Απόφαση 519 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 519/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... "...", ΝΠΔΔ, που εδρεύει στην Αίγινα και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ..., ΔΟΥ …), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βλάχο, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1634/1995, 1104/1997 μη οριστικές, 6265/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 863/2001 μη οριστική, 552/2013 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 18-12-2015 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 384/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η απόφαση 147/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26-05-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 147/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, με την από 16-03-1994 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εναντίον της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ισχυριζόμενο ότι με βάση το Β.Δ. της 17 (29) Νοεμβρίου/1ης Δεκεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών έχει την κυριότητα της περιγραφομένης στην αγωγή δασικής έκτασης που βρίσκεται στη θέση "…" της περιφέρειας …, την οποία παράνομα έχει καταλάβει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Ιερά Μονή, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του και να υποχρεωθεί η τελευταία να του την αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 1634/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία διέταξε την διεξαγωγή εμμαρτύρων αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως, μετά τη διεξαγωγή των εμμαρτύρων αποδείξεων, η υπόθεση επανήλθε για εκδίκαση, όμως επειδή δεν είχε διενεργηθεί η πραγματογνωμοσύνη και το Δικαστήριο τη θεωρούσε αναγκαία, προκειμένου να αποφανθεί επί των θεμάτων της αγωγής, εκδόθηκε η με αριθ. 1104/1997 μη οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε εκ νέου η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και αφού η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκδόθηκε η με αριθμό 6265/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής της ένστασης ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει η εναγομένη Ιερά Μονή.
Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης το ενάγον άσκησε την από 22-12-2000 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 863/2001 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή υποχρεώθηκαν οι διάδικοι σε νέες αποδείξεις, με όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και με μάρτυρες και διατάχθηκε παράλληλα η παροχή διευκρινίσεων από την πραγματογνώμονα που είχε διοριστεί με τη μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθώς και η συμπλήρωση της από Ιουλίου 1999 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως, η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου επαναφέρθηκε προς εκδίκαση και εκδόθηκε η με αριθμό 522/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία κρίθηκε βάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, που είχε προβάλει η εναγομένη Ιερά Μονή. Κατά της με αριθμό 522/2013 οριστικής και τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, όπως και κατά της με αριθ. 863/2001 μη οριστικής απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 18-12-2015 αίτηση αναίρεσης. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 384/2021 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή, αναιρέθηκε η 522/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Στη συνέχεια δυνάμει της από 31-05-2022 κλήσης της ήδη αναιρεσείουσας, επανήλθε η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολ.Δ. και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 147/2023 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου. Με αυτήν έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της με αριθ. 6265/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έγινε δεκτή η αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο από το αρθ. 559 αρ. 10 περ. β' ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, σχετικά με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, ιδρύεται μόνο στην περίπτωση που η πραγματογνωμοσύνη ζητήθηκε από τους διαδίκους και το δικαστήριο δέχθηκε ότι πρόκειται για ζήτημα για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης και τέχνης (ΑΠ 1071/2006). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η από την άνω διάταξη πλημμέλεια με τον ισχυρισμό ότι, καίτοι το Εφετείο με την 863/2001 μη οριστική απόφασή του είχε διατάξει τη συμπλήρωση, της διενεργηθείσας, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, πραγματογνωμοσύνης, εν τούτοις η προσβαλλομένη απόφαση εξεδόθη χωρίς ουδέποτε να κατατεθεί η πραγματογνωμοσύνη αυτή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα αφενός μεν δεν επικαλείται παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε δεν επικαλείται ότι ζήτησε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο ενώ έκρινε ότι επρόκειτο για ζήτημα ή αντίληψη του οποίου απαιτεί ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, δεν τη διέταξε.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 19), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή της αντίφασης των αιτιολογιών ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλ. η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009, 1206/2008). Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών για ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενη, επί λέξει ότι "Εν όψει των ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση σε ζήτημα σφόδρα αμφισβητούμενο (θέση περιοχών, είδος εκτάσεων), δεν ζήτησε να υλοποιηθεί η συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης, όπως είχε διατάξει η με αρ. 863/2001 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, καθόσον, για τον καθορισμό ειδικώς της ακριβούς οριοθετήσεως και του είδους των εδαφικών εκτάσεων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης (άρθρ. 384, 388 ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατά παράβαση της διατάξεως αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, διότι δεν διαλαμβάνονται σ'αυτό ούτε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 31/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και έκτο (κατά ένα σκέλος του) αναιρετικούς λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της απόδειξης της κυριότητας του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου στην επίδικη έκταση χωρίς απόδειξη. Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα της παραδοχής της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσίαν, ανεξάρτητα από την ορθότητά του ή μη, αφού έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων η υπ' αριθμ. …/1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης καθώς και οι αεροφωτογραφίες, οι χάρτες και τα σχεδιαγράμματα, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών. Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβανόμενες στον άνω δεύτερο και έκτο αναιρετικούς λόγους αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Σε κάθε δε περίπτωση οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, αφού, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δε και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη. Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο (κατά ένα μέρος) λόγους καταλογίζει στο Εφετείο την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, οι οποίοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού τα εκτιθέμενα, διηγηματικώς, στους λόγους αυτούς, ως πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης εκ του ανωτέρω άρθρου, δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκύψαντα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση αποδείξεων) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην περίπτωση δε της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο των ανωτέρω από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι συγκεκριμένες διατάξεις που παραβιάστηκαν και μάλιστα ενάριθμα και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους πέμπτο, έκτο (κατά το τελευταίο σκέλος του) και έβδομο (κατά ένα μέρος) λόγους αναίρεσης, πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, χωρίς όμως να αναφέρει, όσον αφορά τον έκτο λόγο και έβδομο λόγους τις συγκεκριμένες διατάξεις που παραβιάστηκαν και όσον αφορά και τους τρεις παραπάνω λόγους, τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και με βάση τα οποία κατέληξε το Εφετείο στο εσφαλμένο, κατ' αυτήν, αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, οι ως άνω λόγοι, είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους. Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ. δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό, για να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός για συνδρομή (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο, δεν μπορεί δε να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.16 και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απέρρεε από τις 34/2018 και 19/2015 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αιγίνης και 3054/2013, 3055/2013 και 771/2014 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη του επικαλούμενου δεδικασμένου προτάθηκε στο Εφετείο με νόμιμο τρόπο και ότι ρητά απορρίφθηκε.
Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σε αυτήν δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα, του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-05-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 147/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ