Απόφαση 517 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 517/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ο. του Σ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε και 2) Χ. Μ. Κ., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ιωάννα Κουβαρά (ΑΜ ΔΣ Κεφαλληνίας …), αφού ανακάλεσε την από 10-3-2025 δήλωσή της του άρθρου 242 §2 του ΚΠολΔ, κατέθεσε δε προτάσεις στις 10-3-2025 και προσθήκη στις 2-4-2025.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Β. του Ε., 2)Α. Β. του Ε. και 3) Π. χήρας Ε. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Σακελλάρη (ΑΜ ΔΣΑ …), που κατέθεσε υπόμνημα στις 7-4-2025.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. ...2017 αγωγή των νυν αναιρεσειόντων και του Γ. Ο. (που απεβίωσε στις …2017), στρεφόμενη κατά των νυν αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σαμαίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, δικάσαντος ως εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με αρ. κατ. …2022 αίτησή τους, που προσδιορίσθηκε να εκδικασθεί με αρ. δικ. …2023 για τη σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια δικηγόρος της 2ης αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ν' απορριφθεί και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ια. Από το άρθρο 576 §1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος ή ο μη νόμιμα παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 670/2024, ΑΠ 206/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 §1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 §3 του ιδίου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Κατά δε το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε Δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 670/2024, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1053/2018). Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 577 §1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αίτηση αναίρεσης διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1516/2024, ΑΠ 670/2024, ΑΠ 220/2021). Σε περίπτωση δε που περισσότεροι αναιρεσείοντες συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας και κάποιοι εξ αυτών είναι απόντες, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχουν χορηγήσει πληρεξουσιότητα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, τότε αυτή ως προς τους απόντες απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση, όμως, να φέρεται ότι έχουν επισπεύσει οι ίδιοι την συζήτηση ή να έχουν κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επισπεύδει ταύτη, ενώ η υπόθεση προχωρά κανονικά για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 1168/2024).
Ιβ. Επί διεκδικητικής αγωγής (ΑΚ 1094 ΑΚ), όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι, ως εκ του ότι η κυριότητα είναι διαιρετό δικαίωμα και επομένως επιδεκτικό κτήσης, άσκησης και απώλειας κατ' ιδανικά μέρη, δεν υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ και συνεπώς καθένας από τους ομοδίκους συγκυρίους ενεργεί ανεξάρτητα των λοιπών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολΔ.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 1116 ΑΚ, που ορίζει ότι "κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα έναντι τρίτων να ασκεί για ολόκληρο το πράγμα τις αξιώσεις από την κυριότητα" δεν συνάγεται ότι μεταξύ των συγκυρίων δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, διότι η διάταξη αυτή δεν θεσπίζει υποχρέωση, αλλά δικαίωμα απλώς του συγκυρίου ως προς το όλο της αξίωσής του από την κυριότητα του πράγματος έναντι του καταλαβόντος τρίτου (ΑΠ 1168/2024, ΑΠ 1526/2014, ΑΠ 84/2003).
Ιγ. Στην κρινόμενη περίπτωση, οι νυν αναιρεσείοντες, καθώς και ο Γ. Ο. (που απεβίωσε στις …2017) , με την με αρ. κατ. ...2017 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαμαίων, στρεφόμενοι κατά των νυν αναιρεσίβλητων, ζήτησαν α) να αναγνωρισθούν δικαιούχοι κατά ποσοστό 568,94/1000 ψιλής κυριότητας ο 1ος (Α. Ο.) και επικαρπίας κατά το αντίστοιχο ποσοστό ο Γ. Ο. και κατά ποσοστό 330,35/1000 πλήρους κυριότητας και 100,71 /1000 ψιλής κυριότητας η 2η (Χ. Κ.) και επικαρπίας κατά το αντίστοιχο ποσοστό ο Γ. Ο. επί ενός διαδρόμου-στοάς- κοινόχρηστου χώρου, εμβαδού 14,50τμ, που βρίσκεται μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους στο ισόγειο διώροφης οικοδομής, ανεγερθείσας επί οικοπέδου κείμενου στη θέση … στο … και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και νυν αναιρεσίβλητοι, που το κατέλαβαν στις 6-6-2003 διαμορφώνοντας το σε κατάστημα, να τους το αποδώσουν. Εκδόθηκαν οι α) 43/5-10-2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή και β) 91/19-8-2020 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, δικάσαντος ως εφετείου, που, αφού έκρινε ότι μετά το θάνατο του Γ. Ο. τη δίκη συνεχίζουν οι έτεροι ενάγοντες (και νυν αναιρεσείοντες), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού διακράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή , την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ηττηθέντες ενάγοντες-εφεσίβλητοι με την με αρ. κατ. ...2022 αίτησή τους , που προσδιορίσθηκε με αρ. δικ. ...2023. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ), δεν αποδεικνύεται ότι ο 1ος αναιρεσείων (Α. Ο.), που δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 §2 ΚΠολΔ, είχε χορηγήσει στην φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο του, Ιωάννα Κουβαρά (ΑΜ ΔΣΚεφαλληνίας …)- που συνέταξε και κατέθεσε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τα διαλαμβανόμενα στην σχετική έκθεση κατάθεσης της, αλλά και επέσπευσε την συζήτησή της-, πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 §3 ΚΠολΔ, για την άσκηση από αυτόν της αίτησης αναίρεσης. Επειδή δε ο 1ος αναιρεσείων, που δεν παρίσταται, συνδέεται με την παρασταθείσα 2η αναιρεσείουσα με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 §1 ΚΠολΔ), αφού πρόκειται για διεκδικητική αγωγή κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει, ως προς αυτόν (μη παριστάμενο αναιρεσείοντα), να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αρ. κατ. ...2022 αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ερευνάται πλέον μόνο ως προς την παριστάμενη 2η αναιρεσείουσα, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης, καθόσον δεν προέκυψε επίδοσή της, ούτε άλλωστε την επικαλέσθηκε κάποιος διάδικος, καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο εκ 300 ευρώ (άρθρα 495 §3, 552, 553, 556, 558, 564§3 και 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν υπόμνημα στις 7-4-2025, δηλ. μετά την συζήτηση, όπως βεβαιώνεται με σχετική επισημείωση του γραμματέα επ' αυτού, οπότε οι περιλαμβανόμενοι σε αυτό ισχυρισμοί περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης ελλείψει εννόμου συμφέροντος, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και να ερευνηθούν κατ' άρθρο 570 §1 του ΚΠολΔ, καθώς έπρεπε να περιληφθούν σε προτάσεις που θα κατέθεταν 20 ημέρες πριν την συζήτηση.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 560 αρ.2 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων ή ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεση του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του. Ο αναιρετικός λόγος, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 §1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο καθορισμός της σύνθεσης του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 15 του Ν. 1756/1988, ως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν.4938/2022.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 §3 του ν. 3994/2011, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος την 1.1.2022, "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού ως παρέδρου Πρωτοδικείου, και σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία, ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη". Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 17 Α ΚΠολΔ, η εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν γίνεται υποχρεωτικά από τους υπηρετούντες στο συγκεκριμένο Πρωτοδικείο Προέδρους Πρωτοδικών, αλλά διαζευκτικά και από τους Πρωτοδίκες που έχουν συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία ως δικαστές, και εφόσον δεν υφίστανται δικαστές με τα προαναφερόμενα προσόντα, ή οι υπηρετούντες στο ίδιο πρωτοδικείο δεν επαρκούν, παρέχεται από το νόμο η εναλλακτική δυνατότητα της εκδίκασης των υποθέσεων αυτών από τον αρχαιότερο Πρωτοδίκη που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο (ΑΠ 425/2023,ΑΠ 1077/2020, ΑΠ 737/2019, ΑΠ 26/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή της μη νόμιμης σύνθεσης του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε, ως Εφετείο, συγκροτήθηκε από την Πρωτοδίκη Ελένη Νασιοπούλου, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, αφού η τελευταία, κατά τον χρόνο που δίκασε την έφεση των νυν αναιρεσίβλητων-εναγομένων κατά της 43/5-10-2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σαμαίων, δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο συζήτησης αυτής (έφεσης), υπηρετούσε στο ίδιο δικαστήριο δικαστής με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, για την έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η προαναφερόμενη Πρωτοδίκης, Ελένη Νασιοπούλου, που αποτέλεσε τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο στις 5-2-2019, κατά την οποία συζητήθηκε η έφεση των νυν αναιρεσίβλητων κατά της 43/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σαμαίων, δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο πενταετούς υπηρεσίας, καθώς αυτή είχε διορισθεί ως Πάρεδρος Πρωτοδικείου με Προεδρικό Διάταγμα στις 22.7.2016, που δημοσιεύθηκε στις 2.8.2016 (ΦΕΚ Γ', 735/2.8.2016). Στις 5-2-2019, κατά την οποία εκδικάζονταν υποθέσεις τακτικής διαδικασίας και εκουσίας δικαιοδοσίας αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου, ουδεμία από τις τρεις Πρωτοδίκες που υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας (Ελένη Νασιοπούλου, Θεοδώρα Καλούδη και Δήμητρα Κίνη, οι δύο τελευταίες διορισθείσες πάρεδροι με ΠΔ από 4-8-2017 -ΦΕΚ Γ 806/21-8-2017) είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία, πλην όμως από την Πρόεδρο Πρωτοδικών είχε ορισθεί προς εκδίκαση της ως άνω έφεσης η προαναφερόμενη αρχαιότερη Πρωτοδίκης.
Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ήταν νόμιμη η συγκρότηση του δικαστηρίου της ουσίας και ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου- ενόψει του ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται δηλ. της κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562§ 2γ' ΚΠολΔ)-, είναι αβάσιμος, καθόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 17 Α του ΚΠολΔ (ad hoc ΑΠ 425/2023).
ΙΙΙα. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχο με τον προβλεπόμενο στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2018 ,ΟλΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 386/2025, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 532/2017).
IIIβ. Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (αντίστοιχη με του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 2095/2009). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 1389/2025, ΑΠ 276/2019).
ΙΙΙγ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 993 και 1001 ΑΚ προκύπτει, ότι επί συστατικού μέρους πράγματος ο νόμος δεν αναγνωρίζει χωριστή κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα, αλλά, από λόγους πρακτικής χρησιμότητας, αναγνωρίζεται ως δυνατή η χωριστή νομή επί συστατικού μέρους ακινήτου υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι εξωτερικά διακριτό, όπως λ.χ επί δωματίου μιας οικίας. Η νομή δε επί συστατικού μέρους ακινήτου δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση χωριστής κυριότητας με χρησικτησία επί του συστατικού αυτού μέρους του ακινήτου. Όμως, εάν είναι ανεπίληπτη, προστατεύεται, ανατρέπεται δε με την παραδοχή της αγωγής για την κυριότητα (ΑΠ 1187/2015, ΑΠ 135/2012, ΑΠ 1373/2008, ΑΠ 1748/2005).
ΙΙΙδ. Η οριζόντια ιδιοκτησία αποτελεί ιδιαίτερη μορφή κυριότητας, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ και το ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' όροφον", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, αποτελείται δε από δύο στοιχεία, τη χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου, υφιστάμενης ή μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής και την αναγκαστική συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Η εν λόγω αναγκαστική συγκυριότητα ρυθμίζεται αφενός από τις διατάξεις του ν.3741/1929 και αφετέρου από τις γενικές διατάξεις του ΑΚ περί συγκυριότητας (1113 επ.) και περί κοινωνίας (785 επ.), μεταξύ των οποίων και αυτής του άρθρου 792 ΑΚ, που απαγορεύει ουσιώδη μεταβολή του κοινού, ως τέτοιας νοουμένης της ποιοτικής μεταβολής που αφορά τη φύση, τη μορφή και τον οικονομικό σκοπό του κοινού (ΑΠ 1424/2025, ΑΠ 1292/1993), όπως πχ. την κατάτμηση, χωρίς την συμφωνία όλων των κοινωνών, που αν αφορά ακίνητο πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο (ΑΚ 369) και να μεταγραφεί ή καταχωρισθεί στο ΕΚ, μη αρκούσης της απόφασης της πλειοψηφίας. Ως όροφος ή διαμέρισμα νοείται το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή εν γένει χρήση (ΑΠ 564/2015), όπως πχ. το κατάστημα.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1001,1002 1117,1033, 1192, 1198 ΑΚ (και για τις περιοχές όπου λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο άρθρο 12 §1 υποπαρ.α και ζ , 3 και 4 του ν.2664/1998) και 1 έως 14 του ν. 3741/1929 προκύπτει, ότι -εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με δικαστική απόφαση δυνάμει της διάταξης του άρθρου 480Α του ΚΠολΔ, ή των διατάξεων των άρθρων 1 και 6 του ν. 1562/1985 ή με διοικητική πράξη ή ειδικό περί τούτου νόμο- χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, δηλαδή, είτε με σύμβαση όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου μεταξύ τους ή και μετά του αποκτώντος τρίτου, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του μοναδικού κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, η δε σύσταση περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υπόκειται σε μεταγραφή στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ή καταχώριση στο οικείο κτηματολογικό φύλλο (εφόσον ισχύει το σύστημα του Ε.Κ.), είτε με διάταξη τελευταίας βουλήσεως και αποδοχή της επαχθείσας δυνάμει αυτής κληρονομίας με δημόσιο έγγραφο και μεταγραφή ή καταχώριση αυτού (ΑΠ 1424/2025, ΑΠ 251/2024, ΑΠ 1187/2015, ΑΠ 388/2014, ΑΠ 1300/2011, ΑΠ 1224/2011, ΑΠ 1696/2010). Τέλος, σε καθεστώς οροφοκτησίας υπάγεται ολόκληρο το ακίνητο και όχι μόνον μέρος του. Δεν νοείται ένα ακίνητο, αποτελούμενο από το έδαφος και την επ' αυτού οικοδομή να διέπεται συγχρόνως (καθ' ολοκληρίαν ή εν μέρει) από το νομικό καθεστώς της συνήθους απλής κυριότητας (953, 954 αριθ. 1, 1001 εδ. α' του ΑΚ) όπου το κτίσμα θεωρείται συστατικό και ανήκει στον εδαφοκτήτη και από το νομικό καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπου ο όροφος ή το διαμέρισμα αποτελεί ξεχωριστή διηρημένη ιδιοκτησία, επειδή αυτά τα δύο συστήματα διέπονται από κανόνες και αρχές που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Σε περίπτωση που συσταθεί οροφοκτησία σε τμήμα μόνο του ενιαίου οικοπέδου, πρέπει το τμήμα αυτό να διακρίνεται και να περιγράφεται σαφώς ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες, οπότε και θεωρείται ότι επέρχεται αυτόματα κατάτμηση του ενιαίου οικοπέδου σε δύο, το ένα με τη σύσταση και το άλλο χωρίς αυτή, ειδάλλως ισχύει ο κανόνας ότι η σύσταση έχει γίνει επί ολόκληρου του ενιαίου οικοπέδου (ΑΠ 1424/2025).
ΙΙΙε. Με τον δεύτερο λόγο και συγκεκριμένα κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σε συνδυασμό με τον τέταρτο λόγο αυτής, νοηματικά εκτιμώμενο, η 2η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ.1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 993 και 1001 ΑΚ, του σφάλματος συνδυαζομένου με την παράλειψη εφαρμογής των άρθρων 1117 ΑΚ , 1 έως 14 ν.3741/1929, και εν πάση περιπτώσει οι αιτιολογίες (όπως εκτιμάται) είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές ως προς το ζήτημα ότι οι κοινόχρηστοι χώροι οικοδομής, επί της οποίας έχουν συσταθεί οριζόντιες ιδιοκτησίες, είναι συστατικά και άρα ανεπίδεκτα χρησικτησίας, η δε κυριότητα αυτών ανήκει στους κυρίους των οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά ποσοστό αντίστοιχο με αυτό που αναλογεί στην οριζόντια ιδιοκτησία τους επί του οικοπέδου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο αρχικά δεύτερος ενάγων - δεύτερος εφεσίβλητος (ενν. Γ. Ο.) και η τρίτη ενάγουσα - τρίτη εφεσίβλητη (ενν. η 2η αναιρεσείουσα) κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς ενός οικοπέδου, εμβαδού 114,40 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία "…" της πόλης του … του Δήμου …, επί του οποίου είναι κτισμένη διώροφη οικοδομή εμβαδού του ισογείου ορόφου 114,40 τ.μ. και του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου 114,40 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Β., ήτοι των εκκαλούντων -εναγόμενων, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Β., δυτικά με δημοτικό δρόμο και βόρεια με δημοτικό δρόμο. Ειδικότερα, το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην συγκυριότητα του αρχικά δεύτερου ενάγοντος -δεύτερου εφεσίβλητου και της τρίτης εφεσίβλητης - τρίτης ενάγουσας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα στον αρχικά δεύτερο ενάγοντα - δεύτερο εφεσίβλητο το ως άνω ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθμό ...1980 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του Συμβολαιογράφου … Ε. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιθάκης στον τόμο … και με αύξοντα …, με αγορά από τον αληθή συγκύριο αυτού Ι. Ο. του Δ. και στην τρίτη ενάγουσα - τρίτη εφεσίβλητη το ως άνω ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθμό ...1978 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του ασκούντος Συμβολαιογραφικά καθήκοντα στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο … Ν. Χ., Γραμματέα Πρεσβείας Α', που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντα …, με αγορά από την αληθή συγκυρία αυτού Κ. χήρα Ε. Γ., το γένος Γ. Γ.
Στη συνέχεια, οι ως άνω συγκύριοι υπήγαγαν την παραπάνω οικοδομή στο σύστημα και το θεσμό των διατάξεων της ιδιοκτησίας κατά ορόφους του Ν. 3741/1929, του Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, δυνάμει της με αριθμό ...1996 Πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου … Σ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιθάκης στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … και με τον τρόπο αυτό πλέον η ως άνω οικοδομή αποτελείται από (1) ισόγειο όροφο, που αποτυπώνεται στο από μήνα Νοεμβρίου του έτους 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Π. περιμετρικά με τα στοιχεία α-β-ζ-η-ο-ξ-π-ρ-λ- κ-ι-γ-δ-ε-α και περιλαμβάνει τρία καταστήματα, ένα κοινόχρηστο χώρο και την κλίμακα ανόδου που οδηγεί στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο και συγκεκριμένα (α) την αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχεία κατάστημα 1α, που αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-α, εμβαδού 39,40 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής 181,43/000 εξ αδιαιρέτου και συνορεύει βόρεια με δημοτικό δρόμο, δυτικά με δημοτικό δρόμο, νότια με το υπό στοιχεία 2α κατάστημα του ισογείου ορόφου, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Β., ήτοι των εκκαλούντων - εναγόμενων, (β) την αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχεία κατάστημα 2α, που αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία ζ-η-ι-γ-β-ζ, εμβαδού 32,34 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής 148,92/000 εξ αδιαιρέτου και συνορεύει βόρεια με το υπό στοιχεία 1α κατάστημα του ισογείου ορόφου, δυτικά με δημοτικό δρόμο, νότια με κοινόχρηστο χώρο και ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Β., ήτοι των εκκαλούντων - εναγόμενων, (γ) την αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχεία κατάστημα 3α, που αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία κ-λ-μ-ν-ξ-ο-κ, εμβαδού 21,87 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής 100,71/000 εξ αδιαιρέτου και συνορεύει βόρεια με κοινόχρηστο χώρο, δυτικά με δημοτικό δρόμο, νότια με κλίμακα ανόδου που οδηγεί στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο και ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Β., ήτοι των εκκαλούντων - εναγόμενων, (δ) το κλιμακοστάσιο, εμβαδού 9,15 τ.μ., που αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία λ-μ-ν-ξ-π-ρ-λ και συνορεύει βόρεια με το υπό στοιχεία 3α κατάστημα του ισογείου ορόφου, δυτικά με δημοτικό δρόμο, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Β. και ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Β., ήτοι των εκκαλούντων - εναγόμενων και (ε) τον κοινόχρηστο της ως άνω οικοδομής χώρο που αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία ι-κ-ο-η-ι-, εμβαδού 14,50 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Β., ήτοι των εκκαλούντων - εναγόμενων, δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με το υπό στοιχεία 2α κατάστημα και νότια με το υπό στοιχεία 3α κατάστημα και επί του οποίου υφίσταται δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου και υπέρ του όμορου ανατολικά ακινήτου ιδιοκτησίας Β., ήτοι των εκκαλούντων - εναγόμενων και (2) πρώτο όροφο που αποτυπώνεται στο από μηνός Νοεμβρίου του έτους 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Π. περιμετρικά με τα στοιχεία σ-τ-υ-φ-χ-ψ-ω-σ και περιλαμβάνει μία αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, δηλαδή μία οικία εμβαδού 64,20 τ.μ. με εξωτερική βεράντα εμβαδού 50,20 τ.μ. και κλιμακοστάσιο εμβαδού 9,15 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής 568,94/000 εξ αδιαιρέτου και συνορεύει βόρεια με δημοτικό δρόμο, δυτικά με δημοτικό δρόμο, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Β. και ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Β., ήτοι των εκκαλούντων - εναγόμενων. Ακολούθως, με τα με αριθμούς ...1996 και ...1996 συμβόλαια αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου … Σ. Μ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντες αριθμούς … και …, αντίστοιχα, ο αρχικά δεύτερος ενάγων - δεύτερος εφεσίβλητος κατέστη αποκλειστικός κύριος του ως άνω πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου συνολικού εμβαδού 123,55 τ.μ. και επικαρπωτής εφόρου ζωής του, του υπό στοιχεία 3α ως άνω καταστήματος και η τρίτη ενάγουσα - τρίτη εφεσίβλητη κατέστη αποκλειστική κυρία των υπό στοιχεία 1α και 2α καταστημάτων και ψιλή κυρία του υπό στοιχεία 3α ως άνω καταστήματος.
Περαιτέρω, δυνάμει του με αριθμό ...2013 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου … Σ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, ο αρχικά δεύτερος ενάγων - δεύτερος εφεσίβλητος μεταβίβασε με δωρεά εν ζωή την ψιλή κυριότητα του ως άνω περιγραφόμενου πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου στον πρώτο ενάγοντα - πρώτο εφεσίβλητο (ενν. Α. Ο.), παρακρατώντας το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας επί αυτού. Στις 09-07-2017, ο αρχικά δεύτερος ενάγων - δεύτερος εφεσίβλητος απεβίωσε και το δικαίωμα της επικαρπίας του αποσβέστηκε και συνακόλουθα ο πρώτος ενάγων - πρώτος εφεσίβλητος κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ως άνω οικοδομής με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής 568,94/000 εξ αδιαιρέτου και η τρίτη ενάγουσα - τρίτη εφεσίβλητη κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος των υπό στοιχεία 1α, 2α, 3α ως άνω καταστημάτων του ισογείου ορόφου με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής 431,06/000 εξ αδιαιρέτου (άρθρα 1167 και 1168 του ΑΚ). Οι εναγόμενοι -εκκαλούντες είναι οι δύο πρώτοι εξ αυτών ψιλοί συγκύριοι και η τρίτη εξ αυτών επικαρπώτρια επί μίας διώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην πλατεία της πόλης του … του Δήμου …, αποτελούμενης από δύο ισόγεια καταστήματα επιφάνειας του ενός 44,00 τ.μ. και του άλλου 30,00 τ.μ. και μίας κατοικίας στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο επιφάνειας 80,00 τ.μ. εντός οικοπέδου εμβαδού 159,00 τ.μ. μετά διαδρόμου κάτω από την οικία της Ε. Ο. σχήματος ορθογωνίου (2 X 5,80) και απέναντι από το παλαιό κτίριο της Τράπεζας Αθηνών, επί του οποίου διαδρόμου η Ε. Ο., ήτοι η μία εκ των απώτατων δικαιοπάροχων των εναγόντων - εφεσίβλητων, έχει δικαίωμα ορόφου και συνορεύει περιμετρικά με την πλατεία, με ιδιοκτησία Μ. Β., με κήπο οικία Π. Μ. και με οικία Ε. Ο. και κρεοπωλείο κληρονόμων Γ. Β. Το ως άνω ακίνητο οι εναγόμενοι - εκκαλούντες το απέκτησαν οι δύο πρώτοι εξ αυτών κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς δυνάμει του με αριθμό ...1997 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της Συμβολαιογράφου … Ο. συζύγου Α. Τ., το γένος Κ. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στους τόμους … και … και με αύξοντες αριθμούς … και …, με γονική παροχή από τον πατέρα τους και αληθή κύριο αυτού Ε. Β. του Ε., που παρακράτησε το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας επί του ακινήτου. Στη συνέχεια, δυνάμει του με αριθμό ...2003 συμβολαίου παραίτησης λόγω δωρεάς εν ζωή από δικαίωμα επικαρπίας επί αστικού ακινήτου της Συμβολαιογράφου … Ο. συζύγου Α. Τ., το γένος Κ. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, ο Ε. Β. του Ε. συνέστησε ισόβια επικαρπία επί του ως άνω ακινήτου υπέρ της συζύγου του τρίτης εναγόμενης εκκαλούσας λόγω δωρεάς εν ζωή και με τον τρόπο αυτό η τρίτη εναγόμενη - τρίτη εκκαλούσα απέκτησε το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας επί του ακινήτου.
Περαιτέρω, το επίδικο εδαφικό τμήμα έχει εμβαδόν 14,50 τ.μ., αποτυπώνεται στο από μηνός Νοεμβρίου του έτους 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Π. περιμετρικά με τα στοιχεία ι-κ-ο-η-ι και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά με τα στοιχεία ο-η με ακίνητο ιδιοκτησίας των εκκαλούντων - εναγόμενων, δυτικά σε πλευρά με τα στοιχεία κ-ι με δημοτική οδό, βόρεια με το υπό στοιχεία 2α κατάστημα ιδιοκτησίας της τρίτης εφεσίβλητης - τρίτης ενάγουσας και νότια με το υπό στοιχεία 3α κατάστημα της τρίτης εφεσίβλητης - τρίτης ενάγουσας. Το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στο ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγόμενων - εκκαλούντων με βάση τους τίτλους κτήσης τους, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω σε συνδυασμό με τον τίτλο κτήσης του δικαιοπάροχου τους Ε. Β. του Ε., ήτοι το με αριθμό ...1955 συμβόλαιο διανομής οικοπέδου του Συμβολαιογράφου … Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, στα οποία με σαφήνεια περιγράφεται ότι στο οικόπεδο ιδιοκτησίας τους περιλαμβάνεται και διάδρομος με διαστάσεις 2X5,80, επί του οποίου η Ε. Ο. έχει δικαίωμα ορόφου. Ο ισχυρισμός των εναγόντων - εφεσίβλητων ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στο οικόπεδο συνιδιοκτησίας τους και υφίσταται επί αυτού δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου συνιδιοκτησίας των εναγόμενων - εφεσίβλητων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ο χαρακτηρισμός του επίδικου εδαφικού τμήματος ως τμήμα του ακινήτου τους επί του οποίου υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου των εναγόμενων -εκκαλούντων γίνεται για πρώτη φορά στο με αριθμό ...1978 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου … Ε. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … και με το οποίο ο δικαιοπάροχος του Γ. Ο. του Δ., Ι. Ο. του Δ. αγόρασε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου το ακίνητο αυτό από την Α. χήρα Κ. Δ., το γένος Γ. Γ.
Ωστόσο, δύο έτη νωρίτερα, στην με αριθμό ...1976 Δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Ε. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, με την οποία η Κ. χήρα Ε. Γ., το γένος Γ. Γ. και η Α. χήρα Κ. Δ., το γένος Γ. Γ., αποκτούν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου το ως άνω ακίνητο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Ε. χήρας Α. Ο., το γένος Ν. Κ. ουδεμία αναφορά γίνεται περί ύπαρξης δουλείας διόδου επί του οικοπέδου, όπως καμία αναφορά δεν γίνεται και στο με αριθμό ...1954 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου … Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, με το οποίο η Ε. χήρα Α. Ο., το γένος Ν. Κ. αγοράζει το ως άνω ακίνητο από τον σύζυγό της Α. Ο. του Σ. αλλά και ούτε στο με αριθμό ...1921 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου … Γ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, με το οποίο ο Α. Ο. του Σ. αγόρασε το ως άνω ακίνητο από τον Ι. Δ. του Ν. Παρόλα αυτά, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό ...2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Μ. Λ. του Α., η οποία δόθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Π. Μ. και από την με αριθμό ...2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ. Τ. του Γ., η οποία δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Χ. Κ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, αποδεικνύεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα υφίστατο με την μορφή της διόδου - διαδρόμου το έτος 1954 και καμία μνεία δεν γίνεται για αυτό στα ως άνω συμβόλαια των εναγόντων - εφεσίβλητων.
Εξάλλου, το έτος 1978, οπότε γίνεται για πρώτη φορά ο χαρακτηρισμός του επίδικου εδαφικού τμήματος ως τμήμα του ακινήτου επί του οποίου υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου των εναγόμενων - εκκαλούντων από τους δικαιοπάροχους των εναγόντων - εφεσίβλητων, το ακίνητο ιδιοκτησίας τότε του Ε. Β. του Ε., δικαιοπάροχου των εναγόμενων - εκκαλούντων δεν είχε ανάγκη εισόδου μέσω του όμορου ακινήτου των εναγόντων - εφεσίβλητων από την δημοτική οδό ... (με την οποία συνορεύει η επίδικη εδαφική λωρίδα), δεδομένου ότι αποδεικνύεται ότι ήδη από το έτος 1955 είχε διαμορφώσει είσοδο για την οικία του από την δημοτική οδό ... (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους με αριθμούς ...2017 και ...2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ. Μ. του Τ. και Θ. Μ. - Μ. του Γ., οι οποίες δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών). Από όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο χαρακτηρισμός του επίδικου εδαφικού τμήματος ως τμήμα του ακινήτου των εναγόντων - εφεσίβλητων επί του οποίου υφίσταται δουλεία διόδου έγινε εσφαλμένα το έτος 1978, αντί του ορθού ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκε στην ιδιοκτησία του όμορου ακινήτου συνιδιοκτησίας πλέον των εναγόμενων - εκκαλούντων και ότι οι ίδιοι, ήτοι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοι τους είχαν δικαίωμα ορόφου επί αυτού. Επισημαίνεται ότι η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες επί του επίδικου εδαφικού τμήματος ήδη από το έτος 1960 έχουν κατασκευάσει, χωρίς την έκδοση της εκ του νόμου απαιτούμενης οικοδομικής άδειας, ανατολικά και δυτικά του επίδικου εδαφικού τμήματος τοίχους και το έχουν διαμορφώσει σε κατάστημα, το οποίο εκμισθώνουν έκτοτε, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους για την χρήση αυτού ως κατάστημα. Αντίθετα, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι πριν το έτος 2015 πρότειναν στους εναγόμενους - εκκαλούντες να αγοράσουν το εν λόγω κατάστημα και μετά την άρνηση τους ήγειραν για πρώτη φορά αξιώσεις για το επίδικο εδαφικό τμήμα.... Επομένως, με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει κατά συγκυριότητα στους ενάγοντες - εφεσίβλητους...." Μετά από αυτά το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, δικάσαν ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των εναγομένων, εκφέροντας αντίθετη κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (που δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή) και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι, όμως, που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε τις προρρηθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι δεν υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και επιπλέον διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη φύση του επιδίκου και το ιδιοκτησιακό του καθεστώς. Συγκεκριμένα, κατά τις ανέλεγκτες πραγματικές παραδοχές που εκτέθηκαν αυτολεξεί ανωτέρω, το επίδικο είναι ένας χώρος, που αποτυπώνεται στο από 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Π. περιμετρικά με τα στοιχεία ι-κ-ο-η-ι και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά με τα στοιχεία ο-η με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόμενων νυν αναιρεσίβλητων , δηλ. ένα οικόπεδο εμβαδού 159 τμ μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, δυτικά σε πλευρά με τα στοιχεία κ-ι με δημοτική οδό (νυν ...), βόρεια με το υπό στοιχεία 2α κατάστημα ιδιοκτησίας της 3η ενάγουσας-νυν 2ης αναιρεσείουσας και νότια με το υπό στοιχεία 3α κατάστημα της ιδίας (2ης αναιρεσείουσας), άνωθεν δε αυτού βρίσκεται το οροφοδιαμέρισμα-κατοικία του 1ου ενάγοντος (Α. Ο.), πρώην ιδιοκτησία Ε. Ο., έχει δε την μορφή στεγασμένου διαδρόμου (στοάς) και στο παρελθόν χρησίμευε για την πρόσβαση του οικοπέδου των εναγομένων σε δημοτική οδό, νυν ... Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχθηκε αρχικά ότι αυτό (επίδικο) αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, ορισθέντα ρητά ως τέτοιο το 1996 με την συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας δικαιοπραξία επί του οικοπέδου μεθ' οικοδομής των εναγόντων, καταρτισθείσα μεταξύ τους και νομίμως μεταγραφείσα, στο οποίο (επίδικο) συγκύριοι είναι οι ενάγοντες ενώ οι εναγόμενοι, ως συγκύριοι όμορου ακινήτου, έχουν δικαίωμα δουλείας διόδου, χωρίς παραδοχή, μάλιστα, ότι οι τελευταίοι συμβλήθηκαν στο σχετικό συμβόλαιο, στη συνέχεια δέχθηκε (το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) ότι (το επίδικο) πρόκειται για εδαφικό τμήμα (διάδρομο) διαστάσεων 2Χ5,80γμ(=11,60 τμ), άνωθεν του οποίου υπάρχει "δικαίωμα ορόφου" της Ε. Ο. (απώτατης δικαιοπαρόχου των εναγόντων) και το οποίο ανήκει στην ψιλή συγκυριότητα των 1ου και 2ου των εναγομένων και κατ' επικαρπία στην 3η εναγομένη με βάση τους τίτλους κτήσης τους του 1997, που αναφέρονται σε οικόπεδο 159 τμ και του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Ε. Β., του τελευταίου δε πρόκειται για συμβόλαιο διανομής του 1955, χωρίς να αναφέρεται εάν στο συμβόλαιο αυτό συνέπραξαν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, καταλήγει δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο άτοπο συμπέρασμα ότι επί οικοπέδου μεθ' οικοδομής, στο οποίο έχουν συσταθεί οριζόντιες ιδιοκτησίες, δηλ. αυτό των εναγόντων, ένα τμήμα του ισογείου της οικοδομής αυτής, το οποίο χωρίς οικοδομική άδεια οι εναγόμενοι το έχτισαν από το ανατολικό όριο, αποκλείοντάς το από το όμορο οικόπεδό τους και διαμορφώνοντάς το σε κατάστημα με πρόσοψη στην οδό ..., αποτελεί έδαφος του τελευταίου, δηλ. του οικοπέδου των εναγομένων. Ως εκ τούτου οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι, αφού διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφενός αντιφατικές αιτιολογίες, αφετέρου οι πραγματικές παραδοχές της κατατείνουν σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων περί οριζοντίου ιδιοκτησίας και συστατικών, όπως εκτέθηκαν στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, αφού με το να απορρίψει επί της ουσίας την αγωγή, δεν υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους αρμόζοντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στερώντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας από την απόφασή του τη νόμιμη βάση.
ΙV. Κατόπιν τούτων, γενομένων δεκτών ως βάσιμων των δεύτερου (κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του) και τετάρτου αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την 2η αναιρεσείουσα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των ανωτέρω γενομένων δεκτών λόγων. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας , συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην της ανωτέρω που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην 2η αναιρεσείουσα (άρθ. 495 §3 εδ.τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσείουσας λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με τις προτάσεις της (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠοΛΔ), ενώ κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα, δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι υποβλήθησαν σε ξεχωριστές δαπάνες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. ...2022 (με αρ.δικ. ...2023) αίτηση αναίρεσης ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν όλω την 91/19-8-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, δικάσαντος ως εφετείου, αναφορικά με την 2η αναιρεσείουσα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην της ανωτέρω που εξέδωσε την προσβαλλομένη.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην 2η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της 2ης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ