ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 521/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 521/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 521/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 521 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 521/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Π. Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. συζύγου Ι. Ξ. το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., 2) Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Χ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 4) Φ. χήρας Α. Σ., το γένος Γ. Ζ., κατοίκου ..., 5) Π. Σ. του Α., κατοίκου ... και 6) Γ. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κάππο.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ξενάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-04-2008 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και προσώπων μη διαδίκων στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1566/2011 μη οριστική, 337/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1616/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-03-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 13-3-2023 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 1616/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 24-3-2021 , ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 17-3-2023 με το νόμιμο παράβολο ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθ. 495, 552,553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε μέχρι την 31-12-2025). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ.α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "Δεν επιτρέπεται να αφαιρεθεί από κανέναν, χωρίς τη θέλησή του, ο δικαστής που ορίζει ο νόμος γι' αυτόν", ιδρύεται όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 300, 304 παρ. 1 εδ. α` και παρ. 2, 305 αρ. 1 και 5 ΚΠολΔ, ορίζονται τα εξής: "Η απόφαση εκδίδεται μόνο από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ύστερα από την οποία εκδίδεται, και στα πολυμελή δικαστήρια ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση" (άρθρο 300). " 1. Αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει την απόφαση σε ηλεκτρονική μορφή. Αν πρόκειται για αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, την απόφαση συντάσσει σε ηλεκτρονική μορφή και ακολούθως χρονολογεί και υπογράφει την αποτύπωση της σε υλική μορφή ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση. 2. Η απόφαση της παραγράφου 1 δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση. Ο δικαστής που παραδίδει την απόφαση σε ηλεκτρονική μορφή, παραδίδει ομοίως και το πρωτότυπο της απόφασης με πλήρες το περιεχόμενο που προβλέπεται στο άρθρο 305" (άρθ. 304 ΚΠολΔ). "Το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει: 1) τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, το όνομα του εισηγητή δικαστή, 2) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία τους, τη διεύθυνση της έδρας τους και τον αριθμό φορολογικού μητρώου τους και αναφέρεται αν αυτοί έχουν παραστεί και αν υπέβαλαν προτάσεις, 3) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση των δικαστικών πληρεξουσίων τους" και σε περίπτωση που δικαστικός πληρεξούσιος παρίσταται ως εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής εταιρείας, κατά το άρθρο 55 του Κώδικα περί Δικηγόρων [ν. 4194/2013 (Α' 208)], αναγράφονται και η επωνυμία και η διεύθυνση της δικηγορικής εταιρείας," 4) σύντομη περίληψη του αντικειμένου και της πορείας της δίκης, 5) το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και 6) ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγονται τα ακόλουθα : α) επί της εκάστοτε εκδικασθείσας υποθέσεως στα πολυμελή δικαστήρια, μετά τη διάσκεψη όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, σχηματίζεται δια ψηφοφορίας η δικαστική κρίση. Τούτο αποτελεί την έκδοση της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 300 ΚΠολΔ. β) Η νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου που την εξέδωσε προκύπτει από το πρωτότυπο της απόφασης αυτού. Το τελευταίο συντάσσεται μετά την περάτωση της ψηφοφορίας επί της υπό διάσκεψη υπόθεσης, (οπότε, όπως προαναφέρθηκε, κατά την έννοια του άρθρου 300 θεωρείται εκδοθείσα η απόφαση), τη σύνταξη του σχεδίου της από τον Εισηγητή, τη χρονολόγησή του από τον Πρόεδρο και την υπογραφή του από αυτόν και τον Εισηγητή, γ) Στην αρχή της αποφάσεως πρέπει να αναφέρονται τα ονόματα των δικαστών, από τους οποίους συγκροτήθηκε το δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, με πρώτο το όνομα του προέδρου και ακολούθως τα ονόματα των άλλων δικαστών, που μετείχαν στη συζήτηση, κατά σειρά αρχαιότητας διορισμού, να γίνεται δε ειδική αναφορά του ονόματος του εισηγητή της υποθέσεως, δ) Στο τέλος της αποφάσεως πρέπει επίσης να αναγράφεται ότι προηγήθηκε διάσκεψη και ο χρόνος που έγινε αυτή και ακολούθως ότι δημοσιεύθηκε η τελευταία και ο χρόνος δημοσίευσής της. Δεν απαιτείται να αναφέρονται τα ονόματα των δικαστών κατά τη διάσκεψη, αφού αυτά δεν μπορεί να είναι διαφορετικά από εκείνα της συζήτησης, κατ' άρθρο 300 ΚΠολΔ, ενώ η δημοσίευση της απόφασης, που επιφέρει την τελείωσή της, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της έναντι των διαδίκων, συνιστά απλώς τυπική πράξη, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο και υπό άλλη σύνθεση, αφού, στην τελευταία περίπτωση, δεν παραβλάπτεται το κύρος της δημοσίευσης, ενόψει του ότι το υπό δημοσίευση σχέδιο δεν είναι δεκτικό μεταβολών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κίνδυνος δημοσίευσης άλλης αποφάσεως από εκείνη που εκδόθηκε, ε) Η σύνταξη σχεδίου της ήδη εκδοθείσας απόφασης από τον εισηγητή δικαστή, σύμφωνα με το άρθρο 304 ΚΠολΔ, που ακολουθεί κατά κανόνα την περάτωση της ψηφοφορίας, αποτελεί προπαρασκευή της δημοσίευσης, καθώς και προϋπόθεσή της. Έτσι, πριν από αυτή (δημοσίευση), δεν αποτελεί απόφαση και, συνακόλουθα, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε δέσμευση του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να επανέλθει με νέα διάσκεψη και να καταλήξει σε νέα, διαφορετική από την προηγούμενη απόφαση, αφού η τελευταία λαμβάνει υπόσταση μόνο με τη δημοσίευσή της και από αυτή το σχέδιο αποτελεί δημόσιο έγγραφο, που παράγει πλήρη απόδειξη, ανεπίδεκτη ανταποδείξεως, πλην όμως επιτρέπεται η προσβολή της απόφασης ως πλαστής, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των σχετικών για την ένσταση πλαστότητας διατάξεων (άρθ. 312 § 2, 438 ΚΠολΔ). Για την ουσιαστική, επομένως, τήρηση της διάταξης του άρθρου 304 ΚΠολΔ, που απαιτεί την απλή σύνταξη του σχεδίου της απόφασης, αρκεί η σύνταξη του εν λόγω σχεδίου, που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης, έστω και ελλιπές, δυνάμενο να διορθωθεί είτε με τα ένδικα μέσα είτε με τις διατάξεις των άρθρων 315 επ. ΚΠολΔ, από το δικαστήριο, που έχει εκδώσει την απόφαση και κατά περιεχόμενο αντιστοιχεί προς την υπόθεση που δικάστηκε (ΑΠ 897/2004, ΑΠ 448/2006, ΑΠ 1626/2010, ΑΠ 447/2011). Το εν λόγω σχέδιο πρέπει να φέρει τη χρονολογία και υπογραφή από το δικαστή και επί πολυμελούς δικαστηρίου από τον πρόεδρό του και τον εισηγητή. Η παράλειψη όμως από το σχέδιο της απόφασης που δημοσιεύθηκε της χρονολογίας, -η οποία, άλλωστε, συμπληρώνεται από την αναγραφόμενη χρονολογία της δημοσίευσης στο πρωτότυπο της απόφασης- ή της υπογραφής του είτε από τον πρόεδρο είτε από τον εισηγητή είτε από το δικαστή που εκδίδει την απόφαση, δεν επιδρά στο κύρος της δημοσίευσης και δεν καθιστά την απόφαση ανύπαρκτη, εφόσον η παράβαση της αμέσως πιο πάνω διάταξης (του άρθρου 304 ΚΠολΔ) δεν συνδέεται από το νόμο με κυρώσεις περί ακυρότητας του σχεδίου (πρβλ. και άρθρο 329 του σχεδίου της Αναθεωρητικής Επιτροπής των διατάξεων του ΚΠολΔ του έτους 1971, που απάλειψε όλους τους λόγους ακυρότητας της αγωγής ακύρωσης δικαστικής απόφασης του άρθρου 372 α` της εισήγησης, εκτός εκείνου της δημοσίευσης της απόφασης), ακολούθως δε, δεν είναι δυνατή η κατά το άρθρο 313 ΚΠολΔ αναγνώριση με αγωγή ή ένσταση της ανυπαρξίας της απόφασης (ΑΠ 447/2011). Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 ΚΠολΔ, οριζόμενη υποχρέωση έκδοσης της απόφασης από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση και στα πολυμελή δικαστήρια από όλους τους δικαστές, που έλαβαν μέρος σε αυτή και μάλιστα, ύστερα από διάσκεψη τούτων, η οποία, ενόψει της παράθεσης του στερητικού "μόνο", αποκλείει, σε κάθε περίπτωση και για οποιοδήποτε ανεξαιρέτως λόγο, την έκδοση από άλλο ή άλλους δικαστές, έχει την έννοια ότι αποκλειστικώς από τους δικαστές αυτούς πρέπει να γίνει η εκτίμηση της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων παροχής έννομης προστασίας, της κατά το νόμο και την ουσία βασιμότητας της αίτησης και του αποδεικτικού υλικού, χωρίς οποιοδήποτε επηρεασμό από τρίτα πρόσωπα, παρόντα ή απόντα, δικαστές ή όχι, προϊσταμένους ή επιθεωρητές, γιατί ο νομοθέτης αξιώνει, για τη διασφάλιση του κύρους της δικαιοσύνης και της απονομής του δικαίου, το πόρισμα της απόφασης να είναι, έστω και εσφαλμένο, αποτέλεσμα της ελεύθερης, αδέσμευτης και ανεξάρτητης κρίσης των άνω δικαστών. Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 300 ΚΠολΔ, που αποκλείει την αυθαίρετη αντικατάσταση του νόμιμου δικαστή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καθιερώνεται ο δημόσιας τάξης κανόνας έκδοσης της απόφασης από τους ίδιους δικαστές, ενώπιον των οποίων έγινε η προς τούτο συζήτηση στο ακροατήριο, αφού στην τελευταία στηρίζεται η απόφαση, ενώ ενδεχόμενη παράβασή της θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ, για μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου (ΑΠ 781/2020).

Περαιτέρω, η καθαρογραφή της απόφασης από το σχέδιο και η υπογραφή του πρωτοτύπου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και τον γραμματέα κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ έχει προβλεφθεί για να διευκολύνεται η αναγνωρισιμότητα, η αναπαραγωγή και η ασφαλής κυκλοφορία αυτής, ενόψει του ότι με το πρωτότυπο όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την απόφαση εμφανίζονται ενιαία υπό ομοιόμορφο τύπο, και όχι για να αποκτήσει νομική υπόσταση η απόφαση αυτή, η οποία θεωρείται συντελεσμένη με τη δημοσίευση του πιο πάνω σχεδίου. Το πρωτότυπο, το οποίο αναπτύσσει το λειτουργικό του ρόλο για την εξυπηρέτηση κατ' εξοχήν των αναγκών της αναγκαστικής εκτέλεσης και την επέλευση άλλων προβλεπόμενων έννομων συνεπειών, συνδεόμενων αρρήκτως με την ύπαρξή του, δεν αυτονομείται από τη δημοσιευθείσα από το σχέδιο απόφαση, ώστε να είναι σε θέση να ανατρέψει ή να αλλοιώσει την τελευταία. Με τη θεώρηση, άλλωστε, του πρωτοτύπου από τον εισηγητή και την υπογραφή του σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 306 ΚΠολΔ, οπότε και συντελείται η δημιουργία του, βεβαιώνεται ουσιαστικά ότι το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου της απόφασης έχει μεταφερθεί πιστά και με ακρίβεια στο πρωτότυπο. Με την έννοια αυτή ο σύνδεσμος του πρωτοτύπου με τη δημοσιευμένη από το σχέδιο απόφαση, στην οποία αποτυπώνονται στη γνήσια μορφή τους το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο της εξωτερίκευσης για πρώτη φορά της δικαστικής κρίσης, με την οποία (δημοσίευση) και αποκτά η απόφαση τη νομική της υπόσταση, δεν αποκόπτεται με την υπογραφή του πρωτοτύπου κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ. Έτσι, αν υφίσταται διαφορά και πολύ περισσότερο αντίθεση μεταξύ του πρωτοτύπου και του δημοσιευμένου σχεδίου υπερισχύει το τελευταίο, στο οποίο αποτυπώνεται στη γνήσια μορφή της η απόφαση. Επομένως, αν το πρωτότυπο περιέχει αιτιολογικό και διατακτικό αντίθετο από το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου, απόφαση δεκτική προσβολής με ένδικα μέσα, δηλαδή και με αναίρεση, είναι εκείνη που δημοσιεύθηκε από το σχέδιο και καταχωρίστηκε στα βιβλία δημοσιεύσεων και όχι το θεωρημένο και υπογεγραμμένο πρωτότυπο. Η ερμηνευτική αυτή θέση προάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 499 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία τα ένδικα μέσα μπορούν να ασκηθούν και πριν από την επίδοση της απόφασης, ακόμη και την ίδια ημέρα δημοσίευσης, δηλαδή, τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται, μπορούν να προσβάλουν τη δημοσιευμένη από το σχέδιο απόφαση και στο περιεχόμενο αυτής να αναφερθούν για τη στήριξη των λόγων του ασκούμενου ένδικου μέσου και δεν χρειάζεται να περιμένουν τη σύνταξη και υπογραφή του πρωτοτύπου. Το πρωτότυπο μιας απόφασης, που έρχεται σε αντίθεση με το δημοσιευμένο σχέδιο, στο βαθμό που δεν είναι δεκτικό διόρθωσης, μπορεί να αναγνωριστεί ως ανύπαρκτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 313 ΚΠολΔ, εφόσον αποτυπώνει απόφαση με περιεχόμενο που ουδέποτε δημοσιεύθηκε (AΠ 529/2017, ΑΠ 481/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 2 (και όχι 3 που αναφέρεται στην απόρριψη αιτήσεως εξαιρέσεως δικαστή) του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το σχέδιο που συντάχθηκε σε ηλεκτρονική μορφή από την εισηγήτρια : α) φέρει ημερομηνία διάσκεψης την 4-3-2021 και δύο ημερομηνίες δημοσίευσης, την 22-3-2021 και την 24-3-2021, η οποία (η τελευταία) αναγράφεται και στο πρωτότυπο, β) φέρει αριθμό αποφάσεως 1616/2020, ενώ στο πρωτότυπο τον αριθμό 1616/2021, γ) δεν φέρει θεώρηση από την εισηγήτρια. Ότι όλες αυτές οι πλημμέλειες συγκροτούν την έννοια της κακής σύνθεσης του δικαστηρίου. Άλλως αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ διότι η απόφαση με αριθμό 1616/2020 είναι ανυπόστατη. Ο λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από το αριθ. 14 είναι απαράδεκτος διότι ο δικονομικός αυτός λόγος αφορά ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές και σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του υπό των αναιρεσειόντων προσκομισθέντος σχεδίου της απόφασης καθώς και του πρωτοτύπου αυτής, το σχέδιο της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1616/2021 απόφασης έχει συνταχθεί ηλεκτρονικά από την εισηγήτρια δικαστή Νίκη Κατσιαούνη, έχει αποτυπωθεί αυτό σε υλική μορφή επι της οποίας έχει αναγραφεί από την πρόεδρο της συνθέσεως Πρόεδρο Εφετών Βασιλική Χάσκαρη ως ημερομηνία διάσκεψης η 4-3-2021 ως ημέρα δημοσίευσης η 22-3-2021 και φέρει τόσο την υπογραφή της προέδρου κάτωθι των ημερομηνιών αυτών όσον και την υπογραφή της εισηγήτριας στο τέλος του σχεδίου.

Περαιτέρω, το πρωτότυπο της απόφασης έχει θεωρηθεί και υπογραφεί νομοτύπως. Το ότι το σχέδιο δημοσιεύθηκε εν τέλει από το αρμόδιο Τμήμα του Εφετείου δύο ημέρες μετά, ήτοι στις 24-3-2021, όπως αναφέρεται και στο πρωτότυπο της προσβαλλομένης, αφορά τον προγραμματισμό του αρμοδίου τμήματος δημοσιεύσεων του οικείου Δικαστηρίου και δεν επιδρά στο κύρος ή το υποστατό της απόφασης, αφού η τελευταία ημερομηνία κατισχύει της αναγραφόμενης στο σχέδιο, ούτε βεβαίως δημιουργεί κακή σύνθεση του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, η εκ προφανούς παραδρομής εσφαλμένη χρονολογία στο σχέδιο (2020 αντί 2021) δεν δημιουργεί ουδεμία αμφιβολία για την δημοσιευθείσα απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας ταυτίζεται πλήρως με το σχέδιο και το πρωτότυπο αυτής. Επίσης στο σχέδιο της απόφασης αναγράφεται η νέα σύνθεση υπό την οποία αυτό δημοσιεύθηκε λόγω προαγωγής των Εφετών Βρ. Θωμάτου και Νίκης Κατσιαούνη, όπως αναγράφεται στο τέλος του πρωτοτύπου της απόφασης. Όπως προεκτέθηκε, το σχέδιο αποτελεί δημόσιο έγγραφο, που παράγει πλήρη απόδειξη, ανεπίδεκτη ανταποδείξεως, πλην όμως επιτρέπεται η προσβολή της απόφασης ως πλαστής, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των σχετικών για την ένσταση πλαστότητας διατάξεων, ενέργεια στην οποία δεν προκύπτει ότι προέβησαν οι αναιρεσείοντες. Με τις επικαλούμενες πλημμέλειες οι αναιρεσείοντες πλήττουν κατ'ουσίαν την υπόσταση του δημοσιευθέντος σχεδίου, το οποίο πάντως πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις δημοσιεύσεώς του και συνεπώς ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 2 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 ΚΠολΔ και 303 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (π.χ. εντολή, εταιρία) ή από οιονεί σύμβαση (διοίκηση αλλοτρίων) ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία (ή έστω και μια υπόθεση) η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε. Υποχρέωση δηλαδή για λογοδοσία μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε σύννομη σχέση (ενοχικού ή εμπραγμάτου ή άλλου δικαιώματος). Από τις ανωτέρω διατάξεις, που καθιερώνουν γενικό κανόνα περί της υποχρεώσεως προς λογοδοσία του δοσιλόγου, του οποίου κανόνα ειδικές εφαρμογές συναντώνται σε πολλές διατάξεις του αστικού κώδικα (άρθρα 685, 718, 734, 754, 1222, 1401, 1527, 1656, 1656, 1698, 1700, 1704, 1907, 1918, 1941, 2023 AK ), προκύπτει με σαφήνεια ότι σε κάθε έννομη σχέση - είτε ενοχικού είτε άλλου δικαιώματος - που περιέχει διαχείριση ξένης ολικά ή μερικά υποθέσεως, που μπορεί να συνεπάγεται εισπράξεις ή δαπάνες ή και τις δυο, είναι δυνατό να γεννηθεί υποχρέωση προς λογοδοσία (ΑΠ 646/2024, ΑΠ 475/2020). Λογοδοσία δεν είναι νοητή και δυνατή στην περίπτωση που δεν υπήρξε διαχείριση, γιατί λείπει η βασική και αναγκαία προϋπόθεση της υποστάσεως της αξιώσεως και της αντίστοιχης υποχρεώσεως προς λογοδοσία, της διαχειρίσεως δηλαδή ξένης περιουσίας (Γ. Μπαλή, ΕνοχΔίκ.παρ.35 σελ. 131, Λιτζερόπουλο εις ΕρμΑΚ άρθ. 303 αριθ. 2 και 4). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο oι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της προσβαλλόμενης απόφασης που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και μάλιστα με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 27/98, ΑΠ 168/2025, ΑΠ 522/2024, ΑΠ 12/2004), καθώς και η έννομη συνέπεια που βάσει αυτών καταγνώσθηκε, διότι το αναιρετήριο δεν μπορεί να συμπληρωθεί από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 214/2002). Οι παραδοχές πρέπει επίσης να αναφέρονται και επί επίκλησης του αναιρετικού λόγου του αριθ. 19 (ΑΠ 522/2024, ΑΠ 67/2002).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών παραβίασε τόσον ευθέως όσον και εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 303, 713,714, 719 και 216 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένως ότι ο εναγόμενος/αναιρεσίβλητος δεν είχε υποχρέωση προς λογοδοσία. Αμφότεροι οι λόγοι είναι παραδεκτοί και νόμιμοι και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ'ουσίαν. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: Η Α. χήρα Μ. Γ. το γένος Α. Σ., απεβίωσε στην Αθήνα στις …2003 σε ηλικία 90 ετών και κατά τη διάρκεια της ζωής της ήταν εύπορη, με ακίνητη περιουσία, αλλά κυρίως με σημαντική κινητή περιουσία, συνισταμένη κυρίως σε σημαντικές καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και ομόλογα. Επαγγελματικά ήταν πολύ δραστήρια και πετυχημένη και συγκεκριμένα, ως ιδιαίτερα ευφυής και δυναμική, είχε δημιουργήσει και λειτουργούσε επί πολλά έτη στη Γλυφάδα Αττικής μία μεγάλη επιχείρηση εστιατορίου, που είχε 25-30 εργαζομένους, άριστη φήμη για την ποιότητα των υπηρεσιών της και πολλούς, σημαντικούς και σταθερούς πελάτες, μεταξύ των οποίων και σπουδαίοι 'Έλληνες εφοπλιστές. Η ίδια, ως ιδιοκτήτρια τον εστιατορίου είχε γίνει ευρέως γνωστή με το προσωνύμιο "...", που υποδήλωνε τον δυναμισμό της και την ικανότητά της. Κατά τη διάρκεια τον βίου της δεν είχε αποκτήσει τέκνα, αλλά από τους τρεις αμφιθαλείς αδελφούς της, Δ., Α. και Π., είχε ανήψια, τους Α. Σ. (δεύτερο αρχικό ενάγοντα), Σ. Σ. και Ε. Σ. (τρίτο αρχικό ενάγοντα) τέκνα του αδελφού της Δ., Ν. Σ. (εναγόμενο) και Γ. Δ. το γένος Α. Σ., τέκνα τον αδελφού της Α. και τους Γ. συζ. Ξ. το γένος Π. Σ. (πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εκκαλούσα-εφεσίβλητη) και Α. Σ., τέκνα του αδελφού της Π. Από όλα τα ανήψια της, από την αρχή και μέχρι το θάνατό της, είχε ξεχωρίσει και αγαπούσε ιδιαίτερα τον εναγόμενο, τον οποίο μάλιστα βάφτισε, ενδιαφερόταν πάντοτε για την ανατροφή και την πρόοδό του, χρηματοδότησε την εκπαίδευσή του σε ιδιωτικά σχολεία και τις σπουδές του και όταν εκείνος αποκαταστάθηκε επαγγελματικά, ως δημόσιος υπάλληλος με υπηρεσιακή εξέλιξη, και αποφάσισε να παντρευτεί, έγινε και κουμπάρα του. Ο εναγόμενος ανταπέδιδε την αγάπη της θείας του, της έδειχνε σεβασμό και ευγνωμοσύνη, πάντοτε διατηρούσε μαζί της, όπως μετέπειτα και η σύζυγός του, ουσιαστική προσωπική και οικογενειακή σχέση, η οποία μάλιστα έγινε στενότερη από το 1994 και εντεύθεν. Από τότε οι σχέσεις της με τα άλλα ανήψια της ήταν τυπικές, τα έβλεπε αραιά και τα τελευταία χρόνια της ζωής της σχεδόν καθόλου. Λόγω όμως του παλαιότερου δεσμού τους και της συγγένειάς τους, το έτος 1996 με την υπ' αριθμ. ...1996 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου … Μ. Β., τίμησε και τα ανήψια της εκείνα, εγκαθιστώντας τα κληρονόμους σε δήλα πράγματα της περιουσίας της και συγκεκριμένα εγκατέστησε: α) την ανηψιά της Σ. Σ. τον Δ.-ήδη αποβιώσασα και κληρονομηθείσα από τον τρίτο αρχικό ενάγοντα, Ε. Σ. στο ποσό των 20.000.000 δραχμών β) τον ανηψιό της Α. Σ. τον Δ.- ήδη αποβιώσαντα και κληρονομηθέντα επίσης από τον τρίτο αρχικό ενάγοντα- στο ποσό των 20.000.000 δραχμών και στο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός κτήματος 11 στρεμμάτων στο …, γ) τον ανηψιό της Ε. Σ. τον Δ. (αρχικό τρίτο ενάγοντα), στο επί της οδού ... στο … διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφανείας 90 τ.μ. δ) την ανηψιά της Γ. Σ. τον Π. συζ. Ι. Ξ. (πρώτη ενάγουσα), στο ποσό των 20.000.000 δραχμών δ) τον ανεψιό της Α. Σ. του Π. (αρχικό δεύτερο ενάγοντα) στο ποσό των 5.000.000 δραχμών και τα δύο τέκνα του, Π. και Φ., στο ποσό των 10.000.000 δραχμών το καθένα και στ) την ανηψιά της Γ. Σ. του Α. στο ποσό των 20.000.000 δραχμών. Με την ίδια διαθήκη στον αγαπημένο ανηψιό της, τον εναγόμενο, άφησε τα σημαντικότερα ακίνητά της, ένα ισόγειο κατάστημα επί της οδού ... στο … επιφανείας 90 τ.μ. και ένα οικόπεδο επιφανείας 379,60 τ.μ. επί της οδού ... στους … Εκτός από τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία διέθετε και άλλη κινητή περιουσία, και δη σημαντικά χρηματικά ποσά κατατεθειμένα σε τραπεζικούς της λογαριασμούς και επενδυμένα σε ομολογίες, τα οποία δεν θέλησε να καταστήσει κληρονομιαία με τη διαθήκη της, αλλά αποφάσισε να τα διαθέσει εν ζωή, αργότερα, όπως επιθυμούσε. Για τη σύνταξη της άνω διαθήκης της και το περιεχόμενό της είχε ενημερώσει μόνο τον εναγόμενο, ο οποίος και θα φρόντιζε για τη δημοσίευσή της μετά το θάνατό της. Η Α. Γ., μετά το θάνατο τον συζύγου της και τουλάχιστον από το 1994 και εντεύθεν, διαχειριζόταν μόνη της τις υποθέσεις της και είχε τον πλήρη έλεγχο της περιουσίας της, κινητής και ακίνητης, δεδομένης της οξύνοιάς της και της μεγάλης εμπειρίας της στις συναλλαγές, λόγω της πολυετούς εμπορικής της δραστηριότητας, και μέχρι το τέλος της ζωής της διατηρούσε ακέραια την πνευματική της υγεία και ικανότητα. Η ίδια φρόντιζε για την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, τη λειτουργία τον οίκου της, επέλεγε, προσλάμβανε και πλήρωνε τις οικιακές βοηθούς- που απασχολούσε σταθερά-αλλά και τους φροντιστές της υγείας της, όποτε τους χρειαζόταν, φρόντιζε και εκμίσθωνε σε άτομα της επιλογής της ένα κατάστημά της, συναλλασσόταν μαζί τους, κατέθετε και αναλάμβανε χρήματα από λογαριασμούς που διατηρούσε σε τράπεζες και τα επένδυε, όπως ελεύθερα αποφάσιζε, κυρίως σε ομόλογα, και υπέβαλε τις φορολογικές της δηλώσεις. Για τη διευκόλυνσή της στη διαχείριση και εποπτεία των οικονομικών της διατηρούσε στο σπίτι της ένα χρηματοκιβώτιο, όπου φύλασσε, μεταξύ άλλων, τα βιβλιάρια των τραπεζικών της καταθέσεων, τους τίτλους των ομολόγων και τα χρηματικά ποσά που αναλάμβανε από τις τράπεζες και χρησιμοποιούσε για την κάλυψη όλων των βιοτικών της αναγκών. Οι ανάγκες της αυτές, λόγω της ηλικίας της που απαιτούσε σωστή ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα, σε συνδυασμό με το υψηλό βιοτικό της επίπεδο και την ανθηρή οικονομική της κατάσταση, ήταν αρκετές και δεν καλύπτονταν από τη μικρή μηνιαία σύνταξη γήρατος, των 350 ευρώ, που ελάμβανε ως συνταξιούχος ελεύθερη επαγγελματίας και το μίσθωμα των 480 ευρώ του καταστήματός της. Με τις τράπεζες, με τις οποίες συνεργαζόταν (Εμπορική Τράπεζα, Εθνική Τράπεζα και Alpha Bank) για την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών της και την επένδυση των χρημάτων της, συναλλασσόταν η ίδια επί πολλά χρόνια, έχοντας τη δυνατότητα μετακίνησης, και έτσι τη γνώριζαν προσωπικά οι υπάλληλοι των τραπεζικών καταστημάτων που την εξυπηρετούσαν. Πρώτη φορά αντιμετώπισε κινητικά προβλήματα στα 86 της χρόνια το έτος 1999, όταν υπέστη κάταγμα ποδός, προς αποκατάσταση του οποίου νοσηλεύτηκε λίγες ημέρες στο "Ιατρικό Κέντρο", και έκτοτε δυσκολευόταν στις μετακινήσεις. Από τότε για την εκπροσώπησή της στις τράπεζες απευθυνόταν στον εναγόμενο, τον οποίο εμπιστευόταν απόλυτα. Κάθε φορά τον εξουσιοδοτούσε με τις αναγκαίες έγγραφες εξουσιοδοτήσεις, προς εκτέλεση συγκεκριμένων εντολών της για την αγορά ή ανανέωση ομολόγων, αλλά και την ανάληψη χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς της. Τις εντολές της αυτές τις εκτελούσε ο εναγόμενος κατά τις οδηγίες της και τούτο άμεσα το διαπίστωνε η ίδια, τόσο από τους τίτλους των ομολόγων που εκδίδονταν στο όνομά της και τις παρέδιδε ο εντολοδόχος της, όταν επρόκειτο για εντολές επενδύσεων, όσο και από τις ενημερώσεις της από τις τράπεζες και τα βιβλιάρια των καταθέσεών της, όταν επρόκειτο για εντολές αναλήψεις χρηματικών ποσών. Τα ποσά αυτά που ζητούσε να αναλάβει ο εναγόμενος από τους λογαριασμούς της και της παρέδιδε, τα δαπανούσε όπως αποφάσιζε η ίδια, έχοντας την επιμέλεια και φροντίδα για την κάλυψη όλων των υποχρεώσεων και αναγκών της. Επειδή ο εναγόμενος ήταν απολύτως συνεπής έναντι της, γι'αυτό και οι εξουσιοδοτήσεις της προς αυτόν για τις τραπεζικές της συναλλαγές ήταν επαναλαμβανόμενες. Μεταξύ αυτών ήταν και οι νόμιμα και επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εννέα έγγραφες εξουσιοδοτήσεις, τις οποίες εξέδωσε και παρέδωσε η Α. Γ. στον εναγόμενο εντός μόλις ενός εξαμήνου, από τις 31-3-2000 έως και 6-10-2000, δυνάμει των οποίων αυτός την εκπροσώπησε στις τράπεζες και εκτέλεσε στο όνομά της και για λογαριασμό της την αντίστοιχη συναλλαγή κατά τις υποδείξεις της. Μεταγενέστερα, προς αποφυγή έκδοσης κάθε φορά νέας έγγραφης εξουσιοδότησής της προς τον εναγόμενο όποτε χρειαζόταν να την εκπροσωπεί στις τράπεζες για τα χρήματα που είχε κατατεθειμένα σε συγκεκριμένους λογαριασμούς της και σε ομόλογα, τον όρισε πληρεξούσιο της με το υπ' αριθμ. ...2000 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου … Ι. Δ. Γ., την οποία κάλεσε στην οικία της. Ειδικότερα, με το πληρεξούσιο αυτό η Α. Γ. έδωσε στον εναγόμενο-όπως επί λέξει αναφέρεται -"...την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα όπως αντ' αυτής και για λογαριασμό της και σε σχέση με τους κάτωθι λογαριασμούς 1) στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, κατάστημα 147, θυρίδα …, αριθμός λογαριασμού ... , 2) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", αριθμός λογαριασμού ... , 3) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αριθμός λογαριασμού , ... 4) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, κατάστημα ... αριθμ.πελάτου ... "..." και 5) στην Alpha Τράπεζα Πίστεως ... Κατάστημα Βενιζέλου "..." αριθμός ομολογίας ..., αριθμός λογαριασμού ... αριθμός πελάτου ..., να αναλαμβάνει χρήματα από τους άνω λογαριασμούς κατατιθεμένα από την εντολέα και οφειλόμενα ή ανήκοντα σ'αυτήν από οποιαδήποτε αιτία...να υπογράφει οποιοδήποτε προς τούτο σχετικό ένταλμα πληρωμής ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Να την εκπροσωπεί σε κάθε δοσοληψία με τις άνω Τράπεζες και σε υποκαταστήματα αυτών σχετικά με τους άνω λογαριασμούς. Να υπογράφει για τον άνω σκοπό κάθε έγγραφο, αίτηση, δήλωση, υπεύθυνη και του ν. 1529/86 με οποιοδήποτε περιεχόμενο και γενικά να ενεργεί κάθε πράξη που είναι αναγκαία και απαραίτητη για την εκτέλεση των εντολών που δίνονται με το πληρεξούσιο αυτό έστω και αν δεν γράφονται ρητά στο παρόν.. .Το παρόν ισχύει μόνο για τις πιο πάνω Τράπεζες μέχρι την κοινοποίηση σε αυτές με δικαστικό επιμελητή επικυρωμένου αντιγράφου συμβολαιογραφικής πράξης για την ανάκλησή της..". Και στα πλαίσια αυτού του πληρεξουσίου ο εναγόμενος- εντολοδόχος συνέχισε να ενεργεί με τον ίδιο αξιόπιστο τρόπο και εκτελούσε για λογαριασμό της εντολέως του, σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις οδηγίες της, κάθε επιμέρους προφορική εντολή της σχετική με τα χρήματά της που είχε κατατεθειμένα στους ανωτέρω πέντε τραπεζικούς λογαριασμούς της, όπως ήταν και η από 12-7-2002 εντολή αγοράς ενός ομολόγου, αξίας κατά την τελική λήξη του 408.331 ευρώ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα στις 12-7-2002, ο εναγόμενος μετά από προφορική εντολή της θείας του, η οποία νομίμως υλοποιήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δυνάμει του άνω πληρεξουσίου της, ανέλαβε από τον αναφερόμενο στο πληρεξούσιο υπ'αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό της στην άνω τράπεζα χρηματικό ποσό για την αυθημερόν αγορά στο όνομα και των δύο τους επταετούς ομολόγου της ίδιας τράπεζας με τίτλο "..."- όπου επένδυε και στο παρελθόν τα χρήματά της- ονομαστικής αξίας στη λήξη του, στις 17-6-2003, ποσού 396.184,89 ευρώ, με αριθμό εντύπου ...2002 και με αριθμό λογαριασμού για κατάθεση του ποσού του κατά τη λήξη του στην ίδια τράπεζα τον υπ' αριθμ. ... Ο λογαριασμός αυτός του αγορασμένου ομολόγου ήταν κοινός, τον είχε η ανοίξει ήδη από τις 22-5-1998 η Α. Γ. με πρώτη συνδικαιούχο την ίδια και λοιπούς συνδικαιούχους τον εναγόμενο και τη σύζυγό του Σ. Σ. Η αγορά του άνω ομολόγου έγινε πράγματι, στις 12-7-2002, στο όνομα της Α. Γ. και του εναγομένου, στην δευτερογενή αγορά, όπως αναφέρεται και στο υπ' αριθμ. ...2010 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, και το ομόλογο είχε αριθμό τίτλου τον ... Η λήξη του ανανεώθηκε, μετά από σχετικό αίτημα, διαδοχικά δύο φορές, αρχικά μέχρι τις 23-7-2003, έχοντας τότε αξία ποσού 408.331 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στον άνω κοινό λογαριασμό, όπου επίσης κατατέθηκε εκ νέου η άνω αξία του και κατά την επόμενη λήξη του, στις 22-10-2003, και από εκείνον ανέλαβε το άνω ποσό ο εναγόμενος μετά το θάνατο της συνδικαιούχου θείας του. Με ειδική ρήτρα της σύμβασης του εν λόγω κοινού λογαριασμού αναφορικά με το εν λόγω ομόλογο ορίστηκε ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους του τα δικαιώματα από τη συμμετοχή του σε αυτό θα περιέχονται αυτοδίκαια στους επιζώντες συνδικαιούχους. Έτσι, με βάση τη ρήτρα αυτή κατά το χρόνο θανάτου της συνδικαιούχου του Α. Γ., η αξία του ομολόγου, ποσού 408.331 ευρώ, που κατατέθηκε στον ανωτέρω, τηρούμενο γι' αυτό, κοινό λογαριασμό, περιήλθε αυτοδικαίως στους επιζώντες συνδικαιούχους του, παρότι τα χρήματα για την αγορά του ομολόγου δεν τους ανήκαν, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως, το εν λόγω ποσό των 408.331 ευρώ δεν αποτέλεσε ποτέ στοιχείο της κληρονομιάς της θανούσης Α. Γ. και έτσι δεν περιήλθε κατά το χρόνο του θανάτου της, κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, στους αρχικούς ενάγοντες-κληρονόμους της κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί στην υπό κρίση αγωγή τους. Συνακόλουθα ο εναγόμενος λαμβάνοντας και εντάσσοντας το ποσό αυτό στην περιουσία του, ως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού όπου ήταν κατατεθειμένο, και αρνούμενος να το αποδώσει όταν του ζητήθηκε το έτος 2007 στους αρχικούς ενάγοντες, δεν τέλεσε εις βάρος τους την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, ούτε τους προκάλεσε θετική ζημία, ισόποση της εξ αδιαθέτου κληρονομικής τους μερίδας επί του ποσού αυτού, και ηθική βλάβη λόγω της υπεξαίρεσης, όπως αβάσιμα εκτίθεται στην αγωγή τους, καθόσον το ανωτέρω ποσό ουδέποτε περιήλθε στην περιουσία τους.

Περαιτέρω, αναφορικά με το άνω ομόλογο η Α. Γ. με ελεύθερη βούληση αποφάσισε και έδωσε στον εναγόμενο την εντολή αγοράς του με δικά της χρήματα στο όνομα και των δύο τους, με ορισμό κατάθεσης της ανωτέρω αξίας του στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό τους με ρήτρα αποκλεισμού της κληρονομικής διαδοχής σε περίπτωση θανάτου τινός των συνδικαιούχων του. Η εντολή της αυτή ήταν σύμφωνη με τις σχέσεις που διατηρούσε τότε με τα ανήψια της και τις αντανακλούσε, καθόσον έτσι, σε περίπτωση θανάτου της, ευνοούσε, όπως επιθυμούσε, τον εναγόμενο, που ήταν ο μόνος από τα ανήψια της που από το έτος 1994 και εντεύθεν διατηρούσε ουσιαστικές και καλές σχέσεις μαζί της και ενδιαφερόταν γι' εκείνη , αποτελούσε η δε άνω εντολή της έμπρακτη απόδειξη της αγάπης της, αλλά και της ευγνωμοσύνης της προς αυτόν και τη σύζυγό του, για τη βοήθεια και τη συμπαράστασή τους όποτε τους χρειαζόταν. Άλλωστε, ομοίου περιεχομένου εντολή είχε δώσει στον εναγόμενο και προγενέστερα, για ποσό που δεν είναι επίδικο με την ένδικη αγωγή. Συγκεκριμένα, στις 5-7-2002 του είχε δώσει προφορική εντολή ανάληψης από τον αναφερόμενο στο πληρεξούσιο υπ' αριθμ. ... ατομικό της λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού 52.597,11 ευρώ, μεταφοράς του στον υπ'αριθμ. ... κοινό λογαριασμό τους και αγοράς με τα χρήματα αυτά κοινού τους ομολόγου, επίσης με την ονομασία "..." αξίας 52.597,11 ευρώ και λήξης στις 3-10-2002 με πίστωση στον άνω κοινό λογαριασμό. Η εντολή της αυτή υλοποιήθηκε, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, από την ανωτέρω τράπεζα δυνάμει του ίδιου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της. Οι ενάγοντες και το περιβάλλον τους, λόγω των τυπικών και αραιών σχέσεων τους με τη θεία τους από το έτος 1994 και εντεύθεν, αλλά και με τον εναγόμενο, δεν γνώριζαν, αλλά ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν την μεταξύ τους εσωτερική σχέση και το περιεχόμενο των επιμέρους προφορικών τους συμβάσεων εντολής σχετικά με τα χρήματα της θείας τους που ήταν κατατεθειμένα στους άνω τραπεζικούς λογαριασμούς της, όπως ήταν και η προαναφερόμενη για την αγορά του ανωτέρω ομολόγου, αξίας κατά τη λήξη του, ποσού 408.311 ευρώ, το οποίο (ποσό) είναι επίδικο. Επομένως ο εναγόμενος, αγοράζοντας το ομόλογο αυτό στο όνομα το δικό του και της θείας του με κατάθεση της αξίας του, ποσού 408.331 ευρώ, σε κοινό τους λογαριασμό, με όρο αποκλεισμού της επί αυτής κληρονομικής διαδοχής- απ' όπου τα ανέλαβε ο ίδιος μετά το θάνατο της θείας του, ως συνδικαιούχος- ενήργησε στα πλαίσια δική της εντολής, και όχι κατά παράβαση της συμβατικής του υποχρέωσης ως εντολοδόχος της, εν αγνοία της προς όφελος του, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Εξάλλου, εάν η αγορά του εν λόγω ομολόγου με τους άνω όρους δεν ήταν σύμφωνη με εντολή της θείας του, η τελευταία άμεσα θα το είχε αντιληφθεί- αφού ήταν και η ίδια δικαιούχος και κάτοχος του τίτλου του και συνακόλουθα ενήμερη γι'αυτό και από την τράπεζα- και οπωσδήποτε θα είχε ανακαλέσει από τότε το άνω πληρεξούσιό της προς τον εναγόμενο για την εκτέλεση των εντολών της στις τράπεζες. Αντίθετα αυτό το διατήρησε σε ισχύ μέχρι το τέλος του βίου της, γεγονός που καταδεικνύει την αξιόπιστη και συμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου ως εντολοδόχου της.

Συνεπώς, ο εναγόμενος έναντι της εντολέως του-θείας του δεν έχει ενδοσυμβατική ευθύνη για καταβολή αποζημίωσης ισόποσης της αξίας του ανωτέρω ομολόγου (των 408.331 ευρώ), όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες επιχειρώντας να θεμελιώσουν συρρέουσα ευθύνη του (ενδοσυμβατική) για την καταβολή της, αιτούμενης με την αγωγή τους, ανωτέρω αποζημίωσης.

Περαιτέρω, εντός του χρονικού διαστήματος από 5-9-2000 έως και 27-5-2003, δηλαδή σε διάστημα τριών περίπου ετών, ο εναγόμενος, δυνάμει σχετικών εξουσιοδοτήσεων της θείας του μέχρι το χρόνο κατάρτισης του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και ακολούθως δυνάμει αυτού, την εκπροσώπησε στις τράπεζες και προέβη για λογαριασμό της στις επίδικες δεκατρείς διαδοχικές αναλήψεις από τον αναφερόμενο στο πληρεξούσιο υπ' αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα, συνολικού ποσού 36.479,90 ευρώ. Όμως, ουδόλως αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι η θεία του του είχε δώσει με οποιοδήποτε τρόπο τη γενική εντολή να καλύπτει αυτός, με όσα ποσά αναλάμβανε για λογαριασμό της από τις τράπεζες , όλες τις βιοτικές της ανάγκες, ούτε ότι του είχε δώσει αντίστοιχες με τις άνω αναλήψεις επιμέρους εντολές να δαπανήσει όλο το ποσό που αναλάμβανε κάθε φορά για την κάλυψη συγκεκριμένης ισόποσης δικής της ανάγκη. Όπως προαναφέρθηκε οι ενάγοντες, εκτός από το άνω πληρεξούσιο που αφορά την εκπροσώπηση της θείας τους έναντι των τραπεζών στις συναλλαγές της με αυτές, δεν έχουν ιδία γνώση και αντίληψη του εντολών που έδωσε η θεία τους προς τον εναγόμενο το επίδικο χρονικό διάστημα για οποιαδήποτε άλλο είδος συναλλαγών της, επιπρόσθετα δε εκείνη είχε επιμέλεια και φροντίδα κάλυψης όλων των υποχρεώσεων και όλων των αναγκών της και για το λόγο αυτό γίνονταν για λογαριασμό της αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς της. Με τα χρήματα αυτά, που τα φύλασσε μέχρι να τα δαπανήσει στο χρηματοκιβώτιό της, κάλυπτε όλες τις ανάγκες της και ειδικότερα τις δαπάνες λειτουργίας της οικίας της, της διαβίωσής της, της αμοιβής και της ασφαλιστικής κάλυψης της καθημερινά απασχολούμενης οικιακής της βοηθού-φροντιστού της, των κοινωνικών υποχρεώσεών της, της ιατροφαρμακευτικής της περίθαλψης και τα έξοδα νοσηλείας της σε ιδιωτικά, πάντοτε, θεραπευτήρια, είτε η ίδια προσωπικά, όταν δεν απαιτείτο μετακίνησή της προς τούτο, είτε κατά τις υποδείξεις της μέσω τρίτων και δη της οικιακής της βοηθού για τις τρέχουσες καθημερινές ανάγκες της και του εναγομένου για τις λοιπές, οι οποίο της παρέδιδαν τις εκδιδόμενες στο όνομά της αποδείξεις πληρωμής. Με τον τρόπο αυτό δαπανήθηκε για τις δικές της ανάγκες και μετά από δικές της αποφάσεις και το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 39.479,90 ευρώ που ανέλαβε για λογαριασμό της τμηματικά ο εναγόμενος για το σκοπό αυτό. Αν για την κάλυψη κάποιας ή κάποιων αναγκών της με αντίστοιχο μέρος του ποσού αυτού η Α. Γ. ζήτησε τη βοήθεια του εναγομένου και του την ανέθεσε, η σχετική εντολή της ήταν συγκεκριμένη κατά ποσό και χρόνο και η προς εκτέλεσή της καταβολή του ποσού καταγραφόταν στην αντίστοιχη εκδιδόμενη στο όνομά της έγγραφη απόδειξη, την οποία τις παρέδιδε ο εναγόμενος. Έτσι η θεία-εντολέας του εναγομένου άμεσα γνώριζε την κάλυψη της συγκεκριμένης δαπάνης που του ανέθετε, και αποκλειόταν η επί τριετία εν αγνοία της κάλυψη με το ανωτέρω ποσό των 34.479,90 ευρώ δικών του αναγκών και όχι δικών της, ανεξάρτητα του ότι ο εναγόμενος δεν θα έπραττε κάτι τέτοιο, καθόσον ήταν απόλυτα αξιόπιστος και δεν ενεργούσε χωρίς προηγούμενη δική της απόφαση και εντολή. Τη μοναδική φορά που η εντολέας-θεία του δεν μπορούσε να αποφασίσει και να του δώσει συγκεκριμένη εντολή ανάληψης χρημάτων της και ακολούθως εντολή κάλυψης συγκεκριμένης δαπάνης της, ήταν το διάστημα από 7-3-2001 μέχρι και τις 14-3-2001, όταν νοσηλευόταν στη μονάδα εντατικής θεραπείας του ιδιωτικού θεραπευτηρίου "Ιατρικό Κέντρο" Π. Φαλήρου, όπου είχε εισαχθεί για νοσηλεία, με τη δική του βοήθεια, στις 3-3-2001 με διάγνωση "οξύ πνευμονικό οίδημα". Τότε ο εναγόμενος επειδή δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της και για να μην αναλάβει μόνος του απόφαση για τη διάρκεια της νοσηλείας της στο ανωτέρω ιδιωτικό θεραπευτήριο που θα απαιτούσε πολλά νοσήλια, στις 11-3-2001, ενώ διαρκούσε η νοσηλεία της, απευθύνθηκε στα υπόλοιπα ανήψια της-εξαδέλφους του (ήδη εξ αυτών και οι ενάγοντες), με εξώδικη δήλωσή του, λόγω των τυπικών τους σχέσεων, θεωρώντας ότι το ζήτημα τους αφορά επειδή γνώριζε ότι και αυτοί θα ήταν εκ διαθήκης κληρονόμοι της. Με άνω εξώδικη δήλωση που τους κοινοποίησε στις 14-3-2001, ο εναγόμενος τους κάλεσε σε οικογενειακό συμβούλιο σε δικηγορικό γραφείο για να αποφασίσουν από κοινού την εξακολούθηση ή μη της νοσηλείας της θείας τους στο εν λόγω ακριβό θεραπευτήριο και για να τους ενημερώσει για την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση της θείας τους, την οποία χαρακτήρισε ανθηρή, γνωστοποιώντας τους ταυτόχρονα την ύπαρξη του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της προς τον ίδιο για την ανάληψη των απαιτούμενων χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της. Στη συνάντηση και τη συζήτηση που έγινε, με περιεχόμενο αυτό που είχε οριστεί εγγράφως από τον εναγόμενο, κανείς δεν αμφισβήτησε το κύρος του πληρεξουσίου, αλλά ούτε την αξιοπιστία του εναγομένου. Αντίθετα, από την από 16-3-2001 εξώδικη απάντηση των Α. Σ. (τρίτου αρχικού ενάγοντος) και της Σ. Σ., οι οποίοι δεν παρέστησαν αυτοπροσώπως στη συνάντηση, αλλά εκπροσωπήθηκαν, σαφώς συνάγεται αποδοχή του κύρους του πληρεξουσίου, αλλά και εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπο του, ως εντολοδόχου της θείας τους για την ανάληψη και πληρωμή των απαιτουμένων νοσηλίων της, και δη από την περικοπή "...είμαστε σύμφωνοι με όσα νοσήλια απαιτηθούν προκειμένου η θεία να έχει την καλύτερη εξυπηρέτηση στο εξαιρετικό καθόλα Ιατρικό Κέντρο Παλαιού Φαλήρου, δεδομένης της καλής της οικονομικής της κατάστασης". Η Α. Γ. διέφυγε τον κίνδυνο ζωής που διέτρεχε, εξήλθε από τη μονάδα εντατικής θεραπείας και εξακολούθησε νοσηλευόμενη στο ίδιο θεραπευτήριο, από όπου εξήλθε στις 21-3-2001, με διάγνωση "οξύ πνευμονικό οίδημα επί εδάφους σακχαρώδους διαβήτου και χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας". Την ημέρα της εξόδου της, κατ' εντολή της, πλέον, αφού επικοινωνούσε και είχε πνευματική διαύγεια, ο εναγόμενος ανέλαβε χρήματα από τραπεζικό λογαριασμό της και τα κατέβαλε την ίδια ημέρα στο Ιατρικό Κέντρο προς εξόφληση των νοσηλίων της, ποσού 15.125,57 ευρώ. Ακολούθως, προς πλήρη αποκατάσταση της υγείας της στην οικία της, η ίδια αποφάσισε και δέχθηκε δύο φορές για λίγες ημέρες, από τις 25-3-2001 έως και 4-4-2001 και από τις 9-4-2001 έως 12-4-2001, ιατρικές υπηρεσίες κατ'οίκον νοσηλείας από εξειδικευμένο προσωπικό του θεραπευτηρίου "Υγεία", καταβάλλοντας την απαιτούμενη δαπάνη. Το πρόβλημα της υγείας της που διαγνώστηκε και τότε ήταν η πνευμονία και η ήπια αφυδάτωση, που αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς με θεραπευτική αγωγή. Τα επόμενα δύο και πλέον έτη που ακολούθησαν η Α. Γ. δεν νοσηλεύτηκε για οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, είχε την ίδια πνευματική διαύγεια και σχετικά καλή σωματική κατάσταση, μέχρι τις 25-7-2003 που εμφάνισε αιφνίδια εμπύρετη λοίμωξη του αναπνευστικού και δύσπνοια. Τότε με επιμέλεια του εναγομένου και μετά από σχετική ιατρική σύσταση, εισήχθη τις πρώτες πρωινές ώρες της 26ης Ιουλίου 2003 στο Νοσοκομείο Σωτηρία, όπου λίγες ώρες αργότερα απεβίωσε. Ο εναγόμενος μετά το θάνατό της φρόντισε για τη δημοσίευση της άνω δημόσιας διαθήκης της και ενημέρωσε τους εκ διαθήκης κληρονόμους της, τους οποίους συνέδραμε για την εκτέλεσή της. Σε αυτούς διανεμήθηκε το συνολικό ποσό των 333.113,18 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμούς της κληρονομούμενης και εξ αυτών, οι τετιμημένοι με ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας της εγκαταστάθηκαν σε αυτά, όπως ακριβώς οριζόταν στη διαθήκη. Η πνευματική ικανότητα της Α. Γ. δεν είχε αμφισβητηθεί από τους αρχικούς ενάγοντες-ανήψια της. Όψιμα και εντελώς αβάσιμα αυτοί αμφισβήτησαν το πρώτον την καλή πνευματική της υγεία της θείας τους, εμφανίζοντάς της ως πνευματικά ανίκανη, όταν πληροφορήθηκαν από τις τράπεζες ότι εκείνη, εκτός από τα χρήματα που τους άφησε με τη διαθήκη της, διέθετε και άλλα, κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της χρηματικά ποσά, και μάλιστα σημαντικά. Ο όψιμος ισχυρισμός τους για έλλειψη της πνευματικής της υγείας διατυπώθηκε στην κρινόμενη αγωγή τους στα πλαίσια αμφισβήτησης της δυνατότητάς της για έλεγχο και διαχείριση της περιουσίας της, και είναι παντελώς αβάσιμος, με βάση όλα τα προαναφερόμενα. Σε όλα τα προσκομιζόμενα με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους ιατρικά έγγραφα που αφορούν την κατάσταση της υγείας της Α. δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε πνευματική ή ψυχική της πάθηση που να την καθιστά ανίκανη να αποφασίζει για τον εαυτό της και να φροντίζει τις υποθέσεις της και σε καμία δε περίπτωση το προχωρημένο της ηλικίας και μόνο είχε ως συνέπεια τη πνευματική της ανικανότητα το επίδικο χρονικό διάστημα των τριών ετών πριν το θάνατό της. Τον ίδιο αβάσιμο ισχυρισμό τους επανέλαβαν οι αρχικοί ενάγοντες και σε δύο μηνύσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην από 30-11-2009 μήνυσή τους κατά του εναγομένου και ενός τραπεζικού υπαλλήλου, στα πλαίσια επιχειρούμενης θεμελίωσης εις βάρος τους της πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης-του επιδίκου με την ένδικη αγωγή ποσού των 408.311 ευρώ-και στην από 30-3-2012 μήνυσή τους, κατά του εναγομένου, της συζύγου του και δύο τραπεζικών υπαλλήλων, προς θεμελίωση των αξιοποίνων πράξεων της κακουργηματικής υπεξαίρεσης- (του επιδίκου, με την ένδικη αγωγή, ποσού των 403.811 [ενν. 408.311] ευρώ και του προαναφερόμενου ποσού του ομολόγου των 52.597,11 ευρώ)-της πλαστογραφίας υπογραφών της θανούσης επί εγγράφων της απευθυνομένων σε τράπεζα, και της απάτης. Η πρώτη μήνυσή τους κρίθηκε ουσιαστικά αβάσιμη, με την υπ'αριθμ. …/2010 διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, ακολούθως με την υπ'αριθμ. …/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από προσφυγή των μηνυτών, διατάχθηκε συμπληρωματική προκαταρκτική εξέταση και ακολούθως αυτή συσχετίστηκε με την άνω δεύτερη μήνυσή τους. Η ποινική δίκη που ανοίχθηκε ήδη περατώθηκε αμετάκλητα με ομόφωνη απαλλαγή όλων των μηνυομένων για όλες τις πράξεις. Ειδικότερα, όλοι οι μηνυόμενοι απαλλάχθηκαν από τις πράξεις της πλαστογραφίας, της απάτης και της συνέργειας σε κακουργηματική υπεξαίρεση, με το υπ'αριθμ. …/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο κατέστη αμετάκλητο μετά την έκδοση του υπ'αριθμ. …/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αφού κρίθηκε η πνευματική ικανότητα της θανούσης για δικαιοπραξία και λήψη αποφάσεων , το γνήσιο της υπογραφής της σε όλα τα έγγραφά της προς τις τράπεζες-με βάση και τη διενεργηθείσα, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη- ως και η νομιμότητα όλων των γενόμενων ενεργειών των τραπεζικών υπαλλήλων σχετικών με κινήσεις των λογαριασμών της και τις γενόμενες επενδύσεις χρημάτων των λογαριασμών της αυτών, δυνάμει του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της προς τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, ο τελευταίος αθωώθηκε ομόφωνα για την πράξη της υπεξαίρεσης του επιδίκου ποσού των 408.311 ευρώ και αυτού των 52.597,11 ευρώ, με την υπ' αριθμ. 3981/2016 ομόφωνα αθωωτική απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1571/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού κρίθηκε ότι ο εναγόμενος κινούσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ικανής προς δικαιοπραξία, θείας του και ενεργούσε, εκπροσωπώντας την στις τράπεζες, πάντοτε κατ' εντολή και με τη συναίνεσή της. Κατόπιν όλων των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή καθό μέρος ζητούν με αυτή οι ενάγοντες αποζημίωση συνολικού ποσού 408.311 ευρώ, με επίκληση συρρέουσας ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου, εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 50.000 ευρώ ο καθένας, ως και τη λοιπή αιτούμενη αποζημίωση, των 34.479,90 ευρώ, λόγω της ίδιας ενδοσυμβατικής, εκ των διατάξεων περί εντολής των άρθρων 713 επ. ΑΚ, ευθύνης του, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα (...).

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος το επίδικο χρονικό διάστημα, από τις 25-10-2000 έως και το θάνατο της εντολέως του στις 26-7-2003, άσκησε, δυνάμει του από 25-10-2000 προαναφερόμενου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της, διαχείριση των άνω πέντε τραπεζικών λογαριασμών της, η οποία (διαχείριση) συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης της, όπως εκτίθεται στην αγωγή με αίτημα την παροχή λογοδοσίας του τηρούμενου εκ μέρους του εναγομένου λογαριασμού κατ' άρθρον 303 ΑΚ. Από το περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, του οποίου γίνεται επίκληση προς απόδειξη αυτού του αγωγικού ισχυρισμού δεν αποδεικνύεται η βασιμότητά του, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνεται. Το πληρεξούσιο αυτό αφορά αποκλειστικά και μόνο την έναντι των αναφερομένων σε αυτό τραπεζών γενική εντολή του για εκπροσώπηση της εντολέως αναφορικά με τις καταθέσεις της σε συγκεκριμένους λογαριασμούς της και ομολογίες. Με βάση το περιεχόμενό του, όπως αυτό προεκτέθηκε, ο εναγόμενος εκπροσωπούσε τη θεία του Α. Γ. έναντι των τραπεζών αυτών, ενεργώντας αντί γι'αυτή και για λογαριασμό της, αποκλειστικά και μόνο στις συναλλαγές της με τις εν λόγω τράπεζες, όπως οι αναλήψεις, καταθέσεις, επενδύσεις των χρηματικών ποσών που ήταν κατατεθειμένα στους αναφερόμενους πέντε λογαριασμούς της. Αφορούσε επομένως το πληρεξούσιο τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών εκ μέρους του εναγομένου για λογαριασμό της εντολέως του και τέτοιες οπωσδήποτε δεν είναι οι δαπάνες διαβίωσής της και των νοσηλίων της και συνακόλουθα ουδόλως το επίδικο πληρεξούσιό της σχετίζεται με αυτές. Οι γενόμενες δε δυνάμει αυτού του πληρεξουσίου αναλήψεις χρηματικών ποσών εκ μέρους του εναγομένου για λογαριασμό της εκπροσωπουμένης θείας του, ουδόλως συνεπάγονται τη διενέργεια δαπανών εκ μέρους του για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης και νοσηλίων της, καθόσον πρόκειται για άλλη έννομη σχέση στα πλαίσια άλλης σύμβασης εντολής, άσχετης με την ανάληψη χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Εξάλλου, η Α. Γ. είχε τη διαχείριση όλων των αναγκών της και την επιμέλεια και φροντίδα κάλυψής τους και την ασκούσε όπως προεκτέθηκε. Ο εναγόμενος δεχόταν και εκτελούσε μόνο, όταν εκείνη του ζητούσε, όποια επιμέρους προφορική εντολή του έδινε για την πληρωμή συγκεκριμένης δαπάνης της σύμφωνα με τις υποδείξεις της, παραδίδοντάς της μετά τη διενέργειά της και τη σχετική απόδειξη πληρωμής που εκδιδόταν στο όνομά της. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ο εναγόμενος δεν κατείχε ο ίδιος αποδείξεις για την πληρωμή αναγκών της θείας του, ούτε είχε εκδοθεί κάποια από αυτές στο δικό του όνομα. Τέλος και οι ίδιοι οι ενάγοντες, εξαιρώντας τα προαναφερόμενα ποσά των 408.331 ευρώ και 34.479,90 ευρώ, από την επικαλούμενη, κατά την έννοια του άρθρου 303 ΑΚ, διαχείριση του εναγόμενου των πέντε τραπεζικών λογαριασμών της θείας του δια του άνω πληρεξουσίου της, εντός του επιδίκου διαστήματος (25-10-2000 έως 26-7-2003), ενώ και τα ποσά αυτά τα είχε αναλάβει ο εναγόμενος εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος από τους ίδιους λογαριασμούς, αποδυναμώνουν τον υπό κρίση αγωγικό τους ισχυρισμό, ο οποίος με βάση τα προεκτεθέντα είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, επειδή ο εναγόμενος δεν έκανε διαχείριση περιουσίας της θείας του , και δη των καταθέσεων των πέντε τραπεζικών λογαριασμών της, που να συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, όπως απαιτείται για να γεννηθεί υποχρέωσή του έναντι της για παροχή λογοδοσίας και καταβολή του προκύπτοντος καταλοίπου του λογαριασμού, σύμφωνα με το άρθρο 303 ΑΚ, η σχετική αξίωση των εναγόντων, με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, είναι αβάσιμη. Επομένως, η αγωγή κατά το μέρος αυτό είναι ουσιαστικά αβάσιμη...". Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την από 16-12-2019 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 17-1-2020 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε το περί λογοδοσίας κεφάλαιο της αγωγής και απέρριψε αυτήν. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) Η Α. χήρα Μ. Γ. το γένος Α. Σ., απεβίωσε στην Αθήνα στις …2003 σε ηλικία 90 ετών και κατά τη διάρκεια της ζωής της ήταν εύπορη, με ακίνητη περιουσία, αλλά κυρίως με σημαντική κινητή περιουσία, συνισταμένη κυρίως σε σημαντικές καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και ομόλογα, β) Κατά τη διάρκεια τον βίου της δεν είχε αποκτήσει τέκνα, αλλά από τους τρεις αμφιθαλείς αδελφούς της, Δ., Α. και Π., είχε ανίψια, τους Α. Σ. (δεύτερο αρχικό ενάγοντα), Σ. Σ. και Ε. Σ. (τρίτο αρχικό ενάγοντα) τέκνα του αδελφού της Δ., Ν. Σ. (εναγόμενο) και Γ. Δ. το γένος Α. Σ., τέκνα τον αδελφού της Α. και τους Γ. συζ. Ξ. το γένος Π. Σ. (πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εκκαλούσα-εφεσίβλητη) και Α. Σ., τέκνα του αδελφού της Π., γ) από όλα τα ανίψια της, από την αρχή και μέχρι το θάνατό της, είχε ξεχωρίσει και αγαπούσε ιδιαίτερα τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο), τον οποίο μάλιστα βάφτισε, ενδιαφερόταν πάντοτε για την ανατροφή και την πρόοδό του, χρηματοδότησε την εκπαίδευσή του σε ιδιωτικά σχολεία και τις σπουδές του και όταν εκείνος αποκαταστάθηκε επαγγελματικά, ως δημόσιος υπάλληλος με υπηρεσιακή εξέλιξη, και αποφάσισε να παντρευτεί, έγινε και κουμπάρα του. Ο εναγόμενος ανταπέδιδε την αγάπη της θείας του, της έδειχνε σεβασμό και ευγνωμοσύνη, πάντοτε διατηρούσε μαζί της, όπως μετέπειτα και η σύζυγός του, ουσιαστική προσωπική και οικογενειακή σχέση, η οποία μάλιστα έγινε στενότερη από το 1994 και εντεύθεν, δ) Από τότε οι σχέσεις της με τα άλλα ανίψια της ήταν τυπικές, τα έβλεπε αραιά και τα τελευταία χρόνια της ζωής της σχεδόν καθόλου, ε) λόγω του παλαιότερου δεσμού τους και της συγγένειάς τους, το έτος 1996 με την υπ' αριθμ. ...1996 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου … Μ. Β., τίμησε, εκτός του εναγομένου και τα ανίψια της εκείνα, εγκαθιστώντας τα κληρονόμους σε δήλα πράγματα της περιουσίας της, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην προσβαλλομένη, στ) Εκτός από τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία διέθετε και άλλη κινητή περιουσία, και δη σημαντικά χρηματικά ποσά κατατεθειμένα σε τραπεζικούς της λογαριασμούς και επενδυμένα σε ομολογίες, τα οποία δεν θέλησε να καταστήσει κληρονομιαία με τη διαθήκη της, αλλά αποφάσισε να τα διαθέσει εν ζωή, αργότερα, όπως επιθυμούσε. ζ) Η Α. Γ., μετά το θάνατο τον συζύγου της και τουλάχιστον από το 1994 και εντεύθεν, διαχειριζόταν μόνη της τις υποθέσεις της και είχε τον πλήρη έλεγχο της περιουσίας της, κινητής και ακίνητης, δεδομένης της οξύνοιάς της και της μεγάλης εμπειρίας της στις συναλλαγές, λόγω της πολυετούς εμπορικής της δραστηριότητας, και μέχρι το τέλος της ζωής της διατηρούσε ακέραια την πνευματική της υγεία και ικανότητα. Η ίδια φρόντιζε για την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, τη λειτουργία τον οίκου της, επέλεγε, προσλάμβανε και πλήρωνε τις οικιακές βοηθούς- που απασχολούσε σταθερά-αλλά και τους φροντιστές της υγείας της, όποτε τους χρειαζόταν, φρόντιζε και εκμίσθωνε σε άτομα της επιλογής της ένα κατάστημά της, συναλλασσόταν μαζί τους, κατέθετε και αναλάμβανε χρήματα από λογαριασμούς που διατηρούσε σε τράπεζες και τα επένδυε, όπως ελεύθερα αποφάσιζε, κυρίως σε ομόλογα, και υπέβαλε τις φορολογικές της δηλώσεις. Με τις τράπεζες, με τις οποίες συνεργαζόταν (Εμπορική Τράπεζα, Εθνική Τράπεζα και Alpha Bank) για την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών της και την επένδυση των χρημάτων της, συναλλασσόταν η ίδια επί πολλά χρόνια, έχοντας τη δυνατότητα μετακίνησης, και έτσι τη γνώριζαν προσωπικά οι υπάλληλοι των τραπεζικών καταστημάτων που την εξυπηρετούσαν, η) Πρώτη φορά αντιμετώπισε κινητικά προβλήματα στα 86 της χρόνια το έτος 1999, όταν υπέστη κάταγμα ποδός, προς αποκατάσταση του οποίου νοσηλεύτηκε λίγες ημέρες στο "Ιατρικό Κέντρο", και έκτοτε δυσκολευόταν στις μετακινήσεις. Από τότε για την εκπροσώπησή της στις τράπεζες απευθυνόταν στον εναγόμενο, τον οποίο εμπιστευόταν απόλυτα. Κάθε φορά τον εξουσιοδοτούσε με τις αναγκαίες έγγραφες εξουσιοδοτήσεις, προς εκτέλεση συγκεκριμένων εντολών της για την αγορά ή ανανέωση ομολόγων, αλλά και την ανάληψη χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς της. Τις εντολές της αυτές τις εκτελούσε ο εναγόμενος κατά τις οδηγίες της και τούτο άμεσα το διαπίστωνε η ίδια, τόσο από τους τίτλους των ομολόγων που εκδίδονταν στο όνομά της και τις παρέδιδε ο εντολοδόχος της, όταν επρόκειτο για εντολές επενδύσεων, όσο και από τις ενημερώσεις της από τις τράπεζες και τα βιβλιάρια των καταθέσεών της, όταν επρόκειτο για εντολές αναλήψεις χρηματικών ποσών. Τα ποσά αυτά που ζητούσε να αναλάβει ο εναγόμενος από τους λογαριασμούς της και της παρέδιδε, τα δαπανούσε όπως αποφάσιζε η ίδια, έχοντας την επιμέλεια και φροντίδα για την κάλυψη όλων των υποχρεώσεων και αναγκών της. Επειδή ο εναγόμενος ήταν απολύτως συνεπής έναντι της, γι'αυτό και οι εξουσιοδοτήσεις της προς αυτόν για τις τραπεζικές της συναλλαγές ήταν επαναλαμβανόμενες, ενώ μεταξύ αυτών ήταν και οι νόμιμα και επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εννέα έγγραφες εξουσιοδοτήσεις, τις οποίες εξέδωσε και παρέδωσε η Α. Γ. στον εναγόμενο εντός μόλις ενός εξαμήνου, από τις 31-3-2000 έως και 6-10-2000, δυνάμει των οποίων αυτός την εκπροσώπησε στις τράπεζες και εκτέλεσε στο όνομά της και για λογαριασμό της την αντίστοιχη συναλλαγή κατά τις υποδείξεις της, θ) προς αποφυγή έκδοσης κάθε φορά νέας έγγραφης εξουσιοδότησής της προς τον εναγόμενο όποτε χρειαζόταν να την εκπροσωπεί στις τράπεζες για τα χρήματα που είχε κατατεθειμένα σε συγκεκριμένους λογαριασμούς της και σε ομόλογα, τον όρισε πληρεξούσιο της με το υπ'αριθμ. ...2000 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Δ. Γ., την οποία κάλεσε στην οικία της, με το ειδικότερο μνημονευόμενο περιεχόμενο, i) στις 12-7-2002, ο εναγόμενος μετά από προφορική εντολή της θείας του, η οποία νομίμως υλοποιήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου της, ανέλαβε από τον αναφερόμενο στο πληρεξούσιο υπ' αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό της στην άνω τράπεζα χρηματικό ποσό για την αυθημερόν αγορά στο όνομα και των δύο τους επταετούς ομολόγου της ίδιας τράπεζας με τίτλο "..."- όπου επένδυε και στο παρελθόν τα χρήματά της- ονομαστικής αξίας στη λήξη του, στις 17-6-2003, ποσού 396.184,89 ευρώ, με αριθμό εντύπου ...2002 και με αριθμό λογαριασμού για κατάθεση του ποσού του κατά τη λήξη του στην ίδια τράπεζα τον υπ'αριθμ. .... Ο λογαριασμός αυτός του αγορασμένου ομολόγου ήταν κοινός, τον είχε η ανοίξει ήδη από τις 22-5-1998 η Α. Γ. με πρώτη συνδικαιούχο την ίδια και λοιπούς συνδικαιούχους τον εναγόμενο και τη σύζυγό του Σ. Σ. Η αγορά του άνω ομολόγου έγινε πράγματι, στις 12-7-2002, στο όνομα της Α. Γ. και του εναγομένου, στην δευτερογενή αγορά, όπως αναφέρεται και στο υπ' αριθμ. ...2010 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, και το ομόλογο είχε αριθμό τίτλου τον .... Η λήξη του ανανεώθηκε, μετά από σχετικό αίτημα, διαδοχικά δύο φορές, αρχικά μέχρι τις 23-7-2003, έχοντας τότε αξία ποσού 408.331 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στον άνω κοινό λογαριασμό, όπου επίσης κατατέθηκε εκ νέου η άνω αξία του και κατά την επόμενη λήξη του, στις 22-10-2003, και από εκείνον ανέλαβε το άνω ποσό ο εναγόμενος μετά το θάνατο της συνδικαιούχου θείας του. iα) Με ειδική ρήτρα της σύμβασης του εν λόγω κοινού λογαριασμού αναφορικά με το εν λόγω ομόλογο ορίστηκε ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους του τα δικαιώματα από τη συμμετοχή του σε αυτό θα περιέχονται αυτοδίκαια στους επιζώντες συνδικαιούχους. Έτσι, με βάση τη ρήτρα αυτή κατά το χρόνο θανάτου της συνδικαιούχου του Α. Γ., η αξία του ομολόγου, ποσού 408.331 ευρώ, που κατατέθηκε στον ανωτέρω, τηρούμενο γι'αυτό, κοινό λογαριασμό, περιήλθε αυτοδικαίως στους επιζώντες συνδικαιούχους του, παρότι τα χρήματα για την αγορά του ομολόγου δεν τους ανήκαν. Επομένως, το εν λόγω ποσό των 408.331 ευρώ δεν αποτέλεσε ποτέ στοιχείο της κληρονομιάς της θανούσης Α. Γ. και έτσι δεν περιήλθε κατά το χρόνο του θανάτου της, κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, στους αρχικούς ενάγοντες-κληρονόμους της κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, iβ) ο εναγόμενος το επίδικο χρονικό διάστημα, από τις …2000 έως και το θάνατο της εντολέως του στις …2003, δεν άσκησε, δυνάμει του από …2000 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της, διαχείριση των άνω πέντε τραπεζικών λογαριασμών της, η οποία (διαχείριση) συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης της, καθόσον από το περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, συνάγεται ότι αυτό αφορά αποκλειστικά και μόνο την έναντι των αναφερομένων σε αυτό τραπεζών γενική εντολή του για εκπροσώπηση της εντολέως αναφορικά με τις καταθέσεις της σε συγκεκριμένους λογαριασμούς της και ομολογίες, με βάση δε το περιεχόμενό του, ο εναγόμενος εκπροσωπούσε τη θεία του Α. Γ. έναντι των τραπεζών αυτών, ενεργώντας αντί γι'αυτή και για λογαριασμό της, αποκλειστικά και μόνο στις συναλλαγές της με τις εν λόγω τράπεζες, όπως οι αναλήψεις, καταθέσεις, επενδύσεις των χρηματικών ποσών που ήταν κατατεθειμένα στους αναφερόμενους πέντε λογαριασμούς της ήτοι αφορούσε τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών εκ μέρους του εναγομένου για λογαριασμό της εντολέως του και τέτοιες οπωσδήποτε δεν είναι οι δαπάνες διαβίωσής της και των νοσηλίων της και συνακόλουθα ουδόλως το επίδικο πληρεξούσιό της σχετίζεται με αυτές και ότι οι γενόμενες δε δυνάμει αυτού του πληρεξουσίου αναλήψεις χρηματικών ποσών εκ μέρους του εναγομένου για λογαριασμό της εκπροσωπουμένης θείας του, ουδόλως συνεπάγονται τη διενέργεια δαπανών εκ μέρους του για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης και νοσηλίων της, καθόσον πρόκειται για άλλη έννομη σχέση στα πλαίσια άλλης σύμβασης εντολής, άσχετης με την ανάληψη χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Εξάλλου, η Α. Γ. είχε τη διαχείριση όλων των αναγκών της και την επιμέλεια και φροντίδα κάλυψής τους και την ασκούσε. Ο εναγόμενος δεχόταν και εκτελούσε μόνο, όταν εκείνη του ζητούσε, όποια επιμέρους προφορική εντολή του έδινε για την πληρωμή συγκεκριμένης δαπάνης της σύμφωνα με τις υποδείξεις της, παραδίδοντάς της μετά τη διενέργειά της και τη σχετική απόδειξη πληρωμής που εκδιδόταν στο όνομά της. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ο εναγόμενος δεν κατείχε ο ίδιος αποδείξεις για την πληρωμή αναγκών της θείας του, ούτε είχε εκδοθεί κάποια από αυτές στο δικό του όνομα, iγ) επειδή, εν τέλει, ο εναγόμενος δεν έκανε διαχείριση της περιουσίας της θείας του, και δη των καταθέσεων των πέντε τραπεζικών λογαριασμών της, που να συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, όπως απαιτείται για να γεννηθεί υποχρέωσή του έναντι αυτής για παροχή λογοδοσίας και καταβολή του προκύπτοντος καταλοίπου του λογαριασμού, σύμφωνα με το άρθρο 303 ΑΚ, η σχετική αξίωση των εναγόντων, με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, είναι αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 303, 713, 714, 719 και 216 ΑΚ, καθόσον υπό τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στις εν λόγω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ουδόλως παραβίασε απορρίπτοντας το περί λογοδοσίας αγωγικό αίτημα των αναιρεσειόντων, καθόσον, όπως έγινε ανελέγκτως δεκτό, δεν επρόκειτο για διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης από τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο που συνεπαγόταν εισπράξεις και δαπάνες, ώστε να θεμελιώνεται υποχρέωσή του προς λογοδοσία έναντι των κληρονόμων της αποβιωσάσης θείας τους, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που ορθώς δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τα ζητήματα του είδους των εντολών τις οποίες κλήθηκε να εκτελέσει ο εναγόμενος στα πλαίσια των σχέσεών του με την αποβιώσασα θεία τους. Κατά τα λοιπά , οι αναιρεσείοντες με τις επικαλούμενες πλημμέλειες αναφορικά με τις παραδοχές του εφετείου επι των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), ακόμα και εάν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 595/2022, ΑΠ 1363/2008). Δεν καθιδρύεται, τέλος, ο πιο πάνω λόγος όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 1890/2022, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 1326/2011). Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει, εκτός των άλλων, να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίον ο ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019) και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ' ουσίαν (ΑΠ 712/2016, ΑΠ 1277/2015).

Εξάλλου, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 550/2025, ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, όταν υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 87/2013, ΑΠ1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ1935/2014).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 και επικουρικά από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το εφετείο δέχθηκε: 1) ότι στις 12/7/2002 η εντολέας (αποβιώσασα κληρονομουμένη Α. Γ.) έδωσε προφορική εντολή στον εντολοδόχο και ήδη αναιρεσίβλητο να αναλάβει, κάνοντας χρήση του ειδικού πληρεξουσίου, από τον ατομικό της λογαριασμό με αριθμό ... το ποσό των 396.184,89 ευρώ, με λήξη στις 17/6/2003 "και με αριθμό λογαριασμού για κατάθεση του ποσού του κατά τη λήξη του στην ίδια Τράπεζα τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο τον ίδιο", ενώ αυτοί είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει το υπ' αριθ. ...2002 αποδεικτικό της Εθνικής Τράπεζας, από το οποίο προέκυπτε ότι δικαιούχος αυτού ήταν η Α. Γ. (κληρονομουμένη) και τροφοδότης λογαριασμός ο υπ' αριθ. ... ατομικός λογαριασμός της ίδιας, από τον οποίο είχε εκταμιευθεί το ποσό της αγοράς του ομολόγου και είχε δηλωθεί επί το σώματος του ομολόγου και όχι ο υπ' αριθ. ... κοινός λογαριασμός και επομένως το ποσό της επένδυσης μετά τη λήξη της, θα κατατίθετο στον υπ' αριθ. ... ατομικό λογαριασμό, παραδοχή στην οποία απέφυγε να απαντήσει η προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι ο ατομικός λογαριασμός υπ' αριθ. ... είχε καταστεί κοινός από 12/7/2002, ενώ αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. 2) ενώ είχαν επικαλεσθεί ότι ο αναιρεσίβλητος στις 2/1/2002 ανέλαβε από τον υπ' αριθ. ... ατομικό λογαριασμό της εντολέως που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα, το ποσό των 44.020,54 ευρώ, με βάση το υπ' αριθ. ...2000 ειδικό πληρεξούσιο και το ποσό αυτό επένδυσε σε αξιόγραφα τρίμηνης διάρκειας με λήξη 1/4/2002, με τροφοδότη λογαριασμό τον υπ' αριθ. ... και το ίδιο ακριβώς έκανε και στις 4/7/2002 και ότι την αντικατάσταση του ατομικού λογαριασμού έκανε ο αναιρεσίβλητος στις 5/7/2002, προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η επένδυση του ποσού των 44.020,54 ευρώ σε ομόλογο έλαβε χώρα για πρώτη φορά στις 5/7/2002, χρόνο κατά τον οποίο ο εντολοδόχος προέβη στην αντικατάσταση του ατομικού λογαριασμού ... με τον κοινό υπ' αριθ. ..., με συνδικαιούχο τον ίδιο και ότι με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους προταθέντες αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι συνομολούνταν και από τον αναιρεσίβλητο και επιβεβαιώνονταν από τις σχετικές βεβαιώσεις της Εθνικής Τράπεζας. 3)ενώ είχαν επικαλεσθεί με το δικόγραφο της αγωγής τους ότι ουδεμία άλλη εντολή είχε δώσει η εντολέας στον εντολοδόχο από 25/10/2000, όταν και υπέγραφε το υπ' αριθ. ...2000 ειδικό πληρεξούσιο μέχρι το θάνατό της και ότι προς απόδειξη αυτού είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί την από 11/3/2001 εξώδικη γνωστοποίηση, πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσίβλητου προς όλους τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της εντολέως, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσίβλητος, μη συνεκτιμώντας το περιεχόμενο των από 26-2-2007 και 18-5-2007 εξωδίκων οχλήσεων. Ότι , επικουρικά, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αναίρεσης (κύριος και επικουρικός) είναι απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν είναι "πράγματα" με την έννοια τόσο του αριθ. 8 όσο και του αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ δηλ. αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά υπό τη γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από τους αριθ. 8 και 10 του άρθ. 559 πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και διαμόρφωσε το τελικό αποδεικτικό του πόρισμα. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλ. ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά. Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Η αποδεικτική αξία και συνεπώς η επίδραση στο αποδεικτικό πόρισμα καθενός από τα αποδεικτικά μέσα απόκεινται στην κυριαρχική και συνεπώς μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης, ε) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε στη δίκη το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 126/2019, ΑΠ1038/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 692/2017). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται το αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.12 και επικουρικά από τον αριθ. 13 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον υπ'αριθ. ... ατομικό λογαριασμό , δεν προσδιόρισε το νόμιμο τρόπο αγοράς του ομολόγου στις 12/7/2002 καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη του τις επικαλούμενες εξώδικες δηλώσεις. Τέλος, ισχυρίστηκαν ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα όσα είχε συνομολογήσει ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις τους. Ο λόγος από τους αριθ. 12 και 13 είναι απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, είναι δε και αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των ως άνω εγγράφων, αλλά, αφού έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ και κατέληξε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος χωρίς να παραβιάσει τους κανόνες για το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, ενώ όσον αφορά τις επικαλούμενες "συνομολογήσεις" του αναιρεσιβλήτου, ο λόγος ερείδεται επι εσφαλμένης προϋποθέσεως καθόσον από τα ενδεικτικώς, όπως αναφέρουν, επιλεγέντα τμήματα των προτάσεών του, δεν προκύπτει ουδεμία ομολογία κρισίμων πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου. Κατά το άρθ.559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ , περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ. σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτήν περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 757/2015).

Εξάλλου, η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με την μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη κρίσιμων περικοπών, πρέπει δε να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό (ΑΠ 947/2014). Για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του.

Με τον έκτο λόγο, και τελευταίο, αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια απο τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το εφετείο παραμόρφωσε τα εξής αποδεικτικά έγγραφα: 1) Την από 16/3/2011 εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, 2) το υπ' αριθ. ...2002 αποδεικτικό της ΕΤΕ και 3) διάφορα έγγραφα σχετικά με το ποσό των 44.020,54 ευρώ και τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό. Αναφέρουν δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "μετέτρεψε" ατομικούς λογαριασμούς της Α. Γ. σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθέντων εγγράφων, κατά λέξη παρατιθέμενο, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά, το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο στηριχθέν αποκλειστικώς ή κυρίως στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, ενώ κατά τα λοιπά πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό βάσιμο αίτημά του (άρθ. 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-3-2023 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 1616/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή