Απόφαση 541 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 541/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "IF P and C INSURANCE LTD", η οποία εδρεύει στη Στοκχόλμη Σουηδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "VOLCANO CARRIERS CO S.A.", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εδρεύει κατά το καταστατικό της στον Παναμά, ουσιαστικά όμως στην Αθήνα, από όπου εκπορεύεται η επιχειρηματική της δραστηριότητα και εδρεύει η διαχειρίστρια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος αυτής εταιρεία με την επωνυμία "ELMAR SHIPPING CO S.A.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δευκαλίωνα Ρεδιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-07-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3203/2018 μη οριστική και 2154/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 11-07-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από …2023 (με αύξοντα αριθμό καταθέσεως …2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 234/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από …2020 έφεση και τον από …2022 πρόσθετο λόγο εφέσεως της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 2154/2020 οριστικής αποφάσεως του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 25.07.2017 αγωγή της ενάγουσας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, υποκατασταθείσας στα δικαιώματα της τρίτης -μη διαδίκου- ασφαλισμένης της, ήδη αναιρεσείουσας, με αίτημα την αναγνώριση της υποχρεώσεως της εκναυλώτριας εναγομένης προς αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε από την απώλεια υπ' αυτής μεταφερόμενου φορτίου ξυλείας κατά τη διάρκεια θαλάσσιας μεταφοράς αυτού με πλοίο της πλοιοκτησίας της και αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να της καταβάλει το ποσό του 1.932.273,33 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της όμοιου περιεχομένου από 04.12.2000 αγωγής της, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή λόγω παραγραφής.
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, η οποία εδρεύει στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, στις 16.05.2023 και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στις 12.07.2023, ήτοι εντός της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
3.- Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και ιδία των ασκηθεισών επί του ιδίου βιοτικού συμβάντος μεταξύ των διαδίκων δύο (2) αγωγών και των δικαστικών αποφάσεων του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών των Δικαστηρίων Πειραιώς, καθώς και του Αρείου Πάγου που εκδόθηκαν για αυτές, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 04.12.2008 αγωγή της ενώπιον του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, αλλοδαπή εταιρεία, εδρεύουσα στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, ιστορούσε ότι η ασφαλισμένη και δικαιοπάροχός της αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "UNI4 MARKETING ΑΒ", εδρεύουσα επίσης στη Σουηδία, πώλησε με τη ρήτρα CIF στις αναφερόμενες πέντε (5) εταιρείες που εδρεύουν σε πόλεις της Αιγύπτου, ποσότητες ξυλείας συνολικού όγκου 9.700,053 κμ αντί συνολικού τιμήματος 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ. Ότι για να μεταφερθούν τα άνω εμπορεύματα από τους λιμένες Skamas και Holmsund της Σουηδίας στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου επρόκειτο να εκφορτωθούν και να παραδοθούν στις αγοράστριες παραλήπτριες εταιρείες στις 23.1.2008, η άνω πωλήτρια, δυνάμει συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς, ανέθεσε τη μεταφορά τους στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, που κατά το καταστατικό της εδρεύει στον Παναμά, πραγματικώς όμως στην Αθήνα, και ότι η τελευταία, ως εκναυλώτρια - θαλάσσια μεταφορέας, φόρτωσε τις άνω ποσότητες ξυλείας επί του υπό ελληνική σημαία πλοίου με την ονομασία "Ice Prince" της πλοιοκτησίας της, και δη ποσότητα αυτού στα κύτη και ποσότητα επί του καταστρώματος, εκδοθέντων προς τούτο των αναφερόμενων φορτωτικών. Ότι το άνω πλοίο απέπλευσε από τον τελευταίο λιμένα φορτώσεως στις 08.01.2008 με προορισμό το λιμένα της εκφορτώσεως, πλην όμως, στις 13.1.2008, λόγω του ότι αυτό ήταν πριν από την έναρξη του ταξιδιού αναξιόπλοο, ενώ έπλεε στη θάλασσα της Μάγχης, από αμέλεια των προστηθέντων της εναγομένης και εξαιτίας του ότι τα ίδια πρόσωπα παρέλειψαν να φορτώσουν και να στοιβάσουν το φορτίο επ' αυτού κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την ευστάθειά του, εμφάνισε κλίση προς τα αριστερά και, τελικά, κατά τη διάρκεια του πλου, βυθίσθηκε στις 15.01.2008, με συνέπεια την ολική απώλεια του μεταφερόμενου φορτίου του. Ότι, ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας (αγοραίας) τιμής αυτού, η συνήθης τιμή των εμπορευμάτων του ιδίου είδους και ποιότητας με το απωλεσθέν, ανερχόταν στον τόπο της εκφορτώσεως (λιμένας Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου) και κατά τον χρόνο εκφορτώσεως (23.01.2008) στο ποσό των 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ, που συνέπιπτε με την τιμολογιακή αξία του. Ότι η ίδια, κατόπιν των αναφερόμενων συμβάσεων ασφαλίσεως, τα οποίες είχε καταρτίσει με την πωλήτρια-φορτώτρια-ναυλώτρια είχε ασφαλίσει κατά παντός κινδύνου από την άνω θαλάσσια μεταφορά το μεταφερόμενο φορτίο ξυλείας και ότι, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου με την ολική απώλεια αυτού και προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τις συμβάσεις ασφαλίσεως, κατέβαλε στις 27.02.2008 στην αντισυμβαλλομένη της, η οποία ως νόμιμη κομίστρια των φορτωτικών που κάλυπταν τη μεταφορά ήταν η δικαιούχος του ασφαλίσματος, το προαναφερόμενο ποσό των 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ. Ότι με την καταβολή του ασφαλίσματος υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, αλλά και δυνάμει της από 27.02.2008 συμβάσεως εκχωρήσεως μεταξύ τους, στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της από την ολική απώλεια του μεταφερόμενου φορτίου έναντι της υπόχρεης προς αποζημίωση εκναυλώτριας εναγομένης, την εκχώρηση δε αυτή ανήγγειλε προς την εναγομένη, άλλως την αναγγέλλει με την υπό κρίσιν αγωγή της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από ολικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει, εντόκως, κυρίως μεν αυτούσιο το ποσό του 2.823,051,33 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο αντιστοιχεί στη συνήθη αξία του φορτίου που απωλέσθηκε στον τόπο προορισμού του και κατά το χρόνο της εκφορτώσεως κατά τα συμφωνηθέντα, άλλως το ισάξιο του άνω ποσού σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά, ερήμην της εναγομένης (λόγω πλασματικής ερημοδικίας της), η υπ' αριθμόν 281/2010 απόφαση του άνω δικαστηρίου, το οποίο, αφού την έκρινε ορισμένη και νόμιμη, την δέχθηκε -κατά το οριστικό σκέλος της- και ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά το κύριο αίτημά της. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της εναγομένης κατά της άνω αποφάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 387/2012 απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, έκρινε και πάλι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν την άνω αγωγή κατά το κύριο αίτημά της και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση λόγω απώλειας του επίδικου φορτίου αυτουσίως το προαναφερόμενο ποσό των 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ, νομιμοτόκως από της επιδόσεώς της και έως την εξόφληση, δεχόμενο ειδικότερα ότι επρόκειτο περί έγκυρης οφειλής στο εν λόγω αλλοδαπό νόμισμα, της οποίας ζητούνταν η αναγνώριση στην ημεδαπή και μόνο. Ασκηθείσης αναιρέσεως εκ μέρους της εναγομένης κατά της άνω αποφάσεως εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 685/2015 του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση για λόγο που αφορούσε τη νομιμότητα του κυρίου αιτήματος της άνω αγωγής της αναιρεσείουσας και ειδικότερα αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 387/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, διότι, όπως έγινε δεκτό από τον Άρειο Πάγο, (ενόψει του ότι η ένδικη αξίωση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και επιδιώκεται αποζημίωση στην Ελλάδα, έστω και με αναγνωριστική αγωγή), για τη νομιμότητα της αγωγής αυτής έπρεπε να ζητηθεί το ισάξιο του άνω ποσού δολαρίων ΗΠΑ σε ημεδαπό νόμισμα κατά το χρόνο της ενάρξεως της εκφορτώσεως των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο προορισμού τους και όχι αυτούσιο το ως άνω αλλοδαπό νόμισμα. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι: "η ένδικη αξίωση δεν συνιστά έγκυρη συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα από διεθνή συναλλαγή, αλλά πρόκειται για καθ' υποκατάσταση της ασφαλίστριας εκ του νόμου και με βάση σύμβαση εκχώρησης στην αξίωση αποζημίωσης κατά της εκναυλώτριας, λόγω μη εκπλήρωσης υπ' αυτής της αρχικής παροχής, ήτοι της θαλάσσιας μεταφοράς του φορτίου στον τόπο προορισμού, εξαιτίας της βύθισης του πλοίου από αμέλεια των προστηθέντων της και της απώλειάς του, της δικαιούχου αυτού, ως νόμιμης κομίστριας των σχετικώς εκδοθεισών για τη μεταφορά του φορτίου φορτωτικών, πωλήτριας αυτών, το μέγεθος της οποίας συγκεκριμενοποιείται με βάση την εκφραζόμενη σε αλλοδαπό νόμισμα συνήθη αξία αυτών, στον τόπο προορισμού κατά το χρόνο έναρξης της εκφόρτωσης, το οποίο παραμένει περαιτέρω αμετάβλητο και, εφόσον, όπως δεν αμφισβητείται, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και επιδιώκεται στην Ελλάδα, έστω και με αναγνωριστική αγωγή, για τη νομιμότητα της αγωγής αυτής έπρεπε να ζητηθεί το ισάξιο αυτού σε ημεδαπό νόμισμα κατά τον παραπάνω χρόνο και όχι αυτούσιο το παραπάνω αλλοδαπό νόμισμα". Επαναφερθείσης προς συζήτηση της εφέσεως της εναγομένης εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμόν 89/2017 απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών των Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεσή της κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, εξαφανίσθηκε κατά το πληττόμενο κεφάλαιό της η εκκαλουμένη -υπ' αριθμ. 281/2010- απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, απορρίφθηκε τελεσιδίκως η αγωγή της ενάγουσας ως μη νόμιμη κατ' αμφότερα τα αιτήματά της και δη ως μεν το κύριο αίτημά της διότι δεν ήταν νόμιμη, όπως κρίθηκε με δεσμευτική για το δικαστήριο δύναμη από την άνω αναιρετική απόφαση, ως προς δε το επικουρικό διότι κρίθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αποκαταστατέας αξίας δεν ήταν ο χρόνος πληρωμής της αποζημιώσεως, αλλά ο χρόνος, κατά τον οποίο το φορτίο έπρεπε να εκφορτωθεί στο λιμένα του προορισμού του, ήτοι η 23η.01.2008, αφού τότε συγκεκριμενοποιήθηκε το ακριβές μέγεθος της αποζημιώσεως για την ολική απώλεια αυτού, με βάση τη συνήθη αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων και παρέμεινε έκτοτε αμετάβλητο, με την επισήμανση "ότι δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκτιμήσει ότι στο αγωγικό αιτητικό εμπεριέχεται, εμμέσως ή σιωπηρώς, το νόμιμο αίτημα για υπολογισμό της ισοτιμίας κατά το χρόνο της εκφορτώσεως του επίδικου φορτίου, υπό την έννοια ότι στο μείζον περιέχεται το έλασσον, κατ' άρθρο 223 εδ. β' του ΚΠολΔ, θα υπήρχε μόνον αν ήταν δεδομένο ότι κατά το χρόνο εκείνο η έναντι του ευρώ αξία του δολαρίου ΗΠΑ ήταν πράγματι μικρότερη εκείνης του χρόνου της πραγματικής πληρωμής της αποζημιώσεως, πράγμα, όμως, αβέβαιο", δοθέντος ότι ο χρόνος αυτός ήταν -σε σχέση με τη δικαστική του κρίση- μελλοντικός. Ασκηθείσης αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής εκ μέρους της ενάγουσας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 343/2019 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αναίρεση, με συνέπεια η απόρριψη της ως άνω αγωγής της αναιρεσέιουσας ως μη νόμιμης, τόσο κατά το κύριο όσο και κατά το επικουρικό αίτημά της, να καταστεί αμετάκλητη. Ήδη, με την υπό κρίσιν, από 25.07.2017 αγωγή της ενώπιον του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρεία, εδρεύουσα στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, ιστορούσε ότι η ασφαλισμένη και δικαιοπάροχός της αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "UNI4 MARKETING ΑΒ", εδρεύουσα επίσης στη Σουηδία, πώλησε με τη ρήτρα CIF στις αναφερόμενες πέντε (5) εταιρείες που εδρεύουν σε πόλεις της Αιγύπτου, ποσότητες ξυλείας συνολικού όγκου 9.700,053 κμ αντί συνολικού τιμήματος 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ. Ότι για να μεταφερθούν τα άνω εμπορεύματα από τους λιμένες Skamas και Holmsund της Σουηδίας στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου επρόκειτο να εκφορτωθούν και να παραδοθούν στις αγοράστριες παραλήπτριες εταιρείες στις 23.1.2008, η άνω πωλήτρια, δυνάμει συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς, ανέθεσε τη μεταφορά τους στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, που κατά το καταστατικό της εδρεύει στον Παναμά, πραγματικώς όμως στην Αθήνα, και ότι η τελευταία, ως εκναυλώτρια - θαλάσσια μεταφορέας, φόρτωσε τις άνω ποσότητες ξυλείας επί του υπό ελληνική σημαία πλοίου με την ονομασία "Ice Prince" της πλοιοκτησίας της, και δη ποσότητα αυτού στα κύτη και ποσότητα επί του καταστρώματος, εκδοθέντων προς τούτο των αναφερόμενων φορτωτικών. Ότι το άνω πλοίο απέπλευσε από τον τελευταίο λιμένα φορτώσεως στις 08.01.2008 με προορισμό το λιμένα της εκφορτώσεως, πλην όμως, στις 13.1.2008, λόγω του ότι αυτό ήταν πριν από την έναρξη του ταξιδιού αναξιόπλοο, ενώ έπλεε στη θάλασσα της Μάγχης, από αμέλεια των προστηθέντων της εναγομένης και εξαιτίας του ότι τα ίδια πρόσωπα παρέλειψαν να φορτώσουν και να στοιβάσουν το φορτίο επ' αυτού κατά τρόπο που θα εξασφάλιζε την ευστάθειά του, εμφάνισε κλίση προς τα αριστερά και, τελικά, κατά τη διάρκεια του πλου, βυθίσθηκε στις 15.01.2008, με συνέπεια την ολική απώλεια του μεταφερόμενου φορτίου του. Ότι, ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας (αγοραίας) τιμής αυτού, η συνήθης τιμή των εμπορευμάτων του ιδίου είδους και ποιότητας με το απωλεσθέν, ανερχόταν στον τόπο της εκφορτώσεως (λιμένας Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου) και κατά τον χρόνο εκφορτώσεως (23.01.2008), στο ποσό των 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ, που συνέπιπτε με την τιμολογιακή αξία του. Ότι η ίδια, κατόπιν των αναφερόμενων συμβάσεων ασφαλίσεως, τις οποίες είχε καταρτίσει με την πωλήτρια-φορτώτρια-ναυλώτρια είχε ασφαλίσει κατά παντός κινδύνου από την άνω θαλάσσια μεταφορά το μεταφερόμενο φορτίο ξυλείας και ότι, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου με την ολική απώλεια αυτού και προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τις συμβάσεις ασφαλίσεως, κατέβαλε στις 27.02.2008 στην αντισυμβαλλομένη της, η οποία ως νόμιμη κομίστρια των φορτωτικών που κάλυπταν τη μεταφορά ήταν η δικαιούχος του ασφαλίσματος, το προαναφερόμενο ποσό των 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ. Ότι με την καταβολή του ασφαλίσματος υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, αλλά και δυνάμει της από …2008 συμβάσεως εκχωρήσεως μεταξύ τους, στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της από την ολική απώλεια του μεταφερόμενου φορτίου έναντι της υπόχρεης προς αποζημίωση εκναυλώτριας εναγομένης, την εκχώρηση δε αυτή ανήγγειλε προς την εναγομένη, άλλως την αναγγέλλει με την υπό κρίσιν αγωγή της. Ότι, προηγουμένως, για την αυτή αξίωση αποζημιώσεως της ασφαλισμένης της από την ολική απώλεια του άνω μεταφερόμενου φορτίου κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς του, είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από …2008 (με αριθμό καταθέσεως …/2008) όμοια με την προκειμένη αγωγή της κατά της εναγομένης, ζητώντας, κατόπιν ολικού περιορισμού του αιτήματός της σε αναγνωστικό, να αναγνωρισθεί ότι η (και νυν) εναγομένη οφείλει να της καταβάλει, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής αυτής, κυρίως μεν αυτούσιο το ως άνω ποσό των 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ, άλλως το ισόποσο σε ευρώ του ποσού αυτού κατά το χρόνο της πληρωμής. Ότι επί αυτής της αγωγής της εκδόθηκε αρχικά, ερήμην της εναγομένης (λόγω πλασματικής ερημοδικίας της), η υπ' αριθμόν 281/2010 απόφαση του άνω δικαστηρίου, το οποίο, αφού την έκρινε ορισμένη και νόμιμη, την δέχθηκε -κατά το οριστικό σκέλος της- και ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά το κύριο αίτημά της. Ότι, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της εναγομένης κατά της άνω αποφάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 387/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης, έκρινε και πάλι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν την άνω αγωγή κατά το κύριο αίτημά της και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση λόγω απώλειας του επίδικου μεταφερόμενου φορτίου, αυτουσίως το προαναφερόμενο ποσό των 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ, νομιμοτόκως από της επιδόσεώς της και έως την εξόφληση. Ότι, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως από την εναγομένη κατά της άνω αποφάσεως εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 685/2015 του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση για λόγο που αφορούσε τη νομιμότητα του κυρίου αιτήματος της άνω αγωγής της και ειδικότερα αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 387/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, διότι, όπως έγινε δεκτό από τον Άρειο Πάγο, για τη νομιμότητα της αγωγής αυτής έπρεπε να ζητηθεί το ισάξιο του άνω ποσού δολαρίων ΗΠΑ σε ημεδαπό νόμισμα κατά το χρόνο της ενάρξεως της εκφορτώσεως των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο προορισμού τους και όχι αυτούσιο το παραπάνω αλλοδαπό νόμισμα. Ότι, τελικά, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το επικουρικό αίτημα αυτής, με την υπ' αριθμόν 89/2017 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, εξαφάνισε κατά το πληττόμενο κεφάλαιό της την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε τελεσιδίκως την αγωγή της ως μη νόμιμη κατ' αμφότερα τα αιτήματά της. Ότι η ίδια προτίθεται να ασκήσει αναίρεση κατά της υπ' αριθμόν 89/2017 αποφάσεως του άνω δικαστηρίου. Ότι η ήδη ένδικη αγωγή της, ασκηθείσα εντός έξι μηνών από την απόρριψη της προγενέστερης -από 04.12.2008- όμοιου περιεχομένου αγωγής της, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, συνιστά επανέγερση της αγωγής εκείνης, με συνέπεια να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ ώστε η παραγραφή της αξιώσεώς της να θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό του 1.932.273,33 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ισόποσο σε ευρώ της τιμολογιακής αξίας των απωλεσθέντων εμπορευμάτων των 2.823.051,33 δολαρίων ΗΠΑ με βάση την επίσημη ισοτιμία του ευρώ προς το δολάριο των ΗΠΑ (1:1,4610) στις 23.01.2008, ήτοι κατά τον αναμενόμενο χρόνο εκφορτώσεως του φορτίου στον λιμένα εκφορτώσεως, άλλως το ισόποσο σε ευρώ των δολαρίων ΗΠΑ με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά τον χρόνο της πληρωμής, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της προγενέστερης όμοιου περιεχομένου -από 4.12.2008- αγωγής της, άλλως από της επιδόσεως της υπό κρίσιν αγωγής και έως την εξόφληση. Επί της αγωγή αυτής (υπό κρίσιν) εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμόν 3203/2018 μη οριστική απόφαση του Ναυτικού Τμήματος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής κατά το άρθρο 249 του ΚΠολΔ εωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της ως άνω προηγουμένως ασκηθείσας -από 04.12.2008- αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης. Μετά δε την έκδοση της υπ' αριθμόν 343/2019 αποφάσεως του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως, την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, άσκησε πράγματι η ενάγουσα κατά της υπ' αριθμ. 89/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με αποτέλεσμα να απορριφθεί αμετακλήτως καθ' όλα τα αιτήματά της ως μη νόμιμη η προηγούμενη από 04.12.2008 αγωγή της κατά της εναγομένης, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η υπό κρίσιν αγωγή και επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμόν 2154/2020 οριστική απόφαση του Ναυτικού Τμήματος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη κατά το κύριο αίτημά της, ερειδόμενη στις αναφερόμενες εκεί διατάξεις, και ερευνητέα κατ' ουσίαν, ενώ το επικουρικό αίτημα αυτής απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω του δεδικασμένου που απέρρεε από την ως άνω υπ' αριθμόν 89/2017 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Η εναγομένη, ως μεταφορέας λόγω της απώλειας του επίδικου μεταφερόμενου φορτίου, προς αντίκρουση της υπό κρίσιν αγωγής, προέβαλε παραδεκτώς με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής της ένδικης κατ' αυτής αξιώσεως για αποζημίωση της ενάγουσας, επικαλούμενη ότι, από τις 23.01.2008, οπότε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, θα έπρεπε, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, να είχε παραδοθεί το απωλεσθεν φορτίο στο λιμένα εκφορτώσεως (της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου), έως το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίσιν αγωγής στις 26.07.2017, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, με αποτέλεσμα η αξίωση της ενάγουσας να έχει υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. δ' της Διεθνούς Συμβάσεως της 25.04.1924 για την ενοποίηση των Κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές (Κανόνες Χάγης Βίσμπυ), η οποία κυρώθηκε με τον ν. 2107/1992. Κατά της ενστάσεως αυτής η ενάγουσα, καθ' υποφοράν με την αγωγή της, προέβαλε παραδεκτώς και επανέλαβε με την προσθήκη στις προτάσεις της, την αντένσταση περί διακοπής της προθεσμίας παραγραφής κατά τους όρους της διατάξεως του άρθρου 263 εδ. β' του ΑΚ επικαλούμενη ότι η παραγραφή, ενόψει του ότι η υπό κρίσιν αγωγή της, η οποία ασκήθηκε στις 26.07.2017 με την επίδοση του δικογράφου της στην εναγομένη, πριν δηλαδή από την πάροδο εξαμήνου από τη δημοσίευση της υπ' αριθμόν 89/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε τελεσιδίκως ως μη νόμιμα τα αιτήματα της προγενέστερης από 04.12.2008 όμοιας αγωγής της, θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της προγενέστερης αυτής αγωγής, που είχε ασκήσει κατά της εναγομένης ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου και επιδόθηκε σε αυτήν στις 09.12.2008. Με την άνω -2154/2020- απόφασή του το πρωτοβάθμιο εκείνο δικαστήριο έκρινε βάσιμη την προταθείσα από την ενάγουσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση της εναγομένης περί παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως, δεχόμενο ότι η ενιαύσια παραγραφή της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας διακόπηκε με την έγερση της προγενέστερης από 04.12.2008 αγωγής της, με την οποία η τελευταία επιδίωκε την ικανοποίηση της ίδιας αξιώσεώς της, η οποία ασκήθηκε εις βάρος της εναγομένης στις 09.12.2008 δηλαδή εντός ενός έτους από την ημερομηνία που έπρεπε να παραδοθεί το φορτίο που απωλέσθηκε (23.01.2008), διότι η αγωγή αυτή, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αριθμόν 89/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για λόγους μη ουσιαστικούς και πλέον συγκεκριμένα για λόγο που αφορούσε τη διατύπωση του αγωγικού αιτήματός της και όχι στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ίδιας της αξιώσεως και η υπό κρίσιν αγωγή, που συνιστά επανέγερση της πρώτης, λόγω ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ τους και ταυτότητας της καταγόμενης προς κρίση με την κάθε μία αξιώσεως, παρά τη διατύπωση της δεύτερης σε ευρώ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο εκφορτώσεως των εμπορευμάτων, ασκήθηκε εντός έξι μηνών από την τελεσιδικία της πρώτης. Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερευνώντας κατ' ουσίαν την αγωγή, την έκανε δεκτή κατά το κύριο αίτημά της και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό του 1.932.273,33 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της από 04.12.2008 όμοιου περιεχομένου αγωγής της και έως την εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε την από 12.11.2020 έφεσή της και τον από 14.02.2022 πρόσθετο λόγο εφέσεως και επ' αυτών εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η ήδη προσβαλλόμενη -υπ' αριθμόν 234/2023- τελεσίδικη απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και τον πρόσθετο λόγο αυτής και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε κατ' ουσίαν την αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξιώσεώς της κατά της εναγομένης, δέχθηκε κατ' ουσίαν την προβληθείσα ένσταση της εναγομένης περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας και, εν τέλει, απέρριψε την υπό κρίσιν αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω παραγραφής της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας. Την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που απέρριψε την αντένστασή της περί διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξιώσεώς της κατά της εναγομένης, προσβάλλει τώρα η αναιρεσείουσα με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως.
4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. 4 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών της 25ης.08.1924 "για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές" και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23ης.02.1968 και της 21ης.12.1979 (κανόνες Χάγης-Βίσμπυ), οι διατάξεις της οποίας άρχισαν να εφαρμόζονται στην Ελλάδα από τις 23.06.1993 και έχουν, μεταξύ άλλων, ισχύ στις θαλάσσιες μεταφορές που διενεργούνται μεταξύ λιμένων (φορτώσεως και εκφορτώσεως) διαφορετικών κρατών, εφόσον οι μεταφορές καλύπτονται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο, που αποτελεί τίτλο για την εκτέλεσή τους, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου της 23ης.02.1998, "σε κάθε περίπτωση, ο μεταφορέας και το πλοίο απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη για απώλειες ή ζημίες, εφόσον δεν ασκηθεί αγωγή μέσα σ' ένα χρόνο, από την παράδοση των εμπορευμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε γίνει η παράδοση". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται βραχυχρόνια ετήσια παραγραφή του δικαιώματος του παραλήπτη για αποζημίωση του απολεσθέντος ή βλαβέντος φορτίου. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την παραλαβή ή την παράδοση των πραγμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί και ισχύει ενιαίως, τόσο στην συμβατική όρο και στην εξωσυμβατική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα, όχι μόνο για την απώλεια ή βλάβη εμπορευμάτων, αλλά και για τις λοιπές αξιώσεις του ενδιαφερομένου ως προς το φορτίο. Με την εν λόγω Διεθνή Σύμβαση δεν ορίζεται περαιτέρω ό,τιδήποτε για την διακοπή ή την αναστολή της παραγραφής. Επομένως, οι περιπτώσεις αυτές ρυθμίζονται από το εφαρμοστέο δίκαιο και, εφόσον αυτό είναι το ελληνικό, όσον αφορά μεν την διακοπή της παραγραφής από τις διατάξεις των άρθρων 261 επ. του ΑΚ, όσον αφορά δε την αναστολή της παραγραφής, πλέον του άρθρου 255 του ΑΚ και από τα άρθρο 14 παρ. 5 του ν.2496/1997, κατά το οποίο "σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων" (ΑΠ 1127/2020, ΑΠ 1092/2014, ΑΠ 1657/2008). ΑΠ 381/2008). Η διάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθετη με την άνω Διεθνή Σύμβαση, καθόσον δεν εισάγει ρύθμιση διαφορετική από εκείνην, αλλά την συμπληρώνει σε θέμα το οποίο δεν ρυθμίζεται από αυτήν και είναι σύμφωνη τόσο προς το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος, όσο και προς το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1092/2014, Α.Π. 1657/2008).
Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 215 και 221 του ΚΠολΔ. ορίζουν ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Η επίδοσή της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 εδ α' του ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 παρ.1 και 221 παρ.1 του ΚΠολΔ, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της. Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 969/2024, ΑΠ 1257/2023, ΑΠ 524/2021, ΑΠ 826/2020, ΑΠ 416/2019). Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι μόνον αν η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς μπορεί ο δικαιούχος να εγείρει μέσα στο εξάμηνο νέα αγωγή, ίδια με την προηγούμενη, με το ίδιο δηλαδή αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη. Όταν, όμως, η πρώτη αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως κατ' ουσίαν αίρονται όλες οι συνέπειες τόσο της καταθέσεως όσο και της επιδόσεώς της, επομένως και η διακοπή της παραγραφής, αφού δεν είναι νοητή διακοπή παραγραφής ανύπαρκτης, όπως τελεσιδίκως κρίθηκε, αξιώσεως. Νέα αγωγή με το αυτό αντικείμενο και θεμελίωση δεν μπορεί να ασκηθεί γιατί προσκρούει στο δεδικασμένο. Αγωγή για την ίδια έννομη σχέση, στηριζόμενη στα ίδια πραγματικά περιστατικά, αλλά σε διαφορετική νομική θεμελίωση, δεν εμποδίζεται από το δεδικασμένο και μπορεί να ασκηθεί αλλά ακόμη και αν εγερθεί πριν παρέλθει εξάμηνο από την έγερση της πρώτης η παραγραφή της αξιώσεως που ασκείται με αυτή, είτε θεωρηθεί η ίδια με εκείνη της αγωγής που απορρίφθηκε, στηριζόμενη απλώς σε διαφορετική νομική βάση, είτε όχι, δεν έχει διακοπεί με την επίδοση της αρχικής αγωγής, αφού με την απόρριψή της κατ` ουσίαν έχουν εξαλειφθεί τόσο τα δικονομικά, όσο και τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματά της (ΑΠ 198/2021, ΑΠ 325/1994). Η απόφαση που δέχθηκε ότι συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις και συνεπώς ότι δεν υπάρχει περίπτωση να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη και, στη συνέχεια, κατά την έρευνα του αντικειμένου της δίκης, εξετάζοντας δηλαδή αν η αγωγή είναι νόμω βάσιμη όπως συμβαίνει όταν το αίτημα αυτής αποτελεί έννομη συνέπεια, απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν επάγονται την έννομη συνέπεια που αιτείται ο ενάγων, επιλύει (όπως και η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει κατ' ουσίαν την αγωγή) το ουσιαστικό ζήτημα αν υπάρχει ή δεν υπάρχει το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα, ήτοι το δικαίωμα που αποτέλεσε το περιεχόμενο του νομικού ισχυρισμού και για το οποίο ζητήθηκε η παροχή έννομης προστασίας και διεξήχθη η δίκη, αφού το ζήτημα αυτό αναφέρεται στην ουσία του αντικειμένου της δίκης, δηλαδή στην ύπαρξη ή στην ανυπαρξία της επίδικης έννομης συνέπειας του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης (νόμω αβάσιμης) είναι απόρριψη αυτής κατ' ουσίαν, διότι τέμνει το αμφισβητούμενο δίκαιο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του επικαλούμενου δικαιώματος, και όχι απόρριψη για τυπικούς λόγους ή λόγω δικονομικού απαραδέκτου (όπως πχ συμβαίνει επί αοριστίας). Τούτο, διότι, κατά τη δικονομική αξιολόγηση της αγωγής, το "μη νόμιμο" (ή "νόμω αβάσιμο") δεν λαμβάνεται με την έννοια αυτού, που προσκρούει γενικώς στον νόμο, αλλά υπό την έννοια της ανυπαρξίας του δικαιώματος, που επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, βάσει των περιστατικών που ο ίδιος επικαλείται. Το δεδικασμένο δε της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη είναι ισοδύναμο και ισοσθενές -κατά το αντικείμενο και κατά τα όριά του- με το δεδικασμένο που εκλύεται από την απόρριψη της αγωγής κατ' ουσίαν, διότι αμφότερες οι περιπτώσεις αβασίμου εντάσσονται στο ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης, ώστε αφενός μεν η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης να συνιστά κρίση περί ανυπαρξίας του επικαλούμενου δικαιώματος (χωρίς να μετατρέπεται η νομική βασιμότητα σε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης) και αφετέρου να εμποδίζεται η δυνατότητα του ενάγοντος να ασκήσει εκ νέου την αγωγή επικαλούμενος στοιχεία αναγόμενα στον έλεγχο της νομικής της βασιμότητας (είτε προϋφιστάμενα της πρώτης δίκης). Σε αμφότερες δηλαδή τις περιπτώσεις το δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ενάγων δεν έχει το ουσιαστικό δικαίωμα που επικαλείται με την αγωγή του, με τη διαφορά ότι στην μεν πρώτη περίπτωση η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης και η ανυπαρξία για το λόγο αυτό του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή διαπιστώνεται με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, όπως τα επικαλείται ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η απόρριψη της αγωγής κατ' ουσίαν και η ανυπαρξία για το λόγο αυτό του ασκούμενου δικαιώματος διαπιστώνεται από όλα όσα προκύπτουν εκ της αποδεικτικής διαδικασίας μετά (και) την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τους ισχυρισμούς του εναγομένου. Τούτων δοθέντων, ο έλεγχος της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως κρίση αναγόμενη στο ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης, αναδίδει πράγματι δεδικασμένο επί του κριθέντος ουσιαστικού ζητήματος (άρθρο 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, η τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής ως αβάσιμης κατά το νόμο δεν έλκει σε εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 263 εδ. α' του ΑΚ, που αφορά στην τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς, για να θεμελιώσει έννομο συμφέρον με άσκηση πάλι της αγωγής μέσα σε έξι μήνες από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης, ώστε να θεωρηθεί ότι έχει διακοπεί η παραγραφή με την προηγούμενη αγωγή, αφού δεν προκύπτει από το νόμο, ότι η απόρριψη αγωγής ως μη νόμιμης εξομοιώνεται με την απόρριψη για "τυπικούς και μη ουσιαστικούς λόγους" (ΑΠ 391/2007, πρβλ και ΑΠ 237/2005).
5.- Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με το να απορρίψει το Εφετείο την αντένστασή της περί διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξιώσεώς της κατά της εναγομένης παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 263 παρ. 2 του ΑΚ, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τη διάταξη αυτή θα είχε δεχθεί ότι η παραγραφή της αξιώσεως, η οποία ασκείται με την υπό κρίσιν (δεύτερη) αγωγή της κατά της εναγομένης, έχει διακοπεί κατά τους όρους της άνω διατάξεως, αφού η αγωγή αυτή ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής της για μη ουσιαστικούς λόγους και επιπλέον έχει αρθεί το ελάττωμα της εσφαλμένης διατυπώσεως του αγωγικού αιτήματός της, ταυτοχρόνως δε η ιστορική της βάση ταυτίζεται με εκείνη της πρώτης αγωγής.
6.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, ως προς τα ζητήματα της ενστάσεως της εναγομένης περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας και της αντενστάσεως της ενάγουσας περί διακοπής αυτής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "....αποδείχθηκε ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό η εναγόμενη της κρινόμενης αγωγής, προς αντίκρουσή της, παραδεκτά προέβαλε ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, επικαλούμενη για την κατά νόμο θεμελίωσή της ότι από το χρόνο της συμφωνηθείσης και αναμενόμενης εκφόρτωσης (23.1.2008) του απωλεσθέντος φορτίου και μέχρι την άσκηση της αγωγής αυτής στις 26.7.2017, συμπληρώθηκε η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 εδαφ. δ' των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ ενιαύσια παραγραφή. Η ανωτέρω ένσταση απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος αυτής, που αφορά στην αγωγική αξίωση επιδίκασης αποζημίωσης για την απώλεια του φορτίου, το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, φορτώθηκε επί του καταστρώματος του πλοίου, με βάση σχετική συμφωνία μεταξύ της ασφαλισμένης της ενάγουσας πωλήτριας των εμπορευμάτων, φορτώτριας και ναυλώτριας και της εναγομένης εκναυλώτριας και θαλάσσιας μεταφορέως, που περιλήφθηκε στις εκδοθείσες για τη συγκεκριμένη μεταφορά φορτωτικές, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω αξίωση, η οποία εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των Κανόνων Χάγης Βίσμπυ, υπόκειται, σύμφωνα με το εν προκειμένω εφαρμοστέο ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 289 περ.4 του ΚΙΝΔ, πλην όμως σχετικός περί παραγραφής ισχυρισμός με βάση την ανωτέρω διάταξη του ΚΙΝΔ δεν προβλήθηκε από την εναγόμενη, ενώ κατά το μέρος, που αφορά στην αξίωση της ενάγουσας περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω της ολικής απώλειας του φορτίου, που φορτώθηκε στα κύτη του βυθισθέντος πλοίου, ως προς το οποίο κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στην ως άνω διάταξη των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι έγινε δεκτή και από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας η αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής της αξίωσής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ εδαφ. β', η οποία προβλήθηκε καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής της, καθώς και με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της. Ειδικότερα, κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ότι η ανωτέρω παραγραφή της αγωγικής αξίωσης θεωρείται διακοπείσα από την προηγούμενη από 4.12.2008 αγωγή μεταξύ των ιδίων διαδίκων, η οποία ασκήθηκε στις 9.12.2008, ήτοι εντός έτους από την αναμενόμενη εκφόρτωση των απωλεσθέντων λόγω της βύθισης του πλοίου με το οποίο μεταφέρονταν εμπορευμάτων (στις 23.1.2018) και απορρίφθηκε τελεσίδικα για λόγο μη ουσιαστικό, που αφορούσε στη διατύπωση του αιτήματος της, χωρίς δηλαδή να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ίδιας της αξίωσης, διότι η ένδικη αγωγή, που συνιστά επανέγερση της προηγούμενης, λόγω της ταυτότητας της ιστορικής και της νομικής τους βάσης, ασκήθηκε εντός έξι μηνών από την τελεσιδικία της πρώτης. Επί της πρωτόδικης αυτής κρίσης λεκτέα τα κάτωθι: Η προβληθείσα από την εναγόμενη με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό προτάσεις της ένσταση παραγραφής και κατά το σκέλος αυτής, που αφορά στην αγωγική αξίωση αποζημίωσης λόγω της ολικής απώλειας του φορτίου, που είχε φορτωθεί και μεταφερόταν στο κατάστρωμα του πλοίου, ως προς την οποία (αξίωση) ορθά έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση ότι εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ και ότι επ' αυτής τυγχάνει εφαρμοστέο το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, χωρίς η κρίση του αυτή να πλήττεται ειδικά από την εκκαλούσα - εναγόμενη με την έφεσή της και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης, με αποτέλεσμα να υπόκειται στην προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 289 περ.4 του ΚΙΝΔ ενιαύσια παραγραφή, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 291 του ιδίου Κώδικα άρχεται από το τέλος του έτους κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία της αξίωσης, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, που προβλέπει ότι η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, είναι πλήρως και επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις ανωτέρω διατάξεις, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 2496/1997 και περαιτέρω ερευνητέα τυγχάνει κατ' ουσίαν. Και τούτο διότι εκτίθενται από την εναγόμενη στις προτάσεις της όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κατά νόμο θεμελίωση της ένστασης αυτής και επάγονται την επικαλούμενη έννομη συνέπεια, τα οποία επίσης αναφέρθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, επιπροσθέτως δε έχει περιληφθεί και αυτοτελές αίτημα απόρριψης της αγωγής για το λόγο αυτό, χωρίς να απαιτείται μνεία της συγκεκριμένης διάταξης νόμου, που την προβλέπει, καθώς αρκεί η παράθεση των αναγκαίων στοιχείων, που συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η υπαγωγή των οποίων σ' αυτό αποτελεί έργο του δικαστηρίου και όχι του ενιστάμενου διαδίκου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω ένσταση κατά το σκέλος αυτό ως μη νόμιμη, εσφαλμένα τις οικείες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσής της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση η παραγραφή της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης της ενάγουσας, που άρχισε να διαδράμει, όσον αφορά την ολική απώλεια των φορτωθέντων στα κύτη του πλοίου εμπορευμάτων στις 24.1.2008, επομένη της συμφωνηθείσας ημερομηνίας εκφόρτωσης του μεταφερομένου φορτίου στο λιμένα προορισμού του (23.1.2008), όπως αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο και δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη, ενώ όσον αφορά την ολική απώλεια του μέρους του φορτίου, που φορτώθηκε στο κατάστρωμα, την 1η.1.2009, ήτοι την επομένη ημέρα του τέλους του έτους της αφετηρίας της αξίωσης, συμπληρώθηκε σε αμφότερες τις περιπτώσεις μετά την πάροδο ενός έτους, χωρίς να λάβει χώρα στο μεσοδιάστημα κάποιο διακοπτικό της αρξάμενης παραγραφής γεγονός, καθώς η άσκηση της κρινόμενης αγωγής συντελέσθηκε με την επίδοσή της στην εναγόμενη στις 26.7.2017, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση στην εμπρόσθια σελίδα του πρώτου φύλλου του προσκομιζομένου αντιγράφου της αγωγής του Δικαστικού Επιμελητή Β. Χ. Η προβληθείσα αντένσταση της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω παραγραφή θα πρέπει να θεωρηθεί διακοπείσα από την άσκηση της προηγούμενης από 04.12.2008 αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων, που συντελέσθηκε στις 8.12.2008, δηλαδή προ της παρόδου έτους από το εναρκτήριο χρονικό σημείο της παραγραφής, διότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς και η κρινόμενη αγωγή, που ουσιαστικά συνιστά επανέγερση της πρώτης, λόγω της ταυτότητας της με αυτές καταγομένης προς κρίση αξίωσης, ασκήθηκε εντός έξι μηνών από την τελεσιδικία της πρώτης (ήτοι από την έκδοση της υπ' αριθμ. 89/2017 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου), με αποτέλεσμα να μην έχει συμπληρωθεί, θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι δε συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 263 εδαφ. β' του ΑΚ. Συγκεκριμένα η προηγούμενη αγωγή από 04.12.2008 μεταξύ των ιδίων διαδίκων με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, απορρίφθηκε (αμετάκλητα πλέον) ως νόμω αβάσιμη κατά αμφότερα τα αιτήματα της κύριο και επικουρικό. Συγκεκριμένα ζητήθηκε με την αγωγή αυτή να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση λόγω της εξ αμελείας των προστηθέντων της εναγομένης προκληθείσης ολικής απώλειας των μεταφερομένων με το πλοίο της τελευταίας εμπορευμάτων της ασφαλισμένης της ενάγουσας, φορτώτριας και ναυλώτριας αυτών, συνιστάμενη ειδικότερα στη συνήθη αξία του απωλεσθέντος φορτίου στον τόπο προορισμού του κατά το χρόνο έναρξης της εκφόρτωσης και εκφραζόμενη σε αλλοδαπό νόμισμα (δολάρια ΗΠΑ), κυρίως μεν το ως άνω ποσό σε αυτούσιο το αλλοδαπό νόμισμα, άλλως επικουρικώς να της καταβάλει το σε ευρώ ισόποσο με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της πληρωμής, ενώ θα έπρεπε για τη νομιμότητα της αγωγής να ζητηθεί το ισάξιο του αλλοδαπού νομίσματος σε ημεδαπό, πλην όμως κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, καθώς, όπως έγινε αμετάκλητα δεκτό, κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αποκαταστατέας αξίας δεν είναι ο της πληρωμής της αποζημίωσης, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο το φορτίο έπρεπε να εκφορτωθεί στο λιμένα του προορισμού του, δηλαδή η 23η.1.2008, αφού κατά το χρόνο εκείνο καθορίσθηκε το ακριβές μέγεθος της αποζημίωσης για την ολική απώλεια του επίδικου φορτίου, που συγκεκριμενοποιήθηκε με βάση την συνήθη αξία των μεταφερομένων πραγμάτων και παρέμεινε έκτοτε αμετάβλητο. Η απόρριψη αυτή όμως, σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, θεωρείται απόρριψη για ουσιαστικούς λόγους και όχι για μη ουσιαστικούς, όπως προϋποθέτει η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, την οποία επικαλείται η ενάγουσα και σε σχέση με την οποία η νομική αβασιμότητα έχει παγίως κριθεί ότι συνιστά ουσιαστικό λόγο απόρριψης, κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα δεν πρόκειται για απόρριψη για τυπικό λόγο και δη για ελάττωμα αναγόμενο στον τρόπο εκφοράς του αιτήματος της αγωγής, που απλώς διατυπώθηκε εσφαλμένα και δη σε αλλοδαπό νόμισμα, άλλως σε ημεδαπό υπολογιζόμενο με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία του χρόνου της πληρωμής, αφού, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η ενάγουσα, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς, υφίσταται γεγεννημένη αξίωσή της, δηλαδή τα στην ιστορική βάση της αγωγής της εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα είναι επαρκή και κατάλληλα να θεμελιώσουν την επίδικη αξίωση, της οποίας μόνον το ύψος προσδιορίσθηκε εσφαλμένα στο αίτημα, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η επάνοδός της με νέα αγωγή απαλλαγμένη από το ελάττωμα αυτό, κατόπιν διόρθωσης του εμφιλοχωρήσαντος σφάλματος του αιτήματος, που δεν προσκρούει στο δεδικασμένο της προηγούμενης αγωγής και εφόσον ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη, συνεπάγεται διακοπή της παραγραφής της επίδικης αξίωσης με την πρώτη αγωγή, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 263 εδαφ. β' του ΑΚ, αλλά για λόγο ουσιαστικό, αναγόμενο στη νομική βασιμότητα της ένδικης απαίτησης, η οποία εξ ορισμού περιλαμβάνει και συγκεκριμένο αίτημα ως προσδιοριστικό της στοιχείο, που την οριοθετεί και την εξατομικεύει (άλλωστε το αίτημα συνιστά και αναγκαίο ελάχιστο περιεχόμενο της αγωγής, με την οποία κατάγεται προς κρίση η απαίτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 στοιχ. γ'του ΚΠολΔ) και δε νοείται διαχωρισμός τους. Και τούτο διότι το Δικαστήριο υπεισήλθε εν προκειμένω στην έρευνα του υποστατού της ουσιαστικής αξίωσης της ενάγουσας, όπως διατυπώθηκε στο αγωγικό δικόγραφο με τα συγκεκριμένα αιτήματα και έκρινε ότι τέτοια αξίωση αποζημίωσης διεπόμενη από το ελληνικό δίκαιο και επιδιωκόμενη στην Ελλάδα με αναγνωριστική αγωγή λόγω ολικής απώλειας του μεταφερομένου με πλοίο φορτίου σε αλλοδαπό νόμισμα ή στο αντίστοιχο ποσό του αλλοδαπού νομίσματος με βάση τη μεταξύ τους ισοτιμία κατά το χρόνο της πληρωμής) δεν υπάρχει, εξ αυτού δε του λόγου και απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως νόμω αβάσιμη κατά αμφότερα τα αιτήματα της, δεχόμενο δηλαδή ότι τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά δεν επάγονται την αιτούμενη έννομη συνέπεια με βάση κάποιο κανόνα του εφαρμοστέου ελληνικού ουσιαστικού δικαίου και όχι για λόγο νομικής αοριστίας, όπως η έννοια αυτής προσδιορίσθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ή για άλλο τυπικό λόγο εξ αυτών οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής, αλλά λόγω ανυπαρξίας του επικαλούμενου ουσιαστικού δικαιώματος της ενάγουσας. Δεδομένου δε ότι, όπως επίσης προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής για τυπικό λόγο συνεπάγεται δυνατότητα του ενάγοντος να επανέλθει με νέα αγωγή, καθόσον στην περίπτωση αυτή είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγούμενης αγωγής, οπότε η νέα αγωγή δεν προσκρούει στο δεδικασμένο της προηγούμενης, που καλύπτει μόνον το τελεσίδικα κριθέν δικονομικό ζήτημα και η παραγραφή της αξίωσης, το υποστατό της οποίας δεν ερευνήθηκε από το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της πρώτης αγωγής και η οποία επανεγείρεται με τη δεύτερη αγωγή (εφόσον αυτή ασκηθεί με το ίδιο αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία εντός έξι μηνών από την τελεσιδικία της πρώτης), θεωρείται διακοπείσα από την άσκηση της πρώτης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην κρινόμενη περίπτωση η αμετάκλητη πλέον απόρριψη της πρώτης αγωγής ως νομικά αβάσιμης με την υπ' αριθμ. 89/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία ουσιαστικά κρίθηκε ότι τα επικαλούμενα από την ενάγουσα πραγματικά περιστατικά δεν επάγονται την αιτούμενη έννομη συνέπεια και η οποία τέμνει το αμφισβητούμενο δίκαιο ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή ανυπαρξίας του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση με την αγωγή αυτή και για το οποίο ζητήθηκε από την ενάγουσα η παροχή έννομης προστασίας, παράγει δεδικασμένο, το οποίο είναι, κατά την απολύτως κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, ισοδύναμο προς το δεδικασμένο της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη καθώς και στις δύο περιπτώσεις το δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ενάγων δεν έχει το επικαλούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα (ενώ κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει όταν η αγωγή απορρίπτεται για τυπικό λόγο) και στο οποίο προσκρούει η άσκηση της δεύτερης αγωγής, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εκ των πραγμάτων να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 263 εδαφ. β' του ΑΚ, διότι η ενάγουσα σε κάθε περίπτωση εμποδίζεται εξ αυτού του λόγου να επανέλθει με νέα αγωγή για το δικαίωμά της αυτό που καλύπτεται από το δεδικασμένο και το δικαστήριο να το επανακρίνει, πλην των εξαιρέσεων που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, που όμως δε συντρέχουν εν προκειμένω.
Συνεπώς, εφόσον μη ουσιαστικοί λόγοι, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του ΑΚ, θεωρούνται όλοι αυτοί που δεν αποκλείουν την επάνοδο του ενάγοντος με άλλη αγωγή διορθωμένη ως προς το τυπικό σφάλμα που παρεισέφρησε, για το οποίο και η αγωγή αυτή απορρίφθηκε, εν προκειμένω η απόρριψη της πρώτης αγωγής της ενάγουσας ως νομικά αβάσιμης συνιστά απόρριψη για ουσιαστικό λόγο (και όχι για τυπικό λόγο, αναγόμενο σε κατά νόμο ελαττωματικότητα του συγκεκριμένου αιτήματος ως προς τον τρόπο διατύπωσης και υποβολής του), που αποκλείει την επανέγερση αυτής, επιπροσθέτους δε και εξαιτίας του απορρέοντος από την τελεσίδικη απορριπτική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου δεδικασμένου. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι κατόπιν της τελεσίδικης απόρριψης της πρώτης αγωγής ως νομικά αβάσιμης, αφενός μεν η ενάγουσα κωλύεται να επανέλθει με νέα αγωγή λόγω του δεδικασμένου, αφετέρου δε και σε κάθε περίπτωση αίρονται όλες συνέπειες τόσο της κατάθεσης, όσο και της επίδοσης της προηγούμενης αγωγής, επομένως και η διακοπή - διά της άσκησής της - της παραγραφής, αφού δεν είναι νοητή διακοπή παραγραφής ανύπαρκτης, όπως τελεσιδίκως κρίθηκε, αξίωσης, με αποτέλεσμα η προβληθείσα αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής της αξίωσής της, που ασκείται με την ένδικη αγωγή, με την άσκηση της προηγούμενης αγωγής της και με την έκδοση τελεσίδικης απ' αυτής απόφασης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 του ΑΚ, απορριπτέα να τυγχάνει ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς έκρινε βάσιμη την οικεία ένσταση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως, απέρριψε την προβληθείσα από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής και, ακολούθως, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (λόγω παραγραφής).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 263 εδ. β' του του ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και την οποία δεν παραβίασε ευθέως με την μη εφαρμογή της, καθόσον τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την παραδοχή της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, λόγω συμπληρώσεως της ενιαύσιας προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 6 των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ, το πραγματικό της οποίας καλύπτουν πλήρως και την απόρριψη, της αντενστάσεως της αναιρεσείουσας για τη διακοπή της παραγραφής, αφού σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, τα προταθέντα για τη θεμελίωση της αντενστάσεως και γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της ως άνω διατάξεως του άρθρου 263 του ΑΚ, την εφαρμογή της οποίας επικαλείται η αναιρεσείουσα. Τούτο, ειδικότερα, διότι: α) από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, προκύπτει ότι με την ως άνω υπ' αριθμόν 89/2017 απόφαση η πρώτη -από 04.12.2008- αγωγή της αναιρεσείουσας δεν είχε απορριφθεί για τυπικούς, αλλά προεχόντως για ουσιαστικούς λόγους και δη ως μη νόμιμη κατ' αμφότερα τα αιτήματά της, ώστε το ουσιαστικό δεδικασμένο της εν λόγω αποφάσεως εξαντλήθηκε στην ανυπαρξία του καταγομένου στη δίκη δικαιώματος της τότε και νυν ενάγουσας να λάβει αυτούσιο αλλοδαπό νόμισμα κατά το χρόνο της πληρωμής σε κάθε περίπτωση, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς χαρακτήρα, είτε δηλαδή η αξίωσή της προέρχεται από τη μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση προϋφιστάμενης ενοχής ή στην αποκατάσταση της ζημίας της που προκλήθηκε στο δανειστή από την ανώμαλη εξέλιξή της. αφού υπό οποιαδήποτε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή δεν παράγεται η έννομη συνέπεια που αντιστοιχεί στο αίτημά της, β) από τις αιτιολογίες της υπ' αριθμόν 89/2017, αμετάκλητης ήδη, αποφάσεως Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Τριμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης -από 04.12.2008- αγωγής της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι το δικαστήριο εκείνο, κατά την διαδικασία της υπαγωγής στον νόμο των πραγματικών περιστατικών που εκτέθηκαν ενώπιόν του, εκκίνησε από την αιτούμενη συνέπεια (την υποχρέωση εξοφλήσεως χρηματικής οφειλής από υποκατάσταση της ζημίας, άλλως εκ συμβάσεως εκχωρήσεως σε αλλοδαπό νόμισμα) και επιχείρησε την ανίχνευση εκείνων των κανόνων δικαίου που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, ώστε να γεννηθεί τέτοια αξίωση. Η μεθοδολογία του υπήρξε ορθή, ενόψει του ότι η προκαθεστηκυία υπαγωγή καθοδηγείται αποκλειστικώς και μόνον από το αίτημα της αγωγής (δηλαδή στο αν τα ιστορούμενα στην αγωγή πληρούν το πραγματικό του εφερμοστέου κανόνα δικαίου), επειδή ακριβώς οι έννομες συνέπειες, στις οποίες μπορεί να αντιστοιχεί το αίτημα αυτό είναι κατ' είδη λιγότερες από τα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων δικαίου που τις προβλέπουν. Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο εκείνο ερεύνησε το ενδεχόμενο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 291, 292 και 297 εδ. α' του ΑΚ, 1 περ. β', 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 10 παρ. 2 και 3 του ν. 2107/1992, 1 του ν. 2842/2000 (σχετικά με την αντικατάσταση της δραχμής και με την εισαγωγή του ευρώ ως εθνικό νόμισμα) και 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997 και διαπίστωσε ότι καμιάς από αυτές το πραγματικό δεν προέβλεπε τη γέννηση αξιώσεως καταβολής αυτούσιου αλλοδαπού νομίσματος και το χρόνο της πληρωμής ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της αποκαταστατέας αξίας του φορτίου που απωλέσθηκε, με συνέπεια το αγωγικό αίτημα, κύριο και επικουρικό, να μη συνδέεται με βάση κάποια διάταξη νόμου (νομική αιτία) με τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια. Επομένως, η υπαγωγική διαδικασία έπρεπε στο σημείο αυτό να ολοκληρωθεί με την εξαγωγή απορριπτικού συμπεράσματος της εν λόγω αγωγής ως μη νόμιμης (λόγω νομικής αβασιμότητάς της), πράγμα που έγινε από το Εφετείο με την άνω απόφασή του) και γ) η αμετάκλητη ήδη απόρριψη της πρώτης αγωγής της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμης (νόμω αβάσιμης) και όχι για τυπικούς λόγους αποτελεί, σύμφωνα με τις ίδιες νομικές σκέψεις, απόρριψη αυτής κατ' ουσίαν, με συνέπεια να έχουν εξαλειφθεί τόσο τα δικονομικά, όσο και τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματά της, με συνέπεια να μην επέρχεται διακοπή της παραγραφής καθόσον η υπό κρίσιν αγωγή δεν συνιστά επανέγερση της πρώτης Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 263 εδ. β' του ΑΚ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
7.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την ηττηθείσα αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.07.2023 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "IF P and C INSURANCE LTD": για αναίρεση της υπ' αριθμόν 234/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ