Απόφαση 539 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 539/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από την εταίρο και εκκαθαρίστρια Δ. Μ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπατσίλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AVINOIL ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Τσιουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5572/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 4274/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από …2023 (και αύξοντα αριθμό καταθέσεως …2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 4274/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από …2021 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμόν 5572/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη στο σύνολό της κατά την κυρία βάση της από την επικαλούμενη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας η από …2019 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως συνολικού ποσού 89.083,44 ευρώ λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών από την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς το επί μέρους κονδύλιο διαφυγόντων κερδών ποσού 41.954,33 ευρώ και, αφού την έκρινε ορισμένη και νόμιμη ως προς το έτερο κονδύλιο διαφυγόντων κερδών ποσού 47.129,11 ευρώ, την απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς το κονδύλιο αυτό.
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 11.02.2023, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 23.10.2023 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εκτός από άλλα στοιχεία, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμον και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα αυτής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επί των γεγονότων αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022). Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία ελέγχεται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή, αντιθέτως, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Η τυχόν παραπέρα, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά στην ποσοτική ή στην ποιοτική αοριστία της, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σε αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 536/2011). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/2020). Αυτό, όπως, επίσης, και ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο αυτή δεν είναι πλήρης, για να κριθεί αν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, η συμπλήρωση του οποίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο ή άλλα έγγραφα είναι ανεπίτρεπτη (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών στοιχείων της εν λόγω αξιώσεως αποζημιώσεως και δικονομική ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους. Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1932/2017). Όταν ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει, αλλά και αρκεί, να εκτίθενται στην αγωγή, για την κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα του δικογράφου της, εκείνα τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα ή με βάση τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (ΟλΑΠ 20/1992). Δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στην αγωγή τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με ειδικότερη αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών ούτε, όμως, να αναφέρεται σε αυτήν και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι η αφαίρεση αυτής μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις (ΟλΑΠ 22/1995 ΑΠ 1379/2010) ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και το πρώτον από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 1379/2010). Ακόμη, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει την αποζημίωση αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσόμενους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου και έτσι να καθίσταται περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως και αποδείξεως (ΑΠ 603/2024, ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 1545/2014). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφό της, εκείνα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε μετά πιθανότητας από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδίως τα ληφθέντα προς τούτο προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 691/2023, ΑΠ 689/2021, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 979/2014).
4.- Από το παραδεκτώς επισκοπούμενο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, προς θεμελίωση της επικαλούμενης ζημίας που προκλήθηκε εις βάρος της από αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, ιστορούσε, ότι δυνάμει της από …2012 συμβάσεως μισθώσεως, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του τότε ιδιοκτήτη και παλαιότερα μέλους της Γ. Μ. και της εναγομένης, συμφωνήθηκε η εκμίσθωση ενός ακινήτου που βρίσκεται σε κομβικό εμπορικό σημείο στη …, επί της Λεωφόρου …, όπου λειτουργούσε επί πολλά έτη, τουλάχιστον από το έτος 2007, κερδοφόρο πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων, μετά πλυντηρίου-λιπαντηρίου, ότι η διάρκεια της συμβάσεως μισθώσεως ορίστηκε 12ετής, ήτοι για το χρονικό διάστημα από τις …2012 έως τις …2024, και ότι η εναγομένη μισθώτρια ανέλαβε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να επενδύσει επί του μισθίου πρατηρίου το συνολικό ποσό των 165.000 ευρώ μέσω εκτεταμένων εργασιών ανακατασκευής και εξωραϊσμού του. Ότι δυνάμει του από 16.11.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού η εναγόμενη της υπεκμίσθωσε το άνω πρατήριο για το χρονικό διάστημα από τις 16.11.2012 έως τις 05.11.2017 προκειμένου να το λειτουργήσει ως πρατήριο υγρών καυσίμων μετά πλυντηρίου-λιπαντηρίου και ότι αυθημερόν υπεγράφη μεταξύ τους, με την ίδια διάρκεια, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με την οποία η εναγομένη της ανέθεσε την εκμετάλλευση του πρατηρίου με την υποχρέωση της ίδιας (της ενάγουσας) να προμηθεύεται, πωλεί και διαθέτει, μέσω του μισθίου πρατηρίου, αποκλειστικώς και μόνο τα προϊόντα-καύσιμα της εναγομένης. Ότι η λειτουργία του πρατηρίου διακόπηκε στις 18.6.2014 προς το σκοπό να πραγματοποιηθούν οι προαναφερθείσες εργασίες εκ μέρους της εναγόμενης, οι οποίες, σύμφωνα με τον ρητό όρο 3 της συμβάσεως μισθώσεως, έπρεπε να ολοκληρωθούν εντός χρονικού διαστήματος εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως της σχετικής οικοδομικής άδειας και της εγκρίσεως από την αρμόδια Πολεοδομία των σχεδιαγραμμάτων, λόγος για τον οποίο η ίδια είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες προπαρασκευαστικές ενέργειες (παραγγελίες και προμήθεια υγρών καυσίμων) για την εύρυθμη λειτουργία του πρατηρίου μετά την εμπρόθεσμη ολοκλήρωση των άνω εργασιών. Ότι η εναγόμενη της παρέδωσε το πρατήριο για επαναλειτουργία μετά την πάροδο 265 ημερών από την έναρξη των εργασιών τον Ιούλιο του έτους 2014, ήτοι στις 09.04.2015, με συνέπεια, λόγω της αντισυμβατικής και παράνομης συμπεριφοράς της και της εξ αυτής καθυστερημένης παραδόσεως του πρατηρίου, να υποστεί ζημία τόσο κατά το χρονικό διάστημα που το πρατήριο παρέμεινε κλειστό όσο και κατά το χρονικό διάστημα μετά την επανέναρξη της λειτουργίας του. Ότι, ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα που το πρατήριο παρέμεινε κλειστό θα αποκέρδαινε, υπό κανονικές συνθήκες, αν συνεχιζόταν κανονικά η λειτουργία του: (α) το ποσό των 28.222,04 ευρώ από την πώληση της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων, καθότι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε λειτουργήσει η επιχείρηση, ήτοι από τον Ιανουάριο του έτους 2014 έως και τον Μάιο του ιδίου έτους, ο μέσος όρος των πωληθέντων λίτρων ανερχόταν σε 68.942 lt/μήνα και ο μέσος όρος του περιθωρίου κέρδους, χωρίς ΦΠΑ, ανερχόταν σε 0,05848 ευρώ/lt, (β) το ποσό των 2.332,89 ευρώ από την πώληση του πετρελαίου κίνησης, καθόσον το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχε λειτουργήσει η επιχείρηση, ο μέσος όρος των πωληθέντων λίτρων ανερχόταν σε 4.778,18 lt/μήνα και ο μέσος όρος του περιθωρίου κέρδους, χωρίς ΦΠΑ, ανερχόταν σε 0,06974 ευρώ/lt, (γ) το ποσό των 789,18 ευρώ από την πώληση της αμόλυβδης βενζίνης 100 οκτανίων, δεδομένου ότι το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχε λειτουργήσει η επιχείρηση, ο μέσος όρος των πωληθέντων λίτρων ανερχόταν σε 1.198 lt/μήνα και ο μέσος όρος του περιθωρίου κέρδους, χωρίς ΦΠΑ, ανερχόταν σε 0,09411 ευρώ/lt και (δ) το ποσό των 15.785 ευρώ από τις υπηρεσίες πλύσης αυτοκινήτων, καθώς εξυπηρετούσε ημερησίως κατά μέσον όρο δέκα (10) οχήματα με κέρδος 10 ευρώ/πλύσιμο και ότι, συνεπώς, κατά το χρονικό διάστημα που το πρατήριο παρέμεινε κλειστό, απώλεσε το συνολικό ποσό των (28.222,04+2.332,89+ 789,18+15.785=) 47.129,11 ευρώ. Ότι μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου, δηλαδή μετά την πάροδο των 265 ημερών που αυτό παρέμεινε κλειστό λόγω των εργασιών ανακαινίσεως εκ μέρους της εναγομένης, μειώθηκαν, εξαιτίας της παραπάνω συμπεριφοράς της τελευταίας, οι πωλήσεις όλων των τύπων βενζινών κατά μέσο όρο 15.942,52 lt/μήνα, σε σχέση με τις πωλήσεις του έτους 2013 και των πεντέμισι πρώτων μηνών του έτους 2014, κατά το οποίο είχε λειτουργήσει η επιχείρηση, λόγω της αντίστοιχης απώλειας κατά το χρονικό αυτό διάστημα της αρχικής της πελατείας, που είχε το έτος 2013, η οποία ήταν αυξημένη και ευλόγως διοχετεύεται στις γειτονικές ομοειδείς επιχειρήσεις, τις οποίες προτιμά για να καλύψει τα καταναλωτικές ανάγκες της, και έτσι ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 41.954,33 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται τα καθαρά κέρδη που απώλεσε, τα οποία με βεβαιότητα θα κέρδιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (αφού τα έξοδά της, όπως εκτιμάται, δεν θα μεταβαλλόταν), εκθέτοντας, προς θεμελίωση του αιτήματος της ζημίας της αυτής, τις μειωμένες καταναλώσεις (πωλήσεις) των βενζινών όλων των τύπων που επέτυχε κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις αυξημένες καταναλώσεις κατά το χρονικό διάστημα που είχε λειτουργήσει η επιχείρηση, καθώς και τον μέσο όρο του περιθωρίου κέρδους της ανά λίτρο βενζίνης. Ότι, ειδικότερα, πριν από το κλείσιμο του πρατηρίου και επί 17,5 μήνες πώλησε ανά μήνα 77.392,05 λίτρα βενζινών όλων των τύπων (95 και 100 οκτανίων), ενώ μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου και επί 45 μήνες πώλησε ανά μήνα 61.449,53 λίτρα βενζινών όλων των τύπων (95 και 100 οκτανίων) και ότι η μείωση των πωλήσεων αυτών ανέρχεται συνολικά σε (77.392,05-61.449,53=) 15.942,52 λίτρα ανά μήνα, με συνέπεια, κατά το διάστημα μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου να έχει συνολικές μειωμένες πωλήσεις κατά (15.942,52 λίτρα ανά μήνα χ 45 μήνες=) 717.413,40 λίτρα και απώλεια καθαρών κερδών, με βάση το μέσο όρο του περιθωρίου κέρδους 0,05848 ευρώ ανά λίτρο που είχε στην τιμή της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εναγομένη (717.413,40 λίτρα χ 0,05848 ευρώ ανά λίτρο=) 41.954,33 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση για τις άνω αιτίες, βάσει των διατάξεων περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, άλλως βάσει των διατάξεων περί αδικοπραξιών αφενός το ποσό των 47.129,11 ευρώ ως διαφυγόντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα που το πρατήριο παρέμενε κλειστό και αφετέρου το ποσό των 41.954,33 ευρώ ως διαφυγόντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα μετά την επαναλειτουργία του και συνολικώς το ποσό των 89.083,44 (:47.129,11+ 41.954,33) νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμόν 5572/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη στο σύνολό της κατά την κυρία βάση της και ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση. Κατά της άνω οριστικής αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε την από 20.07.2021 έφεσή της και επ' αυτής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, την απέρριψε ως αόριστη ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας ύψους 41.954,33 που αφορούσε το χρονικό διάστημα μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου, επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και αφού την έκρινε ορισμένη και νόμιμη ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών ύψους 47.129,11 ευρώ που αφορούσε το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το πρατήριο παρέμεινε κλειστό, την απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς το κονδύλιο αυτό.
5.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση, ειδικώς, ότι το Εφετείο απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματός της προς αποζημίωση στις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ λόγω της υπαίτιας παραβιάσεως της συμβατικής υποχρεώσεως της εναγομένης και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή της καθ' ο μέρος αφορούσε στην επιδίκαση του ποσού των 41.954.33 ευρώ για απώλεια διαφυγόντων κερδών μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου εξαιτίας των μειωμένων πωλήσεων όλων των τύπων βενζινών κατά το επικαλούμενο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις προηγούμενες πωλήσεις που είχε λειτουργήσει η επιχείρηση, η οποία επήλθε, όπως αναφέρει, από την αντίστοιχη απώλεια κατά το διάστημα αυτό της αρχικής αυξημένης πελατείας της, που είχε κατά το έτος 2013, δεδομένου ότι στο δικόγραφό της αναφέρονται όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό της ζημίας και του κέρδους της.
6.- Από το εκτιθέμενο ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προσδιόρισε τη ζημία της από διαφυγόντα κέρδη μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου (δηλαδή μετά την πάροδο των 265 ημερών που, κατά τα επικαλούμενα, αυτό παρέμεινε κλειστό λόγω των εργασιών ανακαινίσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης) εξαιτίας μειωμένων συνολικών πωλήσεων ποσοτικώς με βάση συγκεκριμένα και καθορισμένα αριθμητικά μεγέθη και κυρίως με βάση αφενός τον μέσο όρο ποσοτήτων κατ' είδος υγρών καυσίμων (βενζινών 95 και 100 οκτανίων), τις οποίες η ίδια είχε πωλήσει από το πρατήριό της το έτος 2013 και τον μέσο όρο ποσοτήτων κατ' είδος υγρών καυσίμων που πώλησε κατά τους πεντέμισι (5,5) πρώτους μήνες του έτους 2014 που είχε λειτουργήσει η επιχείρηση και τα επόμενα έτη (6,5 μήνες του 2015, 2016, 2017 και 2018) και αφετέρου τον μέσο όρο του κέρδους της ανά λίτρο, για κάθε είδος καυσίμων, συνδέοντας τη ζημία της αυτή με το δεδομένο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, της απώλειας μέρους της πελατείας που είχε κατά το έτος 2013, η οποία, κατά το συνεχές χρονικό διάστημα των 265 ημερών που το πρατήριο παρέμεινε κλειστό λόγω των άνω εργασιών, διοχετεύθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε γειτονικές ομοειδείς επιχειρήσεις προκειμένου να καλύψει τις καταναλωτικές ανάγκες της. Από την εκτίμηση του δικογράφου της εν λόγω αγωγής είναι σαφές ότι αναφερόμενη η αναιρεσείουσα στους υπολογισμούς της σε τιμή ανά λίτρο βενζίνης, το οποίο πολλαπλασιάζει με το γινόμενο της μέσης μηνιαίας καταναλώσεως κάθε είδους καυσίμων επί τα αιτούμενα έτη, εννοεί το ανά λίτρο κέρδος της. Για τον προσδιορισμό του ανά λίτρου περιθωρίου κέρδους της λαμβάνει ως βάση, και μάλιστα ενιαίως, το ποσό των 0,05848 ευρώ (δίχως ΦΠΑ) κατά μέσον όρο ανά λίτρο που αφορά στην τιμή της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων καθ' όλη την προηγούμενη διάρκεια της συνεργασίας της με την αναιρεσίβλητη, όπως αναλύεται κατά μήνα και στο πρώτο μέρος της αγωγής (και όχι στην αυξημένη τιμή των 0,9411 ευρώ/ανά λίτρο της αμόλυβδης βενζίνης 100 οκτανίων) αναφέροντας ειδικότερα ότι πριν από το κλείσιμο του πρατηρίου και επί 17,5 μήνες πώλησε ανά μήνα 77.392,05 λίτρα βενζινών όλων των τύπων (95 και 100 οκτανίων), ενώ αμέσως μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου και επί 45 μήνες πώλησε ανά μήνα 61.449,53 λίτρα βενζινών όλων των τύπων (95 και 100 οκτανίων) και ότι η μείωση των πωλήσεων αυτών ανέρχεται σε (77.392,05-61.449,53=) 15.942,52 λίτρα ανά μήνα, δηλαδή, κατά τα εκτιθέμενα, είχε μειωμένες πωλήσεις κατά (15.942,52 λίτρα ανά μήνα χ 45 μήνες=) 717.413,40 λίτρα και απώλεια καθαρών κερδών (717.413,40 λίτρα χ 0,05848 ευρώ ανά λίτρο=) 41.954,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο αιτούμενο ποσό ζημίας, το οποίο θα κέρδιζε με βεβαιότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τις μεγαλύτερες πωλήσεις ποσοτήτων βενζινών όλων των ειδών (95 και 100 οκτανίων) σε σχέση με εκείνες που τελικά πέτυχε, με βάση τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, την πρόσφορη υποδομή που η ίδια είχε δημιουργήσει για την απρόσκοπτη λειτουργία της επιχειρήσεως και κατά συνέπεια για την υλοποίηση των πωλήσεων που θα επιτύγχανε μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου, τη φερεγγυότητα και τη συνέπειά της και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (άρτια οργάνωση και εξωραϊσμός-ανακαίνιση του πρατηρίου, κτηθείσα και αυξανόμενη πελατεία, εξαιρετικό εμπορικό σημείο-τοποθεσία, κλπ). Υπό τα δεδομένα αυτά, αληθή υποτιθέμενα τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά, προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο δικόγραφο της αγωγής τα διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας από τις μειωμένες πωλήσεις βενζινών όλων των τύπων μετά την επαναλειτουργία του πρατηρίου με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα και τις αναφερόμενες περιστάσεις, με συνέπεια να συγκροτείται το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, ενόψει του ότι στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά και μέτρα που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της στις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο δε τρόπος προσδιορισμού της ζημίας της ενάγουσας με βάση συγκεκριμένα αριθμητικά μεγέθη είναι δεκτικός δικαστικής εκτιμήσεως, διότι δύναται το δικαστήριο να σχηματίσει από τις αποδείξεις ορθή δικανική πεποίθηση, η δε εναγομένη να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως και να προετοιμάσει την υπεράσπισή της, ενώ, ο περαιτέρω προσδιορισμός του πραγματικού ύψους του κέρδους της αναιρεσείουσας και η συσχέτισή του με τις αυξημένες ή, αντιστοίχως μειωμένες ποσότητες και την τιμή ανά λίτρο βενζίνης αποτελούσε αντικείμενο πλέον της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως αόριστη την αγωγή ως προς το συγκεκριμένο κονδύλιό της ποσού 41.954,33 ευρώ απορρίπτοντας τον αντίστοιχο δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή παραπονέθηκε για την απόρριψη του εν λόγω κονδυλίου ως αορίστου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απαίτησε για την κρίση του περισσότερα και διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της εν λόγω αξιώσεως της αναιρεσείουσας και παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Συνακόλουθα, ο πρώτος, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 186/2023). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση του νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 84/2025, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 877/2018). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του άνω λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ΑΠ 514/2025, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 56/2019). Για να θεμελιωθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 84/2025, ΑΠ 1817/2023).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 591/2017). Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (καθώς και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 329 του ΚΠολΔ) όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 84/2025, ΑΠ 1559/2017), καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που προσδόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 514/2025, ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 1443/2017). Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, γυμνά, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Δηλαδή, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως. Τα ανωτέρω ισχύουν όταν η έννομη σχέση, η οποία έχει αναγνωρισθεί τελεσιδίκως αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξιώσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στο προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή για να επεκταθεί το δεδικασμένο στο ζήτημα που κρίθηκε παρεμπιπτόντως στην προηγούμενη δίκη, πρέπει το ζήτημα αυτό να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης. Δηλαδή, απαιτείται το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί στοιχείο - όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στον οποίο θεμελιώνεται το κύριο, ουσιαστικό ή δικονομικό, ζήτημα, το δε κύριο ζήτημα να αποτελεί την έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού, την οποία δέχθηκε ή απέρριψε, αντίστοιχα, το δικαστήριο (ΟλΑΠ 107/2002). Ως "παρεμπίπτον" ("προδικαστικό") ζήτημα νοείται "ετέρα έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού ζητήματος της δίκης" (ΑΠ 24/2025, ΑΠ 1474/2023, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 653/2020, ΑΠ 108/2019), δηλαδή η έννομη σχέση, η ύπαρξη της οποίας, σύμφωνα με το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είναι νομικά κρίσιμη για τη γένεση της έννομης σχέσεως ή του δικαιώματος, που κατάγεται σε δίκη ως κύριο ζήτημα (ΑΠ 266/2022). Το δεδικασμένο του άρθρου 331 του ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βεβαίως αξιολογικές κρίσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 του ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες [και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα {γέννηση ή θάνατος}, ή νομικές έννοιες {υπαιτιότητα, σπουδαίος λόγος, κλπ} ή νομικές καταστάσεις {συγγένεια, κατοικία κλπ}], κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 του ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις/ έννομες συνέπειες. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής αφορούσε όχι την ίδια έννομη σχέση αλλά διαφορετική από εκείνη επί της οποίας θεμελιώνεται η δεύτερη αγωγή και επομένως δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα αυτής, το δεδικασμένο της πρώτης δεν εκτείνεται και επί τη δεύτερης, έστω και αν κάποια από τα μερικότερα πραγματικά στοιχεία της πρώτης αυτοτελώς λαμβανόμενα αποτελούν μέρος και της δεύτερης, διότι η κριθείσα με την πρώτη απόφαση έννομη σχέση δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης κατά την έννοια του άρθρου 331 του ΚΠολΔ (ΑΠ 24/2025, ΑΠ 1474/2023, ΑΠ 653/2020). Εάν λοιπόν, η επί της πρώτης αγωγής για απόδοση της χρήσεως μισθίου ακινήτου τελεσίδικη κρίση αναφέρεται σε γενόμενη (και με την αγωγή) καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως για παράβαση ουσιωδών όρων αυτής, ή για σπουδαίο λόγο ή/και για κακή χρήση του μισθίου κατά τα άρθρα 361, 594 του ΑΚ, η δε δεύτερη αγωγή αφορά συναφή ιστορικά αλλά διαφορετική ως έννομη σχέση σύμβαση (υπομισθώσεως, εμπορικής συνεργασίας κλπ) και αίτημα έχει την καταψήφιση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντων κερδών κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ, δεν συντρέχει επί της τελευταίας νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 331 του ΚΠολΔ, έστω και αν οι δύο έννομες σχέσεις έχουν κοινά επί μέρους πραγματικά στοιχεία, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, το δεδικασμένο του άρθρου 331 του ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βεβαίως αξιολογικές κρίσεις, αλλά εκτείνεται μόνο στο δικαίωμα που κρίθηκε, κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ.
8.- Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμόν 3875/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από …2017 έφεση του εκεί ενάγοντος και εκκαλούντος (μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη) Σ. Μ. κατά της υπ' αριθμόν 1552/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την καταγγελία που έγινε με την από 26.05.2016 αγωγή του με την οποία αυτός ζητούσε την απόδοση του επιδίκου μισθίου πρατηρίου από την εκεί εναγομένη και νυν αναιρεσίβλητη για παράβαση ουσιωδών όρων της συμβάσεως μισθώσεως που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, άλλως για σπουδαίο λόγο, άλλως για κακή χρήση του μισθίου και, κατά τα λοιπά, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή, την απέρριψε κατ' ουσίαν.
9.- Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για τις ανάγκες έρευνας του άνω αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από …2016 αγωγή του κατά της εκεί εναγομένης εταιρείας και νυν αναιρεσίβλητης, ο τότε ενάγων Σ. Μ., μη διάδικος στην προκειμένη δίκη, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει του από …2012 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως ο δικαιοπάροχος πατέρας του Γ. Μ. εκμίσθωσε στην εναγομένη εταιρία τα λεπτομερώς περιγραφόμενα δύο όμορα ακίνητα, που βρίσκονται στη …, για χρονική διάρκεια δώδεκα (12) ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 5.000 ευρώ μετά του αναλογούντος χαρτοσήμου (3,6%), για να το χρησιμοποιήσει ως πρατήριο υγρών καυσίμων μετά πλυντηρίου - λιπαντηρίου. Ότι, σύμφωνα με όσα είχαν προσυμφωνηθεί μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων, η εξ αυτών εναγομένη εταιρεία υπεκμίσθωσε με το από 16.11.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας διαχειριστές είναι η μητέρα και αδελφή του, Δ. και Ζ. Μ. αντίστοιχα, τα ως άνω μίσθια ακίνητα για διάρκεια πέντε (5) ετών αντί του αυτού ως άνω μηνιαίου μισθώματος και ότι αυθημερόν υπεγράφη μεταξύ τους, με την ίδια διάρκεια, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, προκειμένου η υπομισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία να εμπορεύεται μέσω του πρατηρίου αυτού αποκλειστικώς καύσιμα της εναγομένης. Ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην ανωτέρω μισθωτική σχέση στη θέση του αρχικού εκμισθωτή - πατέρα του, λόγω γονικής παροχής από τον τελευταίο των μίσθιων ακινήτων και ότι συνεπεία της ελλείψεως πραγματικού κέρδους από την είσπραξη των μηνιαίων μισθωμάτων, το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως ήταν η ανάληψη της συμβατικής υποχρεώσεως της εναγομένης-μισθώτριας εταιρίας να προβεί, με δικές της αποκλειστικά δαπάνες, σε εκτεταμένες εργασίες εξωραϊσμού και λοιπές αναφερόμενες οικοδομικές εργασίες, συνολικού ύψους 165.000 ευρώ περίπου, οι οποίες θα απέμεναν σε όφελος του μισθίου. Ότι η εναγομένη δεν εκτέλεσε τις εργασίες που είχαν συμφωνηθεί με την επίδικη σύμβαση μισθώσεως, όπως αυτές περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή και για το λόγο αυτό καταγγέλλει με την αγωγή του την ένδικη σύμβαση: α) λόγω παραβάσεως ουσιωδών όρων αυτής με αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, με αιτίες τη μη κατασκευή από την εναγομένη του μεταλλικού σκελετού του πρώτου και δευτέρου ορόφου, του κλιμακοστασίου εκ σκυροδέματος του ισογείου χώρου και της υποδομής για τοποθέτηση δεξαμενής, β) σωρευτικώς, άλλως επικουρικώς για σπουδαίο λόγο με αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης για τη μη κατασκευή του σκελετού του πρώτου και του δευτέρου ορόφου και γ) σωρευτικώς, άλλως επικουρικώς, λόγω κακής χρήσεως του μισθίου πρατηρίου για κακοτεχνίες με αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να γίνει δεκτή η καταγγελία που ασκήθηκε με την ως άνω αγωγή του για τους προαναφερθέντες λόγους και να υποχρεωθεί η εναγομένη, όπως και κάθε τρίτος που έλκει από αυτή δικαιώματα επί του μισθίου, να του αποδώσει τη χρήση αυτού. Επί της άνω αγωγής και της ανταγωγής, την οποία άσκησε η εναγομένη εις βάρος του ενάγοντος ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας ή την ακύρωση της ασκηθείσας με την αγωγή του καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 1552/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την ανταγωγή διότι δεν είχε ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο κατά το άρθρο 268 παρ. 4 του ΚΠολΔ, απέρριψε ως μη νόμιμη την καταγγελία που έγινε με την αγωγή για σπουδαίο λόγο και, κατά τα λοιπά, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή, την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 14.12.2017 έφεσή του και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3875/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, από την παραδεκτή επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι αυτή έκρινε αφενός το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο έκλεισε το μίσθιο πρατήριο προκειμένου η εναγομένη μισθώτρια να εκτελέσει τις εργασίες που είχαν συμφωνηθεί και του χρόνου που το μίσθιο πρατήριο παραδόθηκε έτοιμο προς λειτουργία στον εκμισθωτή ενάγοντα και αφετέρου της υπαιτιότητας που βάρυνε ή όχι την εναγομένη ως προς την εκτέλεση των επιμέρους εργασιών κατασκευής μεταλλικού σκελετού, κατασκευής υποδομής για τοποθέτηση δεξαμενής και την καθυστερημένη παράδοσή του μετά τις εργασίες εξωραϊσμού και ανακαινίσεως στο πλαίσιο της υφιστάμενης μεταξύ τους, από 12.11.2012, συμβάσεως μισθώσεως, ενώ έκρινε, επίσης ότι δεν αποτελεί παράβαση συμβατικού όρου ούτε συνιστά κακή (και αντισυμβατική) χρήση του μισθίου η παράλειψη της εναγομένης να επανατοποθετήσει το προϋπάρχον ανυψωτικό μηχάνημα, αν και η ίδια κατασκεύασε στο πρατήριο σχετική υποδομή για την τοποθέτηση ανυψωτήρα, αλλά ούτε και η ενέργειά της να καταργήσει το προϋπάρχον στο μίσθιο φρεάτιο απομακρυσμένης πλήρωσης των δεξαμενών. Η εν τέλει διαγνωθείσα έννομη συνέπεια με την απόφαση αυτή ήταν ότι η γενόμενη με την αγωγή του καταγγελία του ενάγοντος με την επίκληση των άνω συγκεκριμένων λόγων, αντίκειται στα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 του ΑΚ σύμφωνα με τη σχετική ένσταση της εναγομένης και, κατόπιν όλων αυτών, αφού δεν αποδείχθηκε κατ' ουσίαν κανένας από τους επικαλούμενους λόγους καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από …2012 ιδιωτικού συμφωνητικού ο Γ. Μ. του Σ. εκμίσθωσε στην εναγομένη εταιρεία, με την επωνυμία "AVINOIL ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ", δύο όμορα και συνενωμένα οικόπεδα, ιδιοκτησίας του, που βρίσκονται στον Δήμο Ν. Ιωνίας Αττικής, επί της Λ. …, μετά των επ' αυτών υφισταμένων ισογείων καταστημάτων και των τεσσάρων υπογείων δεξαμενών καυσίμων. Το ως άνω ενιαίο μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ως πρατήριο υγρών καυσίμων, μετά πλυντηρίου - λιπαντηρίου. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής (…2012 - …2024), ενώ συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων, ότι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία (μισθώτρια) θα προέβαινε με δικές της δαπάνες, σε εκτεταμένες εργασίες εξωραϊσμού του καταστήματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Παράρτημα Α της ως άνω σύμβασης μίσθωσης, η οποία τροποποιήθηκε ως προς το ύψος του μηνιαίου καταβαλλόμενου μισθώματος, δυνάμει των από …2012 και …2013 ιδιωτικών συμφωνητικών. Επιπλέον, δυνάμει του από …2012 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AVINOIL ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ" υπεκμίσθωσε και ανέθεσε την εκμετάλλευση του ως άνω πρατηρίου υγρών καυσίμων στην ενάγουσα (ήδη τελούσα υπό εκκαθάριση) ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους στο ως άνω συμφωνητικό όρους, ενώ δυνάμει του υπ' αριθ. ...2013 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., ο αρχικός εκμισθωτής Γ. Μ. του Σ., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το όλο μίσθιο ακίνητο στον Σ. Μ. του Γ., ο οποίος υπεισήλθε στην ως άνω μισθωτική σύμβαση, και στα απορρέοντα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού εκμισθωτή Γ. Μ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο από 12.11.2012 συμφωνητικό μίσθωσης του ως άνω ακινήτου (όρος 3), συμφωνήθηκε ότι "η μισθώτρια θα προβεί σε εκτεταμένες εργασίες εξωραϊσμού όπως αναλυτικά περιγράφονται στο παράρτημα Α, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας. Η εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου θα έχει ολοκληρωθεί εντός εξήντα (60) ημερών περίπου από την ημερομηνία έκδοσης της οικοδομικής αδείας και της εγκρίσεως σχεδιαγραμμάτων από το υπουργείο μεταφορών και επικοινωνιών. Η άνω προθεσμία δεν υφίσταται σε περίπτωση ανωτέρας βίας." Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, μετά την παραλαβή του πρατηρίου υγρών καυσίμων, στο πλαίσιο της ανωτέρω συμφωνίας προέβη αρχικά στην κατεδάφιση τμήματος του παλαιού υφισταμένου ισογείου κτιρίου, δυνάμει της υπ' αριθ. …/2013 άδειας δόμησης για την κατεδάφιση του Δήμου Ν. Ιωνίας και ακολούθως στην ανέγερση του νέου κτίσματος (πλυντήριο, κατάστημα γενικής χρήσεως κλπ), δυνάμει της υπ' αριθ. ...2014 άδειας δόμησης. Οι εργασίες αυτές ξεκίνησαν την 1.7.2014, αλλά διακόπηκαν άμεσα, την 4.7.2014, λόγω διενέξεων του αρχικού εκμισθωτή Γ. Μ. με τον ιδιοκτήτη όμορου οικοπέδου, σχετικά με τα όρια μεταξύ των ακινήτων τους. Εξαιτίας της ως άνω διένεξης και προκειμένου να διευθετηθεί το ως άνω ζήτημα και να προχωρήσουν οι εργασίες εξωραϊσμού του πρατηρίου υγρών καυσίμων από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, και να τεθεί αυτό σε λειτουργία, ο αρχικός ιδιοκτήτης του ένδικου ακινήτου Γ. Μ., και οι συνιδιοκτήτριες των επ' αυτού οριζοντίων ιδιοκτησιών Ι. Μ. και Ζ. Μ., ανέθεσαν στην τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "..." να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση νέων αναθεωρημένων αδειών δόμησης. Κατόπιν αυτών, και μετά τη σύνταξη νέων τεχνικών μελετών επί του ένδικου μίσθιου ακινήτου εκ μέρους της ως άνω τεχνικής εταιρείας, στις οποίες προβλέφθηκε μεταξύ άλλων, κατόπιν κοινής συμφωνίας των διαδίκων μερών, ότι ο φέρον οργανισμός του όλου κτιρίου δεν θα ήταν μεταλλικός, όπως προβλεπόταν στην αρχική άδεια δόμησης, αλλά από οπλισμένο σκυρόδεμα, εκδόθηκαν, στις …2014, οι υπ' αριθ. …/2014 και …/2014 άδειες αναθεώρησης και έγκρισης της αρχικής άδειας δόμησης από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής, οπότε και οι σχετικές εργασίες εξωραϊσμού του μίσθιου ακινήτου (πρατηρίου υγρών καυσίμων) ξεκίνησαν εκ νέου και ολοκληρώθηκαν την 6.2.2015, οπότε και παραδόθηκε προς λειτουργία στην ενάγουσα εταιρεία. Η ολοκλήρωση των εργασιών έλαβε χώρα κατά την ως άνω ημερομηνία (6.2.2015), ήτοι μετά την πάροδο της συμβατικώς συμφωνηθείσας προθεσμίας παράδοσης του καταστήματος των εξήντα (60) ημερών, καθώς ενώ αρχικά είχε συμφωνηθεί η κατασκευή του κτιρίου του πρατηρίου με μεταλλικό σκελετό, στη συνέχεια κατασκευάστηκε σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα, για όλο το κτίριο, καθώς είχε αλλάξει η μελέτη κατασκευής του κτιρίου από την ως άνω τεχνική εταιρεία "...", κατά τα προαναφερόμενα, και είχε τροποποιηθεί η σχετική άδεια δόμησης, όχι εξαιτίας της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, αλλά κατόπιν κοινής συμφωνίας των διαδίκων και με αφορμή τις διενέξεις των άνω ιδιοκτητών των όμορων ακινήτων σχετικά με τα μεταξύ τους όρια και την εντολή του Γ. Μ. προς την ως άνω τεχνική εταιρεία να προβεί σε τροποποίηση της αρχικής άδειας δόμησης. Όλα τα ανωτέρω, προκύπτουν με ισχύ δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 3875/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, για την επίλυση των ως άνω συμβατικών διαφορών τους επί της αναλυτικώς προαναφερόμενης μισθωτικής τους σχέσης και των εργασιών εξωραϊσμού του επίδικου πρατηρίου υγρών καυσίμων ο Σ. Μ. του Γ., άσκησε την από …2016 [αριθ. κατάθ. δικογρ. …/2016] αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αιτήθηκε την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης, λόγω μη εκτέλεσης των συμφωνηθέντων εργασιών εξωραϊσμού του καταστήματος, από υπαιτιότητα της εναγόμενης εταιρείας, άλλως επικουρικά λόγω κακής χρήσεως του μισθίου καταστήματος με αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης εταιρείας. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1552/1.9.2017 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη μεταξύ άλλων, ότι οι εργασίες εξωραϊσμού του ένδικου καταστήματος ξεκίνησαν στις 6.10.2014 και ολοκληρώθηκαν τον Φεβρουάριο του έτους 2015, οπότε και αυτό παραδόθηκε προς λειτουργία στην ενάγουσα εταιρεία, και το κόστος αυτών (των εργασιών) ανήλθε στο ποσό των 165.000 ευρώ (5° φύλλο της υπ' αριθ. 1552/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ασκήθηκε η από …2017 (αριθ. εκθ. καταθ. ενδ. μέσου …2017) έφεση, με την οποία ο ηττηθείς ενάγων Σ. Μ. ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η ως άνω αγωγή. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3875/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), με την οποία κρίθηκαν τα ανωτέρω και απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού εξετάστηκε ο μοναδικός της λόγος, ο οποίος ανάγονταν στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, με την τελεσίδικη αυτή απόφαση έγιναν δεκτά, με ισχύ δεδικασμένου, τα εξής : [i] Ότι οι εργασίες εξωραϊσμού του επίδικου μίσθιου καταστήματος, οι οποίες ανήλθαν στο ποσό των 165.000 ευρώ, ξεκίνησαν στις 06.10.2014, μετά την έκδοση των νέων αναθεωρημένων και τροποποιημένων αδειών δόμησης, από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής και ολοκληρώθηκαν στις αρχές του μηνός Φεβρουάριου 2015, [ii] ότι το πρατήριο υγρών καυσίμων παραδόθηκε τον Φεβρουάριο 2015 στην υπομισθώτρια (νυν ενάγουσα - εκκαλούσα) εταιρεία "…" προς λειτουργία, η οποία συνεχίστηκε απρόσκοπτα και αδιάκοπα, παρά τις όποιες ενστάσεις προβλήθηκαν στη συνέχεια εκ μέρους των ιδιοκτητών, για τις πλημμέλειες που είχε κατά την άποψή τους, η ανακαίνιση του μίσθιου ακινήτου, [iii] ότι η εν λόγω καθυστέρηση για την έναρξη και την ολοκλήρωση των εργασιών εξωραϊσμού οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα των ιδιοκτητών του μίσθιου ακινήτου και στην τροποποίηση της αρχικώς εκδοθείσας άδειας δόμησης, η οποία οδήγησε στην έναρξη των εργασιών εξωραϊσμού τον Οκτώβριο του έτους 2014 (και όχι τον Ιούλιο του έτους 2014, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα εταιρεία, αφού μόλις τρεις ημέρες μετά την έναρξή τους διακόπηκαν για τους ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενους λόγους), [iv] ότι ο Σ. Μ. παραπονέθηκε για τις πλημμέλειες του εξωραϊσμού του επίδικου πρατηρίου υγρών καυσίμων πέντε (5) μήνες μετά την παράδοσή του τον Φεβρουάριο του έτους 2015, και ενώ συνεχιζόταν η εύρυθμη λειτουργία του, ήτοι παραπονέθηκε στις 2.6.2015, οπότε και επέδωσε στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία την από 28.5.2015 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία του, σύμφωνα με την οποία η τελευταία είχε παραβιάσει τον προαναφερόμενο όρο (αριθ.3) της ένδικης από 12.11.2012 σύμβασης μίσθωσης, της οποίας αναπόσπαστο μέρος αποτελούσε το Παράρτημα Α αυτής, και δεν είχε εκτελέσει τις αναλυτικά αναφερόμενες σε αυτό εργασίες ανακαίνισης.
Συνεπώς, η έναρξη των εργασιών εξωραϊσμού του ένδικου πρατηρίου υγρών καυσίμων (6.10.2014), κατά την ως άνω συμβατική υποχρέωση εκ μέρους της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η διάρκεια αυτών και η παράδοση του καταστήματος προς λειτουργία στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία τον Φεβρουάριο του έτους 2015, έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις ενέργειες των ιδιοκτητών του μίσθιου ακινήτου (Γ. Μ., αρχικά, και Σ. Μ., στη συνέχεια) και η όποια καθυστέρηση, πέραν του συμβατικού χρόνου παράδοσης των εξήντα (60) ημερών, οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα αυτών (και κατ' επέκταση της ενάγουσας υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία είναι οικογενειακή επιχείρηση) και όχι σε υπαιτιότητα της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας. Τα ανωτέρω, δε, κρίθηκαν τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 3875/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία παράγει δεδικασμένο ως προς τα προαναφερόμενα αναλυτικώς ζητήματα και ιδίως ως προς το γεγονός της παράδοσης και της επανέναρξης λειτουργίας του ένδικου καταστήματος (πρατηρίου υγρών καυσίμων), που αποτελεί αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα για την υπό κρίση υπόθεση, ως προς την ύπαρξη και το ύψος των διαφυγόντων κερδών εξαιτίας της μη λειτουργίας του καταστήματος για χρονικό διάστημα 265 ημερών....... Ως εκ τούτων, βάσει των ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντων και όπως ήδη κρίθηκε τελεσιδίκως και με την προαναφερόμενη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το επίδικο πρατήριο υγρών καυσίμων παραδόθηκε προς λειτουργία στις 6.2.2015, και όχι τον Απρίλιο του ιδίου έτους, παρέμεινε κλειστό για συνολικά ενενήντα (90) ημέρες και όχι για διακόσιες εξήντα πέντε (265) ημέρες, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα εταιρεία, και οι επιπλέον, των συμβατικά συμφωνηθέντων εξήντα (60) ημερών, τριάντα (30) ημέρες που αυτό παρέμεινε κλειστό, οφείλονται σε συντρέχον πταίσμα του ιδιοκτήτη του μίσθιου ακινήτου και εκπροσώπου της ενάγουσας ομόρρυθμης οικογενειακής εταιρείας αυτού, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και νομίμως επαναφέρεται και ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τις προτάσεις της, περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας στην ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τη μη λειτουργία του καταστήματός της λόγω των εργασιών εξωραϊσμού αυτού από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία κατά τον υπ' αριθ. 3 όρο της από 12.11.2012 σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης και συνεπώς, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υφίσταται (ουσιαστικό) δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 3875/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφού η προδικαστική έννομη σχέση, κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ, πρέπει να υπάρχει μεταξύ των ιδίων διαδίκων, υπό την ιδία ιδιότητα παρισταμένων και στην προκειμένη δίκη η ιδιότητα της αναιρεσίβλητης είναι εκείνη της μισθώτριας και της αναιρεσείουσας εκείνη της υπομισθώτριας από τη σύμβαση υπεκμισθώσεως που μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, αντιθέτως, στη δίκη επί της από 26.05.2026 αγωγής του ενάγοντος Σ. Μ., επί της οποίας έκρινε η επικαλούμενη ως άνω υπ' αριθμόν 3875/2019 προγενέστερη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η μεν αναιρεσείουσα δεν υπήρξε διάδικος, η δε ιδιότητα του εκεί ενάγοντος ήταν εκείνη του μισθωτή και της αναιρεσίβλητης της εκμισθώτριας, με βάση την μνημονευόμενη σε αυτήν σύμβαση μισθώσεως. Πλέον τούτου, από την ως άνω επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και της υπ' αριθμόν 3875/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτές αφορούν μεν στο ίδιο μίσθιο πρατήριο, έχουν όμως διαφορετικό αντικείμενο για τη διάγνωση διάφορης εννόμου σχέσεως, καθότι η μεν προσβαλλόμενη απόφαση αφορά (κυρίως) στη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, η δε υπ' αριθμόν 3875/2019 απόφαση αφορά στη σύμβαση μισθώσεως μεταξύ του μη διαδίκου εκεί ενάγοντος Σ. Μ. και της αναιρεσίβλητης. Εξ αυτών των λόγων (ενόψει και του ότι η υπομίσθωση είναι σύμβαση ξένη προς τον εκμισθωτή {ΑΠ 612/2006}) δεν παράγεται δεδικασμένο από την τελευταία αυτή απόφαση, αφού, σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, δεδικασμένο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 και 331 του ΚΠολΔ, υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Το δε δικαίωμα, το οποίο διαγνώσθηκε στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η επικαλούμενη και προγενέστερη υπ' αριθμόν 3875/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διαφοροποιείται ουσιωδώς από το δικαίωμα που διαγνώσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για επιδίκαση ή μη διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας-υπομισθώτριας, αφού αντικείμενο της πρώτης δίκης ήταν η εγκυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως του μισθίου πρατηρίου εκ μέρους του μισθωτή Σ. Μ. και η λύση ή μη αυτής, όπως προκύπτει ευθέως τόσο από το περιεχόμενο και το αίτημα της άνω αγωγής όσο και από το σκεπτικό και το διατακτικό της υπ' αριθμόν 3875/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επίσης, από την ίδια απόφαση δεν απορρέει δεδικασμένο ούτε και ως προς τα κριθέντα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ήτοι του χρόνου κατά τον οποίο έκλεισε και παραδόθηκε το επίδικο μίσθιο πρατήριο λόγω των εργασιών εξωραϊσμού και ανακαινίσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και της υπαιτιότητας που βάρυνε ή όχι την αναιρεσίβλητη ως προς την καθυστέρηση εκτελέσεως των εργασιών αυτών και την παράδοση του πρατηρίου ξανά προς επαναλειτουργία., που δεν συνιστούν καθαυτά έννομη σχέση, της οποίας η ύπαρξη να είναι νομικώς κρίσιμη για τη γένεση του συγκεκριμένου δικαιώματος που έχει καταχθεί στη δίκη ως κύριο ζήτημα, ώστε (τότε και μόνον) η ως άνω έννομη σχέση να αποτελέσει προδικαστικό ζήτημα της τελευταίας. Αντιθέτως, αφορούν μόνον πραγματικά γεγονότα, με βάση τα οποία κρίθηκε η εκεί συγκεκριμένη έννομη σχέση, τα οποία δεν συγκροτούν την έννοια του προδικαστικού ζητήματος. Ούτε, όμως, η συγκεκριμένη κρίση (περί του χρόνου κατά τον οποίο έκλεισε και παραδόθηκε το μίσθιο πρατήριο και της υπαιτιότητας που βάρυνε ή όχι την εκεί εναγομένη, νυν αναιρεσίβλητη) θα μπορούσε να καλυφθεί από το δεδικασμένο, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω νομικές σκέψεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τις νομικές έννοιες και τις νομικές καταστάσεις ούτε και τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, αλλά μόνο σε συνάρτηση με το νομικό συλλογισμό για τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, η οποία είχε κριθεί στην προηγούμενη δίκη, εν προκειμένω δε, με την αξίωση αποδόσεως του μισθίου λόγω καταγγελίας που αφορούσε η βάση της πρώτης αγωγής, και όχι με τη διαφορετική έννομη σχέση επί της οποίας θεμελιώνεται η βάση της δεύτερης αγωγής, η οποία στηρίζεται σε άλλη νομική αιτία. Συνακόλουθα, η απόφαση αυτή δεν δέσμευσε το Εφετείο Αθηνών, το οποίο επιλήφθηκε της υποθέσεως κατόπιν ασκήσεως της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης για την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, κατά το αναφερόμενο πιο πάνω χρονικό διάστημα, από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, που υπεγράφη μαζί με τη σύμβαση υπομισθώσεως με το από 16.11.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, προκειμένου η αναιρεσείουσα (υπομισθώτρια) να εμπορεύεται μέσω του επιδίκου πρατηρίου αποκλειστικώς και μόνον προϊόντα (και δη καύσιμα) της αναιρεσίβλητης. Επομένως το Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι από την ως άνω προηγούμενη κρίση του παραγόταν δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
10.- Μετά ταύτα, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί, εκ των αριθμών 1, 8 και 10, 11 παρ. γ' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, των οποίων η έρευνα παρέλκει, μετά την ευδοκίμηση του πρώτου, αλλά και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που συνέχονται απολύτως και με τις συνολικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης, σε συνδυασμό με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτή κατέληξε και προσβάλλεται με τους λόγους αυτούς, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των άνω λόγων που κρίθηκαν βάσιμοι, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προβαλλόμενων λοιπών αιτιάσεων (ΑΠ 63/2025, ΑΠ 817/2022 ΑΠ 1564/2014, ΑΠ 927/2011) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνης που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 4274/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνης που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτήν.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ