Απόφαση 531 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 531/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Νοτίου Πηλίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αργαλαστή Μαγνησίας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Δεσύλλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Α. του Κ., 2) Γ. -Α. Α. του Θ., 3) Ε. Α. του Θ., 4) Ε.-Μ. Β. του Γ., 5) Φ. Δ. του Δ., 6) Α. Δ. του Θ., 7) Ν. Ε. του Ι., 8) Ε. Ζ. του Γ., 9) Α. Κ. του Γ., 10) Γ. Κ. του Χ., 11) Μ. Κ. του Ν., 12) Ι. Κ. του Θ., 13) Α. Κ. του Δ., 14) Μ. Κ. του Γ., 15) Ε. -Ι. Λ. του Α., 16) Ε. Λ. του Ε., 17) Α. Λ. του Α., 18) Γ. Λ. του Π., 19) Π. Μ. του Κ., 20) Σ. Μ. του Α., 21) Γ. Ξ. του Δ., 22) Ι. Π. του Γ., 23) Ι. Π. του Γ., 24) Γ. Σ. του Δ., 25) Α. Σ. του Ε., 26) Σ. Σ. του Σ., 27) Ε. Χ. του Γ., 28) Α. Γ. του Ε., 29) Ε. Κ., 30) Γ. Χ. του Ν., 31) Ν. Α. του Γ., 32) Χ. Π. του Θ., 33) Σ. Π., 34) Μ. Τ. του Γ., 35) Ε. Τ. του Κ., 36) Κ. Τ. του Ι. και 37) Ε. Χ. του Α., όλοι κάτοικοι ..., εκ των οποίων οι με α/α 21ος, 31ος, 32η, 33η,34η, 35η,36ος και 37η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βούκουτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2022 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν η 232/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 64/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-9-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 50/2019, 1753/2017, 1545/2017, 242/2015).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν για οποιοδήποτε ενώπιον του Εφετείου λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον (ΑΠ 181/2024, 417/2024, 517/2023). Ο νικήσας διάδικος πρέπει να επικαλείται ρητά στο αναιρετήριο τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, η έλλειψη του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, και συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά τον χρόνο άσκησης όσο και κατά τον χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται βλάβη. Το συμφέρον τούτο είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος, που νίκησε, βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο για την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης ή συνέπειας σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε στην περίπτωση αυτή οι αιτιολογίες της απόφασης έχουν προσόντα διατακτικού και ο νικήσας διάδικος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής μόνον ως προς τη μη ορθή αιτιολογία της (ΑΠ 340/2025, 1444/2023, 744/2019, 1301/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Δ. Δ., που προσκομίζει το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με επιμέλεια του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος, στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των εφεσιβλήτων - εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Ελένη Βουκουτού, η οποία είχε εκπροσωπήσει αυτούς ενώπιον του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 143 παρ. 1 και 2 και 96 ΚΠολΔ). Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι 21ος, 31ος, 32η, 33η, 34η, 35η, 36ος και 37η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους.
Με την από …2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, υπ' αριθ. 64/2024 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου την από …2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2022) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι είναι υπάλληλοι του τελευταίου, συνδεόμενοι με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι το εναγόμενο έπαυσε από 1-1-2013 να τους καταβάλλει επιδόματα εορτών και αδείας, κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Ν. 4093/2012, οι οποίες αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 4, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2021 και 2022, υπολογιζόμενα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011 και ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ για έκαστο τούτων, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 232/2023 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 2.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την από …2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2023) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 64/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και ακολούθως: α) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς τους 1η έως και 30η των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού κρίθηκε ότι ως προς αυτούς υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 398/2018 αμετάκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, που είχε εκδοθεί μεταξύ αυτών και του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) έγινε κατ' ουσίαν δεκτή ως προς τους 31ο έως και 37η των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως προς αυτούς η αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του, η οποία στρέφεται εναντίον όλων των εφεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και οι 31ος έως και 37η τούτων, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου δε, ότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ύπαρξη άμεσου εννόμου συμφέροντος προς τούτο, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται ότι επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 495, 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των (ήδη καταργηθέντων με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 5108/2024) ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως οι λόγοι αυτοί διαμορφώθηκαν με το άρθρο 35 του Ν. 4842/2021, χωρίς να μεταβληθούν με το μεταγενέστερο, τροποποιητικό του πρώτου εδαφίου του άρθρου αυτού (λόγω της επελθούσας στο μεταξύ κατάργησης των ειρηνοδικείων), άρθρο 26 του Ν. 5134/2024, ιδρύονται στις εξής μόνο περιπτώσεις: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί έφεσης κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης ερειδόμενοι στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 77/2022, 943/2021, 744/2021, 304/2021). Ειδικότερα, στους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται λόγος αναίρεσης αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που να επιτρέπει στον Άρειο Πάγο τον έλεγχο περί της εσφαλμένης ερμηνείας ή της κακής εφαρμογής των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά και συγκεκριμένα, αν αυτά συγκροτούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 438/2025, 218/2023, ΑΠ 1861/2022, ΑΠ 1365/2018, ΑΠ 1197/2015).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2053/2014). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022). Τέλος, για το ορισμένο του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019). Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι από τον χρόνο που εκδόθηκε η υπ' αριθ. 396/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, η οποία κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ του αναιρεσείοντος - εναγομένου και των 1ης έως και 30ης των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος λόγω της έκδοσης αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ (1307-1316/2019) και ότι, συνεπώς, είναι ανεπαρκής η αιτιολογία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, αφού η νομική βάση της υπόθεσης έχει μεταβληθεί. Με τον λόγο αυτό, αληθώς προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και αποφάσεων πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακόμη δε και υπό την εκδοχή ότι πρόκειται για τον λόγο του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ο οποίος είναι ο αντίστοιχος του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου, που επικαλείται το αναιρεσείον, αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται οι διατάξεις που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε, τέλος, ποιες είναι οι επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες όφειλε να συμπεριλάβει στο σκεπτικό του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (πρώτης έως και εικοστού και εικοστού δευτέρου έως και τριακοστής), που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή νόμιμου σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2024) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 64/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο,
και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ