Απόφαση 530 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 530/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛ ΣΙ ΓΟΥΑΚΙΚΙ ΡΙΤΕΙΛ ΤΖΙ ΑΡ Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" (LC WAIKIKI Retail GR) "LC WAIKIKI ΜΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Δήμο … και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Λευκής Κιοσσέ-Παυλίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μόσχοβου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 1250/2022 μη οριστική και 14935/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1433/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1 και 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επομένη της νόμιμης επίδοσης της απόφασης, εάν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο έτη και αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, η έφεση ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά δε το άρθρο 532 του ίδιου Κώδικα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της έφεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της. Τη συνδρομή ή μη του εμπροθέσμου της έφεσης εξετάζει αυτεπαγγέλτως το Εφετείο, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, αν διαπιστώσει δε, ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Για την έναρξη και διαδρομή της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών απαιτείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94, 122, 123 επ. και 139 ΚΠολΔ, ήτοι επίδοση με δικαστικό επιμελητή και κατόπιν παραγγελίας, που δίνεται προς αυτόν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου (εφόσον βεβαίως πρόκειται περί δίκης για την οποία απαιτείται σύμπραξη δικηγόρου), κάτω από το επιδιδόμενο έγγραφο. Ενόψει δε του τυπικού συστήματος που υιοθετείται από τον ΚΠολΔ ως προς τις επιδόσεις, από τη νομότυπη πραγματοποίηση των οποίων εξαρτώνται κατά κανόνα σημαντικά δικαιώματα και συμφέροντα των διαδίκων και προς εξασφάλιση αυτών των δικαιωμάτων τους, δεν αποτελεί νομότυπη επίδοση, για την έναρξη των γνήσιων προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων, η τυχόν υποβολή ή συνεπίδοση ακριβούς αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης με άλλο επιδιδόμενο έγγραφο, που αποσκοπεί στην άσκηση διαφορετικού δικαιώματος διαδίκου, εάν γι' αυτή δεν έχει τηρηθεί ο επιβαλλόμενος από τις ως άνω διατάξεις τύπος. Έτσι, δεν αποτελεί νόμιμη επίδοση της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της έφεσης, από την οποία (επίδοση) αρχίζει η ως άνω γνήσια προθεσμία προς άσκηση αυτής, η επίδοσή της ως συνημμένης σε έγγραφο με το οποίο γνωστοποιείται προς τον οφειλέτη η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (άρθρο 712 παρ. 1 ΚΠολΔ), εάν δεν υπάρχει η προβλεπόμενη στο άρθρο 123 ΚΠολΔ έγγραφη παραγγελία επίδοσης κάτω από το κοινοποιούμενο ακριβές αντίγραφο της απόφασης, η τήρηση δε του επιτασσόμενου από την παρ. 2 του άρθρου 123 ΚΠολΔ τύπου δεν είναι δυνατό να αναπληρωθεί με την συμπερίληψη τέτοιας παραγγελίας κάτω από το έγγραφο το αναφερόμενο στη συντηρητική κατάσχεση. Σε αυτή την περίπτωση, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ημερών προς άσκηση της έφεσης δεν εκκινεί και το εμπρόθεσμο ή μη αυτής κρίνεται αποκλειστικά από την πάροδο ή μη της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να ασκεί επιρροή η γνώση της δημοσίευσης της απόφασης και του περιεχομένου της από τον δικαιούμενο να ασκήσει έφεση (ΑΠ 999/2022, πρβλ. ΑΠ 1532/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος, από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει, και όχι ο χρόνος της συζήτησής της (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 557/2024).
Εξάλλου, αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται όχι μόνον η εφετειακή απόφαση, για το σχετικό με την απόρριψη κεφάλαιό της, αλλά και η πρωτόδικη, η οποία μάλιστα, αν η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, τελεσιδικεί και επομένως υπόκειται σε αναίρεση με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης κατ' αυτής έφεσης, που έχει όμως ως αφετηρία όχι την επίδοση ή τη δημοσίευση της εφετειακής απορριπτικής απόφασης, αλλά την επίδοση ή αναλόγως τη δημοσίευση της ίδιας της πρωτόδικης απόφασης, αφού διαφορετικά, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1, 554 και 564 του ΚΠολΔ, καταστρατηγούνται οι προθεσμίες για την άσκηση αναίρεσης με τη δυνατότητα άσκησης, οποτεδήποτε, εκπρόθεσμης έφεσης (ΑΠ 557/2024, 1467/2019, AΠ 1488/2018, ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1248/2004, ΑΠ 967/2004). Έτσι, με την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες των τριάντα ημερών της έφεσης και της αναίρεσης, ανεξάρτητα αν η απόφαση εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, ενώ αν δεν επιδοθεί η πρωτόδικη απόφαση, οπότε τρέχουν οι καταχρηστικές προθεσμίες των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, αναίρεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον όμως αυτή εκδόθηκε κατ` αντιμωλία, επιτρέπεται μετά την άπρακτη πάροδο διετίας από τη δημοσίευσή της και για όλη την επόμενη διετία (ΑΠ 557/2024, 1467/2019, ΑΠ 264/2013). Σε κάθε περίπτωση η αίτηση αναίρεσης, που προσβάλλει κυρίως μεν την απορριπτική της έφεσης απόφαση του Εφετείου και επικουρικά την πρωτόδικη απόφαση, πρέπει, για να είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που αφορά στην πρωτόδικη απόφαση, να έχει κατατεθεί κατά τα άρθρα 495 παρ. 1 και 566 παρ. 2 ΚΠοΛΔ στη γραμματεία και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 264/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από …2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η υπ' αριθ. 1433/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η από …2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2023) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της υπ' αριθ. 14935/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β) η ως άνω (14935/2022) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από …2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2021) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά, εφόσον κατατέθηκε στη γραμματεία αμφοτέρων των Δικαστηρίων, των οποίων οι αποφάσεις προσβάλλονται με αυτήν (αριθ. έκθ. κατάθ. …2024 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και 3065/310/25-11-2024 στο Εφετείο), περαιτέρω δε, κατά το μέρος που αφορά την εφετειακή απόφαση, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται ότι επιδόθηκε η ως άνω απόφαση (άρθρα 495, 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, κατά το σκέλος της αυτό είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 14935/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε στις 27-3-2023 και ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, μαζί με το από 1-2-2023 έγγραφο επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας των αναφερόμενων σ' αυτό τραπεζών προς εξασφάλιση της κατ' αυτής απαίτησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που απέρρεε από την ως άνω απόφαση, στις 6-2-2023, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Γ. Τ.
Περαιτέρω δέχθηκε ότι στο τέλος του από 1-2-2023 εγγράφου της συντηρητικής κατάσχεσης υπάρχει παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας προς επίδοση στην εναγομένη του εν λόγω εγγράφου μαζί με ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλούμενης υπ' αριθ. 14935/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως δε, το Εφετείο έκρινε ότι, ενόψει των ανωτέρω, η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, διότι από την επίδοση της απόφασης και μέχρι την άσκηση της έφεσης είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ημερών και έτσι απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, απορρίπτοντας ως εκπρόθεσμη την από 27-3-2023 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η κοινοποίηση στην τελευταία της εκκαλούμενης υπ' αριθ. 14935/2022 απόφασης ως συνημμένης στο έγγραφο της συντηρητικής κατάσχεσης, δεν έθεσε σε κίνηση την προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση έφεσης (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου δε ότι από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης (29-11-2022) έως την άσκηση της έφεσης (27-3-2023) δεν είχε παρέλθει η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, η τελευταία ασκήθηκε εμπροθέσμως, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι με την προαναφερθείσα κοινοποίηση της εκκαλούμενης απόφασης η εκκαλούσα είχε λάβει γνώση της δημοσίευσης της απόφασης και του περιεχομένου της.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι ενιαίως εξεταζόμενοι πρώτος από τον αριθμό 1, αληθώς δε από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεύτερος από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου λόγοι αναίρεσης και πρέπει να γίνουν δεκτοί, συνακόλουθα δε, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1433/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή πλην εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, η πρωτόδικη υπ' αριθ. 14935/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν επιδόθηκε νομίμως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, συνεπώς, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η καταχρηστική διετής προθεσμία του άρθρου 518 αριθ. 2 ΚΠολΔ, για άσκηση έφεσης κατ' αυτής, άρχισε στις 30-11-2022 (επομένη της δημοσίευσης) και συμπληρώθηκε στις 29-11-2024. Κατόπιν αυτού, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε στις 25-11-2024, ήτοι πριν από την πάροδο της ανωτέρω καταχρηστικής προθεσμίας, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που αφορά την πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατά τον χρόνο άσκησης αυτής δεν είχε καταστεί τελεσίδικη, συνεπώς πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκάστου τούτων (άρθρα 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 14935/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και δέχεται την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1433/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1433/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ