Απόφαση 529 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 529/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ), σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 3329/2005 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 Ν. 4771/2021 και ισχύει, που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Παρασκευής Γεωργίου και Βασιλείου Ριζάκου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Α. του Π., κατοίκου ..., 2. Α. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 3. Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., 4. Γ. Δ. του Θ., 5. Γ. Β. του Η., κατοίκου ..., 6. Δ. Α. του Α. - Ε., κατοίκου ..., 7. Ι. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 8. Κ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 9. Κ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 10. Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 11. Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 12. Κ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 13. Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 14. Κ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 15. Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 16. Λ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 17. Μ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 18. Μ. - Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 19. Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 20. Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 21. Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., 22. Π. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 23. Π. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 24. Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 25. Π. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 26. Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 27. Ρ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., 28. Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 29. Σ. Ι. του Α., κατοίκου ... 30. Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 31. Σ. Π. - Φ. του Σ., κατοίκου ..., 32. Σ. - Ρ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 33. Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 34. Τ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 35. Τ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 36. Τ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 37. Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 38. Φ. Ε. - Α. του Ν., κατοίκου ..., 39. Φ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 40. Φ. Δ. του Σ., κατοίκου ... , 41. Χ. Γ. Μ. - Α. του Μ., κατοίκου ..., 42. Λ. Α. του Α., κατοίκου ... και 43. Κ. Ι. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 181/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και πρόσθετων λόγων αυτής, η 3342/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ιδίου Κώδικα, όπως η παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 και πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 13 του Ν. 5282/2026 (ΦΕΚ Α 30/27-2-2026), κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Επίσης, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, 13/2008, ΑΠ666/2024, 814/2023, 1773/2023, 1064/2023, 165/2020). Επομένως, αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του (κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 96 ΚΠολΔ), ο διάδικος θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 1888/2025, 787/2023, 666/2022, 1548/2022).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση ή άλλον διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, 18/2020, 1603/2017, 1374/2017, 1312/2017, 526/2016, ΑΠ 526/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της ένδικης από …2021 και με αριθ. έκθ. κατάθ. …/2021 αίτησης αναίρεσης, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επισπεύδεται με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Δ. Γ., σύμφωνα με την οποία ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον παραστάντα στο Εφετείο πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των αναιρεσιβλήτων, Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ως εκ του νόμου αντίκλητο αυτών, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 41/2025, 792/2023, ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης στην ορισθείσα, ως άνω, δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι δέκατος έκτος, δέκατος ένατος και τριακοστός έβδομος των αναιρεσιβλήτων, Δ. Λ., Σ. Μ. και Μ. Φ. αντίστοιχα, εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος, ωστόσο, δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει την παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας από τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή ιδιωτικού εγγράφου που να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή, με συνέπεια οι ως άνω διάδικοι να θεωρούνται δικονομικώς απόντες, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη. Επειδή όμως, όπως προελέχθη, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21-10-2025), πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3342/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην ορισμένων εκ των εφεσιβλήτων (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015). Με την ως άνω απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-4-2018 έφεση και τους από 9-3-2020 πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 181/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με την οποία είχε γίνει δεκτή, ως προς αυτό, η αγωγή πενήντα εννέα (59) εναγόντων, μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσίβλητοι, από τους συνολικά τριακόσιους δέκα (310) ενάγοντες. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 3-9-2021 (βλ. σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή Ν. Κ. επί του επιδοθέντος στο αναιρεσείον αντιγράφου της απόφασης, που προσκομίζει το τελευταίο) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 4-10-2021, ημέρα Δευτέρα, συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι αρχικώς ενάγοντες (συνολικά 310), μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από …2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2014 αγωγή, στρεφόμενη, μεταξύ άλλων, και κατά των α) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, και β) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία εξέθεταν τα εξής: Ότι είναι ιατροί και οδοντίατροι και έκαστος τούτων προσελήφθη, με την ειδικότητα και κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην αγωγή, από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) με ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1204/1972, όπως τούτο ερμηνεύθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 3232/2004. Ότι σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων, προσέφεραν έκτοτε προσηκόντως τις υπηρεσίες τους, αρχικά στο Ι.Κ.Α. και από 1-1-2012 και εφεξής στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός διάδοχος στη θέση του αρχικού εργοδότη τους, απασχολούμενοι επί 27 ώρες εβδομαδιαίως και διατηρώντας, παράλληλα, και τα ιδιωτικά τους ιατρεία. Ότι με το άρθρο 16 του Ν. 4238/2014 τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας από 18-2-2014 έως 19-3-2014, ενώ με το άρθρο 17 του ίδιου νόμου υποχρεώθηκαν όπως, εντός προθεσμίας επτά ημερών αρχομένης από 18-2-2014, α) ζητήσουν τη μεταφορά τους σε θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης της Δ.Υ.ΠΕ. και β) διακόψουν οριστικά τη λειτουργία των ιδιωτικών ιατρείων τους. Ότι επειδή αυτοί δεν υπέβαλαν την ως άνω αίτηση, απολύθηκαν αυτοδικαίως με πράξη του Διοικητή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις 20-3-2014. Ότι η θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και η αυτοδίκαιη από 20-3-2014 απόλυσή τους συνιστά παραβίαση των άρθρων 103, 5 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ως και των διατάξεων του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων (Π.Δ. 178/2002, άρθρο 6 Ν. 2112/1920 και Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν: Α) να αναγνωριστεί ότι ήταν ανίσχυρη η θέση τους σε διαθεσιμότητα και Β) να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ΝΠΔΔ 1) να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους, που ίσχυαν πριν από τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με διατήρηση όλων των δικαιωμάτων τους και καταβολή των νόμιμων αποδοχών τους, καταδικαζόμενα σε χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους προς την απόφαση που θα εκδοθεί, και 2) να καταβάλουν σε έκαστο τούτων το συνολικό ποσό των 23.856 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας δώδεκα μηνών από την άκυρη απόλυσή τους, ήτοι από 20-3-2014 και εντεύθεν, αίτημα το οποίο περιέχεται στο ιστορικό της ένδικης αγωγής. Επικουρικά δε, εφόσον κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους λύθηκαν αυτοδικαίως στις 20-3-2014, ζήτησαν να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)
Ι) να καταβάλει σε έκαστο τούτων ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 του Ν.Δ. 3623/1956 και 4 παρ. 5 του Ν.Δ. 4111/1960 σε συνδ. με τις διατάξεις του Α.Ν. 173/1967, όπως ισχύει μετά το Ν. 3144/2003,
ΙΙ) άλλως να καταβάλει σε έκαστο τούτων το ίδιο ποσό αποζημίωσης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 55 του Π.Δ. 410/1988, καθώς και εκείνες της παραγράφου Θ υποπαρ. Θ1 του Ν. 4254/2014, κατ' επεκτατική εφαρμογή των τελευταίων με βάση την αρχή της ισότητας,
ΙΙΙ) άλλως να καταβάλει σε έκαστο τούτων, κατ' επεκτατική εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4093/2012 με βάση την αρχή της ισότητας, το ποσό των 10.234 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποδοχές διαθεσιμότητας επτά μηνών (επιπλέον των αποδοχών διαθεσιμότητας ενός μήνα που δικαιούνται βάσει του Ν. 4238/2014),
IV) άλλως να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αίτημα το οποίο περιέχεται στο ιστορικό της ένδικης αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 181/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού και ακολούθως έκανε δεκτά τα ανωτέρω υπό στοιχ. Α' και Β' κύρια αιτήματα της αγωγής και αναγνώρισε την ακυρότητα της θέσης των εναγόντων (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι) σε διαθεσιμότητα, καθώς και της αυτοδίκαιης από 20-3-2014 απόλυσής τους, όσον αφορά δε τους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης, υποχρέωσε το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία των αναφερόμενων στο διατακτικό της απόφασης 59 εναγόντων (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι) με τους ίδιους όρους που την παρείχαν και πριν από τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας, χωρίς διακοπή του ελευθερίου επαγγέλματός τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, απειλουμένης εναντίον του χρηματικής ποινής ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με το διατακτικό της απόφασης, περαιτέρω δε, κατόπιν μερικής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, αναγνώρισε την υποχρέωση του τρίτου εναγομένου, να καταβάλει σε έκαστο των ως άνω 59 εναγόντων το ποσό των 3.976 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-4-2014 έως 31-5-2014 και το υποχρέωσε να καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητο το ποσό των 19.880 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 1-6-2014 έως 31-3-2015, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την από …2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2018) έφεση και τους από …2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2020) πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 3342/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς έντεκα (11) από τους εφεσιβλήτους, β) δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και γ) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς όλους τους εφεσιβλήτους και δέχθηκε κατ' ουσίαν τους πρόσθετους λόγους ως προς πέντε (5) από τους εφεσιβλήτους, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εκκαλούντος, ενώ ως προς τους λοιπούς σαράντα τρεις (43) εφεσιβλήτους, ήδη αναιρεσιβλήτους, απέρριψε κατ' ουσίαν τους πρόσθετους λόγους έφεσης, επικυρώνοντας ως προς αυτούς την πρωτόδικη απόφαση. Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: ".....Οι ενάγοντες είναι ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, οι οποίοι απασχολούνται επί πολλά έτη στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Αρχικά προσλήφθηκαν από το ΙΚΑ με την ειδική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 10 Ν.Δ. 1204/1971, ενώ μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ' Ν. 3232/2004 μεταβλήθηκε η φύση της συνδέουσας τους ενάγοντες με το ΙΚΑ έννομης σχέσης, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Μετά την δυνάμει της διάταξης του άρθρου 17 Ν. 3916/2011 ίδρυση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τη μεταφορά και ένταξη στον τελευταίο των υπηρεσιών, αρμοδιοτήτων και προσωπικού του Κλάδου Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με τις μονάδες υγείας του, οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν αυτοδίκαια σε αυτόν κατά την ημερομηνία ένταξης του κλάδου Υγείας στον Οργανισμό, με την ίδια σχέση εργασίας, ήτοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 Ν. 3918/2011, και τοποθετήθηκαν σε μονάδες υγείας. Αμείβονταν δε από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο), ως απλοί υπάλληλοι ΠΕ, καθόσον γι' αυτούς, παρ' όλη τη σπουδαιότητα και την ευθύνη που συνεπάγεται η άσκηση του λειτουργήματός τους, δεν προβλέπεται ειδικό μισθολόγιο (όπως για τους λοιπούς ιατρούς του Ε.Σ.Υ.), πλην όμως, σε αντιστάθμισμα αυτών, είχαν εξαρχής, ήτοι εδώ και δεκαετίες, το δικαίωμα να ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα. Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., δεν είχαν τα ίδια κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα με τους τελευταίους ούτε είχαν δικαίωμα να απασχολούνται στα απογευματινά ιατρεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Για τον λόγο αυτό, ασκούσαν όλοι ελεύθερο επάγγελμα και λειτουργούσαν ιδιωτικά ιατρεία, αφιερώνοντας σε αυτά μόνο όσο χρόνο τους επέτρεπε η εργασία τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ως εκ τούτου διαμόρφωσαν την επαγγελματική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους, βασιζόμενοι τόσο στο μισθό που λάμβαναν ως νοσοκομειακοί ιατροί, όσο και στο εισόδημά τους από την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματός τους. Ενώ, λοιπόν, από την έναρξη των συμβάσεων εργασίας τους με τον E.O.Π.Y.Y. εργάζονταν με το παραπάνω καθεστώς, με τον Ν. 4238/2014 και στο πλαίσιο της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης του συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και της μεταφοράς της αρμοδιότητας αυτής από τον E.O.Π.Y.Y. στις Δ.Υ.ΠΕ., που συνοδεύτηκε και από τη μεταφορά ολόκληρων των μονάδων υγείας ως οργανωμένων συνόλων, επιχειρήθηκε η αλλαγή του καθεστώτος εργασίας τους. [.......] Οι ενάγοντες δεν υπέβαλαν την ως άνω αίτηση αποδοχής εντός της προθεσμίας των επτά (7) εργασίμων ημερών, με αποτέλεσμα το πρώτο εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), δια του Προέδρου του, να εκδώσει πράξη, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη λύση των συμβατικών τους σχέσεων. Ειδικότερα, απολύθηκαν αυτοδίκαια στις 20-03-2014 από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., επειδή δεν υπέβαλαν εμπρόθεσμα αίτηση - υπεύθυνη δήλωση αποδοχής θέσης στην χωροταξικά αντίστοιχη 2η ΔΥΠΕ (εκκαλούν ν.π.δ.δ ). Ωστόσο, η έλλειψη κάθε μεταβατικής διάταξης για τους ενάγοντες - εφεσίβλητους, ως προς τη θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης του ελεύθερου επαγγέλματος και της απασχόλησής τους στο δημόσιο σύστημα υγείας, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, αλλά και στο δικαίωμα για προστασία της συμβατικής και οικονομικής ελευθερίας και της προστασίας της περιουσίας και τούτο διότι η άμεση εφαρμογή του ασυμβίβαστου αυτού προκαλεί ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες γι' αυτούς, χωρίς να προκύπτει κάποιος υπέρτερος λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά απαγορευτική τη θέσπιση μεταβατικής ρύθμισης. Ειδικότερα, οι ενάγοντες ως ιατροί / οδοντίατροι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. είχαν παγίως τη δυνατότητα να ασκούν παράλληλα την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα και έτσι, είτε με ίδια κεφάλαια που άντλησαν από δάνεια, είτε με τη σύναψη συμβάσεων επαγγελματικής μίσθωσης, ξεκίνησαν τη λειτουργία ιδιωτικών ιατρείων, τα οποία εξόπλισαν με ιατρικό εξοπλισμό και τα στελέχωσαν με βοηθητικό ιατρικό και γραμματειακό προσωπικό. Γενικότερα και με βάση την πάγια δυνατότητα άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος, οργάνωσαν την επαγγελματική τους ζωή και τις βιοτικές τους σχέσεις σε μακροπρόθεσμο επίπεδο (αφού ο βραχυπρόθεσμος προγραμματισμός έχει περιστασιακό χαρακτήρα και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εύλογος). Τα δεδομένα αυτά ανατράπηκαν άρδην και αιφνιδίως από το θεσπιζόμενο ασυμβίβαστο, με προφανείς και ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες, αφού οι ενάγοντες ιατροί του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καλούνται άμεσα είτε να εγκαταλείψουν τη θέση του ιατρού στο δημόσιο σύστημα υγείας είτε να παύσουν την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος. Εάν αποφασίσουν υπέρ της άσκησης του ελεύθερου επαγγέλματος, τότε θα απωλέσουν άμεσα μια βασική πηγή εισοδήματος σε συνθήκες οξύτατης οικονομικής κρίσης, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους έστω και ένα βραχύ χρονικό διάστημα, προκειμένου να προσαρμόσουν την επαγγελματική και την οικογενειακή τους ζωή στα νέα, σημαντικά διαφοροποιημένα, δεδομένα. Από την άλλη πλευρά, εάν αποφασίσουν υπέρ της θέσης στο δημόσιο σύστημα υγείας και διακόψουν την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος, πέρα από τη απώλεια των αμοιβών από την πηγή αυτή, θα βρεθούν αντιμέτωποι και με πρόσθετες σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες, που προκύπτουν λ.χ. από την αχρήστευση ιατρικού εξοπλισμού που πιθανόν να μην έχει αποσβεσθεί ακόμη η αξία του, από την υποχρέωση αποζημίωσης βοηθητικού ιατρικού και γραμματειακού προσωπικού και την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της συμβατικής μισθωτικής σχέσης. Όλα τα παραπάνω προβλέφθηκαν χωρίς να είναι εμφανής κάποιος συγκεκριμένος και υπέρτατος λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά απαγορευτική την πρόβλεψη οποιασδήποτε μεταβατικής ρύθμισης για το ήδη υπηρετούν ιατρικό προσωπικό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4238/2014 δεν αιτιολογούνται η άμεση έναρξη του ασυμβιβάστου των ιατρών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και η έλλειψη κάθε μεταβατικής ρύθμισης. Γενικά, μόνον, όσον αφορά τη διαθεσιμότητα του προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (και όχι σε σχέση με το εξεταζόμενο ασυμβίβαστο του ιατρικού προσωπικού), αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση: "Άρθρο 17 {άρθρο 16 στο τελικό κείμενο του Ν. 4238/2014} Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1, προκειμένου να επιτευχθεί σε σύντομο χρόνο η επιχειρούμενη μεταρρυθμιστική δράση στο χώρο της παροχής δημόσιων υπηρεσιών υγείας, προβλέπεται η θέση του προσωπικού σε καθεστώς διαθεσιμότητας για το σύντομο χρονικό διάστημα του ενός μήνα". Ωστόσο, είναι σαφές ότι ο στόχος της σύντομης υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων που επέρχονται με το Ν. 4238/2014 δεν εξαρτάται και δεν σχετίζεται με τη δυνατότητα ή μη του ιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, πολύ περισσότερο που ο νομοθέτης θα μπορούσε να προβλέψει ότι οι ιατροί του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. είναι πλήρους, όχι όμως ταυτόχρονα και αποκλειστικής απασχόλησης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 4238/2014, σύμφωνα με την οποία "Εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς, το παραπάνω προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του ΕΣΥ" (βλ. και τις εισαγωγικές παρατηρήσεις στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4238/2014, σύμφωνα με τις οποίες "Ειδικοί στόχοι της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας είναι οι ακόλουθοι: ...... (β) η ανάπτυξη του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), ενός ενιαίου συστήματος Π.Φ.Υ. στην Ελλάδα, μέσω της ενοποίησης των δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και του Ε.Σ.Υ.), Επιπλέον, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ενόψει των προαναφερθεισών διατάξεων του Συντάγματος και του ΠΠΠ ΕΣΔΑ, η νομοθετική επιβολή καθεστώτος αποκλειστικής απασχόλησης στους ενάγοντες. Ήδη, για τον λόγο αυτό, οι παραπάνω ρυθμίσεις αντίκεινται στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, πολύ δε περισσότερο που οι ενάγοντες, σύμφωνα με τις παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις, πρόκειται να αξιολογηθούν για την κατάταξή τους σε θέση κλάδου ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ. εντός οκταμήνου από την παραπάνω μετάταξη / μεταφορά τους (σύμφωνα με τις διατάξεις των υποκεφαλαίων Γ. "Ένταξη και κατάταξη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας" και Δ. "Αξιολόγηση και Κατάταξη στον Κλάδο Ιατρών Ε.Σ.Υ." της υποπαραγράφου ΙΖ. I του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014), Η ενοποίηση των δομών και του προσωπικού Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και η αποφυγή διχοτόμησης τον προσωπικού (σε αυτούς που προέρχονται από το Ε.Σ.Υ. και είναι αποκλειστικής απασχόλησης και σε εκείνους που προέρχονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με δυνατότητα άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος), θα δικαιολογούσε το ασυμβίβαστο μόνο μετά την κατάταξη του ιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε θέσεις κλάδου ιατρών του ΕΣΥ, όχι όμως και πριν από αυτήν, όπως συμβαίνει με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014, πολύ δε περισσότερο όταν η κατάταξή τους σε θέσεις του Ε.Σ.Υ. είναι μελλοντική και αβέβαιη, εφόσον έχει προβλεφθεί διαδικασία αξιολόγησης, από την οποία θα εξαρτηθεί αν θα καταλάβουν ή όχι σχετική θέση στο Ε.Σ.Υ., ακόμη δε και αν η αξιολόγηση είναι θετική, ενδεχομένως να απαιτηθεί πολύς χρόνος, προκειμένου να καταλάβουν θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων στο Ε.Σ.Υ., εξακολουθώντας να αμείβονται ως απλοί υπάλληλοι ΠE. Ακολούθως, η αιφνίδια διακοπή του ελεύθερου επαγγέλματός τους οδηγεί στην απώλεια της φήμης και των πελατών-ασθενών τους, τα οποία δεν θα μπορέσουν να επανακτήσουν σε περίπτωση που δεν καταλάβουν θέση, έστω και σε αβέβαιο χρονικό διάστημα, στο Ε.Σ.Υ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι οι παραπάνω ρυθμίσεις είναι αντισυνταγματικές και αναγνώρισε την ακυρότητα της θέσης των εναγόντων σε διαθεσιμότητα και της αυτοδίκαιης απόλυσής τους από 20-3-2014, υποχρέωσε το εκκαλούν ν.π.δ.δ. να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την ένταξή τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του και αναγνώρισε ότι είναι υπόχρεο να τους καταβάλει [......] το ποσό των 3.976 ευρώ και υποχρέωσε αυτό να τους καταβάλει [......] το ποσό των 19.880 ευρώ, [.....] δεν έσφαλε [......].
Εξάλλου, λόγω του ότι οι μονάδες υγείας έχουν ήδη ενταχθεί στις οικείες ΔΥΠΕ και ειδικότερα των εναγόντων στη 2η ΔΥΠΕ, ήδη εκκαλούν ν.π.δ.δ., υφισταμένης διαδοχής εκ του νόμου (άρθρα 21 παρ. 1, 7, 8, 9 και 10 ν. 4238/2014), το τελευταίο νομιμοποιείται παθητικώς στην ένδικη αγωγή.....".
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023, 2/2013, 7/2006,4/2005, ΑΠ 986/2024, 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα του καθενός να εργάζεται χωρίς να παρεμποδίζεται και να επιλέγει ο ίδιος χωρίς περιορισμούς το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της συμβάσης κ.λπ.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει κατ' αρχήν οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, η οποία περιορίζει την ελευθερία αυτή. Ο νομοθέτης κατ' εξαίρεση μπορεί να περιορίσει την ελευθερία αυτή, στην περίπτωση που η άσκησή της προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 4/1998). Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία κατ' εξαίρεση καθιστούν δικαιολογημένη μια τέτοια επέμβαση του νομοθέτη ερευνάται από όλα τα δικαστήρια, τα οποία έχουν την εξουσία να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος). Τα περιστατικά που μπορούν να δικαιολογήσουν μια τέτοια εξαίρεση, κρίνονται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, μετά από στάθμιση των συνθηκών υπό τις οποίες, πρώτον, καταρτίστηκε και λειτούργησε η συμβατική σχέση και, δεύτερον, εκδηλώθηκε η νομοθετική παρέμβαση, η οποία μπορεί ενδεχομένως να ελεγχθεί ως αντισυνταγματική (ΟλΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α', β' και δ' του Συντάγματος "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του Kράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. [......] Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, και όχι ο δικαστής, ο οποίος οφείλει μόνο να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, στην αντίθετη περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού. Η ίδια αρχή, η οποία τείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, παραβιάζεται, όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δηλαδή ότι το ίδιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία με τον σκοπό που επιδιώκεται, ώστε η ωφέλεια που αναμένεται να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται. Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται η εξουσία που παρέχει στο νομοθέτη το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος, να θέτει, κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει σε εξειδίκευση του κανόνα δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 5/2013, 6/2011). Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος, επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (ΟλΑΠ 6/2018). Περαιτέρω η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου δεν έχει την έννοια, ότι προστατεύεται και η απλή προσδοκία να διατηρείται σε ισχύ μια συγκεκριμένη ευνοϊκή ρύθμιση και ότι ο νομοθέτης εμποδίζεται να τη μεταβάλει στο μέλλον (ΑΠ 1240/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται τα εμπράγματα δικαιώματα, τα δικαιώματα με περιουσιακή φύση και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα", ειδικότερα δε, απαιτήσεις, είτε έχουν αναγνωριστεί με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε είναι απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998). Όπως συνάγεται, όμως, από το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου Πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στη λύση ή στην κατάργηση ενοχικής σύμβασης, με την τροποποίηση της νομοθετικής ρύθμισης σύμφωνα με την οποία είχε καταρτιστεί η ενοχική αυτή σύμβαση και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσης της. Ο δικαιολογητικός λόγος είναι ότι η λύση ενοχικής σύμβασης με νόμο και η απώλεια των ενοχικών δικαιωμάτων των συμβαλλομένων, η οποία επέρχεται με τη λύση της σύμβασης, δεν προσκρούει στις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επειδή η υπερεθνική αυτή ρύθμιση δεν στερεί από το κράτος το δικαίωμά του να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους θεωρεί αναγκαίους για τη ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 410/2017). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αν συντρέχει σοβαρός λόγος δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, επιτρέπεται ο περιορισμός κάθε δικαιώματος (ΑΠ 1504/2018). Η αντιμετώπιση ιδιαίτερα σοβαρού δημοσιονομικού προβλήματος ως λόγος δημοσίου συμφέροντος δικαιολογεί την επέμβαση του εθνικού νομοθέτη σε υφιστάμενη σύμβαση. Η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, ενώ η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΣτΕ 3177/2014, ΑΠ 743/2025).
Περαιτέρω, με το Ν. 4238/2014 (ΦΕΚ Α' 38/17-2-2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" συστήθηκε Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), το οποίο εντάσσεται στο Ε.Σ.Υ. και στο Ελληνικό Δημόσιο. Με το άρθρο 7 του νόμου αυτού μεταφέρθηκαν όλες οι μονάδες υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε αυτό, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 8 άλλαξε ο σκοπός του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και από πάροχος υπηρεσιών υγείας, που ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 3918/2011, μετατράπηκε σε αγοραστή υπηρεσιών υγείας. Επίσης, στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου, με τίτλο "Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού [.....] προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288). Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. Οι εισφορές αυτές από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού. 2. [.....] 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του Φορέα προέλευσης", ενώ με το άρθρο 17 του ίδιου νόμου, με τίτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε.", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι.5. του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7-4-2014), ορίζεται ότι: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί / οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται / μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται / μεταφέρεται, αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α' 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε. υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε. υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύεται αυτοδικαίως. 2. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. 3. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος / μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. 4. Οι πράξεις μετάταξης / μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Στο άρθρο 18 του ίδιου νόμου (4238/2014) ορίζεται ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς, το ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26. Τέλος, με το άρθρο 21 παράγραφος 9 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη, ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.ΠΕ., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (ΑΠ 743/2025, 1464/2021).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του Ν.Δ. 1204/1972 και 32 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, που ορίζει ότι "1. Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ εντάσσονται από την 1.6.2011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας", προκύπτει ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) που δικαιούνται, κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ, οι ασφαλισμένοι σε αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου από κατάλογο που καταρτίζει το Ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων. Ως τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί και οι θεραπευτές ιατροί του Ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2 έως 6 του ίδιου Ν.Δ/τος.
Εξάλλου το άρθρο 5 του ως άνω Ν.Δ/τος, με τίτλο "Νομική Κατάστασις", ορίζει ότι: "1. Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικός φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθένειας εκ του ΙΚΑ. 2. Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ, ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι". Η σχέση επομένως των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, επειδή δεν αποτελεί σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του προαναφερόμενου Ν.Δ/τος. Οι ιατροί αυτοί δεν εμποδίζονται να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθενείας από το Ι.Κ.Α. Οι ίδιοι ιατροί δεν αποτελούν προσωπικό του Ι.Κ.Α. και ο χρόνος που παρείχαν υπηρεσίες σε ασφαλισμένους του δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο Ίδρυμα.
Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου Ν.Δ/τος, με τίτλο "Ειδικαί συμβάσεις", ορίζεται ότι "Εφ' όσον αι τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος, επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού οριζομένη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τινος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων. Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρούμενης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών".
Περαιτέρω, το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993 ορίζει τα εξής: "1. Οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του ιδρύματος. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. 2. Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. 3. Στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση γιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου. β) Οι με ειδική σύμβαση γιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή. Για τους γιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α). [.....] 4. Για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ γιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/2972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις γιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες, όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη γιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972. [.....] Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι οι ιατροί που συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση καταρτισθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του προαναφερόμενου Ν.Δ/τος. Η μισθολογική μάλιστα εξομοίωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993, με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ΙΚΑ, οι οποίοι συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν μετέβαλε και τη φύση της έννομης σχέσης, η οποία συνέδεε τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000), οπότε στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ειδικότερα δε, οι διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του Π.Δ. 410/1988, οι οποίες διέπουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και επιφέρουν σε βάρος του εργοδότη τις έννομες συνέπειες που προβλέπονται σε αυτές. Αντίθετα, στις συμβάσεις που προαναφέρθηκαν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993, διότι δεν καταργήθηκε, σύμφωνα με την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Μετά την έκδοση της ανωτέρω υπ' αριθ. 5/2000 απόφασης του ΑΕΔ δημοσιεύθηκε ο Ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α' 48/12-2-2004), ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ' όρισε ότι: "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". Η διάταξη όμως αυτή, επειδή το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφές ως προς τη φύση της έννομης σχέσης που συνδέει τους θεράποντες ιατρούς και τους ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, διότι προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική αλλά ψευδοερμηνευτική και, για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο ορίζει στην παράγραφο 1 ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία και στην παράγραφο 2 ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του. Οι συμβάσεις, επομένως, που προαναφέρθηκαν ως ειδικές διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ν.δ. 1204/1972 (ΑΠ 743/2025, 2091/2022, 1642/2022, 290/2019).
Με αμφοτέρους τους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 και 10 του Ν.Δ. 1204/1972, 24 παρ.1 εδ. γ' του Ν. 3232/2004, 26 του Ν. 3918/2011, 1, 2, 16, 17, 18, 19, 25 παρ. 2 του Ν. 4238/2014, 24 και 25 του Ν. 1397/1983, 11 παρ. 1 του Ν. 2889/2011, Ν. 4387/2016, 1 και 3 του Ν. 4486/2017, Ν. 4472/2017 και Ν. 4498/2017, 26 του Ν. 4461/2017, 127 του Ν. 4600/2019 και για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και των συνταγματικών αρχών της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντ.), της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και του δικαιώματος για προστασία της συμβατικής και οικονομικής ελευθερίας (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ.) και της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντ.) (πρώτος λόγος), καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 648 και 656 του ΑΚ (δεύτερος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι, καθόσον: Α) Οι συμβάσεις των ιατρών που είχαν συναφθεί με το ΙΚΑ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, πριν την 12-2-2004, συνιστούσαν πάντοτε ειδικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έλαβαν χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ούτε μετά την έναρξη ισχύος, στις 12-2-2004, του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 3232/2004, επειδή η διάταξη αυτή α) είναι ψευδοερμηνευτική και συνεπώς δεν έχει αναδρομική ισχύ (άρθρο 77 παρ. 2 του Συντάγματος) και β) δεν επιφέρει έννομες συνέπειες ως προς τη νομική φύση των συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί πριν από τη θέση της σε ισχύ, ούτε όμως για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της και εφεξής, διότι είναι αντίθετη, ως προς την πρόβλεψή της αυτή, με το άρθρο 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, συνεπώς οι συμβάσεις αυτές διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 και όχι από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα του Ν. 2112/1920 και του Π.Δ. 410/1988. Β) Η λύση της ειδικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που συνέδεε τους αναιρεσιβλήτους με τον ΕΟΠΥΥ, η οποία επήλθε σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του Ν. 4238/2014, επειδή -κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης- αυτοί δεν υπέβαλαν αίτηση να μεταταγούν / μεταφερθούν σε Δ.Υ.Πε., εχώρησε νομότυπα, χωρίς να παραβιαστούν οι παραπάνω συνταγματικές διατάξεις και αρχές, και δεν μπορεί να θεμελιώσει αξίωσή τους κατά του αναιρεσείοντος για τη συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης υπό τις ίδιες, όπως πριν από τη λύση, συνθήκες. Ειδικότερα, ο Ν. 4238/2014 χορήγησε στους ιατρούς, οι οποίοι αρχικά απασχολούντο στο "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." και στη συνέχεια είχαν μεταφερθεί στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε να απασχολούνται πλήρως και αποκλειστικά σε δημόσιες μονάδες παροχής υγείας, με καθεστώς όμοιο με αυτό των λοιπών ιατρών που υπηρετούσαν στο δημόσιο, είτε να συνεχίσουν να ασκούν ιατρική ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Ο νεότερος επομένως νομοθέτης δεν έθεσε σε κίνδυνο την εργασιακή ασφάλεια των ιατρών που υπάγονταν στην κατηγορία που προαναφέρθηκε, ενώ, κατ' αξιολόγηση του δημοσίου συμφέροντος, είχε τη δυνατότητα, με βάση τις κρατούσες κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή συνθήκες, να ρυθμίσει με διαφορετικό τρόπο υφιστάμενες έννομες σχέσεις και να μεταβάλει επί το δυσμενέστερο ένα ευνοϊκό νομοθετικό καθεστώς για μια κατηγορία προσώπων. Η συγκεκριμένη δε νομοθετική επιλογή (ήτοι η θέσπιση του Ν.4238/2014), ουδόλως έρχεται σε αντίθεση με τις παραπάνω συνταγματικές αρχές και συγκεκριμένα με την αρχή της αναλογικότητας, καθ' όσον κρίνεται πρόσφορη και αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος με τη ρύθμιση σκοπός, ευρισκόμενη σε εσωτερική αλληλουχία με αυτόν, είτε με την αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, η οποία, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν προστατεύει την απλή προσδοκία διατήρησης σε ισχύ μιας συγκεκριμένης ευνοϊκής ρύθμισης ούτε εμποδίζει το νομοθέτη να τη μεταβάλει στο μέλλον, είτε με την αρχή της προστασίας της συμβατικής και οικονομικής ελευθερίας, εφόσον εν προκειμένω ο νομοθέτης, στα πλαίσια της εξουσίας του για τη ρύθμιση των έννομων σχέσεων που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, της εύρυθμης λειτουργίας των δημοσίων δομών και κατ' επέκταση της οικονομικής στρατηγικής του σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είχε τη δυνατότητα να περιορίσει την ελευθερία αυτή, περιορισμό, ωστόσο, που ουδόλως επεξέτεινε σε σημείο που να θέτει σε κίνδυνο την εργασιακή ασφάλεια των ιατρών που υπήχθησαν στη ρύθμιση, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ωσαύτως, οι πιο πάνω ρυθμίσεις δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη να τροποποιεί νομοθετική ρύθμιση, καταργώντας ή λύοντας προγενέστερες ενοχικές συμβάσεις, εφόσον κρίνει τούτο αναγκαίο με βάση το δημόσιο συμφέρον, όπως εν προκειμένω, στα πλαίσια της μεταρρύθμισης του συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Ακολούθως και ιδιαίτερα σε σχέση με την αρχή της ισότητας, που το Εφετείο έκρινε ότι παραβιάστηκε, επειδή με τους μεταγενέστερους νόμους 4461/2017 και 4600/2019 χορηγήθηκε στους ιατρούς που συνέχιζαν, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος αυτών (28-3-2017 και 9-3-2019 αντίστοιχα), να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις Δ.Υ.Πε., το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση ένταξής τους στο Ε.Σ.Υ., εν αντιθέσει με τους αναιρεσιβλήτους, δεν τίθεται θέμα εν προκειμένω, εφόσον η νομιμότητα ή όχι της λύσης των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων, κρίνεται με βάση τον χρόνο που αυτή έλαβε χώρα, ενώ ενδεχόμενη μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος μεταγενέστερα δεν την επηρεάζει. Για την ταυτότητα του λόγου, είναι άνευ έννομης επιρροής το γεγονός ότι ο νομοθέτης, στα πλαίσια των νομοθετικών του επιλογών και με βάση τις κρατούσες οικονομικές, κοινωνικές και δημοσιονομικές συνθήκες, σε συνδυασμό και με την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, με μεταγενέστερες διατάξεις (άρθρα 10 Ν. 4999/2022 και 7 Ν. 5102/2024) χορήγησε στους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. το δικαίωμα λειτουργίας ιδιωτικού ιατρείου υπό τις οριζόμενες με τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις. Γ) Με βάση τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 21 του Ν. 4238/2014, για τους ιατρούς των μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που δεν μεταφέρονται ή μετατάσσονται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζει να νομιμοποιείται ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τόσο για τις εκκρεμείς δίκες, όσο (πολλώ δε μάλλον) και για εκείνες που ανέκυψαν μεταγενέστερα.
Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, η αγωγή κατά την κύρια βάση της δεν είναι νόμιμη.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι ρυθμίσεις του Ν. 4238/2014 αντίκεινται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και ακολούθως έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω επικαλούμενες από το αναιρεσείον, με τους κρινόμενους λόγους αναίρεσης, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας ότι το αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικώς στην ένδικη αγωγή λόγω διαδοχής εκ του νόμου με την ένταξη των μονάδων υγείας στις οικείες Δ.Υ.Πε. κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 7, 8, 9 και 10 του Ν. 4238/2014, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 648 και 656 του ΑΚ, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 21 του Ν. 4238/2014, για τους μη μεταταγέντες ιατρούς, ως εν προκειμένω, συνεχίζει να νομιμοποιείται ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
V. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου δε, ότι η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, όσον αφορά τις μη εξετασθείσες επικουρικές βάσεις της αγωγής, αλλά και ενόψει της επίκλησης εκ μέρους είκοσι δύο (22) εκ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις τους, δεδικασμένου ως προς το είδος της συμβατικής σχέσης που τους συνέδεε με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εξεταστέου στα πλαίσια της έρευνας των επικουρικών βάσεων της αγωγής και εφόσον προηγηθεί η κρίση περί της παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Να σημειωθεί ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα οριστεί μειωμένη, καθόσον το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρα 30 παρ. 1 και 2 Ν. 4038/2012 και 19 παρ. 1 περ. β' Ν. 2556/1997 σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 Ν. 4194/2013 (ΑΠ 1795/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3342/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ