007 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Χρυσουπόλεως προκύπτει ότι επί του περιγραφόμενου στη με αριθμό 2629/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ακινήτου, κτήματος της πιστούχου εταιρίας, έχουν εγγραφεί: α) προσημείωση υποθήκης εγγραφείσα στις 23-12-2004 στον Τόμο … και με αύξοντα αριθμό … υπέρ της "ASPIS BANK Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας" για το ποσό των 150.000 ευρώ και β) προσημείωση υποθήκης, εγγραφείσα στις 25-9-2007 στον Τόμο … και αύξοντα αριθμό … υπέρ της ίδιας Τράπεζας για το ποσό των 312.000 ευρώ.
Συνεπώς έχουν εγγραφεί επί του ίδιου αγροτεμαχίου δύο προσημειώσεις υποθήκης Α' και Β' σειράς προς εξασφάλιση, η μεν πρώτη, της με αριθμό ... Σύμβασης Ανοιχτού Αλληλόχρεου Λογαριασμού, ποσού 150.000 ευρώ, η δε δεύτερη προς εξασφάλιση της με αριθμό …2006 σύμβασης Τοκοχρεωλυτικού Δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για το ποσό των 312.000 ευρώ. 5) Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά το χρόνο χορήγησης του δανείου ποσού 311.377,30 ευρώ με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου , με σκοπό την αποπληρωμή ισόποσων υφιστάμενων οφειλών της πιστούχου προς την ASPIS BANK Α.Ε. δεν είχαν ληφθεί επαρκείς εμπράγματες ασφάλειες για την ικανοποίηση της εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο απαίτησης της Τράπεζας από τη νέα δανειακή σύμβαση, αφού δεν είχε τηρηθεί ο όρος της εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης Α' σειράς ύψους 162.000 ευρώ, ώστε να υφίσταται για την εξασφάλιση του νέου δανείου, που θα χορηγούνταν για την αποπληρωμή του ήδη υφιστάμενου, προσημείωση υποθήκης συνολικού ποσού 312.000 ευρώ, που να διασφαλίζει αποκλειστικά τις μέχρι τις 30-6-2006 οφειλές της πιστούχου εταιρείας, οι οποίες είχαν υπαχθεί στην υπ' αριθμ. …2006 ΥΑ, ήτοι τις απορρέουσες από την επίμαχη με αριθμό …2006 σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Δανείου απαιτήσεις της, ούτως ώστε στην περίπτωση που η πιστούχος και οφειλέτρια εταιρεία δεν εκπλήρωνε τις δανειακές της υποχρεώσεις και κατέπιπτε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, το Ελληνικό Δημόσιο, υποκαθιστάμενο στην θέση της πιστώτριας Τράπεζας να μπορεί να καλυφθεί από επαρκείς εξασφαλίσεις της απαίτησής του. 6) Δεν είχε τηρηθεί δηλαδή ο όρος παροχής της πρόσθετης εγγύησης, όπως αποτυπώνεται στο με αριθμό … από …2007 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους, ήτοι η διατήρηση των υφιστάμενων προσωπικών εγγυήσεων και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων και ο όρος εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης (Α' σειράς) ποσού 162.000 ευρώ ώστε να υφίσταται εξασφάλιση του νέου δανείου. Τούτο διότι οι εμπράγματες εξασφαλίσεις που εξασφάλιζαν την προϋφιστάμενη μεταξύ της οφειλέτριας εταιρίας και της Τράπεζας σύμβαση πίστωσης με αριθμό ... (Σύμβαση Ανοιχτού Αλληλόχρεου Λογαριασμού), δεν επεκτείνονταν και στη νέα ενοχή, την προκύπτουσα από τη με αριθμό …2007 σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Δανείου δεδομένου ότι οι ασφάλειες που υπάρχουν υπέρ της παλαιάς ενοχής δεν επεκτείνονται και στη νέα ενοχή, αφού αυτές, ως παρεπόμενες ενοχικές σχέσεις, ακολουθούν την τύχη μόνο της παλαιάς ενοχής, με αποτέλεσμα η Α' προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 150.000 ευρώ να ασφαλίζει μόνο την απαίτηση της Τράπεζας από την αρχική σύμβαση πίστωσης και σε περίπτωση τροπής της σε υποθήκη να προηγείται από κάθε άλλη προσημείωση/υποθήκη στο ίδιο ακίνητο και η ικανοποίηση της πρώτης να αποκλείει την ικανοποίηση της δεύτερης. 7) Αποδείχθηκε ότι συντρέχει υπαιτιότητα της ενάγουσας - εκκαλούσας - αναιρεσείουσας ως προς την τήρηση του όρου παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 11 παρ.4 του ν.2322/1995 που είναι α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) αιτιώδης συνάφεια, δηλαδή η εξαρχής μη συνδρομή ή εκ των υστέρων μιας ή περισσότερων των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου να οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας τράπεζας. Συγκεκριμένα η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα αμφισβητεί την συνδρομή β) κυρίως τη γ) επικαλούμενη ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητά της για τη μη τήρηση του όρου της διατήρησης των υφιστάμενων ασφαλειών αλλά οφείλεται σε ασάφεια των όρων χορήγησης της εγγύησης. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τόσο η διατύπωση όσο και η διαδικασία χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου , όπως διατυπώθηκε εγγράφως στη σχετική εγκριτική πράξη της αρμόδιας 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. απευθυνόμενη στο νομικό τμήμα της εκκαλούσας Τράπεζας, το οποίο είναι απόλυτα εξοικειωμένο με τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων του είδους, δεν δύναται να ερμηνευθεί διαφορετικά , αφού είναι αυτονόητο στο νομικό κόσμο ότι η διατήρηση των ήδη υφιστάμενων εμπράγματων εξασφαλίσεων και η πρόσθετη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου , ικανοποιείται μόνο με εγγραφή προσημείωσης της ίδιας και όχι κατώτερης τάξης από την ήδη υφιστάμενη. 8) Συνεπώς η εκκαλούσα εν γνώσει της μη συμμόρφωσης προς τον όρο της παροχής εγγύησης αιτήθηκε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2696/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, αντίγραφο της οποίας όφειλε να προσκομίσει στην 25η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. για τη χορήγηση της εγγύησης, όπου δεν αναφέρεται ότι η εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω αναφερόμενου ακινήτου της πιστούχου είναι δεύτερη σε σειρά, και συνεπώς δεν πληρούται ο όρος παροχής εγγύησης. 9) Η παράλειψη αυτή συνιστά υπαιτιότητα της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας , η οποία λόγω της ιδιότητάς της ως πιστωτικού ιδρύματος με εμπειρία σε αυτού του είδους τις συμβάσεις και συναλλαγές, τις οποίες χειρίζεται το νομικό τμήμα της, συνιστά υπαίτια συμπεριφορά αυτής. 10) Εξαιτίας της συμπεριφοράς της εκκαλούσας πληρούται και η υπό στοιχείο δ) προϋπόθεση της ρήτρας ελευθέρωσης του Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη, διότι στην περίπτωση κατά την οποία η δανειολήπτρια εταιρία δεν εκπληρώσει τις δανειακές υποχρεώσεις της, όπως εν προκειμένω, η δανείστρια Τράπεζα δύναται να ικανοποιηθεί από την κατάπτωση της εγγύησης του - Ελληνικού Δημοσίου, όμως το Δημόσιο δεν διασφαλίζει το αναγωγικό δικαίωμά του από τις υφιστάμενες εμπράγματες ασφάλειες. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα σε ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών αυτής που αφορούν το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη χορήγησης επαρκών εμπράγματων εξασφαλίσεων με προσημείωση Α' σειράς προς παροχή εγγύησης προς το αναιρεσίβλητο με υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον ως άνω λόγο κατά το πιο πάνω μέρος του, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη κι έτσι ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016). Παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξης ή βούλησης). ).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 177/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1044/2013).
Σε κάθε περίπτωση για την υποστήριξη του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1563/2014, 1414/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα της παραμόρφωσης: 1) του από …2007 με αριθμό … εγγράφου της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και 2) της με αριθμό …2006 επιστολής της Τράπεζας προς την πρωτοφειλέτρια. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αλλιώς, αναπόδεικτος, ως προς την με αριθμό …2006 επιστολή της Τράπεζας προς την πρωτοφειλέτρια καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει την επιστολή αυτή.
Περαιτέρω το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του ανωτέρω από …2007 με αριθμό … εγγράφου της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αλλά αφού ανέγνωσε ορθά το περιεχόμενό του, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμα. Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου , η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων. Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 20 για παραμόρφωση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου και πρέπει να απορριφθεί ο περί του εναντίου πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διατύπωση αυτή συνιστά γενική αξιολόγηση και ορίζει εν μέρει τις προϋποθέσεις της κατάχρησης δικαιώματος, το δε δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματος καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής καταστάσεως να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1887/2022, ΑΠ 45/2021, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1248/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ με την απόρριψη του ισχυρισμού της περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου. Για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί ότι η ένσταση ελευθερώσεως του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη δυνάμει της διάταξης του άρθρου 11 παρ.4 του ν.2322/1995 θα έπρεπε να απορριφθεί ως καταχρηστικώς ασκηθείσα και συγκεκριμένα ότι η συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου Δημοσίου υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν, κυρίως, τόσο η καλή πίστη όσο και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος , καθώς η προηγηθείσα συμπεριφορά του, όπως εκδηλώθηκε με την ασαφή διατύπωση στην εγκριτική της εγγύησης πράξης του, οι περιστάσεις που μεσολάβησαν από τη χορήγηση της εγγύησης και έπειτα, η συστηματική και ενάντια στην καλή πίστη άρνηση του Ελληνικού Δημοσίου να συναινέσει στην θεραπεία των υποτιθέμενων ελλείψεων στις προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης και η μη πρόκληση ζημίας σε αυτό ούτε καν υπό τη μορφή δικονομικής βλάβης καθιστούν μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, της κατ' άρθρο 11 παρ.4 του ν.2322/1995 ένστασης ελευθέρωσής του από την εγγυητική του ευθύνη. Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου κατ'άρθρο 281 ΑΚ ως μη νόμιμο δεχόμενο ότι: 1) Εφόσον κατά το νόμο (άρθρο 11 παρ.4 του ν.2322/1995) το Δημόσιο μπορεί ακόμη και κατά τον έλεγχο της υποβολής του αιτήματος κατάπτωσης να διαπιστώσει και να επικαλεστεί για πρώτη φορά τη συνδρομή λόγου ελευθέρωσης, δεν δικαιολογείται εύλογη πεποίθηση της Τράπεζας ότι το Δημόσιο δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του αυτό και δεν κρίνεται καταχρηστική η άσκησή του. 2) Ότι ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι αντίθετα στην καλή πίστη και κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός του και της πλεονεκτικής του θέσης, το Ελληνικό Δημόσιο δεν συνήνεσε στην προταθείσα από την αναιρεσείουσα εκκαλούσα Τράπεζα, με τις από 24-4-2014 και 2-11-2015 επιστολές της, εναλλαγή τάξεων των επίμαχων προσημειώσεων προκειμένου να ικανοποιηθεί ο όρος έγγραφής προσημείωσης Α' σειράς επί του ακινήτου της πιστούχου εταιρίας τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα αναφερόμενα από την εκκαλούσα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δε δύνανται να προσδώσουν στην επίκληση της ρήτρας ελευθέρωσης από την εγγυητική ευθύνη από μέρους του Δημοσίου το χαρακτήρα της καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος του, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρειά του να εξετάσει τη συνδρομή των όρων της χορήγησης της εγγύησης πριν, κατά και μετά την κατάπτωση ακόμη της εγγύησης, ώστε δεν καθίσταται, χωρίς την επίκληση πρόσθετων πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη , καταχρηστική. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή του, καθόσον, πράγματι, ο ως άνω προβληθείς ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, υπό τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά, ήταν μη νόμιμος και άρα απορριπτέος, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούσαν καταχρηστική άσκηση του ως άνω δικαιώματος του αναιρεσίβλητου κατ' άρθρο 281 AK όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο. Ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος για παράβαση από τον αριθμό 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ιδρύεται μόνο όταν αυτές οι αιτιολογίες έχουν εμφιλοχωρήσει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού κατά την ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού και όχι όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε καν σε αυτό το στάδιο , όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ο ανωτέρω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος (ΑΠ 1869/2022, ΑΠ 2089/2017, ΑΠ 2081/2007). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 536/2025).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ 4 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προβλέπεται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ,το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν, α) οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που ο νόμος έχει υπάγει σ' αυτά, γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου, που ο νόμος έχει υπάγει σ' αυτά, και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές.....και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και επομένως δημιουργείται ο από τον αριθ.4 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες, καθώς και όταν αυτό δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2008). Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης η αντέφεσης και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών (ΑΠ 536/2025). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα ''πράγματα'' αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης και ότι η πλημμέλεια της οικείας πράξεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως προτάθηκε στο εφετείο (ΑΠ 1226/2017). Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει , ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, του 559 παρ. γ πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 536/2025).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που δημιουργούν το λόγο αναιρέσεως και σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια δηλαδή σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 20/2007). Η παράθεση, στον ίδιο πιο πάνω, πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, των διατάξεων των αριθμών 4, 8, 10 , 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και η παράθεση των ίδιων αναιρετικών πλημμελειών (άρθρο 559 αρ. 4, 8, 11 και 14 ΚΠολΔ) στο τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου αυτής, χωρίς και την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση των προβλεπόμενων, από τις διατάξεις αυτές, αναιρετικών λόγων. Συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενες, με τους αμέσως παραπάνω λόγους, αιτιάσεις είναι απορριπτέες προεχόντως ως αόριστες, διότι : α) ως προς την πλημμέλεια ως προς τον αριθμό 4 δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες για τις οποίες υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, β) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 8, δεν προσδιορίζονται τα ''πράγματα'' που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και ειδικότερα δεν εκθέτει ποιος είναι ο ισχυρισμός, ώστε να εκτιμηθεί αν πρόκειται περί "πράγματος", γεγονός που συναρτάται με την ουσιαστική ή μη βασιμότητα του λόγου, γ) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 10, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη, δ) ως προς το μέρος που προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ούτε γίνεται καμιά άλλη περαιτέρω εξειδίκευσή τους, ούτε και νόμιμη επίκλησή τους με τις προτάσεις και ε) με την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, δεν αναγράφονται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που δημιουργούν το λόγο αναιρέσεως και σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και δη, πρωτίστως, αν αυτή αφορά σε παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου. Επομένως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι αφού κανένα απολύτως από τα προαναφερθέντα, απαιτούμενα για το ορισμένο καθενός από αυτούς , στοιχεία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ) πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-9-2022 αίτηση της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την Ειδικό Εκκαθαριστή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 922/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 4055/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ