Απόφαση 572 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 572/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Νικόλαο Κουτσούκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κατά την δικάσιμο της 11ης Απριλίου 2022, εκπροσωπήθηκε ομοίως.
Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Π., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 11ης Απριλίου 2022, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Βουλκίδης ο οποίος, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε στο ακροατήριο ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις …2021, όπως προκύπτει από την από …2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης και κληρονομήθηκε από τον Π. - Π. Σ., ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2015 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ι. Ζ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3927/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1038/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2020 αίτησή της για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 11η Απριλίου 2022, οπότε και συζητήθηκε χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. …/2024 Πράξη της Αντιπροέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ` άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ. συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (Α.Π. 44/2025, Α.Π. 674/2023, Α.Π. 936/2018, Α.Π. 869/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς επανασυζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, η από …2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρίας "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", σύμφωνα με την …/2024 πράξη της Αντιπροέδρου του Α2' Πολιτικού Τμήματος, μετά από τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-4-2022 και την αφαίρεση της δικογραφίας από την αρχικώς ορισθείσα εισηγήτρια, που έγινε με την …/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου λόγω διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, 287 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου, ενώ για την επέλευση της διακοπής απαιτείται η γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διακοπτικού γεγονότος, η οποία γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, ή αυτόν που ήταν, κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής, πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός. Η γνωστοποίηση πρέπει να γίνει με επίδοση δικογράφου στον αντίδικο ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξη. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος, δηλαδή ο κληρονόμος του. Η δε επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, δηλαδή του κληρονόμου του αρχικού διαδίκου, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που γίνεται με κοινοποίηση δικογράφου (Α.Π. 675/2025, Α.Π. 647/2021, Α.Π. 1251/2021, Α.Π. 194/2012). Επομένως, ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, ανεξαρτήτως αν καλούνται στην κληρονομία εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά ή με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000, Α.Π. 675/2025, Α.Π. 699/2024, Α.Π. 926/2020, Α.Π. 1014/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Βουλκίδης, κατά τη συζήτηση στην δικάσιμο της 11-4-2022 της αίτησης αναίρεσης, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο γνωστοποίησε τη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου στις …2021, μετά την άσκηση στις 29-7-2020 της αίτησης αναίρεσης, της αρχικής αναιρεσίβλητης, Ι. Ζ., και την επανάληψή της στο πρόσωπο του υιού αυτής Π. -Π. Σ. Από τα έγγραφα, που ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος προσκόμισε και επικαλέστηκε, και συγκεκριμένα από το από …2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που συνέταξε η ληξίαρχος του Δήμου Θεσσαλονίκης, από τo από επίσης …2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Θέρμης και το από …2022 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η αρχική αναιρεσίβλητη Ι. Ζ. αποβίωσε στις …2021 και κατέλιπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον δηλούντα, δια του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου, την συνέχιση της δίκης, υιό της, Π. - Π. Σ. Επομένως, η δίκη παραδεκτά και νόμιμα επαναλαμβάνεται από τον παραστάντα και δηλούντα τη συνέχιση Π. - Π. Σ., ο οποίος υπεισέρχεται στη θέση της αρχικής αναιρεσίβλητης.
III. Η από 6-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 1038/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
IV. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).
Εξάλλου με το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο α' ίδιου νόμου ορίζεται ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή". Στην παρ.6 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή".
V.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 2127/2025, Α.Π. 1319/2022). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 2127/2025, Α.Π. 1319/2022, Α.Π. 367/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016). Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπό την επίκληση ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 2127/2025, Α.Π. 1319/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017), σε διαφορετική δε περίπτωση, ήτοι όταν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 1/1995, Α.Π. 2127/2025, Α.Π. 1319/2022, Α.Π. 23/2020, Α.Π. 1228/2019, Α.Π. 1001/2012).
V.Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία], ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 127/2025). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 127/2025). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 127/2025, Α.Π. 169/2023, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995).
V.Γ. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.ΑΠ. 11/1996, Α.Π. 248/2019). Αντίθετα δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα, όπως τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους (Α.Π. 1646/2018, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 226/2016, Α.Π. 536/2011).
V.Δ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 147/2024, Α.Π. 374/2019, Α.Π. 284/2018).
Συνεπώς, αν το Εφετείο λάβει υπόψη και δεν αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό, ως απαράδεκτα, σημαίνει, πως δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου αυτών (Α.Π. 147/2024, ΑΠ 1212/2007). Ουδόλως δε απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση ειδική αιτιολογία, ότι η μη προσκομιδή αυτών από τον διάδικο στην πρωτόδικη δίκη, δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαρεία αμέλειά του (Α.Π. 147/2024, ΑΠ 895/2014, ΑΠ 1590/2010, ΑΠ 2355/2009).
VI. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η (αρχική) αναιρεσίβλητη Ι. Ζ. άσκησε κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23-10-2015 αγωγή στην οποία εκθέτει ότι είχε συνάψει με τη εναγόμενη σύμβαση ασφάλισης ζωής ("προστασίας δανειολήπτη μειούμενου κεφαλαίου"), εκδοθέντος του … ασφαλιστηρίου, με διάρκεια ασφάλισης από 31-12-2009 μέχρι 31-12-2020 και ότι, δυνάμει της σύμβασης αυτής, η εναγόμενη ανέλαβε να καταβάλει στην τραπεζική εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως δικαιούχο του ασφαλίσματος για την περίπτωση του κινδύνου θανάτου ή μόνιμης ανικανότητας της ενάγουσας, η οποία είχε λάβει δάνεια από τη προαναφερόμενη τράπεζα, το εκάστοτε ασφαλισμένο κεφάλαιο που αντιστοιχεί στο ασφαλιστικό έτος εντός του οποίου επήλθε ο θάνατος ή μόνιμη ολική ανικανότητα της ενάγουσας. Ότι, το έτος 2011, η ενάγουσα, που ασκούσε μέχρι τότε το επάγγελμα της ψυχολόγου, άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιτίας των οποίων κατέστη στη συνέχεια ανάπηρη και ολικά ανίκανη προς εργασία και ότι για την αιτία αυτή έλαβε τον Δεκέμβριο του 2014 σύνταξη αναπηρίας από τον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών. Ότι τον Φεβρουάριο του 2015, η ενάγουσα, εξαιτίας της επελθούσας μόνιμης ολικής ανικανότητάς της, υπέβαλε αίτηση στην εναγόμενη για να καταβάλει η τελευταία στην παραπάνω τράπεζα ως ασφάλισμα το ποσό των 70.000 ευρώ, πλην όμως η εναγόμενη αρνήθηκε να πράξει τούτο, υποστηρίζοντας αβάσιμα ότι η ενάγουσα δεν είχε καταστεί μόνιμα και ολικά ανίκανη προς εργασία. Ζητεί δε κατόπιν τούτων η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει νομιμοτόκως στην τραπεζική εταιρία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως ειδική διάδοχο της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", το προαναφερόμενο ποσό των 70.000 ευρώ. Με την 3927/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή, αφού κρίθηκε εν μέρει νόμιμη για ποσό 43.644 ευρώ, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, κατ' αποδοχή ισχυρισμού της εναγόμενης περί συνδρομής λόγου απαλλαγής από την καταβολή του ασφαλίσματος λόγω παράβασης με δόλο, κατά τη σύναψη της σύμβασης, της υποχρέωσης γνωστοποίησης του γεγονότος ότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου II.
Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης η (αρχική) αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 1038/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή της (αρχικής) αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η εφεσίβλητη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (καθολική διάδοχος της εναγόμενης εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.") να καταβάλει στη ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." νομιμότοκα το ποσό των 43.644 ευρώ, ως ασφάλισμα από την ασφαλιστική σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της εναγόμενης και της ενάγουσας - εκκαλούσας.
Το Εφετείο, συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που πρότεινε η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης, από την υπ' αριθ. …2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και έγινε πρωτοδίκως, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη (πριν δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες) κλήτευση της αντιδίκου της (βλ. την υπ' αριθ. ...2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα τα Πρωτοδικείο …, Κ. Δ.), καθώς και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις παρούσες κατ' έφεση προτάσεις τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Ι. Η εκκαλούσα συνήψε με την εφεσίβλητη σύμβαση ασφάλισης ζωής ("προστασίας δανειολήπτη μειούμενου κεφαλαίου") για την οποία εκδόθηκε από την εφεσίβλητη το υπ' αριθ. … ασφαλιστήριο, με διάρκεια της ασφάλισης από …2009 μέχρι …2020. Η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε μετά την υποβολή από την εκκαλούσα σχετικής αίτησης με ημερομηνία 4.1.2009. Δυνάμει της εν λόγω σύμβασης η εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ", ως δικαιούχο του ασφαλίσματος για την περίπτωση του κινδύνου θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας της εκκαλούσας, η οποία είχε λάβει δάνεια από την προαναφερόμενη Τράπεζα, το εκάστοτε ασφαλισμένο κεφάλαιο που αντιστοιχεί στο ασφαλιστικό έτος εντός του οποίου επήλθε ο θάνατος ή η μόνιμη ολική ανικανότητα της εκκαλούσας. Ειδικότερα, στο ασφαλιστήριο, υπό τον τίτλο "Ειδικός Όρος Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας" (σελ. 3) αναφέρονται τα εξής: "1. Με την Ασφάλιση αυτή, η Εταιρεία θα καταβάλει στο Δικαιούχο, εφάπαξ, σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την Ασφάλιση αυτή, το εκάστοτε Ασφαλισμένο Κεφάλαιο, που αντιστοιχεί στο ασφαλιστικά έτος, εντός του οποίου αναγνωρίσθηκε η Μόνιμη Ολική Ανικανότητα, μετά την καταβολή του οποίου, το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο παύει να ισχύει. 2. Η διάρκεια πληρωμής των ασφαλίστρων της ΜΟΑ είναι 11 έτη ή μέχρι τη συμπλήρωση ταυ 65ου έτους της ηλικίας του ασφαλισμένου, όποιο συμβεί πρώτα". Στη συνέχεια παρατίθεται στο ασφαλιστήρια ο πίνακας ασφαλισμένου κεφαλαίου, σύμφωνα με τον οποίο το ασφαλισμένο κεφάλαιο για τα 1ο έτος ασφάλισης ανέρχεται σε 70.000 ευρώ και έκτοτε μειώνεται κατ' έτος, για δε το 6ο έτος, δηλαδή για το 2015, ανέρχεται σε 43.644 ευρώ. Στα άρθρ. 1 και 2 της συμπληρωματικής ασφάλισης μόνιμης ολικής ανικανότητας, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της βασικής ασφάλισης ζωής μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης (σελ. 13 του ασφαλιστηρίου) αναφέρονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 1 Ορισμός. Η συμπληρωματική αυτή ασφάλιση καλύπτει τον Ασφαλισμένο σε περίπτωση που αυτός πάθει μόνιμη και ολική ανικανότητα από οποιαδήποτε αιτία πριν να συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του. Ο Ασφαλισμένος, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος, θεωρείται ότι είναι μόνιμα και ολικά ανίκανος όταν, λόγω πάθησης ή βλάβης της υγείας του ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, δεν έχει την ικανότητα να εξασκήσει το επάγγελμά του ή άλλη ανάλογη εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τη μόρφωση, την εξειδίκευση και τη συνήθη επαγγελματική του απασχόληση και εφόσον, σύμφωνα με ιατρική εκτίμηση, αποκλείεται οριστικά ή περίπτωση αποκατάστασης ή η αλλαγή το ποσοστού αναπηρίας. Ασφαλισμένος που δεν αποκτά εισόδημα από την προσωπική του εργασία ή το επάγγελμά του, δεν καλύπτεται από τη συμπληρωματική αυτή ασφάλιση. Άρθρο 2 Πληρωμή Ασφαλισμένου Κεφαλαίου. Η καταβολή του ασφαλίσματος γίνεται από την Εταιρεία εφάπαξ μετά την αναγνώριση της Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας (67% και άνω ανίκανος για κάθε εργασία) και εφόσον αυτή έχει αποδειχθεί μόνιμη, ολική και συνεχής για χρονικό διάστημα 12 μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης προς έγκριση στον ασφαλιστικό φορέα ή σε Νομαρχιακή Υγειονομική Επιτροπή, στην περίπτωση που ασφαλιστικός φορέας δεν υφίσταται".
ΙΙ. Το έτος 2011 η εκκαλούσα, ηλικίας τότε 54 ετών (γεννημένη στις …1957), εμφάνισε σακχαρώδη διαβήτη τύπου II, συνοδευόμενα από επιπλοκές (αγγειοπάθεια, τροφικές διαταραχές, αιμωδίες, καυστικά άλγη) και τέθηκε σε φαρμακευτική αγωγή αρχικώς με αντιδιαβητικά δισκία και στη συνέχεια, από τον Ιούνιο ταυ 2012, με ινσουλίνη, ενώ την ίδια περίοδο η εκκαλούσα εμφάνισε και νοσογόνο παχυσαρκία, φθάνοντας τα 115 κιλά με ύψος 1‚60 μέτρων, συνοδευόμενη επίσης από επιπλοκές (οστεοαρθροπάθεια οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, με δυσχέρεια βάδισης και κίνησης). Το έτος 2012 η εκκαλούσα εμφάνισε και θηλώδες καρκίνωμα του θυρεοειδούς και υποβλήθηκε, τo Νοέμβριο του ίδιου έτους, σε ολική θυρεοειδεκτομή, ενώ στη συνέχεια έλαβε θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο και έκτοτε λαμβάνει θεραπεία καταστολής με θυροξίνη, καθώς και θεραπεία με ασβέστιο λόγω υποπαραθυρεοειδισμού ως επιπλοκής της θυρεοειδεκτομής. Τον Ιούνιο ταυ 2013 η εκκαλούσα, εξαιτίας των παραπάνω προβλημάτων και της κατάστασης της υγείας της, δεν ήταν πλέον ικανή, να ασκήσει το επάγγελμα της ψυχολόγου που μέχρι τότε ασκούσε, αλλά ούτε και άλλη ανάλογη εργασία και γενικότερα δεν ήταν ικανή πλέον για οποιαδήποτε εργασία, ακόμα δε και η αυτοεξυπηρέτησή της είχε καταστεί δυσχερής και έτσι η ίδια υπέβαλε δήλωση παύσης εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Δ' Θεσσαλονίκης. Τον Απρίλιο ταυ 2014 η εκκαλούσα κρίθηκε από την αρμόδια Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (αριθ. επιτροπής …, ΚΕΠΑ Πύλης Αξιού Θεσσαλονίκης) ότι φέρει αναπηρία, για το χρονικό διάστημα από 16.2.2013 μέχρι 15.2.2015, σε ποσοστό 68% (κατά αναθεώρηση, ως προς το ποσοστό, της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής/αριθ. επιτροπής …), της αναπηρίας προερχομένης κατά ποσοστό 50% από τον σακχαρώδη διαβήτη, κατά ποσοστό 20% από την ολική θυρεοειδεκτομή και κατά ποσοστό 20% από υδροκεφαλία που είχε αντιμετωπισθεί με τοποθέτηση βαλβίδας στην ενάγουσα το έτος 1995 (και κατά συγχώνευση των ποσοστών αυτών σε εκείνο του 68% αναπηρίας που αναφέρεται παραπάνω). Το Φεβρουάριο του 2015 η εκκαλούσα κρίθηκε από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (αριθ. επιτροπής …, ΚΕΠΑ Πύλης Αξιού Θεσσαλονίκης) ότι φέρει αναπηρία, για το χρονικό διάστημα από 1.3.2014 μέχρι 31.12.2018, σε ποσοστό 72%, της αναπηρίας προερχομένης κατά ποσοστό 50% από τον σακχαρώδη διαβήτη, κατά ποσοστό 20% από την ολική θυρεοειδεκτομή και κατά ποσοστό 30% από νοσογόνο παχυσαρκία (και κατά συγχώνευση των ποσοστών αυτών σε εκείνο του 72% αναπηρίας που αναφέρεται παραπάνω). Έπειτα η εκκαλούσα έλαβε και σύνταξη αναπηρίας από τον ασφαλιστικό φορέα της, αρχικώς για το χρονικό διάστημα από 1.5.2014 μέχρι 28.2.2016, με την υπ' αριθ. …2014 αρχική απόφαση συνταξιοδότησης της Περιφερειακής Διεύθυνσης A' Τομέα Θεσσαλονίκης του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών. Κατόπιν αυτών η εκκαλούσα ζήτησε από την εφεσίβλητη να καταβάλει η τελευταία το ποσό των 70.000 ευρώ ως ασφάλισμα στην δικαιούχο Τράπεζα, ενώ στις 19.5.2015 η εκκαλούσα επέδωσε στην εφεσίβλητη και σχετική έγγραφη όχληση, με τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά. Με βάση τα προεκτιθέμενα αποδείχθηκε ότι, το αργότερο το έτος 2015, είχε επέλθει ο ασφαλισμένος κίνδυνος, δεδομένου ότι η εκκαλούσα είχε ήδη καταστεί συνεχώς, μονίμως και ολικώς ανίκανη για την άσκηση του επαγγέλματος της ψυχολόγου, αλλά και άλλης ανάλογης εργασίας - χωρίς τούτο να αναιρείται από τη χρονική διάρκεια της πιστοποίησης του ΚΕΠΑ και της απόφασης συνταξιοδότησης, αφού, σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η αναπηρία της εκκαλούσας είναι μη αναστρέψιμη και εξάλλου δεν προέκυψε ότι έχει διακοπεί η καταβολή της σύνταξης αναπηρίας της - και γεννήθηκε έτσι η αξίωση της ίδιας (εκκαλούσας) για την καταβολή του ασφαλίσματος από την εφεσίβλητη στη δικαιούχο Τράπεζα, το οποίο ανερχόταν τότε (6ο έτος της ασφάλισης) σε 43.644 ευρώ (και όχι σε αυτό των 70.000 ευρώ που ζητείται με την αγωγή και αντιστοιχεί στο 1ο έτος της ασφάλισης)...
III. Η εφεσίβλητη, πέραν της άρνησης της μόνιμης ολικής ανικανότητας της εκκαλούσας και της ενεργητικής νομιμοποίησης της τελευταίας, προέβαλε πρωτοδίκως, επαναφέρει δε νομίμως με τις παρούσες προτάσεις της, ισχυρισμούς περί συνδρομής λόγων εξαίρεσης και απαλλαγής της από την ασφαλιστική κάλυψη και συγκεκριμένα υποστηρίζει: 1) Ότι συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της από την ασφαλιστική κάλυψη επειδή η εκκαλούσα με δόλο της απέκρυψε, κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου και κατά την κατάρτιση στη συνέχεια της ασφαλιστικής σύμβασης, ότι ήδη έπασχε τότε από σακχαρώδη διαβήτη και από νοσογόνο παχυσαρκία, γεγονότα που ήταν αντικειμενικώς ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου. 2) Ότι η περίπτωση ανικανότητας της εκκαλούσας εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη σύμφωνα με το άρθρ. 4 της συμπληρωματικής ασφάλισης μόνιμης ολικής ανικανότητας, το οποίο ορίζει ότι: "Από τη συμπληρωματική αυτή ασφάλιση εξαιρούνται και δεν καλύπτονται οι περιπτώσεις ανικανότητας που οφείλονται ή σχετίζονται ολικά ή μερικά, άμεσα ή έμμεσα με τις ακόλουθες περιπτώσεις: ..... στ. Προγενέστερη της ασφάλισης - έστω και αν δηλώθηκε στην Εταιρεία - πάθηση ή σωματική βλάβη, καθώς και τα επακόλουθα και τις επιπλοκές τους, εκτός αν έχει προστεθεί ειδικός όρος". Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι συντρέχει η αμέσως παραπάνω εξαίρεση επειδή το ποσοστό αναπηρίας της εκκαλούσας προέρχεται μερικώς από πάθηση προγενέστερη της ασφάλισης και ειδικότερα ότι το μεν ποσοστό 68%, που είχε πιστοποιηθεί από το ΚΕΠΑ τον Απρίλιο του 2014, προέρχεται κατά 20% από την υδροκεφαλία του έτους 1995, το δε ποσοστό 72%, που είχε πιστοποιηθεί από το ΚΕΠΑ το Φεβρουάριο του 2015, προέρχεται κατά 20% από τη νοσογόνο παχυσαρκία. Οι παραπάνω ισχυρισμοί είναι νόμιμοι και συνιστούν ενστάσεις, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρ. 3 παρ. 6 εδ. β' σε συνδ. με παρ. 1 ν. 2496/2997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση κλπ" (η πρώτη) και 361 AK (η δεύτερη), οι οποίες (ενστάσεις) όμως, περαιτέρω, είναι απορριπτέες ως ουσιαστικώς αβάσιμες. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη ένσταση πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα: Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εκκαλούσα έπασχε ήδη κατά την υποβολή αίτησης για ασφάλιση και σε κάθε περίπτωση κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ασφάλισης, από σακχαρώδη διαβήτη, για την αντιμετώπιση του οποίου ελάμβανε αντιδιαβητικά δισκία και ότι με δόλο δεν είχε τότε γνωστοποιήσει τούτο στην εφεσίβλητη. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την από …2014 γνωμάτευση του ενδοκρινολόγου Ζ. Μ. και την από …2014 γνωμάτευση της παθολόγου Δ. Κ. - τις οποίες η ίδια η εκκαλούσα είχε επισυνάψει, μεταξύ άλλων εγγράφων, στην από 19.5.2015 επιδοθείσα εξώδικη όχλησή της προς την εφεσίβλητη [βλ. παραπάνω υπό
ΙΙ] και στις οποίες αναφέρεται ότι η εκκαλούσα πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη από επταετίας - καθώς και την... από …2014 γνωμάτευση της ενδοκρινολόγου Μ. Σ., την οποία είχε προσκομίσει πρωτοδίκως η εφεσίβλητη, στην οποία αναφέρεται ότι η εκκαλούσα πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη από εξαετίας. Κατά την εκκαλούμενη απόφαση, επειδή η εκκαλούσα δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των βεβαιώσεων αυτών, ούτε ειδικότερα τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης ότι εκείνη (εκκαλούσα) έπασχε πριν την ασφάλιση από σακχαρώδη διαβήτη, συναγόταν σιωπηρή ομολογία (άρθρ. 261 ΚΠολΔ) της εκκαλούσας για το γεγονός αυτό. Κατ' αρχάς η εκκαλούσα, με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της, είχε αρνηθεί τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης (προταθέντα στο ακροατήριο και με τις προτάσεις της) περί προηγούμενων παθήσεων της εκκαλούσας και επομένως δεν συναγόταν σιωπηρή ομολογία τέτοιου ισχυρισμού εκ μέρους της εκκαλούσας, ούτε βεβαίως, πολύ περισσότερο, ρητή ομολογία (άρθρ. 352 παρτ. 1 ΚΠολΔ), αφού η τελευταία προϋποθέτει ότι γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος και ότι είναι σαφής και συγκεκριμένη... , προϋποθέσεις που δεν συνέτρεχαν. Σε κάθε περίπτωση, η εκκαλούσα ισχυρίζεται (με την έφεση και με τις παρούσες προτάσεις της) ότι στις βεβαιώσεις αυτές εκ παραδρομής τοποθετήθηκε από τους ιατρούς η έναρξη του σακχαρώδους διαβήτη στο έτος 2007, επικαλείται δε και προσκομίζει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού - παραδεκτώς, αφού ενώπιον του Εφετείου επιτρέπονται κατ' αρχήν ακόμα και νέα αποδεικτικά μέσα [άρθρο 529 § 1 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 692/2017 ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 407/2016 ΤΝΠΔΣΑ] - την …2019 βεβαίωση του ενδοκρινολόγου Ζ. Μ. και την από …2017 βεβαίωση της παθολόγου Δ. Κ., οι οποίοι, στις νεότερες αυτές βεβαιώσεις τους αναφέρουν πλέον ότι η ενάγουσα πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη από το έτος 2011. Οι συγκεκριμένες νεότερες βεβαιώσεις και ιδίως του ενδοκρινολόγου Ζ. Μ., ο οποίος είναι και ο θεράπων ιατρός της εκκαλούσας, κρίνονται πειστικές, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι, στα φωτοαντίγραφα του βιβλιαρίου υγείας της εκκαλούσας που προσκομίζει η ίδια, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη εγγραφών πριν το έτος 2011 που να αφορούν σακχαρώδη διαβήτη.
Περαιτέρω, το συμπέρασμα ότι η εκκαλούσα δεν έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη πριν τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης ενισχύεται και από το γεγονός ότι τυχόν τέτοια πάθηση θα είχε πιθανότατα διαπιστωθεί από την εφεσίβλητη (όπως φυσικά και τυχόν νοσογόνος παχυσαρκία της εκκαλούσας) στα πλαίσιο των ιατρικών εξετάσεων στις οποίες είχε υποβάλει την εκκαλούσα πριν τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης, την προσκόμιση μάλιστα των οποίων (εξετάσεων) και γενικώς του σχηματισθέντος ιατρικού φακέλου της εκκαλούσας, η ίδια (εκκαλούσα) ζήτησε (με την έφεση και με τις προτάσεις της) από την εφεσίβλητη, χωρίς η τελευταία να πράξει τούτο. Επιπροσθέτως, το παραπάνω συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη, στα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει με τις προτάσεις της και αφορούν στην άρνησή της να καταβάλει το ασφάλισμα, τα οποία είχαν εκδοθεί πριν την άσκηση της αγωγής - πρόκειται για τις από 15.9.2014 και 2.4.2015 δύο επιστολές της Διεύθυνσης Ασφαλίσεων Ζωής/Τμήμα Αποζημιώσεων Ασφαλίσεων της εφεσίβλητης προς τον αρμόδιο συνεργάτη αυτής στη Θεσσαλονίκη (αντίστοιχα έγγραφα της εφεσίβλητης δεν προσκομίζει η εκκαλούσα) - δεν είχε εκείνη (εφεσίβλητη) κάνει αναφορά σε προϋπάρχοντα της ασφάλισης σακχαρώδη διαβήτη (ούτε σε προϋπάρχουσα παχυσαρκία) της εκκαλούσας, αλλά στο πρώτο μεν έγγραφο η εφεσίβλητη αναφέρει ότι συντρέχει εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω της υδροκεφαλίας της εκκαλούσας, στο δεύτερο δε έγγραφο η εφεσίβλητη αναφέρει ότι δεν συντρέχει μόνιμη ολική ανικανότητα της εκκαλούσας.
Περαιτέρω, όσον αφορά την πιο πάνω δεύτερη ένσταση της εφεσίβλητης, είναι κατά το ένα σκέλος της αλυσιτελής, αφού η αναπηρία της εκκαλούσας, σύμφωνα με την δεύτερη απόφαση του KEΠA (Φεβρουαρίου του 2015), η οποία τελικώς είναι και η κρίσιμη, δεν συναρτάται με την υδροκεφαλία της εκκαλούσας που είχε λάβει χώρα το έτος 1995 - πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα αντιμετώπιζε πλέον το έτος 2009 από τη συγκεκριμένη πάθηση επιπλοκές τέτοιες που να επιδρούν πραγματικά στην αναπηρία της - ενώ κατά τα λοιπά η ίδια ένσταση είναι αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η νοσογόνος παχυσαρκία της εκκαλούσας προϋπήρχε της ασφάλισης, αλλά, αντιθέτως, προέκυψε ότι η συγκεκριμένη πάθηση εμφανίσθηκε μεταγενέστερα στην εκκαλούσα. Κατόπιν όλων των παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή της εκκαλούσας σε βάρος της εφεσίβλητης, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, επομένως, η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535§ 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή - η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρ. 1, 9, 27, 31, 32 ν. 2496/1997, 340, 346, 361, 410 AK... - να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικώς βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη να καταβάλει στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ως ειδική διάδοχο κατά τούτο της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την με επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (απόφαση υπ' αριθ. …2012 θέμα 1ο, της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος και άρθρ. 1 του Παραρτήματος αυτής, ΦΕΚ B' 2209/27.7.2012), τα ποσό των 43.644 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 20.5.2015 (επόμενη ημέρα εκείνης που οχλήθηκε η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη για την καταβολή του ασφαλίσματος)...".
VII. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, καταλήγοντας στην κατάφαση της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφοι 1 και 6 ν. 2496/1997 και 361 Α.Κ. αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της απόρριψης των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας περί: α) συνδρομής περίπτωσης απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη επειδή η εκκαλούσα (και αρχική αναιρεσίβλητη) με δόλο απέκρυψε, κατά την συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου και κατά την κατάρτιση στη συνέχεια της ασφαλιστικής σύμβασης, ότι ήδη έπασχε τότε από σακχαρώδη διαβήτη και από νοσογόνο παχυσαρκία, γεγονότα που ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου. β) συνδρομής περίπτωσης ανικανότητας της εκκαλούσας που εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη σύμφωνα με το άρθρο 4 της συμπληρωματικής ασφάλισης μόνιμης ολικής ανικανότητας, καθόσον πρόκειται για προγενέστερη της ασφάλισης - έστω και αν δηλώθηκε στην Εταιρεία - πάθηση ή σωματική βλάβη, καθώς και τα επακόλουθα και τις επιπλοκές τους, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα το Εφετείο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την κατάφαση της υποχρέωσης της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας προς καταβολή του ασφαλίσματος, και συνεπώς ορθά δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ασφαλισμένης εκκαλούσας και, εν συνεχεία, εν μέρει την αγωγή αυτής. δεχόμενο ανέλεγκτα: 1) ότι από την από 3-1-2019 βεβαίωση του ενδοκρινολόγου Ζ. Μ. (που είναι ο θεράπων ιατρός) και από την από 18-12-2017 βεβαίωση της παθολόγου Δ. Κ. προκύπτει ότι η (αρχική) αναιρεσίβλητη πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη από το έτος 2011, και όχι ήδη από το έτος 2009, οπότε καταρτίσθηκε η ασφαλιστική σύμβαση, γεγονός που ενισχύεται: α) από την μη ύπαρξη εγγραφών προ του 2011 στο βιβλιάριο υγείας αυτής που να αφορούν τον σακχαρώδη διαβήτη, β) από το ότι στις από 15-9-2014 και 2-4-2015 δύο επιστολές της Διεύθυνσης Ασφαλίσεων Ζωής/Τμήμα Αποζημιώσεων της εφεσίβλητης δεν γίνεται αναφορά σε προϋπάρχοντα της ασφάλισης σακχαρώδη διαβήτη, ούτε σε προϋπάρχουσα παχυσαρκία, 2) ότι η αναπηρία της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την από Φεβρουαρίου 2015 απόφαση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α. [Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας], δεν συναρτάται με την υδροκεφαλία που είχε λάβει χώρα το έτος 1995 - πέραν του ότι (με επάλληλη αιτιολογία) δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα αντιμετώπιζε πλέον το έτος 2009 από τη συγκεκριμένη πάθηση επιπλοκές τέτοιες που να επιδρούν πραγματικά στην αναπηρία αυτής, όπως απαιτεί το άρθρο 4 της συμπληρωματικής ασφάλισης, ώστε να χωρήσει εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, και 3) ότι η νοσογόνος παχυσαρκία δεν προϋπήρχε την ασφάλισης, αλλά εμφανίστηκε μεταγενέστερα, και επομένως στο ποσοστό αναπηρίας 72% (κατά συγχώνευση) που έγινε δεκτό από την από Φεβρουαρίου 2015 απόφαση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α. [Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας] ορθά προσμετρήθηκε (συνυπολογίστηκε) για την κατάφαση του ασφαλισμένου κινδύνου ποσοστό 30% από τη νοσογόνο παχυσαρκία. Δεν ήταν υποχρεωμένο δε το Εφετείο να αιτιολογήσει περαιτέρω: α) από που συνήγαγε ότι η ασφαλισμένη δεν είχε εμφανίσει προϋπάρχουσα της ασφάλισης πάθηση και ότι δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης, διότι για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, όπως προεκτέθηκε, οι αιτιολογίες είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και β) για το λόγο που θεώρησε περισσότερο πειστικές τις ιατρικές βεβαιώσεις από 3-1-2019 του ενδοκρινολόγου Ζ. Μ. και από 18-12-2017 της παθολόγου Δ. Κ., από τις οποίες και συνήγαγε ότι η (αρχική) αναιρεσίβλητη πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη από το έτος 2011, παρά το ότι αυτές έρχονται σε αντίφαση με τις παλαιότερες από 11-12-2014 και 12-12-2014 ιατρικές βεβαιώσεις των ίδιων, αντίστοιχα, ιατρών, σύμφωνα με τις οποίες η ανωτέρω ασφαλισμένη εμφάνισε την σχετική πάθηση ήδη από το έτος 2007, διότι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, όπως εν προκειμένω, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, εκτίθεται δε πλήρως και σαφώς στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το τι αποδείχθηκε, με ειδικότερη μάλιστα αιτιολογία από την συνεκτίμηση και έτερων αποδεικτικών μέσων (εγγραφές στο βιβλιάριο υγείας της ασφαλισμένης και από 15-9-2014 και 2-4-2015 δύο επιστολές της Διεύθυνσης Ασφαλίσεων Ζωής/Τμήμα Αποζημιώσεων Ασφαλίσεων της ασφαλιστικής εταιρίας). Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τα οποία η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με τις προαναφερόμενες υπό στοιχεία α) και β) αιτιάσεις. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί συνδρομής λόγων απαλλαγής από την καταβολή του ασφαλίσματος, διότι "όπως απεδείχθη" από τα προσκομιζόμενα με τις προτάσεις της έγγραφα: α) η (αρχική) αναιρεσίβλητη κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης αναληθώς δήλωσε αρνητικά ότι δεν έχει πρόβλημα υγείας, ενώ, όπως ανακαλύφθηκε εκ των υστέρων από την μελέτη των σχετικών ιατρικών εγγράφων, είχε διαγνωστεί ότι αυτή έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου II (ήδη από το έτος 2007), χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και νοσογόνο παχυσαρκία, η δε ασφαλίστρια δεν υποχρεούται να υποβάλλει τον εκάστοτε υποψήφιο ασφαλισμένο σε ιατρικές εξετάσεις για την διαπίστωση της αλήθειας των δηλωθέντων, β) η (αρχική) αναιρεσίβλητη ναι μεν είχε διαγνωστεί με ποσοστό αναπηρίας εν συνόλω 68%, ωστόσο από τις επιμέρους παθήσεις προέκυψε ποσοστό αναπηρίας 20% οφειλόμενο σε υδροκεφαλία - τοποθέτηση βαλβίδας στις 26-4-1995 (σχετική η από 10-3-2014 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α.), ενώ από σχετική ιατρική βεβαίωση (την από …2014 του ιατρού Γ. Δ. Φ.) προέκυψε ότι η ανωτέρω ήταν δυνατό, κατά τον χρόνο εκείνο, να ασκήσει το επάγγελμα της ψυχολόγου. Ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση ότι παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι επαρκείς, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, καθόσον η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά αποδεικτικά μέσα, όπως τα αναφερόμενα, ήτοι: α) ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε η (αρχική) αναιρεσίβλητη και ασφαλισμένη, β) από 10-3-2014 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α. και γ) από …2014 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Γ. Δ. Φ. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό της κρίσης του, δεν κήρυξε απαράδεκτες τις νεώτερες από 18-12-2017 και 3-1-2019 ιατρικές βεβαιώσεις (πρόκειται για τις βεβαιώσεις των ιατρών Δ. Κ. και Ζ. Μ., αντίστοιχα) που προσκομίσθηκαν το πρώτον στον δεύτερο βαθμό από την εκκαλούσα και (αρχική) αναιρεσίβλητη. Ο σχετικός πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της (αρχικής) αναιρεσίβλητης και εκκαλούσας αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε τις ανωτέρω από 18-12-2017 και 3-1-2019 ιατρικές βεβαιώσεις. Το Εφετείο έλαβε υπόψη του κατ' άρθρο 529 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (όπως ρητά διαλαμβάνει) τις εν λόγω προσαγόμενες για πρώτη φορά σ' αυτό ιατρικές βεβαιώσεις και δεν απέκρουσε αυτές, από την λήψη τους δε υπόψη συνάγεται πως δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου αυτών, ενώ δεν απαιτείται να έχει διαλάβει στην απόφαση περαιτέρω ειδική αιτιολογία.
Περαιτέρω ο σχετικός πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι τα αποδεικτικά μέσα, όπως εν προκειμένω οι ιατρικές βεβαιώσεις ως έγγραφα, δεν αποτελούν "πράγματα".
VIII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα του υπεισελθόντος στη θέση της αναιρεσίβλητης Π. - Π. Σ., που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2020 αίτηση της εταιρίας "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΉ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για την αναίρεση της 1038/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του υπεισελθόντος στη θέση της αναιρεσίβλητης Π. - Π. Σ., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ