ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 584/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 584/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 584/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 584 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 584/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Μαρία Παπαδημητρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Α. και της Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κατά τη δικάσιμο της 29-5-2024 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γαβρίλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και είχε καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2022 αίτησή του, η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 29-5-2024. Με την υπ' αριθμό …/2024 Πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η υπόθεση εισάγεται εκ νέου προς συζήτηση, στην σημερινή δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης, καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 749/2025, ΑΠ 1443/2023). Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρον 307 του ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022). Ως εκ τούτου, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση, ο διάδικος που είχε καταθέσει προτάσεις, κατά την αρχική συζήτηση, δεν απαιτείται να καταθέσει εκ νέου, κατά την επαναλαμβανόμενη, ενώ ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 749/2025, ΑΠ 76/2024, ΑΠ 674/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η από …2022 αίτηση αναιρέσεως, κατόπιν της από …2024, με αριθμό …, Πράξης της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, Α. Τ., λόγω επανασυζήτησης της υπόθεσης, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, διότι, μετά την συζήτηση αυτής, στη δικάσιμο στις 29-05-2024, ενώπιον του Γ' Πολιτικού Τμήματος, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως για τον αναφερόμενο στην ως άνω Πράξη λόγο (παραίτηση από την υπηρεσία της Αρεοπαγίτου Χριστίνας - Ζαφειρίας Γαβριηλίδου). Κατά την αρχική δικάσιμο, στις 29-05-2024, ο αναιρεσείων είχε εκπροσωπηθεί, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γαβρίλη, και το αναιρεσίβλητο είχε εκπροσωπηθεί με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ελισάβετ Παπαδοπούλου - Μερτζεμεκίδου. Κατά την νέα, αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, ο αναιρεσείων δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από το από 09-05-2025 αποδεικτικό επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα να παραστεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεδομένου ότι επιδόθηκε στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ως αντίκλητο αυτού (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ. …/2024 Πράξης της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπειαν η υπόθεση θα συζητηθεί αντιμωλία των διαδίκων. Με την από 09-11-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 91/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Πρέπει, κατά συνέπειαν, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων άσκησε την από 02-11-2018 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Έδεσσας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 44/2020 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 24 του ν. 2732/1999. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 16-07-2020 έφεση του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και, αφού η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή, έως τις 19-03-2003, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή, έως τις 19-03-2003 το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση.". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας, κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από τις 12-09-1915 έως και τις 16-05-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-04/16-05-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί έως τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου. Με την ως άνω ρύθμιση εισάγεται μια σημαντική τομή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, καθώς υπό τους εκεί ειδικά προβλεπόμενους όρους θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα. Οι παραπάνω διατάξεις τέθηκαν κατά τροποποίηση των ν. 2308/1995 και 2664/1998, προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις, που είχαν προκύψει κατά την σύνταξη του κτηματολογίου, των διαφορών κυριότητας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα που κατείχαν από πολλών ετών και αμφισβητούσε την κυριότητά τους το Ελληνικό Δημόσιο και με αυτές αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλεστούν τρόπο κτήσεως κυριότητας την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος, υπό τις οριζόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 762/2024, ΑΠ 647/2020). Ειδικότερα, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέτει: 1) να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους, 2) να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικά μέτρα, 3) να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής έως την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, ήτοι έως τις 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο εξ επαχθούς αιτίας υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 28-02-1945 ή έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής έως την έναρξη ισχύος του ιδίου πιο πάνω νόμου επί τριάντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος ή νεμηθείς), ή οιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του ήταν κακής πίστεως. Η ρύθμιση αυτή, όπως προεκτέθηκε, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, με έκτακτη χρησικτησία, ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου, οι προαναφερόμενες δε, διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 762/2024, ΑΠ 23/2019) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με την συνδρομή των αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (ΑΠ 1725/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε, διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του ΚΠολΔ). Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 του ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον, κατά πλάσμα του νόμου, αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον, κατά τον νόμο, αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση δε, αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει την νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε, νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του δημοσίου κτήματος είναι, μεταξύ άλλων, η από το Ελληνικό Δημόσιο, πριν από τις 19-03-2003, κοινοποίηση πράξεως της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημόσιου κτήματος (ΟλΑΠ 11/2015), η κοινοποίηση πρωτοκόλλου καταλήψεως (ΑΠ 826/2018), η με οποιοδήποτε τρόπο γνώση από τον ιδιώτη της δηλώσεως ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου ότι το ακίνητο έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση (ΑΠ 290/2023, ΑΠ 712/2020) ή της ενστάσεως του τελευταίου προς το Κτηματολόγιο (ΑΠ 111/2023), όπως και η γνωστοποίηση της αποφάσεως επί της ενστάσεως κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον ιδιώτη που προβάλλει δικαίωμα κυριότητας (ΑΠ 807/2019). Δηλαδή, από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημόσιου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει αυτός να νέμεται αδιαταράκτως από το τελευταίο (Ελληνικό Δημόσιο) (ΑΠ 1647/2022, ΑΠ 727/2022, ΑΠ 1813/2017).

Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατ' άρθρον 1042 του ΑΚ ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη όταν, χωρίς βαριά αμέλεια, έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Επομένως, καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος, καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Εκ των ως άνω συνάγεται ότι ενώ, κατά τον Αστικό Κώδικα, ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστεώς του, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του, κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής, υφ' εκατέρου τούτων, φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από την φράση "... εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές, ότι ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, δεν έχει το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του, αλλά, αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 692/2025 ΑΠ 762/2024, ΑΠ 733/2024).

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 733/2024, ΑΠ 1491/2023). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1α και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειες (κατά τη σημασιολογική εκτίμηση του αναιρετηρίου, που αναφέρεται στις πλημμέλειες εκ των αριθμών 1α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφ'όσον πρόκειται για απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου), συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 4 του ν. 3127/2003 και 984 και 1042 του ΑΚ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων διατείνεται, ως προς την πλημμέλεια εκ του αριθμού 1α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, α) δεχόμενο ότι δεν υπήρξε αδιατάρακτη νομή του ενάγοντος για διάστημα τριάντα ετών όπως απαιτεί ο ν. 3127/2003, έως την έναρξη ισχύος αυτού, ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια της "αδιατάρακτης νομής", η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις και β) σε κάθε περίπτωση, ενώ κατά τις παραδοχές του, η φερόμενη ως διαταρακτική ενέργεια, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, έλαβε χώρα το έτος 1972, εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, μη δεχόμενο ότι από το 1972 έως το 2003 παρήλθαν επιπλέον 30 έτη, που απαιτούνταν για την κτήση κυριότητας αυτού, σύμφωνα με τις εφαρμοσθείσες εν προκειμένω διατάξεις. Ως προς την εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, έκανε δεκτό ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός του (αναιρεσείοντος), βρίσκονταν σε κακή πίστη, κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο επιλήφθηκε της νομής του επίδικου ακινήτου και, ακολούθως, χωρίς αιτιολογία, δεν συνυπολόγισε τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του (αναιρεσείοντος) στην δική του νομή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι το με αριθμό … οικόπεδο που βρίσκεται στο … οικοδομικό τετράγωνο του οικισμού της …, με εμβαδό 648 τετραγωνικά μέτρα και το οποίο συνορεύει βόρεια με το υπ' αριθμ. … οικόπεδο, νότια με το υπ' αριθμ. … οικόπεδο, ανατολικά και δυτικά με δημοτική οδό. Επίσης, αποδεικνύεται ότι το ακίνητο αυτό, το οποίο ανήκει στο Δημόσιο, κατελήφθη από τον παππού του ενάγοντος, Γ. Γ. σε απροσδιόριστο επακριβώς χρόνο, που ανάγεται στην περίοδο της τουρκοκρατίας, στο οποίο ο τελευταίος ασκούσε διακατοχικές πράξεις φροντίζοντας και καλλιεργώντας αυτό. Κατόπιν, το 1950 ο παππούς του εκκαλούντος - ενάγοντος δώρισε ατύπως το επίδικο ακίνητο στον πατέρα του ενάγοντος, Α. Γ., ο οποίος νεμόμενος αυτό ασκούσε τις ίδιες διακατοχικές πράξεις με τον δικαιοπάροχό του μέχρι το 1965, όταν και το δώρισε ατύπως στον εκκαλούντα - ενάγοντα. Έκτοτε, ο τελευταίος νέμεται το ακίνητο καλλιεργώντας το, φυλάσσοντας και σταθμεύοντας εντός αυτού τα αγροτικά εργαλεία του και το όχημά του. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του εκκαλούντος-ενάγοντος βρισκόταν σε καλή πίστη όταν κατέλαβε το πρώτον το επίδικο ακίνητο, τουναντίον δε, γνώριζε ότι αυτό δεν του ανήκε κατά κυριότητα, ευρισκόμενος κατά τον τρόπο αυτό σε κακή πίστη. Άλλωστε, δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε κατά την εποχή της τουρκοκρατίας δημόσια γαία και ως τέτοια ο απώτατος δικαιοπάροχος του εκκαλούντος-ενάγοντος (παππούς) απέκτησε δικαίωμα εξουσιάσεως επ' αυτού, γεγονός που ενδεχομένως να μπορούσε να στηρίξει καλή πίστη.

Εξάλλου, οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον εκκαλούντα - ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις ουδέν επιπλέον στοιχείο συνεισφέρουν προς τούτο πέραν της επανάληψης της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την ομολογία του εκκαλούντος - ενάγοντος το έτος 1972 το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε από το εφεσίβλητο - εναγόμενο κατά την οριστική διανομή του συνοικισμού της …, ως διαθέσιμο οικόπεδο, λόγω έλλειψης τίτλων από την εποχή της τουρκοκρατίας. Επομένως, αποδεικνύεται ότι ασχέτως καλής ή κακής πίστης του εκκαλούντος - ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του (πατέρα του), δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αθροιστικά οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 4 παρ. 1β του νόμου 3227/2003 προκειμένου να θεμελιώσει κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο στο επίδικο ακίνητο, το οποίο ευρισκόταν υπό την διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας. Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - ενάγων, ακόμα και αν προσμετρηθεί ο χρόνος νομής του δικαιοπάροχου πατέρα του στο επίδικο, δεν είχε συμπληρώσει τριαντακονταετή αδιατάρακτη νομή επί του επιδίκου μέχρι την ημερομηνία έναρξης του νόμου 3127/2003, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, ήδη από το έτος 1972 δεν νεμόταν αδιαταράκτως το επίδικο, διότι γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο είχε χαρακτηριστεί από το Ελληνικό Δημόσιο ως διαθέσιμο.
Συνεπώς, κατά τον τρόπο αυτόν, είχε λάβει ήδη γνώση από το Ελληνικό Δημόσιο, ότι το τελευταίο είναι κατά το νόμο ο αληθής νομέας του επίδικου ακινήτου, οπότε κατά το χρονικό σημείο αυτό, διαταράχθηκε η νομή του και έκτοτε δεν συνεχίζει να βρίσκεται στη νομή του επιδίκου αδιαταράκτως, όπως απαιτεί ο νόμος. Επομένως, η υπό κρίση έφεση του ενάγοντος κατά της παραπάνω υπ' αριθμ. 44/2020 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Έδεσσας, που απέρριψε την αγωγή του ως απαράδεκτη, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη πιο πάνω απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να δικαστεί η ένδικη αγωγή, και ακολούθως να απορριφθεί η αγωγή αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.".

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1β' του ν. 3127/2003 καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 984, 989 και 1042 του ΑΚ. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι τη νομή του επίδικου είχε ο απώτερος δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, προπάππος του, ήδη από την Τουρκοκρατία, ακολούθως ο πατέρας του και άμεσος δικαιοπάροχός του, από το έτος 1950 έως το έτος 1965, οπότε το δώρισε στον αναιρεσείοντα, όλοι δε, οι ως άνω, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ασκούσαν συγκεκριμένες πράξεις νομής έως το έτος 2003, οπότε άρχισε η ισχύς του ως άνω ν. 3127/2003. Ακολούθως, όμως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η νομή του ενάγοντος δεν ήταν αδιατάρακτη για συνεχές χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών, δεχόμενο το Δικαστήριο ότι η συμπερίληψη του επίδικου ακινήτου στα διαθέσιμα ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, το έτος 1972, συνιστά πράξη διατάραξης της νομής. Έτσι όμως, με το να κάνει δεκτό το Δικαστήριο ότι η ως άνω ενέργεια των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που έλαβε χώρα το έτος 1972, συνιστούσε θετική πράξη διατάραξης της νομής του νεμομένου αυτό, εσφαλμένα ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ως προς την έννοια της διατάραξης νομής, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, με την ως άνω πράξη του Δημοσίου, δεν παρενοχλήθηκε, με συγκεκριμένο τρόπο στην άσκηση της νομής του επί του επιδίκου, ούτε αμφισβητήθηκε η νομή του επί αυτού, ούτε το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε αυτήν προς προστασία της νομής του, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, δεδομένου, μάλιστα, ότι στην προσβαλλόμενη δεν εμπεριέχεται παραδοχή κατά την οποία ο αναιρεσείων να έλαβε γνώση, με συγκεκριμένο τρόπο, της ως άνω πράξης ή άλλης ενέργειας που να συνιστά παρενόχληση στην άσκηση νομής του από τον, κατά νόμο, αληθή νομέα δημοσίου κτήματος, ήτοι το αναιρεσίβλητο.

Περαιτέρω, το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1β' του ν. 3127/2003, εφόσον, ενώ έκρινε ότι η φερόμενη ως διαταρακτική ενέργεια έλαβε χώρα το έτος 1972, χωρίς, κατά τις παραδοχές, να λάβει χώρα άλλη ενέργεια διατάραξης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, ως αληθούς κυρίου, κατά την έννοια του νόμου, μεταγενέστερα, ήτοι μετά το έτος 1972, της οποίας να έλαβε γνώση ο αναιρεσείων, οδηγήθηκε στο λανθασμένο πόρισμα ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου αυτού και ότι δεν συμπληρώθηκαν 30 έτη αδιατάρακτης νομής, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και δεν απέκτησε αυτός κυριότητα στο επίδικο ενώ, σύμφωνα με τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη, είχαν συμπληρωθεί τριάντα έτη από το 1972 έως τις 19-03-2003 (έναρξη ισχύος του νόμου). Επομένως, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε την έννοια της αδιατάρακτης νομής του ενάγοντος και ομοίως εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1β' του ν. 3127/2003, υποπίπτοντας έτσι στην ως άνω, από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις ως άνω αιτιολογίες του, στις οποίες στήριξε την παραδοχή του ισχυρισμού του εναγομένου περί κακής πίστεως του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής τους και απέρριψε για τον λόγο αυτό την ένδικη αγωγή, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, διότι, ενώ δέχεται ότι άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος ήταν ο πατέρας του και απώτερος ο παππούς του, ο οποίος, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, κατείχε το επίδικο ήδη από τουρκοκρατίας έως το έτος 1950, οπότε και άρχισε να το κατέχει ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου, ασκώντας και αυτός πράξεις νομής έως το έτος 1965 που το δώρισε στον τελευταίο, εν συνεχεία δέχεται ότι, ασχέτως της καλής ή κακής πίστης του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου 3227/2003, ακόμα και αν προσμετρηθεί ο χρόνος νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του, παραλείποντας το Εφετείο να αναφερθεί, ως προς την συμπλήρωση των 30 ετών, στη νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, ενώ, κατά τον νόμο, συνυπολογίζεται η νομή όλων των δικαιοπαρόχων του επικαλούμενου κυριότητα, κατά τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επιπροσθέτως, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχουν κενά και ασάφειες για την ύπαρξη ή μη κακής πίστης του αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων του, κατά τον χρόνο απόκτησης της νομής στο επίδικο, διότι το δικαστήριο δέχεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, κατά τον χρόνο που κατέλαβε το ακίνητο, δεν βρισκόταν σε καλή πίστη και γνώριζε ότι αυτό δεν του ανήκε, ευρισκόμενος έτσι σε κακή πίστη, χωρίς επαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν αναφέρει αποδειχθέντα περιστατικά στα οποία να στηρίζεται η ύπαρξη κακής πίστης του απώτερου δικαιοπαρόχου του, όπως απαιτείται από τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με την νομική σκέψη της παρούσας, ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση την έλλειψη καλής πίστης, αλλά την ύπαρξη κακής πίστης, γιατί μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 περ. β' του ν. 3127/2003.

Άλλωστε, τον ισχυρισμό περί υπάρξεως κακής πίστης οιουδήποτε νομέα όφειλε να αποδείξει το Ελληνικό Δημόσιο.

Περαιτέρω δε, ουδεμία αιτολογία υφίσταται στην προσβαλλόμενη περί της κακής ή μη πίστεως του αναιρεσείοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του. Εξαιτίας δε, των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προεκτεθεισών ουσιαστικών διατάξεων, υποπίπτοντας έτσι το Εφετείο στην εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, οι εκ των αριθμών 1α και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθέως και εκ πλαγίου παραβάσεως του νόμου είναι βάσιμοι και κατά παραδοχή αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια αυτών που έγιναν δεκτοί. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα, λόγω της νίκης του (άρθρο 495 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του αιτήματός του, μειωμένα όμως (άρθρο 22 παράγραφος 1 του ν. 3693/1957, παράγραφος 2 της 134423/8/12/1992 Κοινής Υπουργικής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, άρθρο 28 παράγραφος 5 του ν. 2579/1998), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 91/2021 απόφαση του δικάσαντος ως εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή