Απόφαση 582 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 582/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζ. Ε. Π., το γένος Ξ. και Ε. Χ. ή Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Πετουσάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2023 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-7-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31-7-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 63/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου, ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της αριθμ. 45/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, που είχε δεχθεί, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, ερειδόμενη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) και το σωρευόμενο αίτημα για διόρθωση εσφαλμένων κτηματολογικών εγγραφών. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 771/2021, Α.Π 1125/2018). Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αγωγής, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται στις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (Α.Π. 860/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια αυτής συνισταμένης στο ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την περί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγή των επίδικων ακινήτων, επειδή αυτά (επίδικα) δεν περιγράφονται με ακρίβεια κατά θέση εντός της μείζονος έκτασης που φέρεται ότι περιήλθε στους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, αλλά ούτε και το μείζον ακίνητο προσδιορίζεται κατά θέση έκταση και όρια, μολονότι είχε προβάλλει τη σχετική ένσταση με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της από 20-5-2020 έφεσής του. Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός του προτάθηκε, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις προτάσεις του, ενώ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων που αυτό κατέθεσε νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14-11-1913 περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "Περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσης, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη, μετά την 1-12-1913 , αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, στις 22-11-1897 με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης η Κρήτη που κατεχόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, Ρωσία), αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του Πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της με την υπόλοιπη Ελλάδα (1-12-1913) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 1 παρ. 1 του ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα. Παρά δε την κατά τα ανωτέρω ενδιάμεση αυτονομία της και τη διατήρηση, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 147/1914, της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα με τους εκεί αναφερόμενους περιορισμούς, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται ότι κατέστη διάδοχο του νομικού προσώπου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι της Κρητικής Πολιτείας, όπως άλλωστε εν γένει συνέβη με την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με συνέπεια οι δημόσιες γαίες της να θεωρούνται ότι ανήκουν, κατ' αρχήν, στο Ελληνικό Δημόσιο. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του από 3/4-10-1906 διατάγματος της Κρητικής Πολιτείας περί διαδοχής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο "Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχο του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κείμενους Κρητικούς Νόμους", καθώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε άλλα ζητήματα και όχι στο ζήτημα των εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, επί των οποίων, κατ' εφαρμογήν των ως άνω ειδικών διατάξεων ως προς τις προαναφερόμενες δημόσιες γαίες, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, (Α.Π.384/2025, Α.Π. 1165/2024, Α.Π. 706/2023, Α.Π. 569/2023). Κατά το προϊσχύσαν του Κρητ. Α.Κ., Οθωμανικό δίκαιο και δη τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Α.Κ. ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια - "mulk" δηλ. οικόπεδα, σπίτια και γενικά οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις ), όσο και για τις δημόσιες γαίες (εραζί εμιριγιέ - "arazi-i empiriye").
Εξάλλου, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, στις οποίες περιλαμβάνονταν τα χωράφια, λειμώνες, χειμερινές και θερινές βοσκές , δάση και παραπλήσι , ανήκαν κατά κυριότητα (ρεκαμπέ) στο Οθωμανικό Κράτος, ενώ η εξουσίαση (τεσσαρούφ - "tassaruf"), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και την χορήγηση σχετικού έγγραφου τίτλου (αποδεικτικού και όχι συστατικού), ονομαζομένου ταπί ("tapu"), το οποίο έφερε το μονόγραμμα (τουγρά - "tugra") του Σουλτάνου. Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (Α.Π. 8/2024, Α.Π. 957/2023). Κατά συνέπεια δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος εξουσίασης που διέδραμε υπό το κράτος της Oθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 384/2025, Α.Π. 957/2023, Α.Π. 1983/2022).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται α) σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και β) σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, περί των οποίων ρητώς ορίζεται, με το άρθρο 302 του Κρητ. Α.Κ., ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς. Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 του Κρητ. Α.Κ. και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ούτε οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 200 του Κρητ. Α.Κ., όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Επιπλέον, ο Κρητ. Α.Κ. θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία και δη για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που απαιτείται από τον νόμο αυτό για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για την χρησικτησία και ότι, εάν, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για την συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η, κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (Α.Π. 384/2025, Α.Π. 1541/2021, Α.Π. 1343/2015). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του Κρητ. Α.Κ. "Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής." και κατά το άρθρο 294 αυτού "Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις."
Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του Κρητ. Α.Κ. προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά την στιγμή της διαδοχής, από δε τη διάταξη του άρθρου 302 του Κρητ. Α.Κ. προκύπτει ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτή, τα δημόσια κτήματα. Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν. δ. 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον έως την ισχύ του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν ήδη από της ισχύος του ν. ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν από τις 11-9-1915. Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από τον χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητ. Α.Κ. (23-7-1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δημόσιας γαίας του Oθωμανικού δικαίου, μεταξύ των οποίων δάση, χορτολιβαδικές εκτάσεις κλπ και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν το αργότερο έως τις 11-9-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου μεν περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο έναρξης ισχύος του Κρητ. Α.Κ. (23-7-1904), δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το έτος 1889 και συμπλήρωση εικοσαετούς νομής το νωρίτερο το έτος 1909, προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του Κρητ. Α.Κ., δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το έτος 1899 και συμπλήρωση δεκαετούς νομής το νωρίτερο το έτος 1909 (Α.Π. 1541/2021, Α.Π. 1345/2015).
Εξάλλου, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δηλ. είτε με μεταβιβαστική σύμβαση κατ' άρθρον 1033 Α.Κ., είτε με κληρονομική διαδοχή (κατ' άρθρα 1710 επ, 1846, 1193 και 1198 Α.Κ.), απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο μεταβιβάζων ή ο κληρονομούμενος, αντίστοιχα, να είναι κύριος του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της εμπράγματης σύμβασης και της μεταγραφής της ή αντίστοιχα κατά τον χρόνο του θανάτου (επαγωγής), χωρίς να είναι αναγκαίο να απέκτησε τούτος την κυριότητα με επίσης παράγωγο τρόπο, αρκούσης της κτήσης και με πρωτότυπο τρόπο (π.χ. χρησικτησία) (Α.Π. 1780/2024, Α.Π. 111/2020). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α K.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 9/2016, Α.Π. 322/2022, Α.Π. 1366/2021, Α.Π. 491/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Η ενάγουσα είναι συγκυρία κατά ποσοστό 16,67% ή 6/36 εξ αδιαιρέτου, πέντε (5) ακινήτων κειμένων στην κτηματική περιφέρεια της Τοπικής Κοινότητος Ρουσσοσπιτίου, Δημοτικής Ενότητας Ρεθύμνου, Δήμου Ρεθύμνου, Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου Κρήτης, στις ειδικότερες θέσεις που θα αναφερθούν κατωτέρω, εκτός ορίων οικισμού και εντός ΓΠΣ Ρεθύμνου, περιοχή ΠΕΠ 1 α, εμφαίνονται δε και περιγράφονται στα από Σεπτέμβριος 2017 τοπογραφικό διάγραμμα κι από Σεπτέμβριος 2017 διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του τοπογράφου μηχανικού Ε. Θ. Ειδικότερα: Α) το πρώτο εξ αυτών βρίσκεται στις θέσεις "…-…-…", έχει έκταση 140.076,41 τ.μ. ... (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου) Β) το δεύτερο εξ αυτών βρίσκεται στις θέσεις "…-…-…" έχει έκταση 18.661,54 τ.μ. ... (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου) Γ) το τρίτο εξ αυτών βρίσκεται στις θέσεις "…, … - … - … - … - …", έχει έκταση 324.229,97 τ.μ. (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου), Δ) το τέταρτο εξ αυτών βρίσκεται στη θέση "…", έχει έκταση 14,137,03 τ.μ. ... (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου) και Ε) Το πέμπτο εξ αυτών βρίσκεται στη θέση "…", έχει έκταση 115.562,36 τ.μ. ... (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου). Τα ως άνω πέντε (5) ακίνητα καθώς και ένα συνεχόμενο ακίνητο εμβαδού 672 στρεμμάτων αποτελούσαν ενιαία έκταση εμβαδού 1.378.107 τ.μ., περιήλθαν δε στη συγκυριότητα της ενάγουσας κατά το ως άνω ποσοστό των 16,67% (ή 6/36) εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα της Ξ. Χ. του Γ. και της Ε., ο οποίος απεβίωσε στις …1979 στο Ρέθυμνο χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε απ' αυτήν (ενάγουσα) καθώς και από την Ε.- Ε. συζ. Ι. Χ., το γένος Ξ. και Ε. Χ. και από τον Γ. - Ν. Χ. του Ξ. και της Ε., κατά ποσοστό 6/36 εξ αδιαιρέτου από καθένα. Την κληρονομιά αυτή η ενάγουσα αποδέχθηκε τμηματικά (ως προς την ποσοστιαία αναλογία): α) κατά το ποσοστό των 4/36 ή 11,1% εξ αδιαιρέτου δυνάμει της με αριθμό ...1980 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας της τέως συμβολαιογράφου … Σ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο Ρεθύμνης στον τόμο … με αύξοντα αριθμό μεταγραφής … και β) κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 2/36 ή 5,5% εξ αδιαιρέτου δυνάμει της με αριθμό ...1990 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου … Μ. Π. - Ψ., όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. ...1992 (συμπληρωματική) πράξη αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν και οι δύο νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Ρεθύμνης στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής … Στον πατέρα της ενάγουσας περιήλθε το ως άνω ποσοστό ως εξής: α) Κατά τα 12/36 από κληρονομιά του πατέρα του Γ. Χ. του Ι. (παππού της ενάγουσας), δυνάμει της με αριθμ. ...1937 δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου … Ι. Π., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, όπως προκύπτει από το με αρ. ...1937 Πρακτικό Δημόσιας συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου. Με την ως άνω διαθήκη του όρισε να λάβει εφ' όρου ζωής της η θυγατέρα του Σ. την επικαρπία του όλου ακινήτου (των 1.378.107 τ.μ.) και την ψιλή κυριότητα καθένα από τα υπόλοιπα τρία τέκνα του ήτοι οι: α) Ξ. Χ., β) Γ. Χ. και γ) Χ. Χ. χα Μ. Κ., ήτοι το ποσοστό των 12/36 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας έκαστο τέκνο του (12/36+ 12/36+ 12/36= 36/36). Στην συνέχεια …1973 απεβίωσε η Σ. Χ. του Γ., άγαμη και χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε ενώθηκε το δικαίωμα της επικαρπίας της με το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας των παραπάνω ψιλών κυρίων (Ξ. Χ., Γ. Χ., Χ. Χ.), ώστε κατέστησαν αυτοί πλήρεις συγκύριοι κατά το ανωτέρω ποσοστό του ανωτέρω ακινήτου, β) κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό των 6/36 από κληρονομιά του θανόντος στις …1976 Γ. Χ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε άγαμος χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε το ποσοστό του των 12/36 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας, περιήλθε κατά το ήμισυ στον επιζώντα αδελφό του Ξ. Χ. (6/36), ώστε πλέον αυτός είχε ποσοστό 18/36. (12/36 από πατέρα + 6/36 από αδελφό) και κατά το έτερο ήμισυ (6/36) στα δυο επιζώντα τέκνα της προαποβιωσάσης αδελφής του Χ. Χ. χας Μ. Κ., ήτοι στους α) Ν. Κ. και β) Ε. Κ. Μ., σε ποσοστό 3/6 σε έκαστο από τους δυο τελευταίους. Απώτατος δικαιοπάροχος όλων, ήδη προ του έτους 1886, ήταν ο Α. Ε., στον οποίο ανήκε όλη η άνω έκταση ήδη πριν από το έτος 1886. Αυτός, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1886 συμβολαίου δωρεάς του τότε συμβ/φου … Κ. Κ. εδώρησε τούτο στους υιούς του Χ. και Μ. Ε. Στη συνέχεια, ο Γ. Χ. απέκτησε από τους τελευταίους (υιούς του Α. Ε.) διαδοχικά και τμηματικά την παραπάνω έκταση των 1.378,107 τ.μ. δυνάμει των συμβολαίων: υπ' αρ. …/1908 του συμβ/φου … Γ. Λ., υπ' αρ. .../1907 του συμβ/φου … Χ. Ι. Σ., υπ' αρ. .../1908, υπ' αρ. .../1919 του συμβ/φου Ε. Δ., υπ' αρ. .../1919 και υπ' αρ. .../1919 του συμβ/φου … Γ. Λ. Τόσο ο απώτατος δικαιοπάροχος όλων, όσο και οι μεταγενέστεροι νομείς του ακινήτου αυτού, ασκούσαν και ασκούς σε αυτό διακατοχικές πράξεις νομής, χωρίς ουδέποτε να οχληθούν από κανένα. Ειδικότερα, σε όλα τα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα των απωτέρων δικαιοπαρόχων, αρχής γενομένης το 1886, το όλο ως άνω ακίνητο, επομένως και τα πέντε επίδικα, περιγράφεται ως αγρός καλλιεργήσιμος και μη, αλλά και βοσκήσιμος τόπος, υποκείμενος επομένως στην εκμετάλλευση και εποπτεία των κατά καιρούς ιδιοκτητών του, ενώ πουθενά δεν αναφέρεται ως δημόσια ή δασικού χαρακτήρα έκταση. Αλλά και στη συνέχεια, ο Γ. Χ. καλλιεργούσε το ακίνητο αυτό. Έκτοτε δε το ακίνητο το επέβλεπαν, το καλλιεργούσαν και το εκμίσθωναν σε κτηνοτρόφους της περιοχής (προσκομίζονται μισθωτήρια ετών 1969, 1976 και 2009) αλλά και μεταγενέστερα το τοπογραφούσαν. Επομένως η ενάγουσα έχει καταστεί συγκυρία του ανωτέρω ακινήτου με παράγωγο τρόπο δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής της και αυτόν των δικαιοπαρόχων της, ήτοι από προ του έτους 1886. Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό ...1992 συμβολαίου διανομής της συμβολαιογράφου … Μ. Π. Ψ. που μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στον Τόμο … και α/α …, τμήμα του ευρύτερου ακινήτου των 1.378.107 τ.μ. ήτοι τμήμα εκτάσεως 672.000 τ.μ., (κατά νεότερη καταμέτρηση) το οποίο είχε χαρακτηριστεί ως γεωργική έκταση δυνάμει του με αριθμ. πρωτ. …1987 εγγράφου της Δ/νσης Δασών …, όπως εμφαίνεται και περιγράφεται στο από … 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ., διενεμήθη μεταξύ των συγκυρίων. Μετά τη διανομή αυτή απέμεινε στη συνιδιοκτησία τη ενάγουσας η υπόλοιπη έκταση των 688.886 τ.μ. σύμφωνα με την παλαιότερη καταμέτρηση, αποτελούμενη από τα πέντε (5) επίδικα ακίνητα, όπως διαμορφώθηκαν μετά την διάνοιξη αγροτικών οδών δια των οποίων η αρχική ενιαία έκταση των 688.886 τ.μ. διαμορφώθηκε σε πέντε (5) ακίνητα. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1997 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ (ΦΕΚ .../1995) κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση η κοινότητα … του Νομού …, σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2308/1995 κλήθηκαν "όσοι έχουν εμρπάγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφησης περιοχής να υποβάλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματός τους και αναφορά στην αιτία κτήσης τους", ενώ με την με αριθμό …2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ …/2005) διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα των περιοχών που βρίσκονται εντός των διοικητικών ορίων του Δημοτικού διαμερίσματος … (πρώην κοινότητα …) του Δήμου … και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην εν λόγω περιοχή η 21.7.2005. Μετά το πέρας της διαδικασίας κτηματογράφησης και τον έλεγχο των βιβλίων του κτηματολογικού γραφείου Ρεθύμνης, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι οι παραπάνω ιδιοκτησίες της δεν έχουν καταχωρηθεί σωστά, ούτε όσον αφορά το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πρώτες αυτές εγγραφές τα ακίνητα της ενάγουσας φέρονται διασπασμένα σε διάφορα ακίνητα με περισσότερους ΚΑΕΚ, τα οποία φέρονται όλα ότι ανήκουν στην ιδιοκτησία του εναγομένου. Για το λόγο αυτό συντάχθηκε το από Σεπτέμβριος 2017 διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του τοπογράφου μηχανικού Ε. Θ., σύμφωνα με το οποίο για να καταχωρηθούν ορθά τα παραπάνω ακίνητα πρέπει να γίνουν οι εξής μεταβολές... Συνακόλουθα τα προπεριγραφόμενα ακίνητα της ενάγουσας πρέπει να λάβουν ξεχωριστό ΚΑΕΚ έκαστο και αφού αφαιρεθούν τα ανωτέρω ειδικώς αναφερόμενα τμήματα από τις ιδιοκτησίες του εναγομένου και προσαρτηθούν σε καθένα από αυτά, ακολούθως να δημιουργηθεί ένα ιδιαίτερο κτηματολογικό φύλλο για κάθε ακίνητο στο οποίο θα αναγραφεί η ενάγουσα ως συγκυρία κατά ποσοστό 16,67% (ή 6/36) εξ αδιαιρέτου με τίτλους κτήσης ...1980 και ...1990 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς των συμβολαιογράφων … Σ. Κ. και Μ. Π. - Ψ. αντίστοιχα, νομίμως μεταγεγραμμένων, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με την με αριθμό ...1992 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου. Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγοντας η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία αφού αναγνώρισε ότι η ενάγουσα είναι συγκυρία των επιδίκων ακινήτων κατά ποσοστό 16,67% (ή 6/36) εξ αδιαιρέτου, ακολούθως διέταξε την διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνης, ώστε τα ακίνητα συγκυριότητας της ενάγουσας να περιγράφονται ως ανωτέρω, με τίτλους κτήσης ...1980 και ...1990 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς των συμβολαιογράφων … Σ. Κ. και Μ. Π. - Ψ. αντίστοιχα, νομίμως μεταγεγραμμένων, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με την με αριθμό ...1992 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τον νόμο και συνεπώς οι περί αντιθέτου πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγος της έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν την πλήττει για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει ως αβάσιμοι να απορριφθούν. Δεν ήταν δε δυνατόν να περιληφθεί στο διατακτικό της εκκαλουμένης διάταξη με την οποία να προβλέπεται ποιος θα καταχωρηθεί ως κύριος στην θέση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αφού επίδικο δικαίωμα ήταν μόνο το δικαίωμα συγκυριότητας της ενάγουσας επί των επιδίκων ακινήτων. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, που προβλήθηκε και πρωτοδίκως, τον επαναφέρει δε και ως όγδοο (8°) λόγο της έφεσής του, ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει κατά κυριότητα, γιατί από το έτος 1915 ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα ο ισχυρισμός ότι το επίδικο αποτελεί δασική έκταση και ως εκ τούτου ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων, δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης, με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, ή τυχόν ειδικούς νόμους. Επιπλέον το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε ότι το επίδικο υπήρξε δημόσιο κτήμα, ώστε να προστατεύεται από τις διατάξεις του ν. της 21.06/03.07.1837, του ν. ΔΞΗ/1912, των εκδοθέντων στη συνέχεια διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" και των άρθρων 21 του ν.δ. της 22.04/26.05.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και όσα υποστηρίζονται με τον έβδομο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.". Ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και, αφού αναγνώρισε αυτήν συγκυρία των επίδικων ακινήτων, διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνου, ώστε να γίνουν οι αναφερόμενες μεταβολές. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές ότι τα επίδικα ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια …, όπως αυτά περιγράφονται κατά ειδικότερη θέση, έκταση και όρια που αποτελούσαν αρχικά μαζί με ένα συνεχόμενο ακίνητο εμβαδού 672 στρεμμάτων μία ενιαία έκταση συνολικού εμβαδού 1.378.107 τ.μ. περιήλθαν στη συγκυριότητα της ήδη αναιρεσίβλητης κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 16,67% (6/36), λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του αποβιώσαντος την …1979 πατέρα της Ξ. Χ., κληρονομιά που αποδέχθηκε με τις αναφερόμενες και νομίμως μεταγεγραμμένες συμβολαιογραφικές πράξεις στον οποίο και είχε περιέλθει το ενιαίο ακίνητο κατά ποσοστό 18/36 εξ αδιαιρέτου και δη κατά το μεν 12/36 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1937 πατέρα του Γ. Χ. δυνάμει της αναφερομένης δημόσιας διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσης και κατά ποσοστό 6/36 εξ αδιαιρέτου επίσης από κληρονομιά του θανόντος στις …1976 αδελφού του Γ. Χ., ο οποίος απεβίωσε άγαμος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, και ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος και παππούς της ήδη αναιρεσίβλητης είχε αποκτήσει τη μείζονα ως άνω έκταση που περιλάμβανε και άπαντα τα επίδικα ακίνητα, με αγορά δυνάμει σχετικών διαδοχικών συμβολαίων αγοραπωλησίας, κατά τα έτη 1907 έως και 1919 από τους αληθείς κυρίους αυτής Χ. και Μ. Ε., στους οποίους και είχε περιέλθει το 1886 λόγω δωρεάς εκ μέρους του αληθούς κυρίου αυτής πατέρα τους Α. Ε., με το αναφερόμενο συμβόλαιο δωρεάς, ότι την ενιαία μείζονα εδαφική έκταση, που περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο κυριότητας των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης της οποίας τμήματα αποτελούν τα πέντε επίδικα ακίνητα και η οποία περιγράφεται σε όλους τους τίτλους κτήσης (συμβόλαια) ως αγρός καλλιεργήσιμος και μη, αλλά και βοσκήσιμος τόπος υποκείμενος επομένως στην εκμετάλλευση και εποπτεία των κατά καιρούς ιδιοκτητών του, νέμονταν η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοι της (άμεσος, απώτεροι και απώτατοι), ως κύριοι προ του έτους 1886, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής, και ειδικότερα, την επέβλεπαν, την καλλιεργούσαν, την εκμίσθωνα σε κτηνοτρόφους της περιοχής, αλλά και μεταγενέστερα την τοπογραφούσαν, ότι τα επίδικα ουδέποτε υπήρξαν δασικές εκτάσεις (ήτοι δημόσια γαία, που ανήκε επί Τουρκοκρατίας στο Τουρκικό Δημόσιο) και, συνεπώς, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν απέκτησε κυριότητα στο επίδικο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει της από 1/14.11.1913 Σύμβασης Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας), αντιθέτως, ήσαν αγροί που καλλιεργούνταν και ανήκαν ανέκαθεν σε ιδιώτες, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έγινε συγκυρία των επίδικων ακινήτων με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία (εφόσον κατά το χρόνο έναρξης ισχύος στην Κρήτη του Κρητικού ΑΚ στις 23-7-1904, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της Α. Ε., Χ. και Μ. Ε. βρισκόταν ήδη στη νομή τους στη μείζονα έκταση πριν από το έτος 1886 και σε μέρος αυτών και ο Γ. Χ. από το έτος 1907 και 1908 ήτοι για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι (20) ετών και απέκτησαν την κυριότητά τους στις 23-7-1909, οπότε παρήλθε, το απαιτούμενο από τα άρθρα 1356 και 1357 του Κρητ. Α.Κ., χρονικό διάστημα των πέντε ετών από την ισχύ του, για να καταστούν κύριοι αυτών, με προσμέτρηση στον χρόνο νομής τους του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη συγκυρία των επίδικων ακινήτων, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ. 3 ν. 147/ 5.1.1914 "Περί εν ταις προσαρτώμενες χώρες νομοθεσίας και δασικής οργανώσεως", που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του νόμου ΔΣΙΓ της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, του ν. ΔΞΗ/1912, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, τα επίδικα, αποτελούντα τμήμα μείζονος ακινήτου, ήσαν ανέκαθεν ιδιωτικές εκτάσεις ανήκουσες κατά κυριότητα στους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης και ουδέποτε υπήρξαν δασικές εκτάσεις ήτοι δημόσιο κτήμα που περιήλθε με νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Αντιθέτως, ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων, 293, 295, 362, 1356 και 1357 του Κρητ. Α.Κ., που καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο την έκτακτη χρησικτησία, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 51 Εισ.Ν.Α.Κ., κατά το οποίο η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά δικαιώματα για την απόκτηση τους. Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τόσο εκείνων τις οποίες δεν εφάρμοσε, σχετικά με το ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε υπήρξαν δημόσια δασική έκταση (ώστε να περιέλθουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, με βάση τη Συνθήκη των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας), όσο και εκείνων τις οποίες εφάρμοσε ως προς την κτήση συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των επιδίκων ακινήτων με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), δεχόμενο ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της είχαν ήδη αποκτήσει (με βάση τις διατάξεις αυτές του Κρητ. Α.Κ.) την κυριότητα των επίδικων ακινήτων, ως τμημάτων μείζονος εδαφικής έκτασης (ήδη από 23.7.1909), και ότι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ίδιας, οι οποίοι τους διαδέχθηκαν στη νομή, αλλά και η ίδια, συνέχισαν να την ασκούν με διάνοια κυρίου και διενεργώντας επί των επιδίκων ακινήτων τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις (καλλιέργεια, βοσκή, επίβλεψη, εκμίσθωση, τοπογράφηση) προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών, ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών. Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 63/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτής, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ., 22 παρ.1, 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-7-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 63/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ