ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 578/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 578/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 578/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 578 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 578/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την από 17-3-2025 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Βλαχογιάννη (ΑΜ Δ.Σ.Μεσολογγίου ...), που κατέθεσε υπόμνημα στις 20-3-2025.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. ...2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του νυν αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/29-3-2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 64/31-7-2014 μη οριστική και 19/29-1-2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον- εφεσίβλητο- εναγόμενο με την με αρ. κατ. ...2022 αίτησή του, που προσδιορίσθηκε με αρ. δικ. …/22 για τη δικάσιμο της 18-10-2023 , οπότε και ματαιώθηκε λόγω διενέργειας δημοτικών εκλογών και επαναπροσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο νυν αναιρεσίβλητος με την με αρ. κατ. ...2009 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στρεφόμενος κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί εδαφικού τμήματος εμβαδού 3.483,04 τ.μ. μείζονος αγροτεμαχίου έκτασης 9000 τμ, στη θέση … ή … ή … της κτηματικής περιφέρειας … Δήμου … Εκδόθηκαν οι: α) 21/29-3-2011 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, β) 64/31-7-2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που διέταξε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης για εφαρμογή τίτλων κτήσης και γ) 19/29-1-2020 τελεσίδικη-αντιμωλία- του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, διακράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ηττηθέν εναγόμενο-εφεσίβλητο. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. ...2022 (που προσδιορίσθηκε με αρ. δικ. …/22 για τη δικάσιμο της 18-10-2023, οπότε και ματαιώθηκε λόγω διενέργειας δημοτικών εκλογών και επαναπροσδιορίσθηκε με πράξη της Αντιπροέδρου του οικείου Γ' τμήματος για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας) είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης στις 29-1-2020, καθόσον δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε επικαλείται κάποιος διάδικος επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3 και 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η ποσοτική αοριστία, δηλ. όταν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 558 αρ. 8 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η ποιοτική αοριστία, δηλ. όταν το Δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο περί των ανωτέρω αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (Ολ ΑΠ 4/2024, ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 692/2025). Από το δε άρθρο 216 §1 στοιχείο β' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, διαφορετικά το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Σε περίπτωση δε που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το προαναφερθέν στοιχείο ή αυτό περιέχεται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την υπό του Δικαστηρίου της ουσίας απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, όταν πρόκειται περί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής με επίκληση παραγώγου τρόπου κτήσης αυτής, το οποίο ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή, όπου δεν λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο,- οπότε για την περιγραφή του θα αρκούσε η αναφορά μόνο του ΚΑΕΚ (ΑΠ 8/2026, ΑΠ 877/2025, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 1620/2023)-,απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα, τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Η περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο να προκύπτουν, πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 1597/2018). Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο, δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του επιδίκου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1495/2025,ΑΠ 1390/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής, της οποίας-όπως προειπώθηκε- αντικείμενο είναι η αναγνώριση της κυριότητας του (αναιρεσίβλητου) επί τμήματος εμβαδού 3.483,04 τ.μ. μείζονος αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 9.000 τ.μ. ιδιοκτησίας του, που απέκτησε με παράγωγο τρόπο και επικουρικά με έκτακτη χρησικτησία, περιγράφεται τόσο αυτό (επίδικο) ως τμήμα που απεικονίζεται με την ένδειξη Ε2 στο από Ιούνιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Ι. Α. Τ.-που δεν επισυνάπτεται στην αγωγή- που συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη γραμμή-πλευρά μήκους 16,87 γμ +62,87γμ +14,42 γμ με δημόσια δασική έκταση (ιδιοκτησίας Π. Π. κατά τον τίτλο κτήσης του ενάγοντος ), νότια σε τεθλασμένη γραμμή-πλευρά μήκους 65,20 γμ +29,12μ με τμήμα με την ένδειξη Ε1 του άνω τοπογραφικού διαγράμματος, ιδιοκτησίας του ιδίου (ενάγοντος), ανατολικά σε ευθεία γραμμή-πλευρά μήκους 21,76μ με δημόσια δασική έκταση (ιδιοκτησίας Π. Π. κατά τον τίτλο κτήσης του) και δυτικά σε ευθεία γραμμή-πλευρά μήκους 35,00 γμ με δημόσια δασική έκταση (ιδιοκτησίας Μ. Σ. κατά τον τίτλο κτήσης του), το δε μείζον αγροτεμάχιο περιγράφεται με έκταση 9.000 τμ, που βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας … της … και Δήμου …, εκτός οικισμού …, που απεικονίζεται στο από … 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πτυχιούχου Πολιτικού μηχανικού ΤΕ Χ. Σ. -που δεν επισυνάπτεται στην αγωγή- και συνορεύει ανατολικά σε τεθλασμένη γραμμή -πλευρά μήκους 15,31γμ +17,76 γμ +26,51 γμ με ιδιοκτησία Π. Π., βόρεια σε τεθλασμένη γραμμή -πλευρά μήκους 14,42γμ +62,87 γμ +16,87 γμ με ιδιοκτησία Π. Π., δυτικά σε ευθεία γραμμή πλευρά μήκους 92,18 γμ με ιδιοκτησία Μ. Σ. και νότια σε τεθλασμένη γραμμή-πλευρά μήκους 12,76γμ +12,14γμ +29,14 γμ +16,77 γμ +22,98 γμ +13,69γμ με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Ζ. Π. Η ως άνω περιγραφή τόσο του επιδίκου τμήματος, όσο και του μείζονος ακινήτου, είναι επαρκέστατη, διότι εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητά του (επιδίκου) και δεν προκαλείται σύγχυση και αμφιβολία ως προς αυτή και κατά συνέπεια αοριστία της αγωγής, ούσας αδιάφορης για το ορισμένο της συγκεκριμένης αγωγής η μη ενσωμάτωση σε αυτή των τοπογραφικών διαγραμμάτων στα οποία παραπέμπει, αφού εκτίθενται κατά τα ανωτέρω με πλήρη σαφήνεια η θέση, η έκταση, η ιδιότητα και τα όρια κατά προσανατολισμό, διαστάσεις και ονόματα όμορων ιδιοκτητών. Σημειωτέον, ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η αποτύπωση του επιδίκου τμήματος ως Ε2 στο από Ιούνιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Ι. Α. Τ. έγινε από τον ίδιο τον Δασάρχη …, δηλ. υπηρεσία του αναιρεσείοντος, με την ...2001 πράξη χαρακτηρισμού αυτού ως δασικής έκτασης, οπότε δεν γεννάται οιοδήποτε ζήτημα αμφισβήτησης της ταυτότητας του επιδίκου από το εναγόμενο νυν αναιρεσείον, το οποίο με τις ενέργειές του προσδιόρισε το επίδικο. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, απορρίπτοντας την προταθείσα από το εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ένσταση περί αοριστίας της αγωγής ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, γιατί δεν προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου εντός της ευρύτερης έκτασης που απέκτησε η απώτατη δικαιοπάροχός του ενάγοντος Β. χήρα Μ. Σ. το 1925 και ακολούθως το 1935 κατάτμησε η Ζ. Π., δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή ως προς την περιγραφή αυτού και συνεπώς, ο από τους αρ. 14 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης με το ν. 2915/2001. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 535/2019).

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής ή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών (άρθρου 6§2 του ν.2664/1998) αναφορικά με την κυριότητα ακινήτου κείμενου στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (Παλαιό Βασίλειο), στο καθεστώς του οποίου υπάγεται και η Ναύπακτος, ότι το επίδικο περιήλθε κατά κυριότητα σε αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) α) σύμφωνα με τις διατάξεις της από 21-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" σε συνδυασμό με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου του 1830, β) ως δάσος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", γ) ως λιβάδι ή βοσκότοπος δυνάμει του άρθρου 1 του ΒΔ της 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής για τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", δ) με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ε) ως αδέσποτο δυνάμει του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" και στ) ότι ακριβώς επειδή είναι δημόσιο κτήμα είναι και ανεπίδεκτο χρησικτησίας, συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (ΑΠ 1873/2025, ΑΠ 1596/2025, ΑΠ 771/2021, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1527/2014). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο να επικαλεσθεί παραδεκτά με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατ' άρθρα 237 και 262 του ΚΠολΔ και να αποδείξει και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 148/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης την πλημμέλεια εκ του αρ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι αν και επανέφερε στο εφετείο τους προταθέντες και πρωτοδίκως ισχυρισμούς ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα και ως τέτοιο ανεπίδεκτο χρησικτησίας, περιήλθε δε στην κυριότητά του σύμφωνα με τις διατάξεις της από 21-7-1832(και όχι 9-7-1835, όπως αναγράφεται στις προτάσεις του εναγομένου) Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" σε συνδυασμό με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου του 1832, άλλως ως δάσος, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και άλλως ως αδέσποτο, το Εφετείο κακώς τους απέρριψε επιρρίπτοντας το βάρος της απόδειξής τους στο εναγόμενο- εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ έπρεπε να τους δεχθεί, καθόσον- κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος- δεν πρόκειται για ένσταση, αλλά για αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όφειλε ο ενάγων-εκκαλών να αποδείξει ότι το επίδικο δεν είναι δημόσιο κτήμα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη αφού πρόκειται για ένσταση, της οποίας το βάρος απόδειξης φέρει το ενιστάμενο.

IVα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006,ΟλΑΠ 36/88). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1428/2025, ΑΠ 1011/2007).

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 1389/2025, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018).

IVβ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 9/2011, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 999/2019). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).

IVγ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Με το πρώτο (Α`) Πρωτόκολλο των Μεγάλων Δυνάμεων (Ρωσίας, Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας) της 3 Φεβρουαρίου/22 Ιανουαρίου 1830 του Λονδίνου "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" οριστικοποιήθηκε το αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Με δύο νέα Πρωτόκολλα της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου του 1830, γνωστά ως "ερμηνευτικά", την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", αλλά και το Πρωτόκολλο Οριοθεσίας Στερεάς και Νήσων, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προσδιορίσθηκε η έκταση της ιδιωτικής και δημόσιας γαιοκτησίας στις περιοχές του νεοσύστατου νεοελληνικού κράτους (Παλαιό Βασίλειο), μεταξύ των οποίων και η Ναύπακτος. Έτσι, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν κατ' αμάχητο τεκμήριο με δικαίωμα πολέμου οι εκτάσεις που εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από τον Σουλτάνο (δημόσιες γαίες), οι οποίες κατά την διάρκεια του πολέμου καταλήφθηκαν manu millitari (δια της βίας) και δημεύτηκαν, καθώς και όσες, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ανήκαν σε μουσουλμάνους, καταλήφθηκαν και στη συνέχεια δημεύτηκαν ή εγκαταλείφθηκαν από τους αναχωρήσαντες από την τότε ελληνική επικράτεια μουσουλμάνους πρώην κυρίους τους και παρέμειναν αδέσποτες (ΑΠ 472/1899), όχι όμως και όσες γαίες κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από χριστιανούς- έλληνες το γένος- με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ΑΠ 1870/2025, ΑΠ 781/2016).

IVδ. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ` όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν. ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση ή λιβάδια, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 1075/2024, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 384/2021, ΑΠ 773/2020). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση η λιβάδι με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915 από ιδιώτη, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 2§1 του ΑΝ 1539/1938 κατά την οποία "1.Επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής" (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 479/2015).
Συνεπώς, με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασών, δασικών εκτάσεων και λιβαδιών. Τέλος , κατά το γράμμα και το πνεύμα της ως άνω τελευταίας διάταξης καθώς και της § 3 του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με το οποίο "Μόνη (δε) η ύπαρξις οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτήν ως διακατοχική πράξις", αυτές (διατάξεις) προϋπόθεση για εφαρμογή των ρυθμίσεών τους θέτουν το ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα, δηλονότι για ακίνητο η επί του οποίου κυριότητα έχει αποκτηθεί κατά κάποιο νόμιμο τρόπο από το Δημόσιο (ΑΠ 1260/1998) και παραμένει σε αυτό κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (ΑΝ 1539/1938).

IVε. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου: "Με το .../1998 συμβόλαιο του συμβ/φου … Α. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου (τ. … και α/α …), ο Μ. Σ. του Ν. μεταβίβασε στον ενάγοντα λόγω πώλησης την κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας … του Δήμου … (από παραδρομή αναγράφηκε …), εκτάσεως 9.000 τ.μ., που εμφαίνεται στο από Φεβρουάριου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ΤΕ Χ. Σ. με τα στοιχεία 2-3-4-5-6-7-8-26-25-27-14-13-10-9-2 και συνορεύει ανατολικά και βόρεια με ιδιοκτησία Π. Π., δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Σ. και νότια με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Ζ. Π. Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο του ενάγοντα από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1961 πατέρα του Ν. Σ. του Μ., με βάση την …/1961 δημόσια διαθήκη του που συνέταξε ο τ. συμβ/φος … Π. Λ. και δημοσιεύθηκε με το …/1961 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε αυτός (δικαιοπάροχος ενάγοντος) με την …/1982 πράξη αποδοχής του τ. συμβ/φου … Ι. Π. - Ι., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … (τ. … και α/α …), όπως αυτή συμπληρώθηκε με την …/1998 πράξη του συμβ/φου … Α. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τ. … και α/α …).

Στον Ν. Σ. του Μ. το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει με άτυπη δωρεά από την κυρία αυτού αδελφή του Ζ. συζ. Ι. Π. κατά το έτος 1935 περίπου, στην τελευταία δε είχε περιέλθει με το …/1925 συμβόλαιο του συμβ/φου … Ι. Τ., που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα παραπάνω βιβλία μεταγραφών (τ. … και α/α …), από αγορά από τη μητέρα της Β. χα Μ. Σ., ως αγρός ξηρικός 5 στρεμμάτων μετά του συνεχομένου αυτού αγριδίου 2 στρεμμάτων. Στην τελευταία το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1890 πατέρα της Ν. Λ. Από την παραπάνω αδιάκοπη σειρά τίτλων, εφόσον είτε τα προηγούμενα συμβόλαια αναφέρονται στα επόμενα είτε προκύπτει από αυτά διαδοχή στα πρόσωπα των εκάστοτε ιδιοκτητών, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται σε όλους τους προαναφερόμενους τίτλους. Στο συμπέρασμα άλλωστε αυτό κατέληξε και η πραγματογνώμονας με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Να σημειωθεί ότι στην παραπάνω διαθήκη το ακίνητο αναφέρεται εμβαδού 1,5 στρεμμάτων, στην δε αρχική πράξη αποδοχής κληρονομίας (23.638/1982) 1,5 στρεμμάτων ή όσης έκτασης μείζονος ή ελάσσονος και αν είναι. Σύμφωνα όμως με την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης η αναφορά του εμβαδού αυτού στους παραπάνω τίτλους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν συνοδεύονται από τοπογραφικά διαγράμματα, με βάση δε τα υλοποιημένα όρια του ακινήτου το εμβαδόν αυτού ανέρχεται σε 9.073,10 τ.μ., η δε διαφορά από τα 9.000 τ.μ., που αναφέρεται ως εμβαδόν του ακινήτου στο παραπάνω .../1998 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο είναι ελάχιστη και εντός των ορίων του επιτρεπτού σφάλματος.

Εξάλλου η αναφορά στις παραπάνω δημόσια διαθήκη και …/1982 πράξη αποδοχής κληρονομίας ότι το ακίνητο δυτικά συνορεύει με ιδιοκτησία Ι. Λ., ενώ στην συμπληρωματική - διορθωτική …/1998 πράξη αποδοχής κληρονομιάς αναφέρεται ότι δυτικά συνορεύει με ιδιοκτησία Μ. Σ., δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα του ακινήτου αυτού, όπως εκτιμάται ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου, αφού από το έτος 1961 ή το έτος 1982 έως το έτος 1998 είναι δυνατόν να άλλαξε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του όμορου ακινήτου. Επίσης να σημειωθεί ότι με την παραπάνω διαθήκη ο διαθέτης καταλείπει το παραπάνω ακίνητο στον υιό του "Μ." και όχι "Μ.", όπως ονομάζεται ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος. Όπως όμως προκύπτει από τα από 19-9-2019 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του Δήμου … ο Ν. Σ. του Μ. δεν είχε υιό με το όνομα "Μ.", αλλά υιό με το όνομα "Μ." ή "Μ.".
Συνεπώς είναι προφανές ότι από παραδρομή στην παραπάνω διαθήκη αναγράφηκε το όνομα "Μ." αντί "Μ.".

Περαιτέρω η προαναφερόμενη Β. χα Μ. Σ., αφότου το παραπάνω ακίνητο περιήλθε σ' αυτή το 1890 υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά του δικαιοπαρόχου της ασκώντας σ' αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, που ασκούσε επ' αυτού και ο δικαιοπάροχος της Ν. Λ. ήδη πριν από το 1885 και συγκεκριμένα καλλιεργούσαν και έβοσκαν τα ζώα τους στο καλλιεργήσιμο τμήμα αυτού και είχαν τις σταυλικές τους εγκαταστάσεις στο μη καλλιεργήσιμο τμήμα αυτού, που βρισκόταν σε πρανές, καθάριζαν και επιτηρούσαν αυτό. Το ίδιο έπραξαν και οι μνημονευόμενοι στα παραπάνω συμβόλαια ως αποκτήσαντες μεταγενέστερα το ακίνητο αυτό, ήτοι οι Ζ. συζ. Ι. Π., Ν. Σ. του Μ. και Μ. Σ. του Ν., άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, μέχρι το χρόνο που καθένας αυτών μεταβίβαζε το ακίνητο στον επόμενο, ο τελευταίος μάλιστα είχε φυτέψει σ' αυτό ελιές και αμυγδαλιές και καλλιεργούσε σιτάρι στο καλλιεργήσιμο τμήμα, ενώ στο μη καλλιεργήσιμο διατηρούσε τα μαντριά του. Επιπλέον και ο ενάγων από το χρόνο που απέκτησε αυτό το επέβλεπε και το προστάτευε. Περί όλων αυτών κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος, ο οποίος ως υιός του άμεσου δικαιοπαρόχου του, είχε προσωπική αντίληψη για τις πράξεις νομής του πατέρα του και του ενάγοντος, ενώ κατέθεσε ότι πρόγονοί του απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - το νέμονταν από 100-150 έτη (ήτοι από το 1860) με τις παραπάνω πράξεις. νομής. Για τις ίδιες πράξεις νομής ήδη από Β. χα Μ. Σ., αναγόμενες στο έτος 1890, κατέθεσαν και οι μάρτυρες .... Επίσης από το γεγονός ότι η Β. χα Μ. Σ. από το 1890, ως κληρονόμος του πατέρα της Ν. Λ., ο οποίος το κατείχε πριν από το έτος αυτό (τουλάχιστον από 150 έτη, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, που ανάγονται στο έτος 1860), προέβη σε μεταβίβαση του ακινήτου με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, αποδεικνύεται ότι αυτή κατείχε και κυρίευε αυτό, με αποτέλεσμα όλοι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος να καταστούν συγκύριοι τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι από το έτος 1885 τουλάχιστον (εφόσον και κατά το προγενέστερο δίκαιο υπήρχε η δυνατότητα συνυπολογισμού του χρόνου νομής και των δικαιοπαρόχων) έως την 11-9-1915 παρήλθε ο απαιτούμενος κατά το προϊσχύσαν δίκαιο χρόνος των 30 ετών για την απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου με τον ανωτέρω πρωτότυπο τρόπο από την Β. χα Μ. Σ. Επομένως ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Μ. Σ. του Ν., αλλά και οι προηγούμενοι δικαιοπάροχοί του, από την προαναφερόμενη περιέλευση της νομής του ακινήτου σ' αυτούς, η οποία ανάγεται τουλάχιστον στο έτος 1885, ασκούσαν επ' αυτού συνεχώς και αδιάκοπα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 150 ετών, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτού και χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ το δικαίωμα κυριότητάς τους, όλες τις παραπάνω πράξεις που προσιδίαζαν σ' αυτό, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας και εικοσαετίας, με αποτέλεσμα τόσο ο άμεσος όσο και απώτεροι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος να έχουν καταστεί κύριοι του ακινήτου τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία.
Συνεπώς και ο ενάγων, ως αποκτήσας από κύριο, απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση στο χρόνο νομής του και αυτού των δικαιοπαρόχων του, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν αναγκαίο να έχει συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, εφόσον το ακίνητο αυτό δεν είχε ποτέ, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, δασικό χαρακτήρα, γεγονός που και το εναγόμενο συνομολογεί ως προς το καλλιεργήσιμο τμήμα αυτού. Ειδικότερα ο ενάγων από την περιέλευση της νομής του ακινήτου σ' αυτόν, προστάτευε και επέβλεπε αυτό, χωρίς ποτέ το εναγόμενο να αμφισβητήσει το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού.

Περαιτέρω το Δασαρχείο Ναυπάκτου, σε απάντηση της από 29-6-2000 αίτησης του ενάγοντος με την οποία ζητούσε τον χαρακτηρισμό ως δασικού ή μη του παραπάνω ακινήτου, εξέδωσε την ...2001 πράξη του, με την οποία προέβη σε χαρακτηρισμό ως δασικής έκτασης του βορείου τμήματος του παραπάνω ακινήτου, που αντιστοιχεί στο μη καλλιεργήσιμο τμήμα αυτού, εμβαδού 3.483,04 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο από Ιουνίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Τ., που συνόδευε την παραπάνω αίτηση, με την ένδειξη τμήμα Ε2, με στοιχεία 25-26-8-7-Γ-Β-Α-25, που συνορεύει, κατά την πράξη χαρακτηρισμού, βόρεια με δημόσια δασική έκταση (ιδιοκτησία Π. Π. κατά τον τίτλο κτήσης του),νότια με τμήμα με την ένδειξη Ε1 ιδιοκτησία (το υπόλοιπο τμήμα του παραπάνω ακινήτου) του ενάγοντος, ανατολικά με δημόσια δασική έκταση (ιδιοκτησία Π. Π. κατά τον τίτλο κτήσης του) και δυτικά με δημόσια δασική έκταση (ιδιοκτησία Μ. Σ. κατά τον τίτλο κτήσης του). Παράλληλα ο Δασάρχης … με το ...2001 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής απέβαλε τον ενάγοντα από την εν λόγω έκταση. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ο ενάγων άσκησε την από 5-11-2001 ανακοπή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου, το οποίο με την 33/2002 απόφασή του έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε το πρωτόκολλο, δεχόμενο ότι η έκταση αυτή ουδέποτε αποτελούσε δασική έκταση και ανήκε πάντα στους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και στη συνέχεια στον ίδιο. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 47/2004 απόφαση, με την οποία επικυρώθηκε το παραπάνω πρωτόκολλο, με την παραδοχή ότι το επίδικο αποτελούσε δασική έκταση και ουδέποτε περιήλθε στη νομή των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και συνεπώς ούτε στον ίδιο. Παράλληλα ο ενάγων κατά της προαναφερόμενης πράξης χαρακτηρισμού του Δασαρχείου … άσκησε την από 10-12-2001 προσφυγή-αντιρρήσεις- ένσταση ενώπιον της αρμόδιας Α/θμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων (άρθρου 10 Ν. 998/1979). Η εν λόγω Επιτροπή με την 2/2002 απόφασή της, η οποία κατέστη τελεσίδικη (βλ. την ...2003 βεβαίωση του Δασάρχη …), έκανε δεκτή την ανωτέρω ένσταση και ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη χαρακτηρισμού, δεχόμενη ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική. Να σημειωθεί ότι το έτος 1985 σημειώθηκε πυρκαγιά στην περιοχή του επίδικου και στο ίδιο το επίδικο, αυτό όμως δεν κηρύχθηκε αναδασωτέο. Αυτό έγινε πρώτη φορά με την …2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Π.Δ.Ε, η οποία ωστόσο, ενόψει και μετά την τελεσιδικία της παραπάνω 2/2002 απόφασης της Α'θμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων, ήρθη με την …2006 απόφαση της Δ/νσης Δασών Αιτωλ/νίας της Περιφέρειας Δυτ. Ελλάδος (ΦΕΚ …2006 τεύχος Δ). Στο ίδιο συμπέρασμα άλλωστε, περί του μη δασικού δηλαδή χαρακτήρα του επιδίκου καταλήγει μετά από αυτά και ο τεχνικός σύμβουλος του εναγομένου στην προαναφερόμενη έκθεσή του, αλλά συνομολογεί και το εναγόμενο, το οποίο με τις προτάσεις του της παρούσας δίκης, απλώς ισχυρίζεται ότι το επίδικο δεν εμπίπτει στους τίτλους του ενάγοντος και ειδικότερα ότι η Ζ. Π. δεν παραχώρησε άτυπα τμήμα αγροτεμαχίου στον Ν. Μ. Σ. και από αυτό το τμήμα είναι και το επίδικο. Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενόψει της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και γενικώς όλων όσων προαναφέρθηκαν. Επίσης ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το τοπογραφικό που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη δεν ταυτίζεται, διότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις με το από Ιουνίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Τ., το οποίο ο ενάγων είχε καταθέσει στο Δασαρχείο για την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού, καθώς και με το τοπογραφικό της έκτασης του επιδίκου τμήματος της απόφασης άρσης αναδασωτέας έκτασης, επικαλούμενο την από 14-1-2019 έκθεση τεχνικού συμβούλου του Α. Σ., δασολόγου- περιβαλλοντολόγου του Δασαρχείου …, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται (ούτε στον ισχυρισμό ούτε στην έκθεση τεχνικού συμβούλου) σε τι συνίστανται οι διαφοροποιήσεις του τοπογραφικού διαγράμματος της πραγματογνώμονος με αυτό του πολ. μηχανικού Ι. Τ., καθώς και ποια συνέπεια έχει το γεγονός αυτό, αν ήθελε θεωρηθεί αληθές. Επίσης το γεγονός ότι, όπως εκθέτει το εναγόμενο, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι στο τοπογραφικό που συνοδεύει την προαναφερόμενη απόφαση άρσης αναδασωτέας, βόρεια το επίδικο φέρεται να συνορεύει με μη δασική ιδιοκτησία (Π. Π.), ενώ αυτό είναι εν μέρει αληθές, καθώς στο τοπογραφικό φαίνεται η παραπάνω έκταση να συνορεύει και με δασικές εκτάσεις και από παραδρομή στο σώμα της απόφασης δεν μνημονεύονται οι δασικές εκτάσεις, δεν ασκεί καμιά επιρροή ούτε στον χαρακτήρα του επιδίκου ως μη δασικής έκτασης, ούτε ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτού.
Συνεπώς, εφόσον το επίδικο αποτελεί τμήμα του παραπάνω ακινήτου και συγκεκριμένα το βόρειο, μη καλλιεργήσιμο, τμήμα αυτού, ανήκει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στην κυριότητα του ενάγοντος, απορριπτομένων των ισχυρισμών του εναγομένου ότι το ακίνητο αυτό ανήκει στην κυριότητά του που αποκτήθηκε λόγω του αποτελούντος τεκμήριο κυριότητας χαρακτήρα αυτού ανέκαθεν ως δημόσιας δασικής έκτασης, ή ως λιβαδιού ή ως βοσκότοπου, ή ως διαδόχου του τουρκικού δημοσίου δυνάμει της από 9-7-1835 (ενν.9-7-1832) συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των 6-6/7-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ή ότι το ίδιο νεμόταν αυτό με διανοία κυρίου και έτσι έγινε κύριο με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία ή ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο, καθώς κανένας από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν αποδείχθηκε." Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των Πρωτοκόλλων της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου του 1830, της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" (που αφορά τα αδέσποτα) και του άρθρου 2§1και 3 του ν.1539/1938, αλλά εφάρμοσε τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου που αφορούν την κτήση κυριότητας πριν την εισαγωγή του ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του ΑΚ για το μετέπειτα διάστημα που αφορούν την κτήση κυριότητας με σύμβαση, αλλά και με χρησικτησία , καθόσον με πλήρεις, σαφείς και διόλου αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του: Α) 'Οτι το επίδικο ουδέποτε ήταν δάσος ή δασική έκταση ή λιβάδι ή βοσκότοπος, αλλά εμπίπτει σε μία μεγαλύτερη καλλιεργήσιμη έκταση, εμβαδού 9000 τμ το βόρειο τμήμα αυτής, που ταυτίζεται με το επίδικο, δεν ήταν καλλιεργήσιμη καθώς βρισκόταν σε πρανές, πλην όμως σε αυτό οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - νυν αναιρεσίβλητου διατηρούσαν τις σταυλικές τους εγκαταστάσεις (μαντριά) και ότι το πρώτον με την ...2001 πράξη του Δασάρχη …-που αποτέλεσε την αιτία για την εν λόγω δίκη- χαρακτηρίσθηκε ως δασική έκταση, πλην όμως με την 2/2002 τελεσίδικη απόφαση της αρμόδιας Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων (άρθρου 10 Ν. 998/1979). ακυρώθηκε ταύτη με την αιτιολογία ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική. Ομοίως ουδέποτε έως το 2001 κηρύχθηκε το επίδικο αναδασωτέο, παρά μόνο το πρώτον με την …2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Π.Δ.Ε. κηρύχτηκε τέτοιο, η οποία (απόφαση) ήρθη με την …2006 απόφαση της Δ/νσης Δασών Αιτωλοακαρνανίας της Περιφέρειας Δυτ. Ελλάδος (ΦΕΚ 824/19-9-2006 τεύχος Δ).

Β) Ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτό περιήλθε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά κυριότητα με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", αλλά ούτε δυνάμει του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", ως ανήκον επί τουρκοκρατίας στον Σουλτάνο ή σε μουσουλμάνο που καταλήφθηκε με τα όπλα κατά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ή σε μουσουλμάνο που το εγκατέλειψε λόγω της αποχώρησής του από το έδαφος του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, οπότε ουδέποτε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, αλλά ανέκαθεν είναι ιδιωτικό ακίνητο.

Και

Γ) Με επάλληλη δε σκέψη ότι ακόμη και αν υπήρξε δημόσιο κτήμα κατά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, αυτό εξέφυγε της δημόσιας κτήσης ήδη πριν την 11-9-1915, καθόσον αποδείχθηκε ότι πολύ πριν από το 1885 το ενέμετο ο Ν. Λ., που απεβίωσε το 1890 και κληρονομήθηκε από τη θυγατέρα του Β. χήρα Μ. Σ., η οποία υπεισήλθε στη διοίκηση και διαχείριση της κληρονομίας, συνέχισε δε να το νέμεται αυτή με καλή πίστη, δηλ. με την πεποίθηση ότι είναι κυρία, αφού ουδείς την ενόχλησε ή την αμφισβήτησε, μέχρι το 1925 που το μεταβίβασε λόγω πώλησης στην Ζ. Π. με το …/1925 συμβόλαιο του τ. συμβολαιογράφου … Ι. Τ.

Η Β. χήρα Μ. Σ. κατέστη κυρία και με έκτακτη χρησικτησία του ΒΡΔ, με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της, ως καθολική διάδοχος του Ν. Λ. και συγκεκριμένα εξουσίαζε αυτό με υλικές εμφανείς πράξεις, όπως καλλιέργεια και εγκατάσταση μαντριού, επί τριακονταετία που είχε συμπληρωθεί στις 11-9-1915. Κατόπιν τούτων, ο 3ος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται κατά το πρώτο σκέλος του την πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή η προσβαλλομένη δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2§1 και 3 του ν. 1539/1938, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται νομέας των δημοσίων κτημάτων, είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη δέχθηκε κατά τα ανωτέρω ότι το επίδικο ουδέποτε ήταν δημόσιο κτήμα ,αλλά ακόμη και αν ήταν κατά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, έπαυσε να είναι ήδη από 11-9-1915 λόγω της κτήσης κυριότητας αυτού από την Β. χήρα Μ. Σ. με έκτακτη χρησικτησία του ΒΡΔ. Ομοίως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος (3ος) και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο το αναιρεσείον επικαλούμενο τις πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις περί ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των διατάξεων 27 (Πανδ.18.11), 18§3, 48 Πανδ.(41.3), 11Πανδ(61.4), 5§5, 1(41.10) και 109 Πανδ(50.16) επειδή δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την καλή πίστη των απώτατων δικαιοπαρόχων του ενάγντος, Ν. Λ. και Β. χήρας Μ. Σ. Και τούτο διότι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η προσβαλλομένη ρητά αναφέρει ότι ενέμοντο με καλή πίστη, δηλ. με την πεποίθηση ότι είναι κύριοι, αφού ασκούσαν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού (καλλιέργεια, εγκατάσταση μαντριών) χωρίς οιοσδήποτε να τους ενοχλήσει ή να τους αμφισβητήσει την κυριότητα, εξάλλου το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ουδόλως επικαλέσθηκε το οιοδήποτε πραγματικό περιστατικό που ανέτρεπε αυτή την πεποίθηση. Τέλος, ο 4ος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο την πλημμέλεια εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή η προσβαλλομένη δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου του 1830, της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" είναι αλυσιτελής, αφού η προσβαλλομένη δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία, η οποία δεν επλήγη με επιτυχία κατά τα ανωτέρω, ότι ακόμη και αν το επίδικο ήταν αρχικά δημόσιο κτήμα (κάτι που ρητά δεν δέχθηκε η προσβαλλομένη) αυτό εξέφυγε της δημόσιας κτήσης πριν από την 11η-9-1915.

V. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η με αρ. κατ. ...2022 αίτηση για αναίρεση της 19/29-1-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου , λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. ...2022 αίτηση για αναίρεση της 19/29-1-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή