ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 538/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 538/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 538/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 538 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 538/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2) Φ. συζ. Ε. Μ., το γένος Δ. Λ., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική ΔΑΦΝΗ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. θυγατέρας Α. Α., κατοίκου ... και 2) Θ. Β. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζαχαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Στο σημείο αυτό, η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια της Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-07-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8360/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3627/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-10-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την υπό κρίσιν, από …2023 (και αύξοντα αριθμό καταθέσεως …2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 3627/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτοί κατά τους τύπους η από …2020 έφεση και ο από …2020 πρόσθετος λόγος αυτής των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμόν 8360/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση και έγινε δεκτός κατ' ουσίαν μόνον κατά το κεφάλαιό του περί τόκων ο πρόσθετος λόγος εφέσεως, εξαφανίσθηκε κατά τούτο η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως προς τους νυν αναιρεσιβλήτους η από …2023 αγωγή αυτών και, στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες, ως κακόπιστοι νομείς, να καταβάλουν σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους, κατ' αναλογία της ιδανικής του μερίδας ο καθένας επί του αναφερομένου επιδίκου διαμερίσματος της συγκυριότητάς τους, τα και πρωτοδίκως επιδικασθέντα σε αυτούς ποσά, που αντιστοιχούν στα ωφελήματα που οι αναιρεσείοντες αποκόμισαν από την εν γνώσει τους αυθαίρετη χρήση του άνω ακινήτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 962, 1096 και 1098 του ΑΚ, εξοικονομώντας τη δαπάνη από τη μίσθωση άλλου όμοιου διαμερίσματος για την ίδια χρήση και στερώντας τους από τα μισθώματα που μετά βεβαιότητας θα εισέπρατταν κατά το αναφερόμενο και επίδικο χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως, όχι από το τέλος κάθε μηνός για τα ωφελήματα αυτού, όπως είχε κριθεί πρωτοδίκως, αλλά από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση.

2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 20.07.2023, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 30.10.2023 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

3.- Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, από κοινού με τους Α. Σ., Φ. Κ., Ε. Κ. και Ο. Ρ., ως προς τους οποίους δηλώθηκε ότι δεν εισάγεται προς συζήτηση η αγωγή, με την από …2013 αγωγή τους κατά των εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσαν ότι τυγχάνουν συγκύριοι, σε ποσοστό 22,20/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του αναφερομένου ακινήτου- διαμερίσματος, το οποίο βρίσκεται σε οικοδομή που ανεγέρθηκε σε οικόπεδό τους με το σύστημα της εργολαβίας με αντιπαροχή. Ότι με το υπ' αριθμόν …1992 προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβική σύμβαση της συμβολαιογράφου … Δ. Σ. συμφωνήθηκε να περιέλθουν, ως αντιπαροχή στους τότε οικοπεδούχους, οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σε ποσοστό 367/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και όλες οι υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες να περιέλθουν, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, στην μη διάδικο εργολήπτρια εταιρεία. Ότι μετά την, βάσει συμβατικού όρου, κήρυξη έκπτωτης της εργολήπτριας εταιρείας λόγω της καθυστερήσεως από αυτήν της αποπερατώσεως του έργου, όλοι οι συγκύριοι του εν λόγω οικοπέδου κατέστησαν συγκύριοι των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούσαν στα εξ αδιαιρέτου ποσοστά του εργολαβικού ανταλλάγματος, τα οποία δεν είχαν έως τότε διατεθεί, ανερχόμενα σε 152.55/1000, στις οποίες περιλαμβανόταν και το επίδικο, υπό τα στοιχεία … διαμέρισμα, στο οποίο οι εναγόμενοι είχαν εγκατασταθεί από το έτος 1996. Ότι όλοι οι συγκύριοι ζήτησαν να τους αποδοθεί προσωρινώς η νομή των ως άνω ακινήτων τους, τα οποία παρακρατούσε παρανόμως η εργολήπτρια εταιρεία καθώς και τρίτα πρόσωπα που αυτή είχε εγκαταστήσει σε αυτά, ασκώντας την από …1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή και τελεσιδίκως, εκτελεστό δε αντίγραφο της σχετικής αποφάσεως επέδωσαν στους εναγομένους με την από …1998 επιταγή προς εκτέλεση. Ότι κατόπιν της από 20.09.2007 διεκδικητικής αγωγής όλων των συγκυρίων κατά της εργολήπτριας εταιρείας και κατά των εναγομένων, επί της οποίας εκδόθηκαν, αντιστοίχως, οι υπ' αριθμούς 3953/2009 και 2978/2010 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, οι συγκύριοι, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, αναγνωρίστηκαν τελεσιδίκως συγκύριοι του επιδίκου και διατάχθηκε η απόδοσή του σε αυτούς από τους εναγομένους και ότι αντίγραφο της άνω τελεσίδικης αποφάσεως επιδόθηκε στις 05.10.2010 στους τελευταίους. Ότι οι εναγόμενοι, ως κακόπιστοι νομείς, κατοικούσαν στο επίδικο διαμέρισμα από το έτος 1996 έως το χρόνο ασκήσεως της αγωγής εξοικονομώντας τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωναν άλλο όμοιο ακίνητο και για το λόγο αυτό οφείλουν να αποδώσουν στον καθένα από τους πρώτη και δεύτερο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 33.231 ευρώ που αντιστοιχεί στα ωφελήματα που τους αναλογούν σύμφωνα με τη μερίδα τους για το χρονικό διάστημα από την 1η.01.1999 έως και το έτος 2013 με βάση τη μισθωτική αξία του εν λόγω διαμερίσματος, η οποία, λαμβανομένου υπόψη της θέσεώς του, της κατασκευής του και της μισθωτικής αξίας ανάλογων ακινήτων στην περιοχή κατά το έτος 1999, ανερχόταν στο ποσό των 215.250 δραχμών τότε, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως μέχρι την έναρξη της οικονομικής κρίσης το έτος 2010, οπότε εμφάνιζε μείωση κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι, επικουρικώς, οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος τους κατά το πιο πάνω ποσό, χωρίς νόμιμη αιτία, εξοικονομώντας τη δαπάνη από τη μη μίσθωση άλλου όμοιου διαμερίσματος για την ίδια χρήση και στερώντας τους από τα μισθώματα που με βεβαιότητα θα εισέπρατταν, ο δε πλουτισμός τους σώζεται ακόμη. Με την επίκληση των παραπάνω αιτήθηκαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 962, 1096 και 1098 ΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. του ΑΚ), να καταβάλουν στον καθένα τους, κατ' αναλογία της ιδανικής τους μερίδας επί του άνω ακινήτου της συγκυριότητάς τους, το ποσό των 33.231 ευρώ (ήτοι, 16.615,50 ευρώ ο καθένας των εναγομένων σε καθένα των εναγόντων), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 19.12.1998, οπότε έλαβαν γνώση ότι αυτοί (ενάγοντες) είναι οι νομείς του επιδίκου διαμερίσματος, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και ως την εξόφληση, να καταδικαστούν στην καταβολή τόκων επιδικίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής τους, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι αντίδικοί τους στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη. Με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, προέβαλαν ενστάσεις συμψηφισμού των ένδικων αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων κατά τα αναφερόμενα ποσά, καθώς και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμόν 8360/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η αγωγή ως προς τους τρίτη, τέταρτη, πέμπτο και έκτη των εναγόντων λόγω της δηλώσεως των εναγόντων ότι η αγωγή δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς αυτούς και, στη συνέχεια, αφού συζητήθηκε αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και έγινε εν μέρει δεκτή η σχετική ένσταση συμψηφισμού του πρώτου εναγομένου για ανταπαίτησή του για το ποσό των 2.855,58 ευρώ που ο τελευταίος είχε καταβάλει για την τακτοποίηση αυθαιρεσιών της οικοδομής, έγινε, κατά τα λοιπά, εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ειδικότερα υποχρεώθηκαν ο μεν πρώτος εναγόμενος να καταβάλει σε καθένα από τους πρώτη και δεύτερο των εναγόντων το ποσό των 8.993,78 ευρώ, η δε δεύτερη εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 11.849,36 ευρώ και τα ποσά αυτά με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από το τέλος κάθε μήνα για τα ωφελήματα αυτού, για το χρονικό διάστημα από τις 31.01.1999 έως την εξόφληση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι εναγόμενοι άσκησαν την από 07.09.2020 έφεσή τους και τον από 30.11.2020 πρόσθετο λόγο εφέσεως και επ' αυτών εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγιναν δεκτοί κατά τους τύπους η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση και έγινε δεκτός κατ' ουσίαν ο πρόσθετος λόγος της εφέσεως ως προς το πληττόμενο κεφάλαιο ενάρξεως των τόκων, εξαφανίσθηκε κατά τούτο η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και αφού δικάσθηκε κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο αυτό, υποχρεώθηκαν ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων να καταβάλουν σε καθέναν από τους ενάγοντες τα και πρωτοδίκως επιδικασθέντα σε αυτούς ποσά νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση.

4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ "ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1096 εδ. α' του ΑΚ "ο νομέας ενέχεται να αποδώσει τα ωφελήματα, που έχουν εξαχθεί από το πράγμα, μετά την επίδοση της αγωγής. Επιπλέον ευθύνεται και για τα ωφελήματα που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 1098 του ιδίου κώδικα "αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής. Δεν αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: α) ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, όπως και εκείνων των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε εξ υπαιτιότητάς του μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως, β) ο κακής πίστεως νομέας, δηλαδή εκείνος ο οποίος κατά την κατάληψη του πράγματος γνωρίζει ή από βαρειά αμέλειά του αγνοεί ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται να νέμεται το πράγμα, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται, περαιτέρω, ευθύνη του από υπερημερία. Ήτοι, ο κακής πίστεως νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί από το πράγμα και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε να εξαγάγει κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως (ΑΠ 1384/2025, ΑΠ 417/2024, ΑΠ 607/2022, ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1290/2019) και γ) η σχετική αξίωση του κυρίου έναντι του νομέα για την απόδοση των ωφελημάτων ασκείται, του νόμου μη διακρίνοντος, όχι μόνον με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και αυτοτελώς με ιδιαίτερη αγωγή αποδόσεως των ωφελημάτων (ΑΠ 1232/2017, ΑΠ 1753/2012). Τα προαναφερθέντα ισχύουν και όταν ο δανειστής είναι συγκύριος (και όχι κύριος) του ακινήτου, με μόνη διαφορά τον κατ' έκταση περιορισμό της απαιτήσεώς του (ΑΠ 1753/2012). Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας για την οποία ο νομέας νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως οχλήσεως για την απόδοσή του και αρκεί η πληροφόρηση του νομέα με οποιονδήποτε τρόπο ότι δεν έχει επ' αυτού δικαίωμα νομής. Ωφελήματα, κατά τη διάταξη του άρθρου 962 του ΑΚ, είναι οι καρποί του πράγματος, αλλά και κάθε όφελος, που παρέχει η χρήση του πράγματος σύμφωνα με τον προορισμό του (ΑΠ 686/2010). Επομένως, ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 1384/2025, ΑΠ 417/2024, ΑΠ 1753/2023, ΑΠ 655/2023, ΑΠ 1731/2022, ΑΠ 607/2022, ΑΠ 1232/2017). Η ωφέλεια αποδόσεως από τη χρήση, αν πρόκειται για αστικό ακίνητο, ήτοι, ακίνητο που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, προσδιορίζεται από τη μισθωτική αξία που αυτό είχε κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, συνεπεία της οποίας ο εναγόμενος εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 446/2024, ΑΠ 707/2016, ΑΠ 802/2017, ΑΠ 435/2016), χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση αποδόσεως μισθωμάτων. Η παρεχόμενη από τις άνω διατάξεις αγωγή προς απόδοση των ωφελημάτων δεν έχει ως θεμέλιο τη βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητας, δεν ανήκει δε στον εκάστοτε κύριο του πράγματος, αλλά σε εκείνον ο οποίος κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, που συνέβη το θεμελιωτικό της σχετικής αξιώσεως γεγονός, ήταν κύριος αυτού.

5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και επομένως σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Επομένως, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί να αναφέρονται γενικώς στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει επιπλέον να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα που ακριβώς έγκειται το νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον οικείο λόγο αναιρετική πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1082/2022, ΑΠ 352/2022, ΑΠ 259/2019). Τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται ξεχωριστά σε σχέση με καθέναν από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν όταν οι κανόνες αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 1271/2021, ΑΠ 880/2015).

Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως πρέπει, επίσης, να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) που θεμελίωσαν την κρίση του και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό, με βάση μόνο το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, να στοιχειοθετηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνέχεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ενόψει και του ότι δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ούτε όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1020/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και συνακόλουθα εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά αυτός δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Αντίφαση στις αιτιολογίες, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, υπάρχει στην απόφαση όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται στο αιτιολογικό της και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006). Για να είναι ορισμένος ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω αντιφατικότητας αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, οι οποίες πρέπει να εκτίθενται με πληρότητα και όχι μόνον αποσπασματικά, και ότι η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 357/2018) και επιπλέον σε τι συνίστανται και που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν υπάρχει παράβαση (ευθεία και εκ πλαγίου) ουσιαστικού κανόνα δικαίου, εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Συνακόλουθα, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται μη πραγματική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋποθέσεως, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο.

6.- Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε ως αποδειχθέντα, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες μαζί με τους Α. Σ., Φ. Κ., Ε. Κ. και Ο. Ρ. είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 222/1000 ο καθένας εκ των πρώτης και δεύτερου των εναγόντων, 74/1000 η Α. Σ., 279/1000 η Φ. Κ. και ο Ε. Κ. και 203/1000 η Ο. Ρ., ενός οικοπέδου εμβαδού 470 τ.μ. που βρίσκεται στην Αθήνα εντός του εγκεκριμένου σχεδίου στη θέση "Τ." ή "Α. Χ." και επί των οδών ..., ... και ..., όπως το οικόπεδο αυτό απεικονίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία … στο από … 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., το οποίο προσαρτάται στην υπ' αριθ. …/1992 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου … Δ. Σ., και συνορεύει βόρεια με πρόσωπο … … μέτρων με την οδό …, νότια με πρόσωπο … μέτρων με την οδό ..., ανατολικά με πρόσωπο … μέτρων με την οδό ... και δυτικά με πλευρά … μέτρων με πολυκατοικία αγνώστων συνιδιοκτητών. Με το υπ' αριθ. …1992 προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της ανωτέρω συμβολαιογράφου οι αρχικοί οικοπεδούχοι Ε. συζ. Γ. Κ., Φ. Κ., Ε. Κ., Α. Σ., Π. χήρα Ε. Κ., πρώτη και δεύτερος των εναγόντων ανέθεσαν στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..." την εκτέλεση του έργου της ανοικοδόμησης πολυκατοικίας στο ανωτέρω οικόπεδο. Με το προσύμφωνο αυτό συμφωνήθηκε ότι οι οικοπεδούχοι παρακρατώντας συνολικά τριακόσια εξήντα επτά (367/1000) χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους, θα αποκτήσουν ως αντιπαροχή τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιγράφονται με λεπτομέρεια στο προσύμφωνο, σε αντάλλαγμα δε της εργολήπτριας για την κατασκευή από αυτήν της πολυκατοικίας με δικές της δαπάνες ανέλαβαν την υποχρέωση να της μεταβιβάσουν ή προς οποιονδήποτε τρίτο αυτή θα υποδείκνυε τα εξακόσια τριάντα τρία (633/1000) χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους, τα οποία αντιστοιχούσαν σε όλες τις άλλες οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας που θα ανεγείρονταν. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ως άνω προσυμφώνου - εργολαβικού όλα τα έξοδα που θα απαιτούνταν για την ανέγερση της πολυκατοικίας, όπως ενδεικτικά υλικά, ημερομίσθια, έξοδα έκδοσης άδειας ανοικοδόμησης, αμοιβές μηχανικών, εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α., αποζημιώσεις για τυχόν ατυχήματα, ζημιές ή βλάβες που θα επέρχονταν είτε στο προσωπικό που θα απασχολείτο στο έργο είτε σε τρίτους και σε πράγματα αυτών και γενικά κάθε φύσης δαπάνη που προκαλείται με αφορμή την εκτέλεση του έργου θα βάρυνε την εργολήπτρια. Στο άρθρο 19 περ. δ' του προσυμφώνου - εργολαβικού προβλέφθηκε ότι το προσωπικό που θα χρησιμοποιηθεί από την εργολήπτρια για την εκτέλεση του έργου θα αποτελείται από έμπειρους τεχνίτες και εργάτες και η εργολήπτρια είναι υποχρεωμένη καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών να έχει το προσωπικό αυτό ασφαλισμένο στο Ι.Κ.Α., να εκπληρώνει με συνέπεια τις υποχρεώσεις της απέναντι του και να παίρνει κάθε μέτρο αναγκαίο για την εξασφάλιση της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητάς του.

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 8 του παραπάνω προσυμφώνου - εργολαβικού η εργολήπτρια εταιρεία έπρεπε να αποπερατώσει και να παραδώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στους οικοπεδούχους μέσα σε προθεσμία είκοσι πέντε μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας δηλαδή μέχρι τις 14.5.1994 και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους μέχρι τις 14.8.1994, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 10 του ίδιου προσυμφώνου σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης στους οικοπεδούχους των οριζοντίων ιδιοκτησιών οι οικοπεδούχοι θα είχαν δικαίωμα να ενεργήσουν τις υπόλοιπες πωλήσεις των διαμερισμάτων που δεν θα είχαν πωληθεί μέχρι την κήρυξη της εργολήπτριας έκπτωτης με εύλογο και τρέχον τίμημα και θα διέθεταν τα χρήματα που θα εισέπρατταν για την αποπεράτωση της πολυκατοικίας για λογαριασμό και σε βάρος της εργολήπτριας, κατά πρώτο λόγο για την συμπλήρωση των διαμερισμάτων των οικοπεδούχων και των κοινοχρήστων της πολυκατοικίας. Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι η εργολήπτρια εταιρεία δεν αποπεράτωσε το έργο μέσα στις συμφωνημένες προθεσμίες και στις 14.5.1994 οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που είχε συμφωνηθεί να περιέλθουν στους οικοπεδούχους, ήταν ημιτελείς. Επιπροσθέτως η εργολήπτρια εταιρεία δεν είχε καταβάλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α., ποσού 30.900.000 δραχμών. Για το λόγο αυτό με την υπ' αριθμό ...1995 πράξη τροποποίησης προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της ως άνω συμβολαιογράφου συμφωνήθηκε μεταξύ των οικοπεδούχων και της εργολήπτριας η παράταση της προθεσμίας αποπεράτωσης του έργου μέχρι τις 31.12.1995, πλην όμως η εργολήπτρια δεν αποπεράτωσε το έργο και δεν παρέδωσε στους οικοπεδούχους τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής. Κατόπιν τούτου οι οικοπεδούχοι την κήρυξαν έκπτωτη, όπως είχαν τέτοιο δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 10 του ανωτέρω εργολαβικού, με την από 15.12.1997 δήλωσή τους ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθ. ...1997 πράξη της τελευταίας. Ακολούθως στις 19.12.1997 οι οικοπεδούχοι κοινοποίησαν τη δήλωσή τους στην εργολήπτρια εταιρεία και την κάλεσαν να τους παραδώσει τους χώρους της οικοδομής που κατείχε η ίδια ή οποιοσδήποτε τρίτος, που έλκει δικαιώματα από αυτή, την οικοδομική άδεια, τα σχεδιαγράμματα και οτιδήποτε ήταν απαραίτητο για να μπορέσουν να συνεχίσουν τις εργασίες αποπεράτωσης του έργου.

Πλην όμως η εργολήπτρια εταιρεία αρνήθηκε να αποδώσει στους οικοπεδούχους (συμπεριλαμβανομένων των εναγόντων) τους κατεχόμενους από αυτή ή από τους τρίτους που έλκουν δικαίωμα από αυτήν, χώρους της οικοδομής, εκφράζοντας τη θέληση με την όλη στάση τους να είναι οι ίδιοι νομείς των χώρων αυτών, αντιποιούμενοι έτσι τη νομή τους (βλ. σχετικώς την υπ'αριθμ. 9132/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Κατά το χρόνο που κηρύχθηκε έκπτωτη η εργολήπτρια, είχαν παραμείνει αμεταβίβαστα τα 152,55/1000 από τα 633/1000 εξ αδιαιρέτου του εργολαβικού ανταλλάγματος. Στα ποσοστά αυτά ανήκε, μεταξύ άλλων, το επίδικο … διαμέρισμα του όγδοου ορόφου προς την οδό ..., όπως τούτο εμφαίνεται με τον αριθμό … στο από … 1991 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Μ. που ήταν προσαρτημένο στην υπ' αριθ. …/1992 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Το διαμέρισμα αυτό αποτελείται από λίβινγκρουμ, τρεις κοιτώνες, λουτρό, WC, κουζίνα, διάδρομο και εξώστες προς τις οδούς … και ... και εξώστη προς τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και πέραν αυτού με την οδό ... και συνορεύει βόρεια με την οδό …, νότια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, κλιμακοστάσιο και πλατύσκαλο κλιμακοστασίου, ανατολικά με την οδό ... και κλιμακοστάσιο και δυτικά με δυτικό όριο οικοπέδου, φρέαρ, ανελκυστήρα και εν μέρει με το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου, έχει επιφάνεια 100 τ.μ. και κατόπιν νομιμοποίησης 120 τ.μ, ιδιόκτητο όγκο 300 κ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο πενήντα τέσσερα (54/1000) χιλιοστά. Προκειμένου να αποδοθεί προσωρινά στους οικοπεδούχους η νομή των ανωτέρων ακινήτων τους, τα οποία παρακρατούσε η εργολήπτρια εταιρεία μετά την έκπτωσή της, καθώς και τρίτα πρόσωπα που αυτή είχε εγκαταστήσει σε αυτά, οι οικοπεδούχοι άσκησαν σε βάρος της εργολήπτριας και του νομίμου εκπροσώπου της την από 10.2.1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1412/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία οι αιτούντες (μεταξύ των οποίων και οι εδώ ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι) αναγνωρίστηκαν προσωρινά συννομείς των ανωτέρω ακινήτων και διατάχθηκε η αποβολή των καθ' ων από την ανωτέρω επίδικη ιδιοκτησία και η εγκατάσταση των αιτούντων σε αυτή. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 9132/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που άσκησαν οι καθ' ων η αίτηση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Στις 16.12.1998 επιδόθηκε στους εναγομένους ακριβές εκτελεστό αντίγραφο της υπ' αριθ. 1412/1998 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών με επιταγή προς απόδοση του επίδικου διαμερίσματος, στο οποίο αυτοί είχαν εγκατασταθεί από τον Ιούνιο του 1996. Η εγκατάστασή τους αυτή είχε λάβει χώρα δυνάμει των υπ' αριθ. …1992 και …1995 προσυμφώνων πώλησης του διαμερίσματος αυτού της ανωτέρω συμβολαιογράφου, τα οποία είχαν καταρτιστεί μεταξύ αυτών και της εργολήπτριας εταιρείας. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην εργολήπτρια μέχρι τις 28.8.1996 το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος, χωρίς όμως να ακολουθήσει το οριστικό συμβόλαιο. Παρά την ανωτέρω επιταγή προς απόδοση του επίδικου διαμερίσματος που επιδόθηκε τους εναγομένους, οι τελευταίοι δεν παρέδωσαν τη νομή του στους οικοπεδούχους, οι οποίοι στη συνέχεια άσκησαν σε βάρος των εναγομένων, της εργολήπτριας εταιρείας και τρίτων προσώπων, που παράνομα κατείχαν διαμερίσματα που δεν είχαν διατεθεί με συμβόλαια σε αυτούς από την εργολήπτρια πριν από την έκπτωσή της, την από 20.9.2007 διεκδικητική αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 3953/2009 απόφασή του. Με την απόφαση αυτή οι οικοπεδούχοι αναγνωρίστηκαν συγκύριοι των διαμερισμάτων αυτών, μεταξύ των οποίων και του επίδικου και υποχρεώθηκαν όλοι οι εναγόμενοι της από 20.9.2007 αγωγής να τους τα αποδώσουν. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την έκδοση της υπ’ αριθ. 2978/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που ασκήθηκε σε βάρος της πρωτοβάθμιας απόφασης από τους εκεί εναγόμενους. Αντίγραφο της υπ' αριθ. 3953/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στους εναγομένους στις 5.10.2010. Οι τελευταίοι, παρά την επίδοση σε αυτούς της ανωτέρω απόφασης, προς γνώση τους και για τις νόμιμες συνέπειες, διαμένουν μόνιμα στο επίδικο διαμέρισμα από τον Ιούλιο του 1996 έως σήμερα, εξακολουθώντας να το νέμονται και να το κατέχουν, με κακή πίστη, εφόσον γνωρίζουν ήδη από τις 16.12.1998, οπότε τους επιδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με επιταγή προς απόδοση στους ενάγοντες του επίδικου διαμερίσματος, ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα νομής επ' αυτού. Από τον Ιανουάριο του έτους 1999 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2013, διάστημα κατά το οποίο οι εναγόμενοι νέμονταν και κατείχαν κακόπιστα το ένδικο διαμέρισμα, οι πρώτη και δεύτερος των εναγόντων στερήθηκαν τα ωφελήματα του διαμερίσματός τους, η δε ζημία τους ανέρχεται στο ποσό της αξίας που θα είχε η χρήση αυτή για τους ενάγοντες, ήτοι στο ποσό της μισθωτικής αξίας του συγκεκριμένου διαμερίσματος, το οποίο οι εναγόμενοι εξοικονόμησαν κατά το ίδιο διάστημα από τη μη μίσθωση άλλου παρόμοιου με το επίδικο ακινήτου για την ίδια χρήση και δη διαμένοντας σε αυτό και μην καταβάλλοντας μηνιαίο μίσθωμα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένου ως αβάσιμου του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου της υπό κρίση έφεσης των εκκαλούντων.

Περαιτέρω αφού ληφθεί υπόψη η τοποθεσία του ακινήτου, το εμβαδόν του, η παλαιότητά του, η ποιότητα κατασκευής του και η καλή εν γένει κατάστασή του, καθώς, επίσης, και οι μισθωτικές συνθήκες της περιοχής, κρίνεται ότι το μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου διαμερίσματος θα ανερχόταν στο ποσό των 500 ευρώ κατά το έτος 1999, το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν λόγω πληθωρισμού κατά 3% κάθε έτος μέχρι και το 2010 (οπότε θα ανερχόταν σε 692,10 ευρώ) ενώ από το 2011 και μέχρι και το 2013 θα ανερχόταν σε 600 ευρώ, λόγω της τρέχουσας κατά το διάστημα αυτό οικονομικής κρίσης.
Συνεπώς, οι εναγόμενοι εξοικονόμησαν συνολικά το ποσό των [(500 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...1999 έως ...1999) + (515 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2000 έως ...2000) +(530,45 ευρώ μηνιαία X12 μήνες για το διάστημα από ...2001 έως ... 2001) + (546,36 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2002 έως ...2002) +(562,75 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ... 2003 έως ...2003) + (579,63 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2004 έως ...2004) + (597,02 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2005 έως ...2005) + (614,93 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2006 έως ...2006) + (633,37 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2007 έως ...2007) + (652,37 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2008 έως ...2008) + (671,94 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2009 έως ...2009) + (692,10 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2010 έως ...2010) + (600 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2011 έως ...2011) + (600 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2012 έως ... 2012) + (600 ευρώ μηνιαία X 12 μήνες για το διάστημα από ...2013 έως 31- 12-2013) = ] 106.751,04 ευρώ. Επομένως τα ωφελήματα που πρέπει να αποδώσουν συνολικά οι εναγόμενοι στους πρώτη και δεύτερο των εναγόντων με βάση τα ποσοστά συγκυριότητας των τελευταίων στο επίδικο διαμέρισμα ανέρχονται σε (106.751,04 X 22,2% =) 23.698,73 ευρώ, και δη το ποσό των 11.849,36 ευρώ ο καθένας των εναγομένων σε κάθε ένα των εναγόντων ως ορθώς απεφάνθη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πέμπτου λόγου της κρινόμενης έφεσης και του εμπεριεχόμενου σε αυτόν αιτήματος περί διενέργειας τεχνικής πραγματογνωμοσύνης για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου, αφού το Δικαστήριο δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή δικανική κρίση περί της εν λόγω αξίας του από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που έχει στη διάθεσή του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγομένων και, αφού έκανε δεκτό τον παρακάτω αναφερόμενο πρόσθετο λόγο εφέσεως ως προς το πληττόμενο με αυτόν κεφάλαιο περί ενάρξεως των τόκων, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, αφού δέχθηκε εν μέρει την κάτωθι ένσταση συμψηφισμού του πρώτου εναγομένου, δέχθηκε κατ' ουσίαν εν μέρει την αγωγή υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στους αναιρεσιβλήτους τα και πρωτοδίκως επιδικασθέντα σε αυτούς ποσά, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής τους και έως την εξόφληση.

7.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία σκέλη του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, όπως εκτιμάται, ότι το με το να δεχθεί το Εφετείο την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και με το να απορρίψει την ένσταση συμψηφισμού της απαιτήσεως των εναγόντων για το ποσό των 61.628,66 ευρώ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ., 953, 954, 1057, 1063, 1101, 1102 και 1103 του ΑΚ 794 επ. και εκείνες των άρθρων 796, 798 και 1033 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους και δη με την μη υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αυτοί απέδειξαν, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι αν και οι ίδιοι επικαλέστηκαν τις πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, που ήταν εφαρμοστέες, το Εφετείο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που απέδειξαν στις διατάξεις αυτές: α) χαρακτηρίζοντάς τους εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ως κακόπιστους νομείς του επιδίκου διαμερίσματος, β) κρίνοντας εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες το χρονικό διάστημα για το οποίο δέχθηκε ότι έγιναν από αυτούς επωφελείς δαπάνες στο επίδικο ακίνητο συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με την ένστασή τους περί συμψηφισμού των ωφελημάτων των αντιδίκων τους από τη χρήση του ακινήτου τους με τις επωφελείς δαπάνες τους για την επαύξηση της αξίας του ποσού, όπως εκτιμάται, 61.628,66 ευρώ και ότι η απαίτησή τους για τις επωφελείς αυτές δαπάνες ήταν μόνο κατά της εργολήπτριας εταιρείας με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και όχι κατά των ιδίων των αναιρεσιβλήτων με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, αν και οι ίδιοι υποβλήθηκαν στις δαπάνες αυτές όσο ήταν, εν τω μεταξύ, καλόπιστοι, ήτοι μέχρι τον Ιούλιο του 1996, στερώντας έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με τα προαναφερθέντα ζητήματα. Οι λόγοι αυτοί, έτσι διατυπωμένοι, είναι προεχόντως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, κυρίως διότι, εκτός από τις νομικές (και πραγματικές) απόψεις των αναιρεσειόντων για τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των επικαλούμενων ως άνω άρθρων 904 επ., 953, 954, 1057, 1063, 1101, 1102 και 1103 του ΑΚ 794 επ., καθώς και εκείνες των άρθρων 796, 798 και 1033 του ΑΚ, που οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, αναφορικά μεν με την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια δεν διαλαμβάνεται σε αυτούς και μάλιστα ενάριθμα ποιος συγκεκριμένος κανόνας ή κανόνες του ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν ούτε εξειδικεύεται στο αναιρετήριο σε τι αφορά το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία και την μη εφαρμογή τους και μάλιστα για καθέναν από τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, κατά το μέρος που χαρακτηρίσθηκαν κακής πίστεως νομείς του επιδίκου και κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένσταση περί συμψηφισμού του ποσού των 61.626,66 ευρώ, ενόψει του ότι οι κανόνες αυτοί (φαίνεται να) είναι περισσότεροι από ένας, ενώ, σημειώνεται, ότι η ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το ιστορικό και αιτητικό της αγωγής τους. στηριζόταν στις προαναφερθείσες στην υπό το στοιχείο -4- μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 962, 1096-1098 ΑΚ του κακής πίστεως νομέα, που αυθαιρέτως νέμεται και κατέχει αποκλειστικώς το επίδικο, προς απόδοση των ωφελημάτων από τη χρήση του. Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, δι' αυτού, στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της άνω επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση και τα πορίσματα των αποδείξεων και όχι η αληθινή έννοια των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν πράγματι από το δικαστήριο αυτό ή η υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών. Αναφορικά δε με την πλημμέλεια τόσο εκ του αριθμού 1 όσο και εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με ακρίβεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, υπό τα οποία συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των άνω επικαλούμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως, χωρίς να αρκεί η έκθεση στο αναιρετήριο μόνον η κατά τους αναιρεσείοντες ερμηνεία των διατάξεων αυτών, οι οποίες φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και η μνεία, κατ' επιλογήν των αναιρεσειόντων, των εντελώς αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, ως προς την αποδιδόμενη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης, διότι, πέρα των παραπάνω, δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο σε τι συνίστανται και που ακριβώς εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Ο ίδιος λόγος, εκ του αριθμού 19, είναι απαράδεκτος και διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι ουδεμία μνεία γίνεται στις επικαλούμενες επωφελείς δαπάνες, στις οποίες φέρεται να υποβλήθηκαν στο επίδικο οι αναιρεσείοντες, ούτε άλλωστε υπήρξε με την προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη παραδοχή περί τέτοιων επωφελών δαπανών, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό τους η βασιμότητα ή μη της αποδιδόμενης αναιρετικής πλημμέλειας για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω αντιφατικών αιτιολογιών στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ, ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού των αναιρεσειόντων ως κακής πίστεως νομέων ο λόγος αυτός, είναι ωσαύτως απαράδεκτος, αφού δεν αφορά ζήτημα υπό την προεκτεθείσα έννοια της άνω διατάξεως, αλλά ισχυρισμό που αποτελεί άρνηση της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο, με την εκτεθείσα ως άνω κρίση του, ότι οι αναιρεσείοντες εξακολουθούν να νέμονται και να κατέχουν με κακή πίστη το επίδικο από το μήνα Ιανουάριο του έτους 1999 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2013 γνωρίζοντας ήδη από τις 16.12.1998, οπότε τους επιδόθηκε η υπ' αριθμόν 1412/1998 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με επιταγή προς απόδοσή του, ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα επ' αυτού, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής, τις επικαλούμενες συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 440 (441, 442) αφενός και 904 επ., 953, 954, 976 επ., 1057, 1033, 1063, 1101, 1102 και 1103 του ΑΚ αφετέρου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες, ούτε όμως παραβίασε και τις αληθώς εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 962, 1096 και 1098 του ΑΚ, όπως ή έννοιά τους αναλύθηκε στις προηγούμενες -υπό το στοιχείο 4- νομικές σκέψεις, στις οποίες και στηριζόταν το αγωγικό αίτημα σύμφωνα με το εκτιθέμενο ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων που έγινε εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν και ορθώς, επίσης, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε ορθώς τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία έκρινε ότι αποδείχθηκαν και δικαιολογούσαν, κατ' ορθή εφαρμογή τους, την απόρριψη των αντίστοιχων αρνητικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων ως προς το ζήτημα της κακοπιστίας τους και της ενστάσεως για τον συμψηφισμό ποσού 61.628,66 ευρώ, που αυτοί κατέβαλαν στην εργολήπτρια εταιρεία ως τίμημα για την αγορά του επιδίκου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία, αφού η διαλαμβανόμενη στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εν λόγω διατάξεων που αληθώς εφαρμόσθηκαν ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τούτο, διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: α) ότι οι αναιρεσίβλητοι (από κοινού με άλλους που δεν είναι διάδικοι στην προκειμένη δίκη), είναι συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα και μη αμφισβητούμενα ποσοστά ο καθένας, του επιδίκου διαμερίσματος, τα οποία παρακρατούσε η εργολήπτρια εταιρεία και μετά την έκπτωσή της στις 19.12.2017, καθώς και τρίτα πρόσωπα που αυτή είχε εγκαταστήσει σε αυτά, β) ότι με την υπ' αριθμόν 1412/1998 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι αναιρεσίβλητοι, κατόπιν αιτήσεώς τους (στο δικόγραφο της οποίας επικαλούνταν το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους στο επίδικο και την αυθαίρετη κατάληψή του από τους καθ' ων-αναιρεσείοντες), αναγνωρίσθηκαν προσωρινώς νομείς του επιδίκου και, ακολούθως, γ) με την υπ' αριθμόν 3953/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι αυτού και υποχρεώθηκαν (και) οι αναιρεσείοντες να τους το αποδώσουν, αμφότεροι δε είχαν καταστήσει σαφές, τόσο με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής τους όσο και με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ότι το επίδικο ακίνητο τους ανήκει και δ) ότι οι αναιρεσείοντες από τις 16.12.1998 γνώριζαν ήδη ότι δεν δικαιούνται να νέμονται και να κατέχουν το επίδικο, αφού από τότε τους κοινοποιήθηκε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, της οποίας έλαβαν γνώση, συνεχίζοντας δε οι αναιρεσείοντες την παραμονή τους στο επίδικο από το μήνα Ιανουάριο του έτους 1999 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2013, κατέστησαν κακής πίστεως νομείς του επιδίκου, δικαιολογούσαν την εφαρμογή των αληθώς ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων και την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων περί αποδόσεως σε αυτούς των ωφελημάτων που στερήθηκαν από τη χρήση του. Παραλλήλως, από τις ως άνω εκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές της προβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, καθώς διέλαβε σε αυτήν όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της ενστάσεως για τον συμψηφισμό του άνω ποσού των 61.628,66 ευρώ και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των αληθώς εφαρμοστέων στην προκειμένη περίπτωση κανόνων των ως άνω διατάξεων των άρθρων 962, 1096 και 1098 του ΑΚ (και περί της μη συνδρομής αντιστοίχως των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 440 (441, 442) αφενός και 904 επ., 953, 954, 794 επ., 1057, 1033, 1063, 1101, 1102, 1103 του ΑΚ αφετέρου), αφού διέλαβε σε αυτήν τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με την ορθή υπαγωγή τους στις εν λόγω εφαρμοστέες διατάξεις, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τα ως άνω ζητήματα η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών. Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω αληθώς εφαρμοστέων διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων συγκυρίων κατά των αναιρεσειόντων, ως κακής πίστεως νομέων, για την απόδοση στους πρώτους της οφειλόμενης αποζημιώσεως, κατά το ποσοστό που αναλογεί στον καθένα τους επί των εξαχθέντων ωφελημάτων που αποκόμισαν οι δεύτεροι από την από την εν γνώσει τους αυθαίρετη αποκλειστική χρήση του επιδίκου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1096 και 1098 του ΑΚ, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και την απόρριψη των αντίστοιχων ισχυρισμών και της σχετικής ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσειόντων ως προς τα παραπάνω ζητήματα, οι παραδοχές του Εφετείου: α) ότι οι αναιρεσίβλητοι, μαζί με άλλους συγκυρίους, αναγνωρίσθηκαν προσωρινώς συννομείς του επιδίκου διαμερίσματος και διατάχθηκε η απόδοσή του και η εγκατάστασή τους σε αυτό με την υπ' αριθμόν 1412/1998 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 16.12.1998, β) ότι το επίδικο κρίθηκε τελεσιδίκως ότι ανήκει στη συγκυριότητα (και των αναιρεσιβλήτων), με την παραδοχή κατ' ουσίαν της από 20.09.2007 διεκδικητικής αγωγή τους κατά της εργολήπτριας εταιρείας και κατ' άλλων τρίτων προσώπων, τα οποία κατείχαν παρανόμως διαμερίσματα που δεν είχαν μεταβιβασθεί με συμβόλαια σε αυτούς από την εργολήπτρια πριν από την έκπτωσή της, γ) ότι οι αναιρεσείοντες έκαναν ακωλύτως και αυθαιρέτως χρήση του επιδίκου, αντλώντας ωφελήματα καθώς εξοικονόμησαν δαπάνη στην οποία αναγκαίως θα υποβαλλόταν για τη μίσθωση άλλου όμοιου ακινήτου με το επίδικο, τα οποία, για τον χρόνο που ακολούθησε την επίδοση της άνω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οφείλουν να αποδώσουν στους αναιρεσιβλήτους, καθώς έκτοτε έπαυσαν να απολαμβάνουν της προστασίας του καλόπιστου νομέα (όπως αυτή παρέχεται από την διάταξη του άρθρου 1100 του ΑΚ), λαμβάνοντας γνώση ότι δεν έχουν δικαίωμα νομής επί του επιδίκου, δ) ότι μετά την επίδοση στις 16.12.1998 της άνω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οπότε έλαβαν γνώση αυτής και της εμπράγματης αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων ως συγκυρίων του επιδίκου, οι αναιρεσείοντες κατέστησαν έναντι των τελευταίων νομείς κακής πίστεως, υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1098 ΑΚ, ευθυνόμενοι για το χρόνο μετά την επίδοσή της στην απόδοση των εξαχθέντων ωφελημάτων, τα οποία αποκόμισαν ενόψει της χρήσεως του επιδίκου και συνίστανται στη δαπάνη που εξοικονόμησαν από τη μίσθωση άλλου παρόμοιου με το επίδικο ακινήτου, ήτοι στα μισθώματα που θα κατέβαλαν αν μίσθωναν άλλο όμοιο ακίνητο για την ίδια χρήση στην ίδια περιοχή, τα οποία υπολόγισε με βάση την μισθωτική αξία του επιδίκου και δ) ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν καταβάλει απευθείας στην εργολήπτρια εταιρεία το ποσό των 61.628,66 ευρώ ως τίμημα για την αγορά του επιδίκου, χωρίς να έχουν καταβάλει κάποιο ποσό στους αναιρεσιβλήτους προς εξόφληση της επίδικης αξιώσεώς τους, δεν μπορούν να αντιτάξουν έναντι των τελευταίων ενστάσεις από τα άρθρα 416 και 440 του ΑΚ, ήτοι εξοφλήσεως, άλλως συμψηφισμού με το προαναφερόμενο ποσό, όπως αυτοί αβασίμως ισχυρίσθηκαν.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία σκέλη του εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των αληθώς εφαρμοστέων διατάξεων των άρθρων 962, 1096 και 1098 του ΑΚ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι και αβάσιμοι. Με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, ανεπίτρεπτα, μέσω των αναφερομένων συλλογισμών, επιχειρημάτων και συμπερασμάτων των αναιρεσειόντων, που περιέχονται σε αυτούς, η αναιρετικώς ανέλεγκτη -κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ- επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

8.- Από τη διάταξη του άρθρου 794 του ΑΚ, που ορίζει ότι κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντηρήσεως, της διοικήσεως και της χρησιμοποιήσεως του κοινού, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 785,788, 789, 790, 730 επ., 904 επ., 1101,1107 και 1113 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο συγκύριος που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει από τους λοιπούς, κατ` αναλογία των μερίδων τους, τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε και τα έξοδα και τα βάρη που κατέβαλε, πέραν της αναλογίας του. Κατά την αληθή έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 794 του ΑΚ στα έξοδα χρησιμοποιήσεως και διοικήσεως περιλαμβάνονται και τα βάρη του κοινού πράγματος, δηλαδή, όλες οι τακτικές επιβαρύνσεις ενός πράγματος ανάλογα με τη φύση του, όπως είναι, μεταξύ άλλων, φόροι, τέλη και οι πληρωμές σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός όταν χρησιμοποιεί προσωπικά/αποκλειστικά το πράγμα. Η αναζήτηση των άνω εξόδων γίνεται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 794 του ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788 έως 790 ΑΚ, δηλαδή κατόπιν αποφάσεως όλων των συγκυρίων ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές οι εν λόγω δαπάνες αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον πληρούνται οι όροι εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων (ΑΠ 825/2014, ΑΠ 251/2014). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 325, 326, 440, 441,442, 794 και 1106 εδ. α` του ΑΚ προκύπτει ότι, τις απαιτήσεις του από την κοινωνία για δαπάνες στο κοινό πράγμα, ο συγκύριος μπορεί να ασκήσει και κατ` ένσταση, κατά τη συζήτηση της αγωγής αποδόσεως της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος εκ μέρους του, με την προβολή του δικαιώματος επισχέσεως του κοινού ή της ενστάσεως συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του ενάγοντος (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 1080/2012). Από τις δε διατάξεις των άρθρων 269, 527 αρ. 3 και 529 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό μεταξύ τους, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ` εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτώς σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα (άρθρο 442 ΑΚ), υπό την έννοια, ότι πρέπει η άμεση (παραχρήμα) απόδειξη να περιλαμβάνει το σύνολο των προβαλλομένων ουσιωδών περιστατικών του αντιστοίχου ισχυρισμού περί συμψηφισμού του εκκαλούντος, έτσι ώστε να καταλείπεται μόνον η υπαγωγή αυτών καταφατικά ή αποφατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη άλλης περαιτέρω ουσιαστικής έρευνας. Ειδικότερα, η ανωτέρω άμεση απόδειξη δεν σημαίνει προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη του ισχυρισμού περί συμψηφισμού, κατά την υποβολή του, μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, διότι αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευτεί και το δικαίωμα του τελευταίου (αντιδίκου) για ανταπόδειξη. Η προβολή της εν λόγω ενστάσεως μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με την μορφή κυρίου ή προσθέτου λόγου εφέσεως (ΑΠ 1464/2024).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της παραδεκτής και νόμιμης προτάσεώς τους, συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). Με τους ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως ή απαραδέκτως (ΑΠ 1395/2022, ΑΠ 666/2022, ΑΠ 736/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία μόνον αυτά ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τις παραπάνω διατάξεις, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του νόμου 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατά το άρθρο 116 παρ.2 εδ. β' του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, δηλαδή με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους, καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Για τούτο, αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 43/1990, ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 2.2023, ΑΠ 609./2022, ΑΠ 65/2017). Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί και μάλιστα νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ή ότι συντρέχει κάποια από τις ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, διότι διαφορετικά το δικαστήριο αυτό δεν μπορούσε να τον λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Ο ισχυρισμός, επομένως, ο οποίος στηρίζει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 15/2000, ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 235/2024). Αν, επομένως, προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα με λόγο της εφέσεώς του (κύριο ή πρόσθετο), ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην άνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 907/2015). Όπως περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 235/2024, ΑΠ 274/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 259/2017). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου, διότι η ένδικη έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής ασκήθηκαν μετά την 1η.01.2016, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018).

9.- Με τον ίδιο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνέχεια των παραπάνω αιτιάσεων, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 περ. β' και 11 παρ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενοι συγκεκριμένα ότι αν και με τις πρωτόδικες και τις εφετειακές προτάσεις τους είχαν επικαλεσθεί ότι υποβλήθηκαν σε επωφελείς δαπάνες στο επίδικο, το ποσό των οποίων πρότειναν σε συμψηφισμό, εντούτοις το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε την ένστασή τους για συμψηφισμό με τις ένδικες κατ' αυτών αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, των επικαλούμενων επωφελών δαπανών τελικού συνολικού ποσού, όπως εκθέτουν στο αναιρετήριο, 48.780,50 ευρώ, στις οποίες υποβλήθηκαν για την ανέγερση και την αποπεράτωση του επιδίκου διαμερίσματος κατά το χρονικό διάστημα που αυτοί ήταν καλόπιστοι, ήτοι από το έτος 1993 έως και το μήνα Ιούνιο του έτους 1996, οπότε εγκαταστάθηκαν στο επίδικο ακίνητο και πριν από την έκπτωση της εργολήπτριας εταιρείας, είτε καταβάλλοντας άλλα από τα χρήματα αυτά στην εργολήπτρια για την εκτέλεση και αποπεράτωση του έργου και άλλα σε τρίτα πρόσωπα για την εκτέλεση αναγκαίων εργασιών και την αγορά διάφορων κινητών πραγμάτων, τα οποία ενσωματώθηκαν και παραμένουν στο επίδικο αυξάνοντας έτσι την αξία του και β) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και δη τα υπό τα στοιχεία 10 έως και 29Γ σχετικά έγγραφα, που αφορούν στις αποδείξεις λιανικής πωλήσεως και δελτία αποστολής για την αγορά διαφόρων υλικών και την εκτέλεση αναγκαίων εργασιών, τις οποίες προσκόμισαν προς απόδειξη των επικαλούμενων ως άνω επωφελών δαπανών, της καλής πίστεως νομής τους και της συγκυριότητάς τους στο επίδικο δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμόν …/2017 συμβολαίου αγοραπωλησίας, που τους παρέχει το δικαίωμα να απαιτήσουν από τους αναιρεσιβλήτους συγκυρίους τους, που ζητούν από αυτούς την απόδοση της ωφέλειας για το ποσοστό τους από την αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, να τους καταβάλουν τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκαν ώστε να καταστεί το επίδικο κατοικήσιμο και επωφελές προς είσπραξη μισθωμάτων από τη χρήση του. Ο λόγος αυτός, καθ' αμφότερα τα σκέλη του, ενέχει αοριστία και εκ τούτου είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός/ένσταση των αναιρεσειόντων όπως ακριβώς προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε όμως και τα στοιχεία εκείνα (τρόπος και χρόνος) από τα οποία να προκύπτει με σαφήνεια ότι ο θεμελιωτικός του λόγου αυτού ισχυρισμός περί συμψηφισμού επωφελών δαπανών στο επίδικο από τους αναιρεσείοντες παραδεκτώς είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκε νόμιμα από αυτούς και στην έκκλητη δίκη με την έφεσή τους ή με πρόσθετο λόγο εφέσεως, αφού αυτοί είχαν ηττηθεί πρωτοδίκως. Πέρα τούτων, από τα δικόγραφα της από 07.09.2020 εφέσεως και του από 30.11.2020 πρόσθετου λόγου εφέσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες έρευνας των άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι δεν γίνεται επίκληση του πιο πάνω ισχυρισμού-ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί συμψηφισμού των επικαλούμενων σήμερα από αυτούς επωφελών δαπανών με τις ένδικες κατ' αυτών αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, οι δε αναιρεσείοντες, όπως τούτο προκύπτει από το αναιρετήριο, σαφώς συνομολογούν σε αυτό ότι τέτοιο ισχυρισμό προέβαλαν μόνο με τις πρωτόδικες και τις εφετειακές προτάσεις τους και όχι, όπως όφειλαν, με την έφεσή τους και τον πρόσθετο λόγο αυτής. Επομένως, το Εφετείο, ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει την ένσταση αυτή, η οποία δεν μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως, αφού δεν ενέπιπτε σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ούτε εντός του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως.
Συνεπώς, ο ως άνω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος του εκ του αριθμού 8 περ. β' του ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος για αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη των ως άνω επικαλούμενων από αυτούς επωφελών δαπανών, είναι, επίσης, αβάσιμος, διότι από τη γενική αναφορά που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως "από ..... όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπό των διαδίκων έγγραφα, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζονται από αυτούς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που καθίστανται κοινά για την απόδειξη των ισχυρισμών και του άλλου διαδίκου...", προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε μεν με τα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα, δεν μπορούσε όμως με βάση αυτά να θεμελιώσει, αυτεπαγγέλτως, ένσταση συμψηφισμού των επικαλούμενων επωφελών δαπανών που τυχόν έγιναν στο επίδικο από τους αναιρεσείοντες με τις ένδικες κατ' αυτών αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων.

10.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ, κατά την επόμενη διάταξη του άρθρου 441 του ίδιου Κώδικα "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό και με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξωδίκως είτε ενώπιον δικαστηρίου υπό την μορφή ενστάσεως, κατά το άρθρο 442 του ΑΚ (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 695/2020) ή, ακόμη, και ως λόγος ανακοπής.

Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και απώλεια των δικαιωμάτων και τη γέννηση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο άνω λόγος αναιρέσεως αν η παράβαση αφορά συμβατικούς κανόνες συναπτόμενης συμβάσεως, διότι αυτοί δεν περιέχουν κανόνες δικαίου (ΑΠ 492/2020), ΑΠ 232/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς και παραδεκτώς προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη προταθέντα ισχυρισμό, πλην όμως τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε -τυπικό ή ουσιαστικό- λόγο (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/ 2010), είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει και όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τις ως άνω διατάξεις και μόνον αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022), σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ήδη στις προηγούμενες -υπό το στοιχείο 8- νομικές σκέψεις. Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αφού καμία διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Αρκεί από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, την οποία υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

11.- Με τα οικεία σκέλη του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) με το να απορρίψει κατ' ουσίαν τις προταθείσες από αυτούς ενστάσεις τους περί συμψηφισμού: 1) του ποσού των 38.914,96 ευρώ και με βάση το ποσοστό συγκυριότητας καθενός εκ των αναιρεσιβλήτων 8.639,12 ευρώ, που αφορούσε στην αμοιβή του πρώτου αναιρεσείοντος ως μηχανικού για την επίβλεψη του έργου της ανεγέρσεως της πολυκατοικίας και 2) του ποσού των 28.846,91 ευρώ και με βάση το ποσοστό συγκυριότητας καθενός εκ των αναιρεσιβλήτων 6.404,01 ευρώ, το οποίο αυτοί κατέβαλαν στο ΙΚΑ κατά το ήμισυ ο καθένας για την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών των οικοπεδούχων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας για τα επικρατούντα στις συναλλαγές σχετικά με την εργολαβική σύμβαση, την ανώμαλη εξέλιξη αυτής, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις οικοπεδούχων και τρίτων μετά την έκπτωση του εργολάβου, ενώ, αντιθέτως, αν είχε ερμηνεύσει ορθώς την εργολαβική σύμβαση και ιδία το αναφερόμενο άρθρο 4 αυτής, τις συναλλακτικές συνήθειες και το άρθρο 700 του ΑΚ, θα είχε δεχθεί τις παραπάνω ενστάσεις της περί συμψηφισμού, β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί μεταγενέστερης (μετά την έκπτωση της εργολήπτριας εταιρείας) προφορικής συμφωνίας τους με τους οικοπεδούχους για τον συμψηφισμό του ποσού που κατέβαλαν στο ΙΚΑ και της ανεξόφλητης αμοιβής του πρώτου αναιρεσείοντος από την επίβλεψη του έργου με το τίμημα που θα αναγραφόταν στο οριστικό συμβόλαιο μεταβιβάσεως σε αυτούς του επιδίκου και γ) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και δη τα υπό τα στοιχεία …-…, σε συνδυασμό με τα υπό στοιχεία …, … και … σχετικά έγγραφα, που αφορούν στις εκθέσεις επιδόσεως της από …2003 εξώδικης δηλώσεώς τους, στο υπ' αριθμόν …/2014 προσύμφωνο πωλήσεως σε αυτούς ποσοστού 556/1000 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου μετά μίας θέσεως σταθμεύσεως και μίας αποθήκης και στο υπ' αριθμόν …/2017 οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας των ανωτέρω χιλιοστών, τα οποία προσκόμισαν προς απόδειξη των άνω ενστάσεών τους για συμψηφισμό των άνω ποσών των 38.914,96 ευρώ και 28.846,91 ευρώ αντιστοίχως και της συμφωνίας τους με τους οικοπεδούχους-συγκυρίους, ενώ αν είχε λάβει υπόψη τον άνω ισχυρισμό τους και τα παραπάνω στοιχεία, θα είχε δεχθεί ότι υπήρχε μεταγενέστερη προφορική συμφωνία μεταξύ αυτών και των οικοπεδούχων για πληρωμή των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ και ότι για την αμοιβή του πρώτου αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος μηχανικού του έργου είναι υπόχρεοι, μετά την έκπτωση της εργολήπτριας εταιρείας, οι οικοπεδούχοι.

12.- Από το παραδεκτώς επισκοπούμενο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι Εφετείο, σχετικά με τις ενστάσεις συμψηφισμού των αναιρεσειόντων με τις ένδικες κατ' αυτών απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων ποσών 38.914,96 ευρώ και 28.846,91 ευρώ αντιστοίχως, στη συνέχεια των παραπάνω ουσιαστικών παραδοχών του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τις ενστάσεις συμψηφισμού και εξοφλήσεως των εναγομένων που επαναφέρονται με τους έκτο και έβδομο λόγο αντίστοιχα της κρινόμενης έφεσης τους, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός των εναγόμενων για τον συμψηφισμό της ένδικης αξίωσης των εναγόντων με : α) την οφειλόμενη αμοιβή του πρώτου εναγομένου για την επίβλεψη του έργου, η οποία συνολικά ανέρχεται σε 38.914,98 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 24%, και με βάση το ποσοστό συγκυριότητας καθενός εκ των πρώτης και δεύτερου των εναγόντων σε 8.639,12 ευρώ για καθένα αυτών, τυγχάνει απορριπτέος και αβάσιμος διότι για την αμοιβή του πρώτου των εναγομένων ως μηχανικού του έργου της ανέγερσης της πολυκατοικίας υπόχρεη είναι η εργολήπτρια εταιρεία, σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερθέν άρθρο 4 του προσυμφώνου - εργολαβικού συμβολαίου που είχε καταρτιστεί με τους οικοπεδούχους ενώ από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη αξίωση του μηχανικού γεννήθηκε το πρώτον σε βάρος των οικοπεδούχων, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η εργολήπτρια εταιρεία είχε ήδη κηρυχθεί έκπτωτη. Επίσης, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιοσδήποτε συμφωνίας μεταξύ των οικοπεδούχων και της εργολήπτριας εταιρείας, με την οποία οι οικοπεδούχοι να ανέλαβαν την εκπλήρωση των δικών της οφειλών προς το μηχανικό αυτής - πρώτο των εναγομένων. Ως προς τον συμψηφισμό όμως της ένδικης απαίτησης των εναγόντων με το ποσό που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι κατέβαλε ο πρώτος από αυτούς : (3) για την τακτοποίηση των αυθαιρεσιών της οικοδομής με βάση το Ν. 4178/2013 στο υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο από την οδό ... και pilotis από την οδό …, η οποία συνολικά ανέρχεται σε 12.863 ευρώ και με βάση το ποσοστό συγκυριότητας καθενός των πρώτης και δεύτερου των εναγόντων σε 2.855,58 ευρώ για καθένα αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ως και πρωτοδίκως, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι οικοπεδούχοι ήταν αυτοί που ανέθεσαν στον πρώτο των εναγομένων την τακτοποίηση των αυθαιρεσιών της οικοδομής και του όφειλαν την αμοιβή του, σύμφωνα με το από 13.5.013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του δεύτερου των εναγόντων προς τη δικηγόρο του (Μίνα Αντωνίου), στο οποίο αναφέρεται ότι από το ποσό που προτείνεται στον πρώτο των εναγόμενων να αγοράσει το ένδικο διαμέρισμα, άλλως να το μισθώσει, θα αφαιρεθεί η αμοιβή που του οφείλεται για την τακτοποίηση των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής και του υπογείου διαμερίσματος.

Εξάλλου ο ισχυρισμός των εναγομένων περί εξόφλησης (άρθρο 416 ΑΚ), άλλως συμψηφισμού (άρθρο 440 ΑΚ), της απαίτησης των εναγόντων: α) με το ποσό των 28.846,91 ευρώ που κατέβαλαν κατά το ήμισυ ο καθένας τους στο ΙΚΑ για την εξόφληση των οφειλόμενων εισφορών των οικοπεδούχων, το οποίο, με βάση το ποσοστό συγκυριότητας καθενός των πρώτης και δεύτερου των εναγόντων, ανέρχεται σε 6.404,01 ευρώ για καθένα αυτών ...... είναι ομοίως αβάσιμος στην ουσία του, διότι αποδεικνύεται ότι δεν πρόκειται για απαίτηση που έχουν οι εναγόμενοι κατά των εναγόντων, αλλά κατά της εργολήπτριας εταιρείας. Επομένως δεν δικαιούνται να τον τάξουν σε συμψηφισμό έναντι των εναγόντων αφού αφορά απαίτησή τους κατά τρίτου. Συγκεκριμένα, για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α. που γεννήθηκαν από τη σύμβαση ανέγερσης της πολυκατοικίας με αντιπαροχή, υπόχρεη, εν προκειμένω, ήταν η εργολήπτρια εταιρεία, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 4 του προσυμφώνου - εργολαβικού συμβολαίου που είχε καταρτιστεί με τους οικοπεδούχους. Η δε σύμβαση αυτή δεν ήταν άκυρη, κατά το άρθρο 25 παρ. 10 του ΑΝ 1846/1951, καθώς δεν μετέθετε το ασφαλιστικό βάρος, αλλά λειτουργούσε και ίσχυε μεταξύ εργοδότη και εργολάβου (ακολουθεί αναφορά σε νομολογία).

Εξάλλου δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιοσδήποτε μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των οικοπεδούχων και της εργολήπτριας εταιρείας, με την οποία οι οικοπεδούχοι να ανέλαβαν, έναντι αυτής, την εκπλήρωση προς το Ι.Κ.Α. των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών της. Η κήρυξη έκπτωτης της εργολήπτριας εταιρείας ίσχυε για το μέλλον, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 3953/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και δεν αναιρούσε τις μέχρι τότε γεννημένες υποχρεώσεις της για καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α.

Άλλωστε, από την από 4.12.2002 απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 6.000 ευρώ, αποδεικνύεται ότι η κατάθεση αυτή έγινε από τον πρώτο των εναγομένων σε λογαριασμό του Β' Ταμείου Εσόδων του Ι.Κ.Α. για λογαριασμό της εργολήπτριας εταιρείας με την επωνυμία "..." (όπως ρητά αναφέρεται στην αιτιολογία της κατάθεσης) και όχι για λογαριασμό των οικοπεδούχων. Επιπροσθέτως, οι εναγόμενοι, στην από 15.7.2003 εξώδικη δήλωσή τους προς όλους τους οικοπεδούχους, ουσιαστικά επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της ανωτέρω συμφωνίας (εργολαβικού) μεταξύ οικοπεδούχων και εργολήπτριας ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς δηλώνουν ότι κατέβαλαν τα οφειλόμενα προς το Ι.Κ.Α. επιφυλασσόμενοι να τα αναζητήσουν από την κατασκευάστρια εταιρεία με κάθε νόμιμο μέσο". Από τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο σαφώς έλαβε υπόψη τις προβληθείσες ως άνω ενστάσεις των αναιρεσειόντων, από τις οποίες εκείνη μεν για τον συμψηφισμό του ποσού των 38.914,96 ευρώ την δέχθηκε εν μέρει κατά το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, δεχόμενο ειδικότερα ότι η αξίωση των αναιρεσιβλήτων αποσβέσθηκε εν μέρει λόγω συμψηφισμού της με την ομοειδή και ληξιπρόθεσμη αξίωση που διατηρούσε ο πρώτος αναιρεσείων εναντίον τους και την απέρριψε κατ' ουσίαν κατά το υπόλοιπο, εκείνη δε για τον συμψηφισμό του ποσού των 28.846,91 ευρώ την απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ανελέγκτως από τις αποδείξεις ότι δεν αποδείχθηκαν οι ενστάσεις αυτές των αναιρεσειόντων. Προκύπτει, επίσης, ότι έλαβε υπόψη και τον έτερο προβαλλόμενο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί μεταγενέστερης, ήτοι μετά την έκπτωση της εργολήπτριας εταιρείας, προφορικής συμφωνίας τους με τους οικοπεδούχους για τον συμψηφισμό των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών της προς το ΙΚΑ, τον οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν με την ρητή παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιοσδήποτε τέτοιας μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ τους. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία σκέλη του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Προσέτι, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση στο προοίμιο του σκεπτικού της, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, σχετικά και με τις παραπάνω ενστάσεις των αναιρεσειόντων, αποδείχθηκαν, πέρα από την (επαν)εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και "από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπό των διαδίκων έγγραφα, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζονται από αυτούς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που καθίστανται κοινά για την απόδειξη των ισχυρισμών και του άλλου διαδίκου...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις, τις αποδεικτικές αναλύσεις και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες για την απόδειξη των άνω ενστάσεών τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 340 του ΚΠολΔ) τη βαρύτητα ή την επιρροή των εγγράφων αυτών στα αποδεικτέα θέματα, ως προς την οποία εξάλλου η κρίση του Εφετείου τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθότι ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Οι λοιπές, με το σκέλος αυτό, προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, δηλαδή ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα αποδεικνυόμενα από αυτά συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν, εν μέρει ή εν όλω, αντιστοίχως, τις ενστάσεις τους περί συμψηφισμού των προαναφερθέντων ποσών, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκλησή τους πλήττεται ανεπίτρεπτα η ανέλεγκτη αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, από την προεκτεθείσα κατάστρωση του αποδεικτικού πορίσματος, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ένσταση συμψηφισμού για το ποσό των 38.914,96 ευρώ και απέρριψε εκείνη για το ποσό των 28.846,91 ευρώ, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 416 και 440 του ΑΚ, χωρίς να εφαρμόσει για την ευδοκίμηση ή την απόρριψή των ενστάσεων αυτών την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, την οποία δεν αναφέρει ούτε συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι την χρησιμοποίησε και την εφάρμοσε. Επομένως, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος, αφού και οι ενστάσεις πρέπει να παραβιάζουν τις ορθές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως εφαρμοστέα την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ σχετικά με τις ενστάσεις συμψηφισμού των αναιρεσειόντων, ενώ μια τέτοια παραδοχή είναι ανύπαρκτη στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με μόνη δε την αναφορά από τους αναιρεσείοντες της παραβιάσεως από την προσβαλλόμενη απόφαση των άρθρων της εργολαβικής συμβάσεως, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 4, δεν στοιχειοθετούνται οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, διότι, σύμφωνα με τις προηγούμενες -υπό το στοιχείο 10- νομικές σκέψεις, οι συμβατικοί κανόνες συναπτόμενης συμβάσεως δεν περιέχουν κανόνες δικαίου, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των οποίων και μόνο στοιχειοθετεί τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ. Πάντως, με όσα ως άνω δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι υπόχρεη για την (υπόλοιπη) οφειλόμενη αμοιβή του πρώτου αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος μηχανικού στο έργο ανεγέρσεως της πολυκατοικίας, αλλά και για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, είναι η εργολήπτρια εταιρεία, χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η αξίωση αμοιβής του πρώτου αναιρεσείοντος γεννήθηκε, το πρώτον, εις βάρος των οικοπεδούχων μετά την έκπτωσή της, ούτε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των οικοπεδούχων και της εργολήπτριας, βάσει της οποίας οι πρώτοι να ανέλαβαν έναντι της δεύτερης, την εκπλήρωση προς το ΙΚΑ των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες εν προκειμένω ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 440 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με τις ως άνω κρίσεις του, αφού οι προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και εντεύθεν την εν μέρει παραδοχή και την απόρριψη, αντιστοίχως, των άνω ενστάσεων συμψηφισμού των αναιρεσειόντων και όσα, επομένως, αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμα.

13.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το αποδεικτικό -κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ- έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση γεγονότων (πραγματικών περιστατικών) η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 147/2024, ΑΠ 630/2020, ΑΠ867/2019). Για να θεμελιωθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι όμως και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 287/2020, ΑΠ 1181/2019). Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου και μάλιστα κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από την σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υφίσταται η δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο περί της υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωσή του, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της αποφάσεως, ήτοι το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 582/2023, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 922/2018, ΑΠ 194/2005), στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 και επ. του ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και, επιπλέον, ότι το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε με επίκληση, ήτοι ότι προσκομίσθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 1875/2006). Παραλλήλως, ο αναιρεσείων υποχρεούται να προσκομίσει το έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το αληθές περιεχόμενό του, για την διαπίστωση της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, άλλως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 284/2025, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 1414/2010).

14.- Με το τελευταίο σκέλος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των οικοπεδούχων και της εργολήπτριας εταιρείας, με την οποία οι οικοπεδούχοι να ανέλαβαν, έναντι αυτής, την εκπλήρωση προς το ΙΚΑ των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών της, παραμόρφωσε, ως προς τη φράση ότι "επιφυλάχθηκαν για την καταβολή προς το ΙΚΑ να την αναζητήσουν από την κατασκευάστρια εταιρεία", την έννοια της από 14.07.2003 εξώδικης δηλώσεώς τους προς τους οικοπεδούχους, ενώ αν, όπως εκτιμάται, είχε προβεί σε ορθή ανάγνωση της δηλώσεώς τους αυτής, θα είχε κρίνει ότι το ορθό νόημά της ήταν ότι εφόσον είχαν πλήρως εξοφλήσει το τίμημα που είχε συμφωνηθεί στην εργολήπτρια εταιρεία πριν από την έκπτωσή της, είχαν αξίωση να το αναζητήσουν από τη μειωμένη εργολαβική αμοιβή, που παρακρατούσαν οι οικοπεδούχοι μετά την έκπτωσή της, με συνέπεια με το καταδήλως διαφορετικό αυτό περιεχόμενο που απέδωσε στο ως άνω έγγραφο να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για αυτούς σχετικά με τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στην απόρριψη της ενστάσεως τους περί συμψηφισμού των οφειλόμενων εισφορών προς το ΙΚΑ. Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος διότι οι αναιρεσείοντες, αν και όφειλαν, δεν προσκομίζουν το φερόμενο ως άνω παραμορφωθέν έγγραφο, ώστε να εκτιμηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το αληθές περιεχόμενό του και από τη σχετική σύγκριση με εκείνα που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να διαπιστωθεί η βασιμότητα του διαγνωστικού σφάλματος του δικαστηρίου, παρά μόνον εκθέτουν αποσπασματικά και μόνο το ως αληθινό περιεχόμενο, που οι ίδιοι αποδίδουν στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα ότι "η έννοια της επιφύλαξής μας ήταν εφ' όσον είχαμε πλήρως εξοφλήσει το συμφωνηθέν τίμημα στην εργολήπτρια πριν (από) την έκπτωση, είχαμε αξίωση να το αναζητήσουμε από τη μειωμένη εργολαβική αμοιβή, που παρακρατούσαν οι οικοπεδούχοι μετά την έκπτωση", χωρίς ωστόσο να αναφέρουν και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή έστω κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του (όπως, ενδεικτικώς, στην από 04.12.2002 απόδειξη εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας), δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου αυτού κάτι καταδήλως διαφορετικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό του, όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προεκτιθέμενο πόρισμά του. Επομένως, είναι αβάσιμος και για το λόγο αυτό, ο άνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση της εν λόγω πλημμέλειας εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε το Εφετείο με βάση και το παραπάνω έγγραφο, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση και αξιολόγηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών και δη του αληθινού περιεχομένου του ως άνω εγγράφου και τη συναγωγή εξ αυτού αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο, το οποίο οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

15.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995). Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού και συνεπάγεται για αυτόν επιπτώσεις ιδιαιτέρως επαχθείς, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990). Τούτο, διότι, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος, ενώ το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 686/2022, ΑΠ 50/2020). Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 51/2024, ΑΠ 60/2023, ΑΠ 8/2018). Έτσι, η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών. Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 686/2022, 172/2019).
Συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος μόνη η υπό τις προϋποθέσεις του νόμου άσκηση του δικαιώματος και η επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαίως, κατά νόμο, αυτή συνεπάγεται, χωρίς τη συνδρομή και άλλων, κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων (ΑΠ 1246/2009).

16.- Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, αμυνόμενοι κατά της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, προέβαλαν, επικουρικώς, την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των τελευταίων, επικαλούμενοι ειδικότερα προς επιστήριξη της άνω ενστάσεώς τους τα εξής "Σε περίπτωση που το Δικαστήριό Σας κρίνει ότι οι αντίδικοι έχουν αγώγιμη αξίωση κατά της εργολήπτριας εταιρείας, τότε καταχρηστικώς στρέφονται εναντίον ημών, αναζητούντες αποζημίωση χρήσεως πριν προβούν στην εκποίηση της αδιάθετης περιουσίας της εργολήπτριας εταιρείας, αν και γνωρίζουν ότι εμείς έχουμε καταβάλει το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος που αναγνωρίσθηκε τόσο με το προαναφερθέν προσύμφωνο (ίδετε σχετικό …), όσο και με την υπ' αριθμ. …/2013 δήλωση της εργολήπτριας εταιρείας και του νομίμου εκπροσώπου αυτής που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου … Μ. Α. (σχετικό …), με την οποία αναγνωρίζεται από αυτούς η καταβολή του τιμήματος εκ μέρους μας. Ενεργούν λοιπόν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, παραβιάζοντας και τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας. Σημειώνεται πάντως ότι οι αντίδικοι οι οποίοι επί 20 χρόνια και πλέον παρακρατούν τα περιουσιακά στοιχεία της εργολήπτριας εταιρείας δεν έχουν λογοδοτήσει για τη διαχείρισή της παρότι έχουν οχληθεί προς τούτο εγγράφως με την από 4-4-2017 εξώδικη δήλωση της εργολήπτριας (σχετικό …) και την από 23-2-2019 εξώδικη δήλωση της ίδιας ως άνω όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. …, …, … και …2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο … Ε. Ε. (σχετικά … έως …) και δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα κανένα λογαριασμό και καρπώνονται καταχρηστικώς την τεράστια αδιάθετη περιουσία της και τα ωφελήματα από την εκμίσθωση των θέσεων στάθμευσης, καθισταμένης έτσι της καταχρηστικότητας ασκήσεως της υπό κρίσεως αγωγής αυταπόδεικτης". Αυτή την ένστασή τους, μετά την απόρριψή της ως αλυσιτελούς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφεραν παραδεκτά και νόμιμα οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς τους ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τον απέρριψε ομοίως ως αλυσιτελή με τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: "Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσής τους οι εναγόμενοι επαναφέρουν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους των εναγόντων του δικαιώματός τους για δικαστική επιδίωξη της αξιώσεώς τους να αποζημιωθούν από τους εναγόμενους για την αυθαίρετη από αυτούς χρήση του διαμερίσματός τους. Στο πλαίσιο της ενστάσεώς τους αυτής διατείνονται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν προβεί στην εκποίηση της αδιάθετης περιουσίας της εργολήπτριας, αν και γνωρίζουν ότι αυτοί (εναγόμενοι) έχουν καταβάλει το τίμημα αγοράς του ένδικου διαμερίσματος βάσει προσυμφώνου, ότι παρακρατούν τα περιουσιακά στοιχεία της εργολήπτριας εταιρείας και δεν έχουν λογοδοτήσει για τη διαχείρισή της παρότι έχουν οχληθεί με την από 4.4.2017 εξώδικη όχληση της εργολήπτριας και επίσης ότι δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα κανένα λογαριασμό ενώ καρπώνονται την τεράστια περιουσία της και τα ωφελήματα από την εκμίσθωση των θέσεων στάθμευσης. Εντούτοις και αληθή υποτιθέμενα τα ανωτέρω περιστατικά δεν δύνανται να καταστήσουν καταχρηστική την αξίωση των εναγόντων να διεκδικήσουν από τους εναγόμενους την αποζημίωση που υποστηρίζουν ότι δικαιούνται λόγω της κατά τα ως άνω εκτεθείσας από αυτούς αυθαίρετης χρήσης του. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα επικαλούμενα από τους εναγόμενους περιστατικά, ο ισχυρισμός αυτός δεν στρέφεται άμεσα κατά του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος των εναγόντων για αποζημίωση χρήσης σε βάρος τους ως κακόπιστων νομέων του διαμερίσματός τους, αλλά στην πράξη ο ισχυρισμός τους αναφέρεται στη σχέση των εναγόντων με την έκπτωτη εργολήπτρια εταιρεία και επιπλέον αμφισβητεί τον ήδη τελεσιδίκως κριθέντα τρόπο με τον οποίο αυτό περιήλθε και παραμένει στην συγκυριότητα των εναγόντων καθώς και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται από αυτούς τόσο το ένδικο διαμέρισμα όσο και οι λοιπές αδιάθετες από την εργολήπτρια εταιρεία οριζόντιες ιδιοκτησίες. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό τους αυτό, ως αλυσιτελή, με την ανωτέρω αιτιολογία ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, απορριπτομένου ως νόμω αβάσιμου του τέταρτου λόγου της κρινόμενης έφεσης".

17.- Με τον τρίτο, κατά τα οικεία σκέλη του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις επιμέρους αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, δια εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως αλυσιτελή την νομίμως προβληθείσα ένστασή τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και β) στερώντας συγχρόνως την απόφασή του νομίμου βάσεως λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της ενστάσεώς τους. Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ούτε διαλαμβάνεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια, αλλά και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, έτσι όπως προβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός/ένσταση των αναιρεσειόντων ήταν πράγματι αλυσιτελής, διότι τα ιστορούμενα περιστατικά τα οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, στην καλή πίστη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος και συνεπώς καταχρηστική. Ούτε η εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος αγοραπωλησίας του επιδίκου ευθέως στην εργολήπτρια εταιρεία και όχι στους αναιρεσιβλήτους-συγκυρίους συνιστά συμπεριφορά των τελευταίων αντίθετη προς τις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματός τους και δη κατά προφανή υπέρβαση των επιβαλλόμενων με τις αρχές αυτές ορίων, χωρίς να γίνεται επίκληση ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν συναινέσει στην εγκατάσταση των αναιρεσειόντων στο επίδικο (και όχι απλώς να συναινέσουν στο να προσυμφωνήσει η εργολήπτρια με αυτούς την πώλησή του και να εισπράξει το τίμημα, σε χρόνο, άλλωστε, που δεν είχαν αρχίσει διενέξεις με αυτήν, η οποία μεταγενεστέρως κηρύχθηκε έκπτωτη και να τους είχαν διαβεβαιώσει ότι θα κατάρτιζαν πράγματι με αυτούς τα οριστικά συμβόλαια αγοραπωλησίας και μάλιστα με την καταβολή συγκεκριμένου, συμπληρωματικού, τιμήματος (ΑΠ 279/2008, ΑΠ 971/2004). Ενόψει δε του ότι, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, η συγκυριότητα των προοριζομένων για εργολαβικό αντάλλαγμα οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά τα αναλογούντα στον καθένα ποσοστά, έχει αναγνωρισθεί ότι ανήκει (και) στους αναιρεσιβλήτους και δεν γίνεται επίκληση οποιασδήποτε ενέργειας αυτών μέχρι τότε που η εργολήπτρια κηρύχθηκε έκπτωτη, η οποία να δημιούργησε στους αναιρεσείοντες την εύλογη πεποίθηση ότι αυτοί δεν θα στραφούν κατ' αυτών, ως κακόπιστων νομέων του επιδίκου, η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός τους, αναφερόμενη πράγματι στις σχέσεις των αναιρεσιβλήτων με την έκπτωτη εργολήπτρια εταιρεία και όχι κατά του δικαιώματος των εναγόντων που ασκείται με την ένδικη αγωγή τους, είναι πράγματι αλυσιτελής.

Επομένως, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως τον τέταρτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε ευθέως, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής της, με βάση τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Συνακόλουθα, ο τρίτος, κατά το σκέλος του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι και αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το έτερο σκέλος του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο σε τι συνίστανται και που ακριβώς εντοπίζονται οι αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, αλλά και διότι, σε κάθε περίπτωση, υπό την επίκληση της επικαλούμενης πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

18.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 66/2008). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή δεν προτάθηκε καθόλου ή όταν δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 262 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επίσης δεν αποτελούν πράγματα, οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Από τα παραπάνω και τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 262, 269, 527 και 559 αριθμός 8 περ. β' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν για τη στήριξη ισχυρισμού περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναιρέσεως, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 372/2018, ΑΠ 524/2014).

19.- Με τα οικεία σκέλη του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 περ. β' και 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) εσφαλμένα δεν έκανε δεκτούς τους βασικότερους ισχυρισμούς τους, στους οποίους στηριζόταν η προβληθείσα ένστασή τους από το άρθρο 281 του ΑΚ, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κυρίως δε, όπως εκτιμάται, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς τους: 1) ότι οι αναιρεσίβλητοι καταχρηστικώς δεν συνέπραξαν, όπως έπραξαν άλλοι οικοπεδούχοι, στην υπογραφή της εμπράγματης δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως σε αυτούς του επιδίκου, οι οποίοι είχαν γεννημένο δικαίωμα, ενώ υπήρχαν και άλλες ιδιοκτησίες που ανήκαν στο εργολαβικό αντάλλαγμα, 2) ότι οι ίδιοι είχαν προβεί σε επωφελείς δαπάνες στο επίδικο και το είχαν πλήρως αποπερατώσει καταβάλλοντας δικά τους χρήματα και 3) ότι η ανεγερθείσα πολυκατοικία δεν έχει καμία πολεοδομική αυθαιρεσία, με συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι να μην έχουν αξίωση κατά της έκπτωτης εργολήπτριας εταιρείας από την αιτία αυτή και καταχρηστικώς επικαλούνται την μη εκκαθάριση των σχέσεών τους με την εργολήπτρια και για το λόγο αυτό δεν προβαίνουν στη μεταβίβαση προς αυτούς του επιδίκου για να μπορούν να ζητούν καταχρηστικώς αποζημίωση χρήσεως από αυτούς και β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που αποδείκνυαν τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους και δη τα υπό στοιχεία 74 και 91 σχετικά έγγραφά τους, καθώς και εκείνα που αποδείκνυαν τις γενόμενες από αυτούς επωφελείς δαπάνες στο επίδικο και την καταβολή των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, τα οποία αν είχε λάβει υπόψη, θα έκανε δεκτή την άνω ένστασή τους εκ του άρθρου 281 του ΑΚ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων των πρωτοβάθμιων προτάσεων, της εφέσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι δεν προέβαλαν την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων με βάση και τους επικαλούμενους ως άνω ισχυρισμούς τους.
Συνεπώς, το Εφετείο, ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων με βάση και τους ισχυρισμούς αυτούς. Επομένως, ο τρίτος, κατά το σκέλος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τις προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος, κυρίως διότι τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων επιχειρείται να στηριχθούν οι θεμελιωτικοί του λόγου τούτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ουδέποτε είχαν προταθεί από αυτούς στο Εφετείο. Σε κάθε πάντως περίπτωση είναι αβάσιμος και διότι οι επικαλούμενοι ως άνω επίμαχοι ισχυρισμοί και τα αναφερόμενα περιστατικά που τους στηρίζουν δεν είναι αυτοτελείς και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αλλά αποτελούν άρνηση της ιστορικής βάσεως της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων και η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του εκ του αριθμού 11 περ γ' του ΚΠολΔ, είναι, επίσης, αβάσιμος, διότι από τη γενική αναφορά που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως "από ..... όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπό των διαδίκων έγγραφα, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζονται από αυτούς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που καθίστανται κοινά για την απόδειξη των ισχυρισμών και του άλλου διαδίκου...", προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε μεν με τα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα, δεν μπορούσε όμως με βάση αυτά να θεμελιώσει, αυτεπαγγέλτως, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.

20.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του (αντίθετη) έφεση ή αντέφεση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά το Εφετείο, μπορεί να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, και δυσμενέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα χωρίς την άσκηση από αυτόν αντίθετης εφέσεως ή αντεφέσεως και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της "μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος" (ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 1116/2023). "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της αποφάσεως (ΑΠ 645/2025, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 344/2020, 1090/2018). Η επαναδιατύπωση των υποβληθέντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τους διαδίκους ισχυρισμών ή η προβολή τούτων το πρώτον κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης εφόσον αναφέρονται σε κεφάλαια της πρωτόδικης αποφάσεως τα οποία μεταβιβάσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με έφεση ή αντέφεση ή τους πρόσθετους λόγους της εφέσεως (ΑΠ 174/2010). Εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" αξίωση σε σχέση με την κύρια απαίτηση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους χωρίς σχετική αίτηση και η κατ' αποδοχή αυτών αντίστοιχη διάταξη της αποφάσεως, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτιμήσεως του δικογράφου της εφέσεως, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων (ΑΠ 732/2022, ΑΠ 15/2020). Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίο" (που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων εφέσεως, άρθρο 520 παρ. 2 - και αντεφέσεως, άρθρο 523) δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως (ΑΠ 1432/2025, ΑΠ 603/2024). Παρέπεται ότι το Εφετείο, αν μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δικάζοντας την αγωγή, επιδικάσει τόκους επί του κεφαλαίου που δεν επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη και το κεφάλαιο αυτό δεν είχε μεταβιβαστεί ενώπιόν του με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, υποπίπτει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της λήψεως ή μη υπόψη πράγματος, που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 1524/2022, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 2185/2013), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 916/2020, ΑΠ 332/2019). Τέλος, κατά το άρθρο 346 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από τις 02.04.2012 "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με την νέα αυτή ρύθμιση, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιορισθούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες, που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται αμέσως ο οφειλέτης, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, θα αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή θα συμβιβασθεί εξωδίκως, πριν από την συζήτηση της αγωγής. Αν, μάλιστα, εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας. Για τούτο, εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται αμέσως ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται, επιτρέπει στον δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, στις οποίες ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται, ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντιθέτως, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 645/2025, ΑΠ 1068/2024, ΑΠ 1185/2023, ΑΠ 652/2022).

21.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των δικογράφων της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, της εφέσεως και του πρόσθετου λόγου εφέσεως των αναιρεσειόντων και της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με την υπ' αριθμόν 8360/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού κρίθηκαν νόμιμα τα παρεπόμενα αιτήματα της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων περί επιδικάσεως τόκων, ως ερειδόμενα στις διατάξεις των άρθρων 340, 345 και 346 του ΑΚ, επιδικάστηκαν νόμιμοι τόκοι υπερημερίας επί των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών "από το τέλος κάθε μήνα για τα ωφελήματα αυτού, για το διάστημα από την 3...1999" με σχετική περί τούτου διάταξη στο διατακτικό της αποφάσεως, ενώ οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους ζητούσαν την επιδίκαση τόκων επί των αιτούμενων ποσών με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 19.12.1998, άλλως από την επίδοση της αγωγής τους, αλλά και την επιδίκαση τόκων επιδικίας υπολογιζομένων επί των αιτούμενων χρηματικών ποσών από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση και πρόσθετο λόγο εφέσεως μόνον οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, πλήττοντας συνολικώς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των δικογράφων τους (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), με το κύριο δικόγραφο της εφέσεως την εν λόγω απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή των αντιδίκων τους καθόσον ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής αυτής στο σύνολό της, ενώ, με τον πρόσθετο λόγο της εφέσεώς τους παραπονέθηκαν ειδικώς ως προς το κεφάλαιο των τόκων και συγκεκριμένα ως προς την έναρξη της τοκοφορίας των τόκων υπερημερίας ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όρισε με την εκκαλουμένη απόφασή του ότι τα ποσά που επιδικάσθηκαν στους αναιρεσιβλήτους πρέπει να τους καταβληθούν με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από το τέλος κάθε μήνα για τα ωφελήματα αυτού για το διάστημα από τις 31.01.1999 έως την εξόφληση, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και για το λόγο αυτό. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν τον πρόσθετο λόγο εφέσεως κατά το ως άνω πληττόμενο κεφάλαιό της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχτηκε κατ' ουσίαν εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε έκαστο των αναιρεσειόντων να καταβάλει σε έκαστο των αναιρεσιβλήτων τα και πρωτοδίκως επιδικασθέντα χρηματικά ποσά "με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων μεταβιβάστηκε στο Εφετείο κατά το κεφάλαιο των τόκων, ενόψει και του ότι οι αναιρεσείοντες- εναγόμενοι είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, καθόσον, αν, το Εφετείο, δικάζοντας κατ' ουσίαν, απέρριπτε την αγωγή στο σύνολό της δεν υπήρχε θέμα επιδικάσεως τόκων, αν όμως δεχόταν την αγωγή εν μέρει, κατά το μέρος αυτό θα επιδικαζόταν υποχρεωτικώς τόκοι, σύμφωνα με το ευμενέστερο για τους ίδιους νόμιμο αίτημα των εναγόντων, ήτοι από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής τους. Ήδη, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο το αίτημα των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων και να επιδικάσει "τόκους γενικά" και, επομένως, και τόκους επιδικίας επί των και πρωτοδίκως επιδικασθέντων χρηματικών ποσών, παρότι η υπόθεση δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο κατά το αίτημα αυτό, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβαίνοντας έτσι και την έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεώς τους. Ωστόσο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το αίτημα επιδικάσεως τόκων και άρα το Εφετείο, ορθώς λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτίμησε (εξ αρχής την ουσία της υποθέσεως και συνεπώς και) το κεφάλαιο των τόκων, ερευνώντας (και αυτεπαγγέλτως) τη νομική βασιμότητα του χρόνου ενάρξεως της τοκογονίας επί των πρωτοδίκως επιδικασθέντων χρηματικών ποσών, ως προαπαιτούμενο της κατ' ουσίαν έρευνας αυτής και έκρινε ότι οφείλονται τόκοι από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, ενώ ήδη στην ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων υφίστατο και αίτημα για επιδίκαση τόκων (έναρξη τοκογονίας) από της επιδόσεώς της. Επομένως, το Εφετείο, αφού είχε υποχρέωση να ερευνήσει τη νομιμότητα και ακολούθως την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος των αναιρεσιβλήτων περί επιδικάσεως τόκων από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής τους, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένο να κάνει ρητή μνεία στην απόφασή του για το αν πρόκειται ή μη για τόκους επιδικίας, δεν υπέπεσε, με την άνω κρίση του για τους τόκους, στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

22.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους ηττηθέντες αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.10.2023 αίτηση: α) του Ε. Μ. και β) της Φ. συζ. Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 3627/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή