ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 528/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 528/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 528/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 528 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 528/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σαλάτα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία" (Ε.Π.Ο.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαφείριο Μεχτάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-9-2022 και από 19-1-2023 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1209/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 4001/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από …2024 (αριθμ. καταθ. …2024), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4001/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από 9-2-2024 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 1209/2023, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες τις δύο, συνεκδικασθείσες, αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας (την από 16-9-2022 και την από 19-1-2023) κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ, με την επωνυμία "Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία"- (τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου)- εργοδότη της, με αιτήματα α) την απασχόλησή της με τους συμφωνημένους, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όρους εργασίας της προ της ένδικης από 1-11-2021 μονομερούς βλαπτικής μεταβολής τους, το μεν ανυπόστατης, ως γενόμενης από τρίτο πρόσωπο, στερούμενο εξουσίας εκπροσώπησης του ν.π. του εργοδότη της, αλλά και αναρμόδιο προς τούτο κατά παράβαση του καταστατικού του, το δε κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού (κοινό αίτημα και των δύο αγωγών), β) την επιδίκαση, για το λόγο αυτό, οφειλομένων διαφορών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο του 2021 έως Αύγουστο του 2022 και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής της βλάβης (αιτήματα της από 16-9-2022 αγωγής), γ) την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταγενέστερης, από 21-10-2022 καταγγελίας της σύμβασής της εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου εργοδότη της, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης συνεπεία της ένδικης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της αμοιβής της, αλλά και λόγω της καταχρηστικότητάς της, καθώς και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής της βλάβης (αιτήματα της από 19-1-2023 αγωγής). Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αφού έκρινε ουσιαστικά αβάσιμες τις συνεκδικασθείσες αγωγές της, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλούμενη οριστική του απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (27-9-2024) έως την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (10-12-2024) δεν παρήλθε διετία (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 652 του ΑΚ ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίσει κάθε τι που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησής του προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από τους όρους της σύμβασης, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και από το νόμο. Ειδικότερα, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, με σκοπό την οργάνωση της επιχείρησής του κατά τον πλέον πρόσφορο τρόπο, να καθορίζει την έκταση της υποχρέωσης του εργαζόμενου για εργασία, όπως το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο και τις συνθήκες παροχής της εργασίας και τα καθήκοντα της ειδικότητάς του, τα οποία πρέπει να εκτελεί ο τελευταίος (ΑΠ 1985/2025).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν. 2112/1920, "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης, και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης αποτελεί η εκ μέρους του ανάθεση στο μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης, κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητα του συνέπειες.

Εξάλλου, μόνο το γεγονός της παροχής επί σειρά ετών της εργασίας σε ορισμένο τόπο ή χρόνο, δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, και ότι δημιουργήθηκε σιωπηρά συμβατικός όρος για την απασχόληση του εργαζομένου μόνο στον τόπο αυτό ή στο συγκεκριμένο ωράριο, ώστε η αλλαγή τους, που γίνεται από τον εργοδότη στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή. Για να συμβεί τούτο απαιτείται να συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται σαφώς πρόκληση υλικής ή ηθικής ζημίας του μισθωτού ή καταχρηστική άσκηση του εκπορευόμενου από τη ρηθείσα διάταξη διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Από συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349-351, 288 Α.Κ., 7 εδ. α ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό των όρων εργασίας και η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος, εκτός των άλλων, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, ΑΠ 632/2020) και επιπρόσθετα, μπορεί να αξιώσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασίας του και της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του υπαιτίου εργοδότη (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 1322/2020).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 1605/2022, ΑΠ 315/2021). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 78, 79, 80 και 81 ΑΚ προκύπτει ότι το σωματείο αποκτά νομική προσωπικότητα όταν εγγραφεί στο βιβλίο των σωματείων που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του, μετά από απόφαση του ειρηνοδίκη, και το καταστατικό του, που επικυρώνεται και κατατίθεται στο αρχείο του πρωτοδικείου, συνιστά σύμβαση (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 37/2021) και προβλέπει, μεταξύ άλλων, και τα όργανα της διοίκησής του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 215/2023, ΑΠ 185/2019). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε , είτε αποκλείουν την εφαρμογή της , όχι , όμως , όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση , στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων , εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1025/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 317/2022). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον, και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 530/2025, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 814/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) με τον δεύτερο, κατά το κύριο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής της, αφού έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η ένδικη μεταβολή των όρων της εργασίας της, με τον υποβιβασμό της από θέση διευθύντριας σε θέση απλής υπαλλήλου, καίτοι έγινε με βάση εγκύκλιο που υπέγραψε φυσικό πρόσωπο, τρίτο, σε σχέση με το αναιρεσίβλητο ν.π.-εργοδότη της, στερούμενο εξουσίας εκπροσώπησής του, δεν είναι ανυπόστατη, αλλά έγινε από τον εργοδότη της στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ'ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και β) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ως προς κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους του αναιρεσίβλητου εργοδότη της, κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 του ν.2112/1920, 648, 652, 656 και 281 ΑΚ, στερώντας την απόφασή του ως προς το ζήτημα αυτό από νόμιμη βάση. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσελήφθη την 26-4-1999 από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος (όρος 1), υποχρεούμενη να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε οποιοδήποτε τμήμα του εναγομένου, εκτελώντας τα καθήκοντά της με επιμέλεια, σύνεση και εργατικότητα, ενεργώντας σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας, τις οδηγίες και παραγγελίες του εναγομένου και γενικά καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για την βελτίωση των παρεχομένων από αυτήν υπηρεσιών (όρος 3), ο δε μηνιαίος μισθός της ορίστηκε ο προβλεπόμενος από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ του εναγομένου και του Συλλόγου Υπαλλήλων Ε.Π.Ο., αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων που βαρύνουν την ενάγουσα (όρος 2), ενώ η παράβαση από την ενάγουσα οποιουδήποτε εκ των παραπάνω όρων, παρείχε το δικαίωμα στο εφεσίβλητο να καταγγείλει την σύμβαση (όρος 5). Με την υπ' αριθ. πρωτ. …2017 Υπηρεσιακή Εγκύκλιο που υπογράφει ο Υπηρεσιακός Εκτελεστικός Γραμματέας του εναγομένου Α. Δ., με θέμα την "Διοικητική Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών ΕΠΟ", η ενάγουσα μετακινήθηκε ως Διευθύντρια στη Διεύθυνση Επικοινωνίας. Με την υπ' αριθ. πρωτ. …2017 Υπηρεσιακή Εγκύκλιο που υπογράφει ο Εκτελεστικός Γραμματέας του εναγομένου Α. Δ., με θέμα την "Διοικητική Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών ΕΠΟ", η ενάγουσα τοποθετήθηκε ως Διευθύντρια σε μία σειρά Projects από την FIFA/UEFA, υπαγόμενη απευθείας στον Εκτελεστικό Γραμματέα. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. πρωτ. …2018 Υπηρεσιακή Εγκύκλιο που υπογράφει ο Εκτελεστικός Γραμματέας του εναγομένου Α. Δ., με θέμα την "Διοίκηση Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών ΕΠΟ", η ενάγουσα συνέχισε ως Διευθύντρια σε μία σειρά Projects από την FIFA/UEFA, υπαγόμενη απευθείας στον Εκτελεστικό Γραμματέα. Σημειώνεται ότι όλες οι Διευθύνσεις του εναγομένου στις δύο παραπάνω Υπηρεσιακές Εγκυκλίους, αποτελούνταν από πλείονα του ενός προσώπου-εργαζομένων, πλην της Διεύθυνσης σειράς Projects από την FIFA/UEFA, στην οποία τοποθετήθηκε η ενάγουσα, που δεν υπήρχε στελέχωση από άλλα πρόσωπα, αποτελούνταν δηλαδή η Διεύθυνση μόνον από την ενάγουσα. Είχε προηγηθεί η τοποθέτηση της ενάγουσας το έτος 2011 στην θέση της Προϊσταμένης Διεθνών Σχέσεων και το έτος 2015 στη θέση της Διευθύντριας του Τμήματος Διεύθυνσης Διαιτησίας και Διεθνών Σχέσεων, ενώ επιπλέον από το έτος 2017 η ενάγουσα είναι "UEFA Match Delegate" και ορίζεται από την UEFA σε διεθνείς οργανώσεις και αγώνες ποδοσφαίρου, θέσεις τις οποίες δεν αμφισβήτησε το εναγόμενο. Ακολούθησε η υπ' αριθ. πρωτ. …2021 Εγκύκλιος Νο …2021 με τίτλο "Οργάνωση-Διοίκηση", την οποία υπογράφει ο Εκτελεστικός Γραμματέας Ι. Φ., απευθυνόμενη προς όλες τις Διευθύνσεις και τα Τμήματα της ΕΠΟ, το προσωπικό και τα στελέχη της ΕΠΟ, με κοινοποίηση προς το Γραφείο Προέδρου ΕΠΟ, βάσει της οποίας ενημέρωσε για το νέο Καταστατικό του εναγομένου που ομόφωνα ενέκρινε η Γενική Συνέλευση, σε πλήρη εφαρμογή των προτάσεων και βέλτιστων πρακτικών που περιλαμβάνονται στην "Ολιστική Μελέτη για το Ελληνικό Ποδόσφαιρο" των FIFA και UEFA και για την πλήρη αναδιάρθρωση της Ομοσπονδίας με στόχο τον εκσυγχρονισμό των εσωτερικών λειτουργιών της και του συστήματος παρεχομένων υπηρεσιών της. Σύμφωνα με την εν λόγω Εγκύκλιο, στόχος ήταν ο πλήρης μετασχηματισμός της φυσιογνωμίας και της δομής της ΕΠΟ, η αναβάθμιση και αξιοποίηση των Στελεχών της και η εμπέδωση του Αυτοδιοίκητου και της Ανεξαρτησίας της, με την ενσωμάτωση βέλτιστων και δοκιμασμένων πρακτικών που εφαρμόζουν οι διεθνείς ποδοσφαιρικές αρχές και η πλειοψηφία των Ευρωπαϊκών Ποδοσφαιρικών Ομοσπονδιών, καταλήγοντας ότι η εφαρμογή των "ισχυρών συστάσεων" των διεθνών ποδοσφαιρικών αρχών καθιστούσε αδήριτη την ενοποίηση ή την κατάργηση Διευθύνσεων, Τμημάτων και θέσεων, που αποδεδειγμένα δεν συντελούσαν στην εσωτερική παραγωγική διαδικασία και αντίθετα προκαλούσαν βαριές και κοστοβόρες γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες. Με βάση την εν λόγω Εγκύκλιο, η ενάγουσα τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Εμπορικών Δικαιωμάτων και Χορηγιών, στο Τμήμα "Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, Κοινωνικές Δράσεις και Εθελοντισμός", Διευθύντρια δε ορίστηκε η Μ. Γ. Η τοποθέτηση της ενάγουσας στο τμήμα αυτό συνεπαγόταν και την απώλεια του ποσού των 587 ευρώ, το οποίο ελάμβαναν όσοι κατείχαν διευθυντική θέση και για όσο χρονικό διάστημα την κατείχαν. Άμεσα η ενάγουσα αντέδρασε στην ως άνω τοποθέτησή της ως υπαλλήλου, μετά από έτη που διετέλεσε Διευθύντρια διαφόρων τμημάτων του εναγομένου. Συγκεκριμένα, επέδωσε στο εναγόμενο και στον Εκτελεστικό Διευθυντή Ι. Φ. στις 8-11-2021, την από 5-11-2021 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, με την οποία, αφού ανέφερε την πετυχημένη επαγγελματική της πορεία και όλες τις θέσεις στις οποίες είχε τοποθετηθεί προηγουμένως, επισήμανε τον ηθικό, επαγγελματικό και οικονομικό υποβιβασμό της σε απλή υπάλληλο στο Τμήμα "Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, Κοινωνικών Δράσεων & Εθελοντισμού", με τοποθέτηση ως Διευθύντριας υπαλλήλου που είχε προσληφθεί λίγους μήνες πριν, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από την Διοίκηση του εναγομένου. Επιπλέον, θεώρησε την ενέργεια αυτή παράνομη, αντισυμβατική και καταχρηστική, ότι έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, ότι δεν έγινε με αξιοκρατικά κριτήρια και έχει σκοπό την ηθική της εξόντωση και απαξίωση, συνιστώντας μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, επισημαίνοντας επιπλέον ότι αποτελεί μία παράνομη απόφαση που δεν προβλέπεται στις αρμοδιότητες και εξουσίες του Εκτελεστικού Γραμματέα αλλά της Εκτελεστικής Επιτροπής βάσει του καταστατικού, ότι η απόφαση λήφθηκε με αδιαφανείς διαδικασίες χωρίς αξιολόγησή της, χωρίς επικοινωνία μαζί της, χωρίς να έχει κριθεί ανεπαρκής ή να υφίστατο κάποιο παράπονο ή δυσαρέσκεια για την εργασία της. Τέλος, η ενάγουσα θεώρησε ότι η ενέργεια αυτή συνεπάγεται την υπηρεσιακή της υποβάθμιση, την προσβολή της προσωπικότητάς της, ότι είναι παράνομη και καταχρηστική και επιφυλάχθηκε για την προβολή και άλλων λόγων. Με την εξώδικη αυτή, τους καλούσε να ανακαλέσουν την Εγκύκλιο και να επαναφέρουν την ίδια σε διευθυντικά καθήκοντα, ανάλογα των γνώσεων και των σπουδών της, της εμπειρίας της, συναφή με όσα εκτελούσε τα τελευταία 10 χρόνια, δηλώνοντας ότι θα προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την αποκατάσταση της ηθικής και υλικής της βλάβης, μη αποδεχόμενη την βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της και τον υποβιβασμό της, συνεχίζοντας όμως να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως Διευθύντριας στην ίδια ή συναφή θέση με τις θέσεις που κατέχει με επιτυχία το εναγόμενο τα 10 τελευταία έτη. [.....]. Η ενάγουσα, μετά την τοποθέτησή της ως υπαλλήλου στο Τμήμα "Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, Κοινωνικές Δράσεις και Εθελοντισμός", είχε πράγματι προσφύγει στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, διαμαρτυρόμενη για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της. Η συζήτηση της εργατικής διαφοράς διεξήχθη στις …2022 και εκδόθηκε το υπ' αριθ. …2022 Δελτίο Διαφοράς, με τις επισημάνσεις σε αυτό, ότι η ανάθεση στην ενάγουσα (προσφεύγουσα) υποδεέστερων καθηκόντων λόγω αναδιάρθρωσης τμημάτων και διευθύνσεων του εναγομένου λόγω νέου Οργανογράμματος, δύναται να εκληφθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος όταν ο υποβιβασμός της δεν δικαιολογείται από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της εργαζόμενης (πλημμελής εκπλήρωση καθηκόντων της, τέλεσε παραπτώματος κ.ά.) ή από το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, μάλιστα δε όταν επέρχεται λόγο της μεταβολής υλική ή ηθική βλάβη στην εργαζόμενη, επιπλέον δε ότι η από το 1999 ισχύουσα εργασιακή σχέση της ενάγουσας με το εναγόμενο αλλά και η από το έτος 2015 άσκηση διευθυντικών καθηκόντων-τοποθετημένη σε Διευθύνσεις με τις σχετικές Υπηρεσιακές Εγκυκλίους και με ευθύνη του εναγομένου, συνηγορεί ότι η εργαζόμενη επέδειξε τουλάχιστον επάρκεια στην άσκηση των καθηκόντων της, και η τοποθέτησή της με το Οργανόγραμμα σε θέση υπαλλήλου και η υποβάθμισή της μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος όπου άσκησε διευθυντικά καθήκοντα, συνεπάγεται μείωση του γοήτρου της απέναντι σε συναδέλφους και κοινωνική περιβάλλον, καταλήγοντας ότι τα παραπάνω ζητήματα αποτελούν αντικείμενο και κρίση των δικαστηρίων. [.....]. Αποδεικνύεται ότι μετά από αναδιάρθρωση των Διευθύνσεων του εναγομένου, με κατάργηση και ενοποίηση Διευθύνσεων και Τμημάτων αυτού, μετακινήθηκε προσωπικό του εναγομένου, όπως και η ενάγουσα που τοποθετήθηκε στο Τμήμα "Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, Κοινωνικές Δράσεις και Εθελοντισμός", της Διεύθυνσης Εμπορικών Δικαιωμάτων και Χορηγιών, στη θέση υπαλλήλου, με Διευθύντριά της την Μ. Γ. Η μετακίνηση της ενάγουσας στη θέση αυτή έγινε με βάση την Εγκύκλιο …2021 του Εκτελεστικού Γραμματέα, καθώς η Διεύθυνση Προγραμμάτων (projects) της FIFA/ UEFA καταργήθηκε και επομένως η ενάγουσα δεν ήταν δυνατόν να διατηρηθεί σε Διεύθυνση που καταργείται. Η μη διατήρηση της Διεύθυνσης αυτής (Προγραμμάτων της FIFA/ UEFA) ήρθε ως συνέπεια της μηδενικής δραστηριότητας που είχε επί όσο χρονικό διάστημα υφίστατο, καθώς δεν είχε καταστεί εφικτό να υλοποιηθεί κάποιο πρόγραμμα, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, εξαιτίας περιορισμών που επέβαλαν στο εναγόμενο οι διεθνείς Ομοσπονδίες, όπως αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή του ο Ι. Φ. Ωστόσο, η ενάγουσα παρά την μη υλοποίηση συγκεκριμένου Προγράμματος παρέμεινε στη θέση αυτή για τέσσερα έτη. Επιπλέον, με βάση τους όρους σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, και συγκεκριμένα του όρου 3 αυτής, είχε συμφωνηθεί ότι η ενάγουσα είναι υποχρεωμένη να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε οποιοδήποτε τμήμα του εναγομένου, ώστε η μετακίνησή της στο Τμήμα "Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, Κοινωνικές Δράσεις και Εθελοντισμός", να μην συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας της, ενόψει και της μη υλοποίησης Προγραμμάτων FIFA/UEFA στην προηγούμενη θέση της και κατάργησης της σχετικής Διεύθυνσης. Αποδεικνύεται ότι ο περιορισμός των καθηκόντων της ενάγουσας και η τοποθέτησή της στο ανωτέρω Τμήμα την 1-11-2021 επήλθε σε εφαρμογή όσων προβλέπονται στην "Ολιστική Μελέτη για το Ελληνικό Ποδόσφαιρο" που συντάχθηκε ειδικά για την Ελλάδα από τις διεθνείς Ομοσπονδίες με στόχο την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό της εσωτερικής λειτουργίας του εναγομένου, σύμφωνα με όσα καταθέτει ο Ι. Φ. (ένορκη βεβαίωση). Πράγματι, η ενάγουσα από το έτος 2015 είχε τοποθετηθεί σε Διευθύνσεις του εναγομένου και ήδη από το έτος 2017 στην παραπάνω Διεύθυνση Προγραμμάτων της FIFA/UEFA, πλην όμως η τοποθέτησή της σε αυτές τις διευθυντικές θέσεις δεν συνιστά "προφανή σχετική" τροποποίηση της αρχικής σύμβασης εργασίας της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης. Η τοποθέτηση της ενάγουσας σε διάφορη θέση από αυτή που υπηρετούσε προηγουμένως, με βάση το Οργανόγραμμα των υπηρεσιών του εναγομένου απόκειται σε διευθυντικό δικαίωμα του τελευταίου ως εργοδότη, ο οποίος κατά τη διακριτική του ευχέρεια, αποφασίσει πώς εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον της Ομοσπονδίας, καθορίζοντας, μεταξύ άλλων, το είδος παροχής της εργασίας. Το εναγόμενο εξετάζοντας τις ανάγκες του και μέσα στο πλαίσιο και τους περιορισμούς του νόμου και της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, μπορούσε να τοποθετήσει αυτήν σε οποιαδήποτε θέση και να της αναθέσει οποιαδήποτε καθήκοντα, χωρίς η περικοπή του επιδόματος διευθυντικής θέσης ποσού 587 ευρώ που από το έτος 2015 έως τότε ελάμβανε η ενάγουσα, να συνιστά βλαπτικό υποβιβασμό της, καθώς το εν λόγω επίδομα παρέχεται σε εργαζόμενο που κατέχει και διατηρεί τη θέση του Διευθυντή. Επομένως, ως αβάσιμος και απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός ότι η μισθολογική περικοπή του επιδόματος αυτού συνιστούσε βλαπτική μεταβολή, κατά ένα σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η προσφυγή της ενάγουσας στο ΣΕΠΕ για την διεκδίκηση με την υπ' αριθ. …2020 αίτησή της μισθολογικών επιδομάτων λόγω κτήσης πτυχίου και τρίτης ξένης γλώσσας και ένταξής της σε αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο, συνδέεται με την μετακίνησή της στο Τμήμα "Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, Κοινωνικές Δράσεις και Εθελοντισμός", ούτε ότι αυτή η μετακίνηση οφείλεται σε ταπεινά ελατήρια όπως εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης και ότι δεν εξυπηρετούσε τον σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου που απέβλεπε στην προσφορότερη οργάνωση της Ομοσπονδίας και υπηρετούσε το καλώς εννοούμενο αντικειμενικό συμφέρον του εναγομένου, ούτε αποδεικνύονται άλλες περιστάσεις που να καθιστούν μη δικαιολογημένη και αντικείμενη προς τα υπηρεσιακά συμφέροντα του εναγομένου-εφεσίβλητου την παραπάνω απόφασή του. Μάλιστα, το εναγόμενο ουδέποτε εμπόδισε ή έφερε αντιρρήσεις στην παρουσία της ενάγουσας ως Παρατηρητή Διαιτησίας σε διεθνείς αγώνες σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού για την οποία ελάμβανε ημερήσια αποζημίωση. Όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης, η Διοίκηση του εναγομένου προτείνει εργαζόμενους για την τοποθέτησή τους ως παρατηρητές σε τέτοιους αγώνες και ως Παρατηρήτρια μετείχε και η ενάγουσα. Επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο προταθείς ισχυρισμός περί ταπεινών ελατηρίων εκ μέρους του εναγομένου με σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η τοποθέτηση της Μ. Γ. ως Διευθύντρια της ενάγουσας έγινε αναξιοκρατικά γιατί τοποθετήθηκαν υπάλληλοι της αρεσκείας του επικεφαλής του εναγομένου στις διευθυντικές θέσεις. Η πρόσληψη της Μ. Γ. έγινε μετά από διαγωνιστική διαδικασία την 9-7-2021, όπως τούτο αναφέρεται στις ένορκες βεβαιώσεις της ίδιας και του Ι. Φ., ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω Διευθύντρια διέθετε ελάχιστα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ενόψει του ότι δεν παρατίθενται στην αγωγή τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να κριθεί ότι αυτή διέθετε υποδεέστερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα σε σύγκριση με άλλους ή την ενάγουσα και επομένως ο εν λόγω ισχυρισμός με σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η τοποθέτηση της ενάγουσας-εκκαλούσας στο Τμήμα "Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, Κοινωνικές Δράσεις και Εθελοντισμός", της Διεύθυνσης Εμπορικών Δικαιωμάτων και Χορηγιών, στη θέση υπαλλήλου, με Διευθύντριά της την Μ. Γ. με τα ανατιθέμενα από την τελευταία προς την ενάγουσα καθήκοντα, όπως προπαρατέθηκαν στα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, μετά την κατάργηση της Διεύθυνσης Προγραμμάτων της FIFA/UEFA, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης, διότι έγινε κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου-εφεσίβλητου, χωρίς προφανή υπέρβαση των ορίων που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Επομένως, το εναγόμενο-εφεσίβλητο δεν ενήργησε παράνομα, αλλά στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος και μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των εργασιακών όρων της ενάγουσας-εκκαλούσας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η σύνταξη του οργανογράμματος των υπηρεσιών του εναγομένου, πέρα από την υπ'αριθ. …2021 εγκύκλιο, εκδίδονταν από τον Εκτελεστικό Γραμματέα της ΕΠΟ, σύμφωνα και με τις από 21-9-2017, 23-11-2017, 16-1-2018 υπηρεσιακές εγκυκλίους, βάσει των οποίων τοποθετήθηκε παλαιότερα η ενάγουσα στις διευθυντικές θέσεις που προεκτέθηκαν. Οι αρμοδιότητες αυτού προβλέπονταν στο άρθρο 56 του από Ιούνιο 2019 κωδικοποιημένου Καταστατικού του εναγομένου (αριθμός καταχώρησης στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών 207 και με την υπ' αριθ. …2019 Διάταξη στο Ειρηνοδικείο Αθηνών) και ήδη στο άρθρο 55 του από Ιούνιο 2022 (αριθμός καταχώρησης στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών 207 και με την υπ' αριθ. …2022 Διάταξη στο Ειρηνοδικείο Αθηνών) κωδικοποιημένου Καταστατικού του εναγομένου. Οι ανωτέρω Εγκύκλιοι δεν αποδεικνύεται ότι προσβλήθηκαν ή ακυρώθηκαν από κάποιο από τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγομένου ή από την ενάγουσα, η οποία δεν αμφισβήτησε κατά την τοποθέτησή της στις διάφορες προηγούμενες θέσεις αλλά και στην τελευταία, τις αρμοδιότητες του Εκτελεστικού Γραμματέα και επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός της εκκαλούσας με σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης περί παραβίασης του καταστατικού και του κανονιστικού πλαισίου του εναγομένου εκ μέρους του Εκτελεστικού Γραμματέα, ο οποίος δεν διέθετε την σχετική εξουσία.[....]". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ουσιαστικά αβάσιμες, τις δύο αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας (την από 16-9-2022 και την από 19-1-2023) , που θεμελιώνονταν, η πρώτη συνολικά και η δεύτερη εν μέρει, σε ανυπόστατη, άλλως σε, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του ήδη αναιρεσίβλητου εργοδότη της, μονομερή μεταβολή των όρων της ένδικης σύμβασης εργασίας της (που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο), με αιτήματα την απασχόλησή της με τους, προ αυτής, όρους εργασίας και αμοιβής (και οι δύο αγωγές), την επιδίκαση διαφορών αποδοχών και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής της βλάβης (η πρώτη αγωγή), καθώς και την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταγενέστερης καταγγελίας της σύμβασής της λόγω (και) μη καταβολής της οφειλόμενης υπέρτερης νόμιμης αποζημίωσης, συνεπεία της ένδικης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής (η δεύτερη αγωγή). Ακολούθως (το Εφετείο) απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την πρώτη αγωγή στο σύνολό της και τη δεύτερη, κατά το μέρος τούτο, ως ουσιαστικά αβάσιμες. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά το υποστατό της ένδικης μεταβολής της θέσης εργασίας της αναιρεσείουσας, ως γενόμενη από το αναιρεσίβλητο ν.π., εργοδότη της, στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και δεν τις παραβίασε ευθέως. Και τούτο διότι, με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η μετακίνηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, σε θέση υπαλλήλου άλλου Τμήματος μετά από κατάργηση της διευθυντικής της θέσης [της Διεύθυνσης Προγραμμάτων (Projects)], έγινε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π. (τριτοβάθμιο αθλητικό σωματείο), με βάση την υπ'αριθμ. …2021 εγκύκλιο αναδιοργάνωσης των Διευθύνσεων και Τμημάτων του, που υπέγραφε ο τότε Εκτελεστικός του Γραμματέας του, Ι. Φ., ο οποίος ναι μεν δεν είχε εξουσία εκπροσώπησής του, αφού αυτή ανήκε στην Εκτελεστική του Επιτροπή, και συνεπώς ήταν τρίτος ως προς αυτό, αλλά υπό την άνω ιδιότητά του ήταν το αρμόδιο προς τούτο στέλεχός του, με βάση το καταστατικό του. Συνακόλουθα, η, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γενόμενη, με βάση εκδοθείσα για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου εγκύκλιο, υπηρεσιακή μεταβολή της αναιρεσείουσας δεν ήταν ανυπόστατη, αλλά υποστατή, ως γενόμενη από τον εργοδότη της στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας της κατ' ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος και συνεπώς συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δικαιολογούν την απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας και την επικύρωση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες τις συνεκδικαζόμενες αγωγές της, κατά το μέρος που αυτές θεμελιώνονταν στο ανυπόστατο της επικαλούμενης μονομερούς βλαπτικής των όρων της εργασίας της. Περαιτέρω το Εφετείο, για το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου εργοδότη της, και δη κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε σε αυτή τις απαιτούμενες αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 παρ.1 του ν.2112/1920, 648, 652, 656 και 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών του να διαλάβει στην απόφασή του και άλλες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές της, ότι α) σύμφωνα με την, από 26-4-1999, μεταξύ των διαδίκων, ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν τροποποιήθηκε σιωπηρά με την μεταγενέστερη, από το έτος 2015 και για τα επόμενα έξι έτη, τοποθέτηση της ενάγουσας σε διευθυντικές θέσεις, το εναγόμενο ως εργοδότης της μπορούσε να την τοποθετήσει σε οποιαδήποτε θέση και να της αναθέσει οποιαδήποτε καθήκοντα, β) στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των Διευθύνσεων και των Τμημάτων του και σε εφαρμογή ολιστικής μελέτης των διεθνών Ομοσπονδιών για το ελληνικό ποδόσφαιρο, την 1-11-2021 το εναγόμενο ν.π. ("Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία") κατήργησε τις πλήρως αντιπαραγωγικές και κοστοβόρες Διευθύνσεις του, όπως ήταν και η Διεύθυνση Προγραμμάτων (Projects) της FIFA/UEFA που υπηρετούσε τότε, και επί τέσσερα έτη, η ενάγουσα ως Διευθύντρια και μετά την κατάργηση της θέσης της, την μετακίνησε ως υπάλληλο σε Τμήμα άλλης Διεύθυνσης, έχοντας συμβατικό δικαίωμα προς τούτο, και κατ'ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, με στόχο τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του και προς εξυπηρέτηση του αντικειμενικού αυτού συμφέροντός του, και όχι από λόγους εμπάθειας ή εκδίκησής της, ή από άλλα ταπεινά ελατήρια, τη Διευθύντρια δε του τμήματος όπου μετακίνησε την ενάγουσα, την είχε προσλάβει το εναγόμενο προγενέστερα, μετά από επιτυχή διαγωνιστική διαδικασία και όχι αναξιοκρατικά. Με τις παραδοχές αυτές εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και επάρκεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ανωτέρω διατάξεων για την επιδίκαση διαφορών αποδοχών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας βλαπτικής μονομερούς μεταβολής των όρων της ένδικης σύμβασης εργασίας κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου εργοδότη και την υποχρέωση του τελευταίου για απασχόληση της αναιρεσείουσας με τους προηγούμενους αυτής όρους. Οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα αξιώνει περισσότερες διευκρινίσεις για το πώς εξυπηρετείτο το συμφέρον του αναιρεσίβλητου εργοδότη της με την δική της υποβάθμιση σε θέση απλής υπαλλήλου μετά την κατάργηση της διευθυντικής της θέσης και όχι με την τοποθέτησή της σε άλλη διευθυντική θέση, και μάλιστα χωρίς να περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή για ύπαρξη τότε άλλης κενής διευθυντικής θέσης, συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στην περαιτέρω αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο διατυπώνεται σαφώς κατά τα προαναφερόμενα, και δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για ανεπαρκείς αιτιολογίες. Κατόπιν τούτων, οι κρινόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και νόμιμα αποδεικτικά μέσα, θεωρώντας εσφαλμένα αυτά ως ανυπόστατα και, συνακόλουθα, ανεπίτρεπτα, για τα οποία είχε ήδη γίνει επίκληση και προσκομιδή τους παραδεκτά κατά τη συζήτηση ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 1647/2018). Σύμφωνα δε με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1985/2025, ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 686/2021). Στα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα συγκαταλέγονται τα έγγραφα, οι μάρτυρες, οι οποίοι είναι τρίτα, εκτός των διαδίκων, πρόσωπα, καθώς και η εξέταση των διαδίκων, η οποία υλοποιείται, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, με τήρηση των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 415-420 ΚΠολΔ (ΑΠ 1985/2025), μετά δε την προσκόμισή τους οι αποδείξεις, ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος τις προσκόμισε, κατ’ επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 49/2022).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410, 415 έως 420 του KΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ, αλλά και 78, 79 και 80 ΑΚ, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου, όπως είναι και το αναγνωρισμένο με δικαστική απόφαση σωματείο, ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 KΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 1328/1977, ΑΠ 1985/2025, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 1389/2021), το αυτό δε ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για την ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 1985/2025, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 894/2021). Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου ( ή μέλους της διοίκησης) του διαδίκου νομικού προσώπου, κατά τον χρόνο της κατάθεσης ή ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης κατάθεσης ή μαρτυρίας ως ανυπόστατης (ΑΠ 1985/2025, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 715/2013). Οι υπάλληλοι νομικού προσώπου, εφόσον αυτοί δεν έχουν την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του, φέρουν την ιδιότητα του τρίτου και ως εκ τούτου νομίμως εξετάζονται ως μάρτυρες ή δίδουν ένορκες βεβαιώσεις, ανεξαρτήτως της θέσης που κατέχουν στην υπαλληλική ιεραρχία της επιχείρησης του νομικού προσώπου (ΑΠ 1985/2025, ΑΠ 2194/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την, νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ίδια προς απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών, με αριθμό …2023 ένορκη βεβαίωση του Δ. Α., με την αιτιολογία ότι κατά το κρίσιμο αυτό χρόνο ο ενόρκως βεβαιών είχε την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης και δη της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ., η οποία, εξάλλου, με την αιτιολογία αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο ως δικαστική ομολογία της ιστορικής βάσης της αγωγής της εκ μέρους του αντιδίκου της και β) με τον δεύτερο, κατά το επικουρικό του σκέλος, λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, την από τον αριθμό 11α' αληθώς (και όχι από τον αριθμό 14, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τις, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ενώπιόν του από το αναιρεσίβλητο, υπ' αριθμ. …2024 και …2024 δύο ένορκες βεβαιώσεις του Ι. Φ., ενώ αυτές ήταν ανυπόστατες ως αποδεικτικό μέσον, καθόσον, κατά τις παραδοχές της απόφασής του, ο ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσας ως ασκών ο ίδιος το διευθυντικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου είναι νόμιμος εκπρόσωπος του. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 12-4-2024 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή, ως εκκαλούσα, επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, την με αριθμό …2023 ένορκη βεβαίωση του Δ. Α. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση με την αιτιολογία ότι αυτή αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, διότι ο Δ. Α., κατά το χρόνο λήψης της, είχε την ιδιότητα του μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγομένου ν.π.ι.δ που ασκούσε τη διοίκησή του και το εκπροσωπούσε νομίμως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή ότι ο προαναφερόμενος βεβαιώσας (Δ. Α.) είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της ένορκης βεβαίωσής του, στις 9-3-2023, την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης του εναγομένου-εφεσίβλητου ν.π., η οποία συνομολογείται, μη λαμβάνοντας υπόψη την ένορκη βεβαίωσή του ως ανυπόστατη βεβαίωση μέλους της διοίκησης του εν λόγω, ήδη αναιρεσίβλητου, ν.π. δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή αυτήν της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε. Τούτο δε διότι το μέλος της διοίκησης και δη της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγομένου, εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου (τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου), είναι όργανο εκπροσώπησής του, που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή του, αντλώντας την εξουσία του από το καταστατικό του και, συνεπώς, αυτός δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ή να βεβαιώνει ενόρκως αφού εκπροσωπεί το νομικό του πρόσωπο, ασχέτως αν ενεργεί ατομικά ή από κοινού με άλλα μέλη της Εκτελεστικής του Επιτροπής. Ουδεμία δε ασκεί επιρροή το γεγονός ότι την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του μέλους της διοίκησης του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου ν.π., επικαλέστηκε και προσκόμισε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, καθόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση από το νόμο, επιπρόσθετα δε διότι οι προσκομισθείσες αποδείξεις, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο διάδικος που τις προσκόμισε, κατ’ επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινά αποδεικτικά μέσα. Η εν λόγω ένορκη βεβαίωση ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, δεν ηδύνατο να χρησιμοποιηθεί από το δικαστήριο της ουσίας ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και σε καμία περίπτωση δεν συνιστά δικαστική ομολογία των αγωγικών ισχυρισμών που παρά το νόμο δεν ελήφθη υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, όπως υπολαμβάνει και ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 15-4-2024 προτάσεων του αναιρεσίβλητου ν.π. ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, ως εφεσίβλητο, επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, μία ένορκη βεβαίωση του Ι. Φ., την με αριθμό …2024 -(η με αριθμό …2024 ένορκη βεβαίωση είναι της Μ. Γ.)- την οποία έλαβε υπόψη του το Εφετείο ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Στις προαναφερόμενες όμως παραδοχές της τελευταίας δεν διαλαμβάνεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα στον υπό κρίση δεύτερο, κατά το επικουρικό του σκέλος, λόγο αναίρεσης, ότι ο ενόρκως βεβαιώσας Ι. Φ. ήταν αυτός που άσκησε στην ένδικη περίπτωση το διευθυντικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου, εκπροσωπώντας το νομίμως, και τότε κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της ένορκης βεβαίωσής του, και συνεπώς η σχετική αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Αντίθετα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω, με αριθμό …2024 ένορκη βεβαίωση του Ι. Φ., έκρινε ότι αυτή αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, με την αιτιολογία ότι ο ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσας, το έτος 2021 ήταν Εκτελεστικός Γραμματέας του εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσίβλητου) ν.π. και από το 2022 και εντεύθεν Εκτελεστικός Διευθυντής του, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν ήταν ούτε και είναι κατά τον κρίσιμο χρόνο μέλος της Διοίκησης και της Εκτελεστικής Επιτροπής του, αλλά εντασσόμενος στην Γραμματεία του είναι ο επικεφαλής της και υπό την ανωτέρω ιδιότητά του εκτελεί τις αποφάσεις της, εκπροσωπούσας αυτό νομίμως, Εκτελεστικής του Επιτροπής, όπως αποδεικνύεται και από το κωδικοποιημένο καταστατικό του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή ότι ο ενόρκως βεβαιώσας Ι. Φ. κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της ένορκης βεβαίωσής του ήταν τρίτος, ως υψηλόβαθμο στέλεχος του αναιρεσίβλητου ν.π., με εργασιακή σχέση, που δεν το εκπροσωπεί, ούτε μετέχει στη διοίκησή του, λαμβάνοντας υπόψη την ένορκη βεβαίωσή του, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Συνεπώς, και ο δεύτερος, κατά το επικουρικό του σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ., που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …2024 (αριθμ. καταθ. …2024) αίτηση της Δ. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 4001/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή